Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

(Όνειρο Αράχνης): ΤΟΥΣ ΠΗΓΑΙΝΩ ΛΟΙΠΟΝ ΣΤΑ ΜΕΡΗ ΜΟΥ

 (…αέρινο δώμα με μικρά ρεύματα στις κλωστούλες ανάμεσα…)


Τους καθίζω τους έμορφους στα ελαφρά ανάκλιντρα του κενού,

ενώ εγώ στρογγυλή στο κέντρο, στέλνω προς τα έξω τις τροφές

σ’ αυτούς που μπαίνουν. 

Φιλοξενώ με δέος την αβυσσαλέα φλόγα τους,

όπως το πέος τους σε φυσικό περίγυρο φυλακής, τεντώνεται προς το δίχτυ.

Η βίλα μου είναι κτισμένη από λευκή ενέργεια του σώματος

κι όλα μου δείχνουν πως η ερωτική πλεκτάνη μου είναι ακατάλυτη

ενώ οι εφήμερες, ηδονικές κραυγές τους θα σβήσουν χαμηλά,

εκεί που είχα αρχίσει να σκαρφαλώνω.

Το τέλος είναι γνωστό:

εξαφάνιση του παγιδευμένου ερωτικού αντικειμένου

και διαιώνιση της αχόρταγης αράχνης.

Μα εγώ μέσα στη τελεσίδικη φρίκη της νίκης μου,

ονειρεύομαι το άτρωτο αρσενικό που θα με γευματίσει.

Χαμογελώντας ανέμελα ανάμεσα στα νεκρά ανάσκελα μαμούνια,

τον φαντάζομαι τον φτερωτό καβαλάρη

με τις κεραίες περιπτύξεις να με αποσπάει από τις βολικές συνήθειες του φόνου

κι εκεί στην άκρη του ιστού, σιγά να μ’ αφανίζει.

Με την πέτσα μου γυαλιστερή απ’ τις εκκρίσεις του ολόσχερου πάθους,

θα δίνω όλο και περισσότερη υγρή κλωστή

στο στόμα του απρόσμενου εκμεταλλευτή της σοφής μου σκευωρίας,

όσο να γκρεμιστώ απ’ την κορφή της αδηφάγας φύσης,

στον ερωτικό δήμιό μου ολότελα δοσμένη.

[ΟΝΕΙΡΟ ΑΡΑΧΝΗΣ  από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ  ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982 προοικονομούν

τις επιλογές ποιημάτων απ’ αυτή τη συλλογή:  




ΤΑ ΣΠΙΡΤΟΞΥΛΑ   Ο Γκιούλιβερ που ξύπνησε μες τον αγρό…   

Η ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ   Έρωτα βόρειο νερό…

ΤΟ ΠΕΤΟ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ   Το μπλε απ’ τα παραθυρόφυλλα στάζει στη θάλασσα…

Η ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗ   Πόσους σκεπάζω η χιονισμένη εγώ άλυτους της ζωής μου λαβυρίνθους

Η ΕΛΕΝΗ   Το βαθύ νόημα των ονείρων είναι το σκοτάδι

ΕΠΟΧΗ ΠΤΩΣΗΣ   Στην κάμαρή μας χύθηκε χρυσάφι φθινοπώρου

ΤΑ ΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΟΝΑ   Τα όντα, όταν τα’ αφήνουμε μόνα τους πώς είναι;

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ   ο έρωτας η θάλασσα τριγύρω

ΜΟΥΧΡΩΜΑ   Το σκοτάδι τρώει σιγά – σιγά το φως…

ΕΝΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ   Σαν αφαιρείσαι και κι ακούσιος χρόνος στέκει στο μέτωπό σου…

ΟΙ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ   Εκείνο το καλοκαίρι δεν έλεγε να ’ρθει…

ΣΤΟΝ ΚΟΥΡΕΑ   Άσπρο τριαντάφυλλο… 

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ   Προς την Ακρόπολη μια Μεγάλη Τετάρτη…

ΦΑΙΔΡΟΣ 81   Ολάνθιστοι ευκάλυπτοι αρρωσταίνουν το τοπίο…

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΖΤΕΚΩΝ   Στη νύχτα την υγρή άνοιγα τα πουλιά φτερά… 

ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ   Υποσχεθεί τον εαυτό του κι εκπληρώσει την υπόσχεσή του..

Ο ΥΠΝΟΣ   Τα όνειρα απλώνονται επάνω μας τη νύχτα και

Η ΕΥΤΑΛΙΤΣΑ   Με τον ήλιο έβγαινε κι η κραυγή της Ευταλίτσας…

Συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 -2011, εκδόσεις Καστανιώτη

 

ΤΑ ΣΠΙΡΤΟΞΥΛΑ

Ο Γκιούλιβερ

που ξύπνησε μες τον αγρό, στο χώμα καρφωμένος σαν τα κρινάκια,

στερεωμένος όπως τα στάχυα,

βιδωμένος ως κι απ’ τις πιο λεπτές τρίχες της μύτης του,

κολλημένος σαν έντομο στου εντομολόγου το τεφτέρι,

πανικόβλητος

σαν είδε πως ο τεράστιος όγκος του κορμιού του

ήταν το έδαφος για εκατομμύρια μεγαλοφυείς επιχειρήσεις

μικρότατων ανθρώπων

που με σπιρτόξυλα και κλωστές τον είχαν καταδικάσει σε ακινησία

 

είμαι εγώ

 

με τους λιλιπούτειους παράφορους έρωτές μου

που με κρατούν δέσμια της πιο χωμάτινης αντίληψης της ζωής,

της πιο περιορισμένης κίνησης,

μιας χαμερπέστατης σύλληψης του ωραίου

σαν σώμα που γδύνεται και ξαπλώνεται κι ουδέποτε ανεβαίνει στους ουρανούς.

 

Η ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982)

Έρωτα βόρειο νερό   τη μοναξιά σου αγαπώ

όταν στον ορίζοντα   τραβιέσαι μακριά

και χάσκουν τα έγκατά σου

ακάλυπτα στα επίβουλα αστέρια.

Με μια μονάχα  κίνηση    κυκλώνεσαι με χάος

κι είναι η απομάκρυνσή σου   φυσική

όπως ένα φιλί από τον άλλο κόσμο.

Άγρια τα σουρουπώματα εδώ·

οι γλάροι με φωνές αυτόχειρα  

αναθεματίζουν τη ζωή   στα ωραία απλώματα της φύσης.

Ω, καημέ μου, Ωκεανέ μου

με τα τραγικά μπλάβα   χυμένα επάνω σου

κάπου βαθιά στο πέλαγος   παθαίνεις τον εαυτό σου

μυστικό, ανεξήγητο

πληγωμένο απ’ την ακτή   βαριεστημένο απ’ τ’ ανιαρά χάδια της ξηράς

της τρελής γης τα τόσα παρακάλια

κι απειλές της μαύρης λάσπης.

 

Κι ως να ξανάρθεις

θα ’χουνε περάσει οι ώρες της ανάγκης, της στέρησης

θα ’ναι πρωί και θα γελάς

σκεπάζοντας τους βράχους μου   γλυκά με το κορμί σου

σαν να μην έλειψες ποτέ

σαν να ’σουνα δικός μου

με γήινες σκοτούρες   με βότσαλα – φιλιά

στ’ ανθρώπινο ακρογιάλι…

Μα εγώ κρυφά σε κοίταγα   και σ’ είδα μακριά

πώς άχνιζε η μορφή σου   μεσ’ απ΄ την ουράνια γάζα·

ανέμελος ανοιγόσουνα   παίζοντας με το άπειρο

που μυστικά σε ξέρει

γιατί γνωρίζει απ’ ομορφιά

την άοπλή της μοναξιά   στην άμπωτη του χρόνου!..

 

 

ΤΟ ΠΕΤΟ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΚΑΘΑΡΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

Το μπλε απ’ τα παραθυρόφυλλα στάζει στη θάλασσα

και διακρίνονται στην πάχνη του ορίζοντα όλοι οι ναυαγοί

μαγεμένοι να τραβάν τα δίχτυα τους στην άλλη παραλία.

Καθαρή Δευτέρα,

οι αλκοολικοί χρόνια γύρω απ’ το ίδιο τραπεζάκι

με τις άσπρες τρίχες της γενειάδας τους να διαφημίζουν το σκοτάδι.

Ο ταβερνιάρης τα περσινά αστεία πάλι της κτηνοβασίας.

Αργότερα θα εκσπερματώσει πίσω από ένα βαρέλι

ενώ μόλις που ’χε αγγίξει την αθλητική πλάτη

του ανύποπτου Χριστόφορου από τη Νότια Αφρική.

Τσέρκι γύρω απ’ τον ήλιο, λάμπει για όλους η αρρώστια.

Τα σώματα ομόφωνα καταδικάζουν το χρόνο σαν το μόνο ένοχο.

Ψάχνω στο νου κάτι απλό κι απέριττο για να ξορκίσω το κακό

που μοιάζει βολεμένο.

Α να, το πέτο του, πώς έστρωνε στο στήθος

κι η μύτη σα λαγωνικό έσκιζε τον αέρα.

Ξανά και ξανά στη μνήμη το σκούρο πέτο

σε ευθεία σχέση με τα σκιερά του μάτια,

υποκινούσε τη φαντασία μου,

ανοιγόμουνα σε άλλους κόσμους άμοιρους αλλά χαριτωμένους,

μες στο αρρωστημένο πάθος της γιορτής.

 [από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982]

 

Η ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΗ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982)

Πόσους σκεπάζω  η χιονισμένη εγώ

άλυτους της ζωής μου λαβυρίνθους!.

Άχαρα, ξερά κλαδιά    βγάζω μες το χειμώνα

πράξεις τυφλές

σύννεφα βαριά οι λαχτάρες μου

ακουμπούν  στα λερωμένα χιόνια!..

Οι νύχτες είναι ατέλειωτες  

εδώ που μαραζώνω   ακούγονται οι σειρήνες του κακού

και βγάζει πύο πηχτό   η νοσηρή μου σκέψη.

Ναι, θε να ’ρθεις να με δεις απρόσμενα,

για γούστο

όπως τυχαία η άνοιξη   κάποτε καταφθάνει

με πράσινα, μ’ ελάφια, με νερά

κι άλλα τόσα πρόσχαρα εφήμερα μαμούνια.

Θα μου διαβάζεις φωναχτά   των ζώων τα παραμύθια

του βάτραχου,  του πόντικα   κι αυτής της ενυδρίδας

χιόνι θα πέφτει έξω πυκνό

και μέσα ο νάρκισσός σου

όλα ευωδιά θα στέκεται   εαρινός, ωραίος.

Στα σκέλια μου, στους πάγους μου

ελαφριά θε να γλιστρήσεις

θα λιώσει του χρόνου η παγωνιά   μόλις μ’ ακουμπήσεις.

Γιατί όλα μαζί τα ψέματα   που οι άνθρωποι μαζεύουν

για να μη βλέπουνε ποτέ   το θάνατο στη φύση

τα βρήκα στο κορμί σου

σαν κραταιός κι ακάλυπτος   στους κόλπους μου βουτιέσαι

ερωτιδέας άτρωτος

Ερμής της αφθαρσίας

 

Η ΕΛΕΝΗ

Το βαθύ νόημα των ονείρων είναι το σκοτάδι·

οι ιδέες τους εκφράζονται με άλλα όνειρα.

Η περιγραφή του ερώμενου    είναι κι αυτή μια ερωτική πράξη.

Σκέφτομαι  =  ζω μιαν άλλη ζωή παράλληλη.

Ο Έζρα Πάουντ κλείνει τα μάτια σφιχτά   σαν να τον σουβλίζουν.

Μες  της σιωπή του τα ποιήματά του

ξαναρχίζουν τη ζωή τους ανανεωμένα!..

Ο κόσμος που χάσκει ανοιχτός κάτω απ’ τα πόδια σου

περιμένει να του πεις, ναι,  ότι τον αγαπάς

 πριν σε καταβροχθίσει!..

Φτιάχνεις έναν έρωτα τότε

για να προστατευτείς απ’ το φαρδύ τοπίο.

Ο Μενέλαος έχει ζήσει κι αυτός   το δράμα της εμορφιάς ως χαμένος.

Μες στα άγαρμπα, πορφυρά του παντελόνια

πλέει το πέος του

σαν ψάρι σε μολυσμένα ύδατα!..

Όχι, όχι καλύτερα να την είχε φτιάξει  αυτός την Ελένη

κι ας ήταν ένα Ποίημα μόνο!..

 [από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982]

 

ΕΠΟΧΗ ΠΤΩΣΗΣ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982)

Στην κάμαρή μου χύθηκε   χρυσάφι φθινοπώρου

και έτριζε το σώμα σου   μέσα μου σαν τα φύλλα

που ’ναι ξερά και τα κλοτσάν παιδιά

απ’ το σχολειό γυρνώντας.

Η φύση συγκεντρώθηκε   σ’ ένα δενδράκι μόνο

σαν ετοιμάζει ηρωικά   την πορφυρή του πτώση

κι η κίνησή σου έρχεται   σαν του ανέμου τα φιλιά

που ξεγυμνώνουν τα κλαριά

απ’ του εγωισμού τα περιττά στολίδια.

Α!.. Δεν είναι ποτέ τόσο θριαμβική

η αναγγελία του τέλους

παρά σαν λίγο ο ήλιος βγει

για ν’ ακουμπήσει μια στιγμή

στις απελπισμένες κορφές   των μισόγυμνων δένδρων·

δεν είναι ο έρωτας ποτέ   τόσο γλυκός στο στόμα

όσο το άνθος σου βαστώ   για πόσο;

Λίγο ακόμα.

Ο όγκος μου σ’ ανάταση   μπολιάστηκ’ ασφοδέλους

κι αναίσχυντη πια προκαλώ

σκοτάδι, θάνατο   και το κακό του τέλους!..

 

ΤΑ ΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΟΝΑ

Τα όντα όταν τ’ αφήνουμε μόνα τους, πώς είναι;

Τι κάνουν όταν παύουμε να τα πασπατεύουμε,

να τα γαργαλάμε, να τα δαγκώνουμε;

Όταν είναι μόνα τους μες στη σαπουνάδα τους  ή στις λάσπες της νύχτας;

Τα πράγματα, όταν δεν τα χώνουμε ανάμεσα στα πόδια,

όταν δεν τ’ ανοίγουμε, δεν τα κλείνουμε, δεν τα φοράμε και περιμένουμε,

δεν τα γδυνόμαστε και περιμένουμε,

όταν δεν σχεδιάζουμε Σαββατοκύριακο,

βόλτα, όραμα, επίδειξη…

όταν το χιόνι δεν έχει πατηθεί απ’ τν αγαπημένο σκύλο,

οι γλάστρες με τα παράθυρα της ψυχής μας κλειστά για πάντα,

πώς είναι;

Πώς είναι ο κόσμος όταν λείπουμε;

  [από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982]

 

Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982)

Η ζωή μου σαν ένα πλοίο·

ο έρωτας η θάλασσα τριγύρω.

Εσύ, ακουμπισμένος στην κουπαστή

γέρνεις το βλέμμα ως ο βυθός

να μοιάζει πως πηδά   για να σε συναντήσει μες στα μάτια…

Χάνονται στ’ αμπάρι   οι παλιές φωνές

όπως το δελφίνι σου απαλό

ολόδροσο στου λόγου τα παιχνίδια

βοηθάει με θείες ψευτιές

τα ιστία που μας πάνε.

Αρμενίζοντας δεν έχω τίποτα   να χάσω  ή να κερδίσω

γλιστράω με τον ελάχιστό χρόνο μου

πάνω απ’ τους δαιδάλους με τα φύκια

όπου οι πνιγμένοι σέρνονται   σε μεταθανάτιους περιπάτους.

Η ζωή μου σαν ένα πλοίο·

στην κρύα κουβέρτα   ώρες κατάμονη

μες στο μυαλό μου

γλείφω τα μέλη σου

ως το πρωί που ξημερώνομαι   σε γνωστά λιμάνια:

«Το πρώτο φιλί»   «Η άπληστη αγάπη»  «Η ανία»

«Ο χωρισμός»

τοπωνύμια με τη λίγη πειστικότητα

που έχει η πείρα όλη.

Ω!,, Μπες μέσα μου   και  τράβα με

σ’ όσα ναυάγια σχεδίαζες εψές

γλυκά χαμογελώντας μες στον ύπνο σου

με το ’να χέρι χαμηλά   το άλλο στην καρδιά

σαν να μιλούσες τρυφερά   προς τα τελώνια.

Κι όπως φωτισμένα   τα βραδινά νησιά

καρφώνουν τις πόρπες τους στη νύχτα

θε να με σχίζεις με τα δικά σου τα κουπιά

θε να με πλέεις για τελευταία φορά

πριν πέσει το σκοτάδι μου

και τα κατράμια δάκρυά μου

χυθούν στο φως σου όλο επάνω.

 

ΜΟΥΧΡΩΜΑ

Το σκοτάδι τρώει σιγά-σιγά το φως, όπως το σκουλήκι τον καρπό:

από μέσα.

Πρώτες πέφτουν οι σκιές του «εντός ολίγου»

κι ύστερα η κότα αποζητάει το χθεσινό κλαρί για να κουρνιάσει.

Με το μικρό μυαλό της λέει πως η ζωή της θα βαστάξει για πάντα.

Ένα σούρουπο ξεπροβοδίζει τα ορατά

όπως βγαίνουν από την πόρτα του σούρουπου

κι αόρατα πια ξαναμπαίνουν σε λίγο από την ίδια πόρτα

που τώρα τη λένε νύχτα.

Στο γύρισμα του κύκλου,

στην πίσω μεριά του φεγγαριού, στην άλλη όψη του «ξέρω»,

ίσως γίνει πεταλούδα το σκιάχτρο που με παγώνει

κι ίσως μεταμορφωθούν σε μέλη Άδωνη τα κατάσχημα ξύλα.

Κι ο θάνατος με σκούφο κυνηγητικό κι όπλο,

μήπως αρχίσει ν’ αστοχεί μες στα λουλούδια;

Πολιτεύομαι.

Σκέφτομαι δηλαδή το θάνατο καθημερινά

και τον συγκρίνω μ’ ένα άπειρα καλύτερο πολίτευμα: τη ζωή.

 [από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982]

 

ΕΝΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗ ΝΕΟΤΗΤΑ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982)

Σαν αφαιρείσαι

κι ακούσιος χρόνος   στέκει στο μέτωπό σου

θλίψη με κατέχει   για την ολόγιομη νιότη σου

σκοτάδι των καιρών.

Λουλούδια λύπης τα γέλια σου

κι όπως ατενίζεις τον άσπρο τοίχο

αργά σου ’ρχεται η στύση

ένας έξοχος πύργος σηκώνεται

άδειος μέσα στο άδειο.

Κι εγώ εκρήξεις προκαλώ

πίσω απ’ τη γρίλια  του θώρακα

για να σπάσω όλη

κομμάτια να κυλήσει το κρέας μου

φαϊ για να σε θρέψει.

Θα μασουλάς αργά   στην τρύπα της πίκρας σου

τρωκτικό, εσύ,  μιας άχαρης μοίρας

γιατί μεταμορφώνεται σε έγκλημα

η άχρηστή σου ενέργεια

σε δηλητήριο το λαμπερό σου σπέρμα.

Θα με μασάς,  θα φτύνεις

τα γερασμένα σπόρια της μήτρας μου

με τη ματιά στυλωμένη

στο παράθυρο  ή στην τεράστια τσατσάρα του Μαγκρίτ.

Εκτός εαυτού περιφρονώ τις μέρες μου

ηδονικά καταπίνομαι

την επιβίωσή μου μισώ   σαν αρρώστια.

Στον καθρέφτη εξετάζω τα μάτια μου

σκοτάδια που ασπρίζουν

τα δόντια μου ένα – ένα

που ετοιμόρροπα φράζουν   τη σπηλιά της ανάσας.

Πόσο, ω πόσο ακόμη   μες στο φθαρμένο σκεύος μου

αγάπη θα προσφέρω

τέτοιο φτωχό αντίδωρο   στη σιωπή του κόσμου

που σε κυκλώνει μουλωχτή

σαν κάμπια το πευκάκι.

Μόνο πεθαίνοντας θα φτάσω   στο ύψος του έρωτά μου

μόνο χάνοντας το κορμί   θα σε δεχτώ ολόκληρο

και θα σου δείξω   σαν μόνη αποζημίωση

πώς χάνεται ο έρωτας στη φύση

πώς διαλύεται το πάθος μες στο θάνατο.

 

ΟΙ ΑΚΡΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Εκείνο το καλοκαίρι δεν έλεγε να ’ρθει·

κάτι σαν οργασμός που όλο αναβάλλεται μες στη νύχτα.

Η γάτα γέννησε μέσα στο αυτί μου

έτσι όπως ξαπλωμένη ατένιζα το μέλλον στο ταβάνι.

Τα μωρά της κι οι φαντασιώσεις μου έσταζαν αίμα.

Έβλεπα τον έρωτα σαν μεγάλη αγριότητα:

ένα γδαρμένο ζώο και κρεμόταν απ’ το τσιγκέλι.

Ο πόνος κι ηδονή του όλα αναίτια.

Το μέλλον βαστιέται απ’ άλλα κι όχι από κει που δίνουμε τη ζωή μας όλη.

Για τους Κινέζους το μέλλον βρίσκεται πίσω μας.

Όπως όταν ταξιδεύεις και κάθεσαι πλάτη - πλάτη με τον οδηγό.

Τότε, το παρελθόν, ο δρόμος που διάνυσες είναι το μόνο που έχεις μπροστά σου.

Και δεν θα δούμε ποτέ τον οδηγό.

Ποτέ δεν θα ’μαστε πλάι στη ζωή ή μαζί της.

Η πλάτης της μόνο θα μας ζεστάνει την πλάτη για λίγο, όσο να φτάνουμε.

 [από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982]

 

ΣΤΟΝ ΚΟΥΡΕΑ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982)

Άσπρο τριαντάφυλλο

η πετσέτα του κουρέα   γύρω απ’ το πρόσωπό σου

που σαν μαμούνι λαμπερό   στα πέταλα καρφώθη.

Τούφες – τούφες στο πάτωμα

οι μέρες μου που σ’ αγαπούσα τόσο

ενώ ψαλίδιζε ο πολύλογος

αισθητικός της κεφαλής

ό,τι περιττό φυτρώνει μες το χρόνο.

Αχ!.. και σ’ έκανε ο ασυνείδητος αυτός   ακόμη πιο ωραίο·

γράφτηκε καθαρά η κατηφόρα των φρυδιών

και κάτω απ’ τους νεφρίτες των ματιών

μισάνοιγαν τα άνθη σου, τα χείλια.

Το μαγαζί τυπωνόταν μέσα μου   με κάθε λεπτομέρεια

σιγά – σιγά το τίποτα

που θα ’τανε σε λίγο η ζωή μου   δίχως σένα

έμπαινε σουρνάμενο   στον παρφουμαρισμένο χώρο.

Μες στον καθρέφτη γέλασες

διπλώθηκα στα δύο

που σ’ είχα και θα σ’ έχανα

σαν τη ζωή που σταματάει

κλασική μ’ ένα ψαλίδι,

 

ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Προς την Ακρόπλη μια μεγάλη Τετάρτη…

Να λοιπόν που κέρδιζε έδαφος ο υποψήφιος θάνατός μου

κι εγώ ανέβαινα με το σαράβαλο μηχανάκι της καρδιάς μου,

τα ζωώδη ένστικτά μου όλα σ’ ένα κουτί κλεισμένα.

Έγραφε απέξω ΕΡΩΤΑΣ και το κρατούσα παραμάσχαλα.

Καμπάνες συμπλήρωναν τη σπαραχτική εικόνα του τετελεσμένου

κι ο μπλε σκηνοθέτης ψηλά, πάντα ανικανοποίητος,

φώναζε τους κομπάρσους πόντικες να ξαναπιάσουν τη σκηνή απ’ την αρχή.

«Ζηλεύω τον Χριστό.

Λάτρεψε τα πάθη του κι ενθουσιασμένος με τη λύση που βρήκε,

έβαλε τέλος σ’ όλες τις ερωτικές ιστορίες του με τον κόσμο»,

έλεγα στο συνοδό μου που βάδιζε δίπλα μου σκυφτός

γιατί τον βάραινε η ευθύνη του ωραίου.

 [από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982]

 

ΦΑΙΔΡΟΣ 81

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982)

Ολάνθιστοι ευκάλυπτοι    αρρωσταίνουν το τοπίο·

μυρίζει χειρουργείο

τα φύλλα νυστέρια μυτερά

διαμελίζουν το φως.

Πένης η πολυάθρωπη φύση

σε χόρτα και νερά

αντί για φωλιές αετών   ψηλά στους βράχους

τ’ ατσάλινα σπίτια των αστών.

Εδώ σε μιαν Αμερική

φαρμακωμένη απ’ την ύλη

στολίστηκε η μέρα   με αρχαίο κάλλος

όπως ανεπάντεχος   ένας αντιπρόσωπος του Πλάτωνα

απ’ το καλλίγραμμο σώμα του

απαγγέλει την ψυχή   σε μια κουτσή γυναίκα

που απ’ τα αειθαλή διδάχθηκε το πάθος

Έχει μια πανάρχαιη εξήγηση λοιπόν

η ξέφρενη θλίψη του έρωτα

όταν αλαλιασμένη και  τυφλή

η ψυχή σπρώχνει   της φτερά της να φυτρώσουν.

Τρεμουλιάζουν τα κόκαλα

φουσκώνουν τ’ αέρινα κανάλια   απ’ άλλη ουσία·

μια εικόνα   ζωγραφίζεται στους ιστούς

κι όσο είναι αυτός εκεί   με τα μπράτσα του, τους μηρούς

όσο είναι αυτός εκεί   με την κοιλιά του, τα πισινά

ν’ αρχίζουν αρμονία

δυναμώνουν οι ρίζες των φτερών

τα πούπουλα πληθαίνουν

κερδίζει ουρανούς με κάθε νέο φιλί

η αθάνατη μαϊμού του απείρου.

Μα δε θα χαθεί η όραση, η εξοχή

το φως αυτό το ξέχωρο

ούτε οσμή απ’ τη γλυκιά του σάρκα   θα μείνει στο χορτάρι

ούτε της φωνής του η σαγήνη.

Της ψυχής μαδάνε τα φτερά

η ανάταση σταματά   στο πρώτο άλμα

ματαιώνεται η επιστροφή    στο θείο άρμα

κι ατελεύτητο μένει πάντα   το έργο της ανάστασης.

Στο τσιμεντόφραχτο πάρκο

η παθιασμένη μέρα αιμορραγεί

κι η μεσόκοπη γυναίκα

με την εικόνα του νεαρού εραστή  

νωπή, σκαλισμένη στο στήθος

σκάβει μια καταπαχτή στη γη   για να θαφτεί!..

 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΤΖΕΚΩΝ

Στη νύχτα την υγρή άνοιγαν τα πουλιά φτερά και οι μανόλιες.

Στην κορφή της πυραμίδας του φεγγαριού ο βασιλιάς των Ατζέκων βρήκε

πως όλα ταίριαζαν με τις προφητείες, ακόμη κι η ημερομηνία.

Ο καινούριος Θεός θα ’ρχόταν απ’ τη θάλασσα και θα ’ταν ξανθός.

Ήρθε από τη θάλασσα κι ήταν ξανθός

κι έφερνε πράγματα κανόνια και την πανώλη και την απληστία.

Του προσφέρθηκαν τα πιο φανταχτερά φτερά του παγονιού

δεμένα με λαμπερό νεφρίτη και χρυσάφι.

Δώρο υποταγής στη θεία φύση.

Ερχόταν από τον ορίζοντα όπως εσύ.

Κι όπως εσύ θα πέταξε την τσάντα στο πλακόστρωτο και με φυσική φωνή:

 «σου έλειψα;» θα ’πε.

Ο Κορτέζ ήταν αδιάφορος και κατακτητής.

Έγραψε και ρήμαξε τα ιερά και τα κονάκια των Ατζέκων.

Πάει χάθηκε ο εύπιστος βασιλιάς.

Από χέρι δικών του;    Από ξένο;

Μες στον τάφο του κοιμάται με το κρανίο του στεφανωμένο πράσινες πέτρες.

Σκέφτεται τι ωραίος που ήταν ο εξολοθρευτής.

Κι ακόμη πως θεός είναι αυτός που στο αντίθετο απ’ αυτό που είσαι σε οδηγεί.

 [από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982]

 

ΟΤΑΝ ΤΟ ΣΩΜΑ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982)

Όταν το σώμα υποσχεθεί τον εαυτό του

κι εκπληρώσει την υπόσχεσή του

επιθυμώντας με φωνές    που ξεχύνονται στον κήπο

και κολλάν στους κλάδους   σαν ρετσίνι

όταν το σώμα εξαρθεί αναγγέλλοντας:

«Υπάρχω απόλυτα στο χάος»

και κάτω από δυνατούς γλόμπους

ανοίξει στα δύο

για να χωθεί μισό   στο άλλο μισό του άλλου

όταν ο λόγος του γίνεται

κατακόρυφη γραμμή   που το συνδέει με τα ουράνια

όταν το σώμα

φαρμακωθεί απ’ τους χυμούς

φασκιωθεί απ’ τ’ αγγίσματα

φανερωθεί σαν ολομόναχο  και  συνεπαρμένο

όταν όσα δίνει καταπίνει

όπου πιέζει ενδίδει

όταν η μετρημένη επιφάνεια του

έχει μετρηθεί άπειρες φορές

με το μάτι, το στόμα   το φακό του χρόνου εξονυχιστικό

πάνω στο κάθε σπυρί, πόρο

όταν κουλουριαστούν ξέπνοες   οι ωραίες αναλογίες

κι εξαντληθεί το επιχείρημα

«ερωτεύομαι  άρα  υπάρχω»

 

οι φωνές ξαναγυρίζουν   στις ρίζες των νεφρών

κι ένα πουλί κρυμμένο

αλώβητο στα τόσα σάλια και φιλιά

πετάει, φεύγει πάνω   απ’ τον ερημότοπο

σπαρμένο δόντια και μαλλιά

που άφησε πίσω του το σώμα

όταν το σώμα…

 

Ο ΥΠΝΟΣ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982)

Τα όνειρα απλώνονται επάνω μας τη νύχτα

μ’ όλο τον τρόμο της ζωής·

με σφίγγεις με φωνάζεις

πνιγμένοι που αγκαλιάζονται   στο τελευταίο κύμα.

Φανταχτερή κουρτίνα

η ομορφιά που λατρέψαμε

τραβιέται μες τη νύχτα

απεικονίζεται στο μαύρο

η απειλή γύρω απ’ τα σώματα   κι όλες οι πράξεις

π’ αφήσαμε μισές τη μέρα

ξανάρχονται να μας αποτελειώσουν   στο σκοτάδι.

Μακαρίζω τους νευρωτικούς   τους φοβισμένους

που μι’ αμυχή, μια σκιά, μια υποψία

τους κυριεύει το μυαλό.

Εγώ δεν έχω παρά το θάνατο

απλό, καθαρό, στρογγυλό

μια βεβαιότητα   που κάθεται στο στήθος.

Κοιμάσαι δίπλα μου

με το αρυτίδωτό σου πρόσωπο

σαν ανοιξιάτικο πανί   που πλέει μες τον ύπνο.

Σε αγγίζω

κι όπως η ανάσα σου δροσερή

χαϊδεύει τη σκέπη του ονείρου

ακόμη λίγο ήλιο παίρνω, λίγο νερό

πριν μες το κώμα αρχίσει  

ατέρμονη η επιστροφή   στις ρίζες του φθαρτού.

 

ΞΥΠΝΗΣΕΣ, ΜΟΥ ΖΗΤΗΣΕΣ ΚΑΦΕ, ΕΦΤΑΣΕ Η ΝΕΚΡΟΦΟΡΑ

(… ημέρα καλοκαιρινή!.. «Θα πάμε στη θάλασσα», είπες…)

Με τον ήλιο έβγαινε κι η κραυγή της Ευταλίτσας!..  «Μάνα μου, που μ’ αφήνεις.δεκατεσσάρω χρονώ στον κόσμο μόνη;   Μάνα μου, που τα λόγια σου σαν φυλαχτό θα ’χω…  Γλυκιά μου μάνα, πώς το ’κανες αυτό;   Δε σκέφτηκες, διόλου δε σκέφτηκες  την αδελφούλα μου τη μικρή, το δόλιο μας πατέρα;   Μάνα μου, πού πηγαίνεις, πού;»   Ανέβαινε ο θρήνος της, πλήθαινε το φως της μέρας.   Σαν σκιά στην αρχή κι έπειτα σαν έργο πέτρινο ξεχώριζα την ύπαρξή σου   ανάσκελα να χαίρεται την προσωρινή ανυπαρξία του ύπνου.   Της ζωής τέλειος  εκπρόσωπος,   τα πάντα υποσχόσουν ακόμη και την αθανασία.   Κι όπως η Ευταλίτσα, κορυφαία, εξηγούσε ακάματη το κενό του θανάτου, στον αέρα της μάμαρας πάλευαν   σαν δυο ζώα τα φοβερά και τα φωτεινά  του κόσμου τούτου.   Γύρισες πλευρό, χαμογέλασες  κι ούρλιαξε:   «Μάνα μου»!.. ξανά το κορίτσι.   Υστερική σαν τη στιγμή τέντωσα  το χέρι μου το σώμα σου να πιάσει·   κάτι ήτανε ψέμα από τα δυο,   κάπου γελιότανε το μάτι, το αυτί…   Ξύπνησες, μου ζήτησες καφέ, έφτασε η νεκροφόρα. Ημέρα καλοκαιρινή.   «Θα πάμε στη θάλασσα»,  είπες!..    [Η ΕΥΤΑΛΙΤΣΑ από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ ΕΝΑΝΤΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ 1982  – συγκεντρωτική έκδοση: ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011, εκδόσεις Καστανιώτη]

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2023

Πέμπτη 6 Ιουλίου 2023

ΜΕ ΜΙΑ ΠΕΤΡΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΑΝ ΤΟΝ ΣΙΣΥΦΟ

 (… με μια πέτρα στην ψυχή   σαν τον Σίσυφο…)


Με μια πέτρα ψυχή   Σαν τον Σίσυφο

Ένας Σίσυφος   Πέτρα

Μια πέτρα!..

Β

«Μεγάλωσα με μιαν αλύγιστη ηθική  και  νόμιζα ότι ήμουν από πέτρα    μέχρι που, ξαφνικά ανακάλυψα ότι είμαι  πιο μαλακός κι από μουχλιασμένη ψίχα.  

Κι είναι όλα γύρω μου,  ό,τι αγγίζω,  μουλιασμένα!..

Αυτό το αραιό υγρό, αυτή η ξεπλυμένη σάλτσα που με διαποτίζει είναι,  λένε,  η ελευθερία!..

Εγώ δεν νιώθω ελεύθερος. 

Η ευδαιμονία του χυλού μπορεί να ικανοποιεί άλλους,   εμένα όχι!..

Γι αυτό κι αποφασίζω, τώρα, να βάλω τέρμα σ’ αυτή την υγρασία της ζωής μου,  διαλέγοντας τη σκληρή κι άνυδρη έρημο του θανάτου»  

 

Αυτό το σημείωμα , ανυπόγραφο, βρέθηκε πλακωμένο με μια πέτρα λίγα μέτρα πιο πέρα απ’ το σημείο όπου αυτοπυρπολήθηκε ένα άγνωστο άτομο στις είκοσι δύο Απριλίου χίλια εννιακόσια τόσο!..

Απ’ το κορμί του δεν απόμεινε παρά ένας σωρός στάχτη που κανείς δεν διεκδίκησε και που, τελικά, οι αρχές μην ξέροντας τι να την κάνουν, την άφησαν εκεί κι η βροχή, που έπεσε μετά από λίγο, τη μεταμόρφωσε σε μια γκρίζα λάσπη που κόλλαγε στις σόλες των ανυποψίαστων περαστικών!..

ΣΤ

Έτρωγε τα δόντια του στην πέτρα, τρωκτικό περίεργο.  Έπρεπε να τα τρώει, τον εμπόδιζαν ν’ αρθρώσει τη λέξη αγάπη,  τη λέξη μίσος, τον εμπόδιζαν ν’ αρθρώσει τη ζωή γενικά. Του πλήγωναν τη γλώσσα και τα χείλια, έτσι που αδιάκοπα, μεγάλωναν, του πλήγωναν τις λέξεις, βγαίνανε πουλιά σφαγμένα από το στόμα του·  πώς να μιλήσει με τέτοια νεκρά πουλιά,  πώς να μιλήσει με τέτοια δόντια δολοφονικά; Τα ’τρωγε  πάνω στην πέτρα.  Ήταν Ποιητής!..

Ζ

Είναι αλαφρές οι πέτρες, αλαφρές!..  Δεν έχουν στάλα ξίγκι,  δεν έχουν στάλα νερό.  Είναι στεγνές κι ανάλαφρες, σχεδόν πετούν οι πέτρες. Ακόμα κι όταν στις πετούν, δεν είναι αυτές που σε σκοτώνουν, αλλά των λιθοβολιστών το μίσος.  Έχεις πεθάνει πριν σ’ αγγίξουνε οι πέτρες!..

[αποσπάσματα  από τις ΠΕΤΡΕΣ,  πέμπτη ενότητα στη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983

Ακολουθούν κι άλλες ΠΕΤΡΕΣ και αμέσως μετά

ΨΑΡΙΑ    με επιμύθιο ΑΚΟΜΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΕΤΡΕΣ

όλα με αντιγραφή και επικόλληση από τη  συγκεντρωτική έκδοση:

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ Ποιήματα 1966 – 2000, εκδόσεις Νεφέλη]

 

 


ΝΟΜΙΖΩ ΠΩΣ ΤΟΝ ΛΕΓΑΝ ΣΙΣΥΦΟ,  ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΣΚΑΡΦΑΛΩΝΕ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΚΟΡΦΗ…

(τρίτο απόσπασμα από τις ΠΕΤΡΕΣ,  πέμπτη ενότητα στη συλλογή του  Αργύρη Χιόνη ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983)

Ήτανε μια κοιλάδα με βράχια, μόνο βράχια!.. Κάποιος τα ’χει σπείρει, ήταν σαφές, αλλά γιατί;  Αυτό δεν ήταν διόλου σαφές.  Όπως και να ’χει το πράγμα, αυτά είχαν μεγαλώσει, είχαν στρογγυλέψει τις αιχμές τους, είχαν ωριμάσει.  Κανείς δεν τα θέριζε.  Μέναν εκεί,  αζήτητα και περιφρονημένα.  Μερικά είχανε μάλιστα αρχίσει να σαπίζουν.  Μια έντονη μυρουδιά σάπιας πέτρας έβγαινε απ’ τις ανοιχτές κουφάλες τους.  Δεν ήταν άσχημη μυρουδιά  ή,  τουλάχιστον,  δεν ήταν άσχημη για το μοναχικό οδοιπόρο που διέσχιζε ντάλα μεσημέρι, την κοιλάδα  και ρουφούσε, μ’ ορθάνοιχτα ρουθούνια και με φανερή απόλαυση, αυτή τη μυρουδιά.  Φαίνεται πως ήταν εξοικειωμένος με τέτοια τοπία  και  γενικότερα με την πέτρα.  Μες στην τσέπη του, κρατούσε σφιχτά ένα αιχμηρό χαλίκι!..  Νομίζω πως τον λέγαν Σίσυφο, αλλά δεν σκαρφάλωνε σε καμιά κορφή.  Απλώς διέσχιζε μια κοιλάδα με ώριμα βράχια, απ’ τα οποία μερικά είχαν αρχίσει κιόλας να σαπίζουν!..

Δ

Ξάπλωσε στο μαρμάρινο πεζούλι, στον εξώστη του πύργου. «Είμαι η ωραία κοιμωμένη, η άλιωτη δέσποινα, το στοιχειό του πύργου»,  είπε και,  σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος έμεινε ακίνητη σαν εκμαγείο του εαυτού της.

Γέλασα και κοίταξα πέρα, τον ελαιώνα και πιο πέρα, τον πευκώνα και πιο πέρα ακόμα, τα γαλάζια βουνά που μόλις και ξεχώριζαν, μ’ ένα τόνο πιο βαθύ, απ’ το γαλάζιο του ουρανού.

Όταν ξανάστρεψα το βλέμμα μου σ’ εκείνην, ήταν κάτασπρη.  Θα φταίει το τόσο πράσινο, το τόσο γαλάζιο που μου πλήγωσαν τα μάτια,  σκέφτηκα κι έσκυψα να τη φιλήσω.  Τα χείλια μου άγγιξαν ένα πυρωμένο απ’ τον ήλιο μάρμαρο!..

Ε

Βυθιζόταν στην πέτρα όπως βυθίζεται η βελόνα στο γιαούρτι.  Γέννημα της πέτρας, ήξερε πώς να επιστρέφει μέσα της. Ήξερε πώς να τρέφεται απ’ αυτήν.  Ήξερε πώς ν’ αναπνέει απ’ τους πόρους της.  Κάποτε σκεφτόταν μάλιστα να μην ξαναβγεί, να μείνει μέσα στο σίγουρο, ανάλλαχτο κόσμο της, ένα απολίθωμα  ή,  καλύτερα,  ένα ενλίθωμα, και ν’ αφήσει να κυλάει έξω η ρευστή ζωή  ή,  μάλλον,  αυτή η χλιαρή σούπα που τη λένε ζωή!..

Η

Μιλούσε γλώσσα πέτρινη.  Βγαίναν οι  λέξεις απ’ το στόμα του και κύλαγαν με ήχους ωραίους και δυνατούς που όμως κανείς δεν ένιωθε. Μιλούσε τη μοναχική γλώσσα των βράχων, η μοναδική γλώσσα των βότσαλων, το αγνοημένο έλεγε τραγούδι τους.  Ποιος να σταθεί σε μια εποχή εύκολων ήχων, να δώσει προσοχή σε τέτοια μουσική;  Μόνος του προσευχότανε στον πέτρινο θεό του, στη γλώσσα που μονάχα Εκείνος καταλάβαινε, γιατί Εκείνος ήταν που τον είχε σημαδέψει μ’ αυτή την πέτρινη ομορφιά, την ακατάληπτη!..

 [αποσπάσματα από τις ΠΕΤΡΕΣ, πέμπτη ενότητα  στη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983 με αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ Ποιήματα 1966 – 2000, εκδόσεις Νεφέλη]

 

ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΠΟΥ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΑΚΟΥΕΙ

(…ούτε τα ψάρια τα ίδια…  )

Α

Ανοίγουνε τα στόματά τους κι η μουσική που πάει να βγει επιστρέφει μέσα τους, σπρωγμένη απ’ το νερό.  Τα ψάρια καταπίνουν το τραγούδι τους αδιάκοπα. Η κοιλιά τους είναι ένας κλειστός, μουσικός θάλαμος. Γι’ αυτό κι όταν τσιμπούν τ’ αγκίστρι δεν είναι από λαιμαργία, όπως πιστεύουνε οι άνθρωποι, αλλά γιατί ελπίζουν ότι θα μπορέσει ν’ ακουστεί, επιτέλους, η φωνή τους έξω απ’ το νερό!..  Αντί γι’ αυτό πεθαίνουν από ασφυξία, σπαρταρώντας. Για όσους όμως ξέρουν, για τους πιο αγνούς ψαράδες, ετούτο το σπαρτάρισμα τους είναι γεμάτο μουσική!..

Β

Ο πόνος των ψαριών είναι βουβός, γι’ αυτό ακόμα και οι πιο ζωόφιλοι δεν διστάζουν να σκοτώσουν ψάρια ή να τα φάνε.

Ακόμα και οι χορτοφάγοι τρώνε ψάρια κάποτε.

Αντίθετα, τα ζώα ουρλιάζουν και θρηνούν και με το κόκκινο ζεστό τους αίμα σε αποθαρρύνουν να τα σκοτώσεις και το νόστιμο, μισοψημένο κρέας τους να φας.

Αχ, πόση βουβή πνιγμένη οδύνη υπάρχει κάτω απ’ τη μαγιονέζα που σκεπάζει τον τραγικά σιωπηρό ροφό.

Γ

Όπως πηδούν τα ψάρια έξω απ’ το δίχτυ του ψαρά – ασημένιες λάμψεις ελευθερίας μέσα στο σκοτάδι – έτσι πηδάει και η ψυχή μου, μια ζωή, έξω απ’ το δίχτυ το θανάσιμο της λογικής και ξαναπέφτει, αστραφτερή κι ελεύθερη, στη θάλασσα της τρέλας.

Δ

Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό. Το μικρό ψάρι τρώει το μικρότερο. Το μικρότερο τρώει το ελάχιστο  και  το ελάχιστο, κάποτε, τρώει το μεγάλο, νεκρό.

Ε

Τα ζώα με δέχονται, έχουμε το ίδιο ζεστό κόκκινο αίμα, την ίδια ανάγκη για στοργή και αφοσίωση. Τα ψάρια όμως;  Πώς να εισχωρήσω στον κόσμο τους, αυτό το ρευστό, κρύο κρύσταλλο; Αδύνατο να τα ξεγελάσω, παριστάνοντας το αμφίβιο μ’ αυτή τη μάσκα και τούτον το σωλήνα, λώρο που με δένει με τον έξω κόσμο, τον δικό μου. Δεν γίνεσαι ψάρι μόνο επειδή έμαθες να κολυμπάς!..

(ΨΑΡΙΑ, από την έκτη  ενότητα στη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983]

 

ΑΚΟΜΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΕΤΡΕΣ

(…η πέτρα που κάποιος έριξε πίσω του και κάποιος άλλος μάζεψε για να χτίσει ένα σπίτι… )

Οι πέτρες που αλέθουνε τις νύχτες το μυαλό, που κονιορτοποιούν τα όνειρα κι όταν ξυπνάς  την άλλη μέρα δεν θυμάσαι παρά μιαν άσπρη σκόνη    Η πέτρα θεμέλιο της σιγουριάς   Η πέτρα που σπάει το τζάμι της φρονιμάδας   Η πέτρα ανάμεσα στα δόντια   Η πέτρα στα νεφρά   Η πέτρα στην καρδιά   Η πέτρα με μια καρδιά σκαλισμένη πάνω της   Η αναίσθητη πέτρα που γίνεται κόρη όλο αίσθημα στα χέρια του γλύπτη   Η πέτρα στο λαιμό του απελπισμένου   Η πέτρα στο πόδι του βουτηχτή   Η πέτρα η τετράγωνη για χτίσιμο   Η πέτρα η στρογγυλή για χάδι   Η πέτρα η ά-σχημη για κλότσημα   Η πέτρα κάτω απ’ το λαιμό του Ισαακ   Η πέτρα κάτω απ’ το λαιμό της Ιφιγένειας   Η πέτρα βωμός βαμμένη με αίμα αθώων ανθρώπων  ή  ζώων πιο αθώων ακόμα μια κι έπρεπε αθώους ν’ αντικαταστήσουμε ανθρώπους   Η πέτρα της ενοχής των θεών   Η πέτρα που ρίχνει πρώτος ο αναμάρτητος στο μέτωπό του   Η πέτρα που χτυπάει τον αμαρτωλό κι είναι αυτή που ματώνει   Η πέτρα που πετάς ψηλά και ξαναπέφτει   Η πέτρα που πετάς ψηλά και δεν ξαναπέφτει   Η πέτρα της σφεντόνας που σκοτώνει το πουλί   Η πέτρα της σφεντόνας  που γίνεται πουλί και χάνεται   Η πέτρα στην έρημο   Η πέτρα στον έρημο γιαπωνέζικο κήπο   Η έρημη πέτρα στον πράσινο κήπο   Η πέτρα που πάνω της σκοντάφτει ο κυνηγημένος και πιάνεται από τον κυνηγό   Η πέτρα που πάνω της σκοντάφτει ο κυνηγός   Η πέτρα που πάνω της δεν σκοντάφτει κανένας και βλέπει να περνάνε ο κυνηγημένος και ο κυνηγός   Η πέτρα που ήταν άνθρωπος που πέτρωσε   Η πέτρα που ήταν λάβα που πέτρωσε   Η πέτρα προσφάι των νεκρών   Η πέτρα προσκέφαλο των νεκρών   Η πέτρα κουβέρτα των νεκρών   Η πέτρα διαβρωμένη αργά – αργά απ’ τη βροχή   Η πέτρα θρυμματισμένη ξαφνικά απ’ το φουρνέλο   Η πέτρα στα χείλια του πηγαδιού   Η πέτρα στον πάτο του κόσμου   Η πέτρα που βρήκε κατακούτελα το φεγγάρι κι έχυσε όλο το αίμα του   Οι πέτρες που ακολουθούσαν τον Ορφέα   Οι πέτρες που κυνηγούσαν τον Ορφέα   Οι πολύτιμες πέτρες φυλακισμένες σε χρηματοκιβώτια  ή  δεμένες σε δαχτυλίδια   Οι ευτελείς πέτρες ελεύθερες στους δρόμους   Η πέτρα βουνό κι η αδελφή της η πέτρα κόκκος άμμου   Η πέτρα που πετάς στη λίμνη για να δεις τους κύκλους που θα γράψει στο νερό και τη βυθίζεις για πάντα   Η πέτρα που πρασινίζει απ’ τα μούσκλα κι ονειρεύεται πως έβγαλε ρίζες   Η αλαφρόπετρα που κάνει την πέτρα αλλά επιπλέει   Η πέτρα ανερμήνευτος χρησμός   Η βουβή πέτρα   Η πέτρα που κάποτε μίλησε κανείς δεν την κατάλαβε και δεν ξαναμίλησε…    [ΑΚΟΜΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΕΤΡΕΣ,  τελευταία ενότητα στη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983 )

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2023

Κυριακή 2 Ιουλίου 2023

ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΠΡΑΓΜΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΜΙΑ ΤΡΟΜΕΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ

 (… που δημιουργεί την έπαρση και το πάθος της σιωπής…)


Κανένας ποτέ δε θα μάθει πώς είναι όταν είναι μονάχος

και κανένας δεν μπορεί να έχει μιαν ευχή.

Έχει μιαν αλαζονεία σκληρή σαν κάτοχος κάποιου πολύτιμου πράγματος.

Πολύτιμο πράγμα είναι εκείνο που έχει μια τρομερή σημασία.

Δημιουργεί την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό και τη δυστυχία το έγκλημα.

Την έπαρση και το πάθος της σιωπής και την πικρία της προφητείας κι ένα συναίσθημα φιλοσοφικό.

Μοναδικό τέρας στον κόσμο των ανθρώπων κατακτά κι αγωνίζεται να κρυφτεί λάμπει η αλλόκοτη ανθρωπιά του.

Άγρυπνες νύχτες κατεργάζεται την ζωή του και τον θάνατό του.

Έτσι δυστυχισμένος και επηρμένος.

 Άγρυπνος προπαντός ζει ο Τα και κανένας δεν πρέπει να μάθει τι είναι στην πραγματικότητα.

Γιατί η ζωή είναι οι άλλοι και ζωή είναι όταν οι άλλοι σ’ ακουμπάν κι όταν γυρνούν προς εσένα τα σώματα των ανθρώπων.

Ο Τ ζει μαζί με την Α σ’ ένα μεγάλο σπίτι με καθρέφτες παντού.

Η Α με σιωπή τον ακολουθεί με αγάπη και δεν υπάρχει γι’ αυτήν άλλη χαρά.

Αυτές τις μέρες περιμένουν να πεθάνει το τελευταίο τους παιδί.

Τα παιδιά τους πεθαίνουν όταν φτάνουν δύο χρονών.

Η Α κλαίει κρυφά από τον Τ κι όταν αυτός σηκώνει το κεφάλι.

Όταν πει μια λέξη κι όταν κάνει μια χειρονομία αμέσως μεσολαβεί η Α.

Σαν να τον παρακολουθεί πίσω από τους τοίχους τρέχει και φανερώνεται.

Γιατί η Α αγαπά τον Τ και την ζωή της και ό,τι άλλο θα δώσει γι’ αυτόν και ποτέ δεν παραπονέθηκε για τον θάνατο των παιδιών της.

Ο θάνατος των παιδιών δεν χάλασε τη μεγάλη ευτυχία που είναι ο Τ και η ζωή της κοντά στον Τ είναι η ασύγκριτη ευτυχία της ό,τι κι αν συμβεί κι ό,τι κι αν χαθεί.

Η μητέρα και η αδελφή του Τ είναι δυο βουβές ακίνητες γυναίκες.

Φοβούνται τον Τ και λατρεύουν το παιδί.

Πάντα μαζί τριγυρίζουν στο σπίτι αγκαλιά το παιδί.

Ανεβαίνουν τις σκάλες και περπατούν στους μακριούς διαδρόμους.

Χάνονται στα κλειστά δωμάτια.

Αμίλητες κουβαλούν το παιδί που θα πεθάνει.

Δεν το αφήνουν παρά μονάχα στα χέρια της Α.

Στέκονται δίπλα και δεν φεύγουν περιμένουν να τους δώσει πάλι.

Κρύβουν την λαχτάρα τους και περιμένουν.

Φιλούν τα χέρια της Α με ευγνωμοσύνη που τους το ξαναδίνει και το παίρνουν και φεύγουν στα έρημα πάνω δωμάτια…

[κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, εκδόσεις Κέδρος 1966]

 



 

ΕΙΜΑΙ ΕΙΚΟΣΙΕΝΝΕΑ ΧΡΟΝΩΝ. ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΤΟΥ ΕΞΗΝΤΑΠΕΝΤΕ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ

Τότε έγινε ησυχία. Ακούμπησα το κεφάλι στον κορμό της φιστικιάς κι έγειρα το κεφάλι αναπαυμένος. Οι φανταχτερές καλοκαιριάτικες προκυμαίες. Στις στενές ανηφόρες από χαμηλά με κοίταζαν ακίνητα και σκοτεινά παιδιά. Σε λίγη ώρα θα κλειστώ για να κοιμηθώ. Θα πω να μην έρθουν το πρωί να με ξυπνήσουν. Είχα υποφέρει πολύ τον τελευταίο καιρό. ξαφνικά ήρθαν ο Στέφανος και η Ανθή. Με πήραν και φύγανε. Γύρισα πολύ αργά. Είχε σηκωθεί αέρας. Το χορτάρι γυάλιζε στο φεγγάρι. Περίμενα να φύγουν. Στεκόμουν στην καγκελόπορτα πολύ ώρα. Έσκυψα στην τρύπα δίπλα στο πεζούλι κι έψαξα στα τυφλά. Πριν μήνες είχα φέρει μια μικρή χελώνα από κυνήγι. Το καύκαλό της ήταν μαλακό σα νύχι παιδιού.  Την είχα κρύψει στην τρύπα και τώρα το θυμήθηκα. Άρχισα να κλαίω. Μετά μερικές μέρες σηκώθηκα κι έφυγα στο Παρίσι. Στην Θεσσαλονίκη ήμασταν στις τέσσερις το πρωί και δεν βγήκα από το τρένο. Στο Βελιγράδι φυσούσε ένας άγριος αέρας. Ο Τ έχει μιαν εκπληκτική ομορφιά γοητεύει τους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα είναι τέρας. Κανένας δεν το ξέρει γιατί ο Τ. κρύβει την αληθινή του φύση. Όμως κάτι αναβλύζει από την κρυφή ζωή του και σαν χρυσός ιδρώτας στραφταλίζει.

Κανένας ποτέ δεν θα μάθει πώς είναι όταν είναι μονάχος και κανένας δεν μπορεί να έχει μιαν ευχή για τον Τ. Έχει μιαν αλαζονεία σκληρή σαν κάτοχος κάποιου πολύτιμου πράγματος. Πολύτιμο πράγμα είναι εκείνο που έχει μια τρομερή σημασία. Δημιουργεί την αξιοπρέπεια και τον αυτοσεβασμό και τη δυστυχία το έγκλημα. Την έπαρση και το πάθος της σιωπής και την πικρία της προφητείας κι ένα συναίσθημα φιλοσοφικό. Μοναδικό τέρας στον κόσμο των ανθρώπων κατακτά κι αγωνίζεται να κρυφτεί λάμπει η αλλόκοτη ανθρωπιά του. Άγρυπνες νύχτες κατεργάζεται την ζωή του και τον θάνατό του. Έτσι δυστυχισμένος και επηρμένος. Άγρυπνος προπαντός ζει ο Τ. και κανένας δεν πρέπει να μάθει τι είναι στην πραγματικότητα. Γιατί η ζωή είναι οι άλλοι και ζωή είναι όταν οι άλλοι σ’ ακουμπάν κι όταν γυρνούν προς εσένα τα σώματα των ανθρώπων. Ο Τ ζει μαζί με την Α σ’ ένα μεγάλο σπίτι με καθρέφτες παντού. Η Α με σιωπή τον ακολουθεί με αγάπη και δεν υπάρχει γι’ αυτήν άλλη χαρά. Αυτές τις μέρες περιμένουν να πεθάνει το τελευταίο τους παιδί. Τα παιδιά τους πεθαίνουν όταν φτάνουν δύο χρονών. Η Α κλαίει κρυφά από τον Τ κι όταν αυτός σηκώνει το κεφάλι. Όταν πει μια λέξη κι όταν κάνει μια χειρονομία αμέσως μεσολαβεί η Α. Σαν να τον παρακολουθεί πίσω από τους τοίχους τρέχει και φανερώνεται. Γιατί η Α αγαπά τον Τ και την ζωή της και ό,τι άλλο θα δώσει γι’ αυτόν και ποτέ δεν παραπονέθηκε για τον θάνατο των παιδιών της. Ο θάνατος των παιδιών δεν χάλασε τη μεγάλη ευτυχία που είναι ο Τ και η ζωή της κοντά στον Τ είναι η ασύγκριτη ευτυχία της ό,τι κι αν συμβεί κι ό,τι κι αν χαθεί. Η μητέρα και η αδελφή του Τα είναι δυο βουβές ακίνητες γυναίκες. Φοβούνται τον Τ και λατρεύουν το παιδί. Πάντα μαζί τριγυρίζουν στο σπίτι αγκαλιά το παιδί. Ανεβαίνουν τις σκάλες και περπατούν στους μακριούς διαδρόμους. Χάνονται στα κλειστά δωμάτια. Αμίλητες κουβαλούν το παιδί που θα πεθάνει. Δεν το αφήνουν παρά μονάχα στα χέρια της Α. Στέκονται δίπλα και δεν φεύγουν περιμένουν να τους δώσει πάλι. Κρύβουν την λαχτάρα τους και περιμένουν. Φιλούν τα χέρια της Α με ευγνωμοσύνη που τους το ξαναδίνει και το παίρνουν και φεύγουν στα έρημα πάνω δωμάτια.

Η Μαργαρίτα έχει δέος κι έναν πόθο για τον Τ σχεδόν δεν τολμά να τον αγγίξει. Σα να υπάρχει μεταξύ τους μια κοινή ανάμνηση και μάλλον σα να παρευρέθηκαν μαζί μπροστά σε κάτι φοβερό και σα να ξεκίνησαν κι ήρθαν μαζί από μια ξένη χώρα. Απόψε ήρθε ο Γ. Χτύπησε η πόρτα. Στο πάνω δωμάτιο η γριά μάνα σήκωσε απότομα το κεφάλι.  Κοιτάζει τα παράθυρα και την πόρτα και αφουγκράζεται σαν τρομαγμένη σκύλα. Άνοιξε ό ίδιος ο Τ. Με κακό προαίσθημα ο Τ είδε τον ξένο. Ο Γ τον κοίταξε χωρίς να μιλά. Σα να τον περιεργαζόταν και προσπαθούσε από κάποια σημάδια να τον αναγνωρίσει κι ίσως από κάποια περιγραφή. Μπαίνει στο σπίτι. Είναι αδύνατος και χλωμός με μαύρα μάτια και πορφυρά χείλια. Κοιτάζει τον Τ χωρίς να μιλά. Το πρόσωπό του σκόρπιζε και ξαναφτιάχνονταν γύρω από τα ακίνητα μάτια. Ο Τ τον δέχτηκε ευγενικά. Ο Τ κλείστηκε στο δωμάτιο του κι απόμεινε στο σκοτάδι έτρεμε από το φόβο. Είπε ο μεσσίας! ήθελε να μπει πιο μέσα στο σκοτάδι. Είχε καταλάβει πως ήρθε το τέλος κι είχε καταλάβει πως ο ξένος γνώριζε ότι στην πραγματικότητα είναι τέρας κι ήρθε εδώ οδηγημένος ή έστω είναι προορισμένος. Η μάνα όρθια και τρέμει σαν το φύλλο και κάνει βόλτα στο δωμάτιο με προσεκτικά κι αθόρυβα βήματα η κόρη της την παρακολουθεί.  Περιμένει παρόλο που έχει αρχίσει να καταλαβαίνει. Η μάνα κοιτάζει την πόρτα άσπρη σαν το κερί τρελή. Είσαι τρελή φώναξε η κόρη της με απελπισία ρίχθηκε πάνω στο παιδί. Η μάνα βγαίνει από το δωμάτιο και τρέχει στην Α. Την βρήκε να πλέκει ένα πουλόβερ για το παιδί. Η Α έκρυψε το πλεχτό με κάποια ντροπή. Όλο ετοίμαζε κι αγόραζε ρούχα για το παιδί και γέμιζε τις ντουλάπες. Κι όλα τα ετοίμαζε μεγάλα για πέντε χρονών και για δέκα και για είκοσι και για όλα τα χρόνια μιας πολλής ζωής.

 

Κόρη μου φωνάζει η γριά. Ποιος είναι αυτός που ήρθε. Τι είναι. Από πού ήρθε. Θα πάω να του προσπέσω και να του πω. Να φιλήσω τα πόδια του. Κύριέ μου μη μου κάνετε κακό. Το ξέρω ποιος είστε και γιατί ήρθατε. Όμως μην μου κάνετε κακό. Σκοτώστε καλύτερα εμένα. Όμως μην μου κάνετε τέτοιο κακό. Κι εσύ κόρη μου λυπήσου με μην μου κάνεις κακό. Ποιον να παρακαλέσω και ποιον να βρω. Και σ’ αυτόν ακόμα εκεί. Σ’ αυτόν το γιο μου θα πάω να πέσω στα πόδια του να τον παρακαλέσω. Γιε μου μην μου κάνεις κακό. Θα βγω έξω στον κόσμο να παρακαλώ τον καθέναν. Λυπηθείτε με όχι αυτό το κακό. Ας πεθάνω πια.

 

Ο Τ ανεβαίνει επάνω. Η Α έτρεξε και τον πρόλαβε στην σκάλα. Η Α λέει χτες τη νύχτα το γύμνωσα και το έβλεπα όλη τη νύχτα έβλεπα τα γόνατά του με τις βαθουλές λακουβίτσες τα έβλεπα τα έβλεπα ο Τ πηγαίνει στο δωμάτιο που είναι η αδελφή του με το παιδί. Η αδελφή του βγαίνει από το δωμάτιο αλλά δεν φεύγει. Έμεινε μπροστά στην κλειστή πόρτα κρατά την αναπνοή της. Ο Τ σκύβει πάνω στο παιδί που κοιμάται πάει και πάει ο μικρός βασιλιάς πολύς δρόμος. Εκεί που πάει ένα ποτάμι βαθύ. Στον βυθό τρεις πνιγμένοι σα να συζητούν ο ένας απέναντι στον άλλο. Όρθιοι κι απαλά μπλέκουν τα χέρια τους και σκεπασμένοι με το πράσινο ζωντανό χνούδι του βυθού οι τρεις αγαπημένοι πνιγμένοι φίλοι. Και πάει - πάει και συναντά μια ψηλή γυναίκα και γύρω της πολλά μικρά παιδιά. Η γυναίκα έφτιαχνε ένα περιδέραιο με χοντρές χάντρες τα παιδιά γύρω της. Οι χάντρες σαν μικρά κρεμμύδια. Πλησιάζει και βλέπει. Βολβοί ματιών οι χάντρες. Τα παιδάκια με τρύπια πρόσωπα η γυναίκα περνούσε στην κλωστή μάτια τα παιδάκια μείνανε χωρίς μάτια. Ο Τ κρατά μια μακριά βελόνα. Σηκώνει το απαλό ματόφυλλο Γαλάζιος ήλιος έλαμπε πάνω από τα αχνά βουνά της αυγής. Μπήγει βαθιά τη βελόνα στην κόγχη και βαθιά και βαθιά. Η αδελφή έβαλε τις φωνές έξω ένα α ατέλειωτο. Ακούγεται αγκομαχητό και ποδοβολητό στην σκάλα. Μάνα και κόρη ορμάν μέσα. Μαρμάρωσαν εκεί μπροστά στο τραπέζι που είναι στη μέση.

 

ΑΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙ: Φωνάξτε διατάζει φωνάξτε

Από το δωμάτιο άρχισαν να ουρλιάζουν. Ο Τ κατεβαίνει και κάτω τον περίμενε ο ξένος. Ο Τ τον προσπερνά και πάει προς το δωμάτιο του. Αισθάνεται ασφαλισμένος και έχει άνεση και υπεροχή. Ο άλλος τον ακολουθεί. Ο Τ γυρνάει ξαφνικά και του λέει απότομα και με μίσος ήρθατε σε άσχημη ώρα. Ξαφνικά πιάνεται από τον τοίχο πέφτει δάκρυα τρέχουν από τα κλειστά του μάτια. Έπεσε αναίσθητος. Ο Γ σκύβει και του χαϊδεύει το πρόσωπο σκύβει και τον φιλά στο στόμα. Η Μαργαρίτα σπρώχνει τον ξένο με ορμή φύγετε. Εγώ. Ετοιμάζονται όλοι για την κηδεία. Βάφονται στο πρόσωπο ο Τ η Α η μάνα και η αδελφή ο Γ η Μαργαρίτα. Με επιμέλεια βάφουν λευκό το πρόσωπο μαύρα τα φρύδια μπλε τα βλέφαρα βάφουν τα χείλια κόκκινα και ξεκινάν. Στο δρόμο πήραν το τραμ. Αργεί να ξεκινήσει μένει στην στάση πολλή ώρα. Ο Γ έχει ένα πάθος για τον Τ. Στο δωμάτιό του κρύβει το πρόσωπο στις παλάμες. Χτυπάει τις γροθιές στον τοίχο και θέλει να τον δει αλλά ο Τ πενθεί. Η εικόνα του Τ δεν φεύγει από το μυαλό του. Συνέχεια καπνίζει και πίνει κονιάκ κι επινοεί διαλόγους με τον Τ μέχρι να αποκάμει και τότε αρχινά να κλαίει με παράπονο. Άγρυπνος όλη τη νύχτα και το ξημέρωμα φώναξε αυτό το έγκλημα εδώ αυτό το έγκλημα που γίνεται μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο αυτό το έγκλημα που βαστά όλες αυτές τις ώρες. Αυτό εδώ το έγκλημα ποιος θα το πληρώσει. Ο Γ παραμονεύει την Μαργαρίτα και την καλεί στο δωμάτιο του. Εκείνη μπαίνει αλύγιστη και τον κοιτάζει με ψυχρότητα χωρίς έκπληξη. Είναι όμορφη γυναίκα με κατάμαυρα μαλλιά που τα μαζεύει πίσω. Φοράει πάντα μαύρα και μαύρες χοντρές κάλτσες και φαίνονται μονάχα το λείο της πρόσωπο και τα δάχτυλά της. Τα δάχτυλά της είναι ασυνήθιστα χοντρά και δυνατά. Δυσκολεύεσαι να καταλάβεις τι σκέφτεται και είναι απλησίαστη με κάποια επιθετικότητα. Κοιτάζει τον Γ και δεν τον ρωτάει. Το πρόσωπο του Γ έγινε κατακόκκινο και τα μάτια του έγιναν θολά. Πείτε γι’ αυτόν. Σας παρακαλώ πείτε γι’ αυτόν μιλάει στην Μαργαρίτα με φανερή ντροπή λες και της ζητάει πράγματα ακατανόμαστα και την παρακαλεί γρήγορα με δυνατή φωνή.

Σα να είναι πολύς κόσμος που σε λίγο θα ορμήσουν μέσα στο δωμάτιο. Η Μαργαρίτα στέκεται όρθια κι εξακολουθεί να κοιτάζει τον Γ χωρίς να μιλά. Θα σας πω γι’ αυτόν λέει ύστερα. Θα σας πω ό,τι ξέρω αν και είναι πολύ λίγα. Μάλλον είναι ειδικά. Η Μαργαρίτα ξαφνικά γέλασε λύνει τα μαλλιά της και φαίνεται πόσο νέα και όμορφη είναι. Είμαι ερωμένη του. Το έχετε καταλάβει; Κανένας δεν το έχει καταλάβει. Θα σας περιγράψω πώς είναι το σώμα του γυμνό. Η σάρκα του είναι ελαστική κι όχι σκληρή έχει μια θηλυκή σφιχτή σάρκα. Φαρδιά μεγάλα στήθια και λίγο πλαδαρά. Ο Γ ρωτάει λαχανιασμένος οι θηλές. Ρόδινες και μικρές με μικρά σπυράκια γύρω κι ανάμεσα σε σγουρές μαυρόξανθες τρίχες. Τις δαγκώνω μαλακά χώνω το χέρι στη μουσκεμένη τριχωτή μασχάλη. Τα δάχτυλα των ποδιών και τα νύχια ρωτάει ο Γ. Σαν συσπασμένα και λίγο τετράγωνα και τα νύχια λεπτά και κοντά. Η κοιλιά του και τα σκέλια του φωνάζει ο Γ. Η καμάρα των μηρών και οι μαρμάρινες κλειδώσεις οι τένοντες λυγερές βέργες και κοπάδια αίλουροι σκαρφαλώνουν. Το πρόσωπο βρεγμένο από τα φύκια βυζαίνω τον μακρύ σταλακτίτη την πελώρια κρεμαστή καρδιά ρουφώ το αίμα της το καταπίνω. Η Μαργαρίτα είναι ιδρωμένη και το πρόσωπό της σαν πρησμένο κι έχει παραμορφωθεί.  Στο διάδρομο ένα χέρι άρπαξε την Μαργαρίτα. Τι του είπες ρωτάει ο Τ. Η Μαργαρίτα δεν απαντά τα μάτια της φεγγοβολάν. Δώσε μου το χέρι σου λέει με ορμή. Αυτό. Που μ’ έπιασε και με έσφιξε. Πνίγεται αρπάζει το χέρι του το ακουμπά με δύναμη πάνω στο μέτωπό της το φιλάει το τρίβει στο ένα μάγουλο και στο άλλο στα κλεισμένα της μάτια. Με ευγνωμοσύνη η Μαργαρίτα κρατά το χέρι του Τ. Ο Τ φοβάται την αποκάλυψη και όχι την γνώση όσο μένει μυστική. Είναι εύκολο να εξολοθρέψει τον ξένο αλλά δεν μπορεί γιατί ο Γ τον παραλύει κι είναι ένα πρόσωπο ιερό. Η Α κοιτάζει τον Τ με τα ήσυχα μάτια της. Θέλω να σε ρωτήσω. Γιατί σου προξενεί ταραχή αυτός ο άνθρωπος. Ποιος είναι. Έχω μια πικρία. Τίποτε δεν πρέπει να σε ταράζει αφού σε αγαπώ.

Ο Τ γέρνει με κούραση έκανα ένα παραμύθι για τη Θεσσαλονίκη. Είναι μια απέραντη πικρή πόλη και τώρα δεν υπάρχει πια. Έκρυβα κάτι στην Θεσσαλονίκη και ένας εχθρός ξεκίνησε να ’ρθει. Οι εχθροί αναβοσβήνουν από μακριά καρφωμένοι σαν άστρα καραδοκούν και γνωρίζουν. Μπορεί να αργήσουν να φανούν και μπορεί να μην έρθουν ποτέ. Γιατί οι εχθροί ενεργούν με μια δική τους λογική κι απρόβλεπτη. Όμως για να προστατέψεις κάτι μέσα στην πόλη πρέπει να προστατέψεις ολόκληρη την πόλη κι έβαλα κι έχτισαν ένα θεόρατο τείχος γύρω από τη Θεσσαλονίκη. Την έθαψα μέσα στον βράχο. Έκτοτε κανένας δεν έμαθε τι έγινε μέσα στο τείχος τι σπαραγμός έγινε και μονάχα κάθε χάραμα ακούγονται μέχρι μακριά ακούγονται οι φωνές των παγωνιών της.

ΑΥΤΟ ΕΔΩ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΟΣΕΣ ΩΡΕΣ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΠΛΗΡΩΣΕΙ

(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 1966)

Φωνάξτε λέει ο Τ. και στέκεται από την άλλη μεριά του τραπεζιού αντίκρυ τους. Οι δυο γυναίκες πιάνονταν από το χέρι και το άλλο το ακρινό τινάζεται πάνω κάτω εξαρθρωμένο. Πάνε μια από δω μια από κει γύρω από το τραπέζι άφωνες και με ανοιχτό το στρώμα. Ο Τ τις πλησιάζει φωνάξτε. Διατάζει φωνάξτε. Φωνάξτε. Οι γυναίκες πάνε γύρω από το τραπέζι να φτάνουν το μικρό κρεβάτι. Φωνάξτε τις κόβει ο Τ και τις πλησιάζει φωνάξτε. Οι γυναίκες πάνε από την άλλη μεριά του τραπεζιού. Ο Τ τις προλαβαίνει και από κει. Φωνάξτε λέει. Έτσι κυνηγιούνται γύρω από το τραπέζι. Σαν να είναι αυτές άγριες μεγάλες γάτες κι ο Τ που τις δαμάζει. Το φωνάξτε που διατάζει είναι σαν ένα μη. Ο Τ φεύγει από το δωμάτιο και κατεβαίνει. Η Α είναι ακόμα στη σκάλα και κάθεται ακίνητη στο χαλί χωρίς καμιά φωνή

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2023

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ