(…οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές…)
…το ξέραμε και τότε.
Όμως σάρωνε ο αέρας του
κάθε σερνικού τοπίου
τους στίχους «εκείνου»
και
τους ξανάφερνε αλλαγμένους
λες
και μια άγια θεά τους είχε
περιχύσει νόημα. Πρόφεραν οι άνδρες τις
συνηχήσεις τους
κι
ήταν σαν ένα ζωύφιο γραφικό
να πετούσε γύρω από το λαιμό μας
ενώ οι περιπτύξεις του φεγγαριού
έκαναν τις επιφανειακές στροφές
να μοιάζουν με βαθιά πράξη.
Και τα μαλλιά, ο σβέρκος
διόρθωναν δυναμικά την κοινοτοπία των
επιθέτων
η ματιά είχε γιομίσει τόση
σημασία
που τι σημασία είχε
αν το ποίημα τελείωνε
πριν καλά – καλά αρχίσει…
Α!.. Ήταν ωραία η εποχή
που μας σκέπαζαν τα ποιήματα - σεντόνια
ενώ
οι δί-στιχες καρδιές μας
είχαν πάρει για Όμηρο το κορμί
και για αναπνοή του έρωτα το Ποίημα!..
(ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΚΑΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ,
πρώτο ποίημα
ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ,
τρίτη ενότητα στη συλλογή της
Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η
ΣΑΡΚΑ 1996
Κι άλλες επιλογές από αυτή την
ενότητα αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011)
ΕΞΑΡΣΕΙΣ ΓΙΑ
ΤΟΝ ΜΑΝΟΛΗ
(από τη συλλογή
της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ
ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η
ΣΑΡΚΑ 1996)
α
Ο Μανόλης είχε
σιδεράκια στα δόντια
για να περιφράζει το
ροζ περιβόλι της γλώσσας του.
Όταν γελάει, φαντάζομαι
τα στόματά μας
το σπήλαιο μιας σάπιας
μοίρας
και τ’ αγοριού το
τρυφερό βάραθρο
ν’ αδειάζουν το ένα
μέσα στο άλλο
να συγκοινωνούν σαν δυο
δοχεία παράταιρα
ραγισμένο το δικό μου
αστραφτερό το δικό του
κι απ’ τη φύση του
ακόμη πιο άψογο
χάρη στην επιστήμη.
β
Η ύπαρξή του απέριττη
σαν μια παρτίδα τένις∙
κάτω απ’ τ’ ατσάκιστα
άσπρα υπολογίζω
ανεπαίσθητες κινήσεις
της πλάτης
που ξεδιπλώνεται σαν
μια ερωτική περγαμηνή
μ’ άγνωστο παραλήπτη.
Στη σκιά του ιβίσκου
με τις απότομες κρεμεζιές εξάψεις
θα παρασύρω το Μανόλη.
Κι όπως η λευκή εσάρπα
του
θα σέρνεται στο χώμα
αιμόσταχτα λουλούδια θα
μπήξω
στους κρατήρες της χαμογελαστής
του σάρκας
και θα φύγω.
γ
Όσο μιλάει για τη ζωή
του
ακούγεται πράξη φυσική
το θαύμα.
Η διήγησή του βέβαια
γρήγορα τελειώνει
γιατί πόσα να πει κανείς
για τόσο λίγα χρόνια…
Όμως η χάρη του
εξακολουθεί
να νοτίζει την άνυδρη
νύχτα μου.
δ
Δεν υπήρξε ποτέ.
Τον εφεύρα κάποια
στιγμή
που το πραγματικό
αίσθημα
τυλιγμένο τη μαλακή
γούνα του τίποτα
χανόταν σε τοπίο με
ομίχλη λησμονιάς.
Ο Μανόλης τότε
φορώντας τα
ολοκαίνουργια ρούχα του «αίφνης»
δυναμωμένος απ’ τα
πολλά τονωτικά της φαντασίας
και λαμποκοπώντας
στολισμένος
με κάτι ασήμαντες
κινήσεις
γουργουρίζει ερωτικός
στο ανελέητο ξημέρωμα της
παρακμής.
Δημιουργώ λοιπόν «μανόλη»
μια κατάκτηση πιο
οριστική
απ’ όλα τα ανεξίτηλα –
ανεξήγητα
που μ’ άφησε η ζωή
ΦΑΝΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Ποτέ
μου δεν κατάλαβα την άνοιξη
-φάνηκε
και από άλλα ποιήματα –
γι’
αυτό κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα
την
ελπίδα, την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.
Ποτέ
μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω
το
ετήσιο θαύμα με την αιώνια σιωπή∙
την
αλήθεια του ανανεούμενου άνθους
με
τον έναν και μόνο θάνατο.
Μελέτησα
πάλι σήμερα το καινούργιο πράσινο
και
πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος
μπρος
στις διαχύσεις της φύσης
κάνει
ένα βήμα πίσω.
Το
φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές
κι
εγώ βρέθηκα πάλι σήμερα
εκτός
θέματος.
Το
θέμα είναι ένα:
το
προσωπικό σώμα
κι
ο απρόσωπος χαμός του,
ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ
Μην
πλησιάζεις ∙
το
ξέρω αυτό το βήμα
μες
το σκοτάδι που σιμώνει κι αυτό.
Μη
νυχτοπατάς∙
γιατί
φαντάζομαι τα νύχια των ποδιών σου
να
λάμπουν σαν αχιβαδάκια
στην
άκρη του ωκεάνιου σώματός σου.
Μη
μιλάς∙
την
ξέρω αυτή την κουβέντα
για
ανέμους δήθεν και για νερά
και
πώς νιώθουν αυτά όταν τ’ αγγίζεις.
Μη
σκέφτεσαι∙
τις
ξέρω αυτές τις σκέψεις
για
το Θεό τάχα που κατοικεί
στο
ναό του στήθους σου
στην
πραγματικότητα όμως
για
να με κρατάς έξω από κάθε
ζωικό
συμπέρασμα.
Μην
ανασαίνεις∙
πως
είναι μου λες απαραίτητο για να ζεις!..
Δεν
τα πιστεύω εγώ αυτά∙
για
να με δαιμονίσεις το κάνεις
να
με πεθάνεις.
Μην
υπάρχεις∙
δεν
έχει «γιατί». Γιατί έτσι.
Μην
πλησιάζεις!..
ΟΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ
Θ’
αγαπηθούμε όπως μπορούμε
μες
στο σκοτάδι του χρόνου
μες
στο έρεβος του κορμιού
επιδεικνύοντας
ο καθένας
τη
δική του ευρεσιτεχνία θανάτου
χαϊδεύοντας
τις παρά φύσιν έδρες του ωραίου.
Θ’
αγαπηθούμε όπως μπορούμε
μέσα
στις προθεσμίες του ανέφικτου
στα
περιβόλια της τρέλας
χώνοντας
ο ένας στο στόμα του άλλου
καρπούς
λαμπερούς μα σάπιους
κυνηγώντας
στις εσωτερικές υγρασίες
το
μαγικό αμφίβιο του Λόγου
που
θα μας οδηγήσει έξω απ’ το έλος της ύπαρξης.
Λοιδορεί και
ικετεύει το βλέμμα σου
λιντσάρει και
εκλιπαρεί
σαν
να’ ταν ν’ ακουστούν οι κωδωνοκρουσίες του έρωτα
απ΄το
κωδωνοστάσι της νιότης.
Σε
μια έρημη παραλία
ένα
κύμα πορτοκαλί
έμοιαζε
να ζωντανεύει μια νεκρή χελώνα∙
αναίτια
βρέθηκε εκεί – όπως κι εσύ –
ανεξήγητα
πάλι θα χαθεί
μετά
το τέλος της ψευδαίσθησης.
Συγχωρούνται
πολλά αμαρτήματα
σ’
ένα σώμα που είναι σαν να μην ήταν ποτέ εδώ
συγχωρούνται
όλες οι αρνήσεις επάνω του
για μια μόνο κατάφαση της μοναξιάς του
που λάμπει σαν σταγόνα βροχής
πάνω σε μια πέτρα.
Προσκυνώ και χαίρομαι
που διόλου δεν σταμάτησαν τα όντα
να επαίρονται και να
πέφτουν
κι η μυστική ροή της απελπισίας
υπόγεια πάντα θα θρέφει τις μικρές
γλυκές κινήσεις των ανθρώπων.
ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΕΡΠΕΤΟ
Ερωτευμένο ερπετό
στο εσωτερικό του σάρκινου οίκου σου
θα συρθώ με την ερείπιο - κοιλιά μου
ως τη χαραμάδα με το ελάχιστο που
μπαίνει φως
απ’ το απλωμένο έξω μπλε των ματιών σου.
Το κακό δεν είναι η σκόνη ζωή μου
και το σκοτάδι που αρχίζω να αντιγράφω
ούτε ο επίμονος στ’ αυτιά μου βόμβος
σαν μέλισσες να εγκατέλειψαν
δυο πεθαμένους εραστές
και να φτεροκοπάνε τώρα πια
μ’ εκείνων κει το πάθος∙
δεν είναι που η επιθυμία άρχισε να
μοιάζει
με τρελή γριά κυρία
που στολίζει με ντατελένιο
τραπεζομάντηλο
τα άγευστα βυζιά της
θαρρώντας ότι
πάει να παντρευτεί αλλά είναι
που τολμώ, ο πεπτωκώς
οργανισμός εγώ
να ονειρευτώ πως έχω ποδαράκια και
φτερά
στον αέρα πως κάνω βόλτες και στροφές
κι ανοίγματα δροσιάς πως βρίσκονται στο μέλλον.
ΣΑΝ ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ
Σιάζομαι
στη σκιά μου∙
καρφιτσώνω
τα τσουλούφια του χρόνου
που
ξεφεύγουν απ’ το σκούρο οβάλ μου
ενώ
από πίσω ένα φως ανεξήγητο
με
φωτίζει στη σεμνή αυτή τουαλέτα.
Έπειτα, ακίνητη για μια στιγμή
πριν
πατήσω το πετάλι
και
γυρίσουν οι δυο ρόδες
-μια
για τη ζωή μου, μια για το θάνατο –
εναποθέτω
την εμπιστοσύνη μου
στο
δρομάκι του σπιτιού μου
όπου
γενιές παιδιών ξεπετάγονται το δείλι
και
σαν τον ανυποψίαστο σκαντζόχοιρο
διασχίζουνε
το χρόνο∙
όσο
το πέρασμα του βελονωτού ζώου απέναντι
τόσο
βαστάει κι η ζωή των παιδικών ανθρώπων.
Τα
πρόσωπα τ’ αναγνωρίζω
γιατί
ήξερα τη γιαγιά τους
και
οι φωνές - της μικρής
«όχι» της μάνας της «οχιά» -
ηχούν
σαν τότε… Πότε;
Πριν
απ’ το φόβο για ό,τι είναι να έρθει
πριν
απ’ τον τρόμο για ό,τι είναι ήδη εδώ
πριν
απ’ αυτό το «εγώ»,
μια σκιά χωρίς καθρέφτη!..
(κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή της
Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ
ΩΡΑΙΑ
ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)
ΠΡΟΜΗΝΥΟΝΤΑΙ ΚΙ
ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ
(…παγοδρομίες
ψυχής…»
Στ’ όνειρό μου απόψε τον
καλούσα με τ’ όνομά του του μιλούσα στον ενικό με μια
οικειότητα που ποτέ δε μου είχε επιτρέψει ως τότε. «Αχ, εσύ»!..
του ’λεγα και την ποιητική άδεια
του ζητούσα ν’ αποσυρθεί ο νους μου απ’
τα εγκόσμια κάλλη του συνομιλητή μου ν’
αδειάσει το κεφάλι μου από εικόνες που περιέχουν αφές φωνές όλο γεύσεις από χείλια πατικωμένα με
νύχτα. «Να ’μαι στη σκέψη αγνή, αγνή»,
παραμιλούσα «να μη θέλω τίποτα
έξω από σένα»!.. Προμηνύονται κι
ευτυχισμένες μέρες σκέφτηκα μες στη λογική του ύπνου τώρα που ερωτεύτηκα το θάνατο. Μέσα μου μια επιφάνεια γλιστερή και
πάνω της παγοδρομεί η ψυχή
μου. Τι εύθραυστα όλ’ αυτά, φως γυαλιστερές ένα τραγουδάκι ελαφρό π’ ακούγεται να βγαίνει αμυδρό απ’ το υπόγειο τέλος. Όπως σηκώνω
το πόδι η γρατσουνιά στον πάγο
το πιο φοβερό μου θυμίζει: πόσο
λεπτούλα είναι η επιφάνεια. Σταματάω
τότε την πιρουέτα στον αέρα η άβυσσος
κι εγώ γινόμαστε ένα γλιστράω αρτιμελής και
φεγγοβόλα σαν μόλις να βγήκα απ’ το καζάνι της ύπαρξης οι πάγοι λιώνουν στον καύσωνα της φαντασίας και
βρέχει στη ζωή μου πρασινάδα!.. [κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κατερίνας
Αγγελάκη Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996 – συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011, εκδόσεις Καστανιώτη]
Παρασκευή,
3 Απριλίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου