(…είχε κατορθώσει ο φωτογράφος ν’ απαθανατίσει τη Σιωπή…)
Η πεταλούδα
προς το φως πετάει
μ’ όλο το
ασήκωτο βάρος της ομορφιάς
στα άυλα, λες,
φτερά της.
Ο φωτογράφος
μένει στο σκοτάδι
γιατί αυτός
μέσα στο μαύρο μόνο ξέρει να οργανώνεται.
Όλο ελπίζει πως
κάποτε θ’ αποτυπώσει τη διαφορά
ανάμεσα στο
χωρισμό και το θάνατο
ατέλειες έχει
όμως ακόμη πολλές η τέχνη του
αν κι όσο
πάει μαθαίνει απ’ έξω τη νύχτα
παπαγαλίζει το
σκοτάδι
κι αισιοδοξεί
πως η αδιόρατη στιγμή
όταν η
εγκατάλειψη η απλή
μεταμορφώνεται
σε θάνατο οριστικό
θα συλληφθεί
στο τέλος.
Ο φωτογράφος
απ’ όλες τις ιδέες της φύσης
διαλέγει το
σώμα
απ’ όλα τα
αινίγματα τον αφαλό
απ’ όλα τα ουράνια
θέματα τα υγρά χείλη.
Τρίβει, σβήνει,
βουτάει
σε χημικές
ουσίες το μπράτσο με τη μικρή ουλή
το ελαφρύ
σκύψιμο της πλάτης
τη λακουβίτσα
του γοφού.
Στεφάνι από
ελάχιστα εκλεκτά χρόνια
βάζει στην
κεφαλή του μοντέλου του
αλλά η ίδια
πάντα αποτυχία…
(συνημμένη εικόνα)
ΤΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΣΗΜΕΙΟ ΠΑΙΡΝΕΙ ΦΩΣ, ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ
Θα προσπαθήσει
ξανά
όταν θα ’χει
όλες τις ασκήσεις σωστά:
τόσο κλάμα,
τόση ευεξία.
Όταν θα ’χει
προσέξει τη δίαιτά του :
λίγη θλίψη, αρκετή απόσταση κι
άφθονη επιβίωση.
ΛΕΖΑΝΤΑ: Θα
δοκιμάσει με τα τρεμάμενα δάχτυλα της
μνήμης να φωτίσει κείνα τα μάτια…
…σαν να
ενεργούσαν ακόμη
ενώ η σκιά τους
θα τονίζει
το αντίθετο του
πραγματικού.
Θα συγκεντρωθεί
σε δαύτα
αγνοώντας το
υπόλοιπο περιβόλι
κι ας αναδίνει
ολόκληρο την ευωδιά
που ’χει η ζωή
πριν κομματιαστεί
σε τετελεσμένα
γεγονότα!..
Σκέψου λογικά,
όλο λέει στον εαυτό του
ο φωτογράφος
αφού τα μάτια
είναι ο καθρέφτης της ψυχής
κι η ψυχή είναι
αιώνια θα’ ναι κι αυτά αιώνια∙
θα πλέουν
τώρα ή
θ’ ανεβαίνουν
θα χαμογελούν
ελεύθερα
χωρίς το
αφεντικό τους, το κορμί.
Τότε ο
βιρτουόζος του φάσματος του φωτός
στο λεκανάκι με
το φάρμακο της αφθαρσίας
βούτηξε του
κοσμου το πιο όμορφο πλάσμα.
Αν και
περίμενε βέβαια μερικές αλλοιώσεις
στην πόζα πάνω
στο κρεβάτι
στον βαθύ
αναστεναγμό στην έξοδο
της αγάπης απ’ το πρωινό όνειρο
υπολόγιζε πως το πρόσωπο μες στα συντηρητικά
της ερωτικής
μνήμης θα ’μενε άθικτο.
ΟΜΩΣ ΟΙ ΕΥΚΟΛΕΣ
ΠΟΥ ’ΧΕ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙ ΛΥΣΕΙΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ… Ο
ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ…
(ΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
ΤΕΛΟΥΣ, δεύτερη ενότητα στη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η
ΣΑΡΚΑ 1996)
Πώς να δημιουργήσει το
αιώνιο
όταν η μικροψυχία του
δεν τον αφήνει
να δει τη διαφορά
ανάμεσα στην ομορφιά
όταν εσένα μόνο
εγκαταλείπει
όμως αλλού πάει να
κουρνιάσει
άλλη ζωούλα να
περιτυλίξει
άλλο η χάρη της να
ελεήσει
σ’ αλλουνού το κατώφλι
να κυλήσει
τ’ αστραφτερό νόμισμα
της ύπαρξης εκείνης
κι όταν για πάντα χάνεται το θαύμα
της πατημασιά του πάνω
στη γη∙
κίνηση, φωνή κανέναν δεν αποδεκατίζει
κανείς δεν καταλαβαίνει
το σώμα και το
σπέρμα
του αγαπημένου!..
Ανάξιος στάθηκε τη
διαφορά αυτή
ν’ αποτυπώσει ο
φωτογράφος.
Κι απ’ την κολυμπήθρα
της τέχνης του
αναδύθηκε μια
μουντζούρα ζωής
μια μαϊμουδίτσα μούρη
θανάτου
μια επανέκδοση του
αρνητικού
μια ανανέωση της
αγιάτρευτης απουσίας
της εγκατάλειψης, της σιωπής!..
Αυτό ήταν το μόνο
θετικό!..
Είχε κατορθώσει ο
φωτογράφος
ν’ απαθανατίσει τη
σιωπή.
Το μόνο θετικό.
[ήταν
Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ, από τη δεύτερη ενότητα
στη
συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ
ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ, 1996
Συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 -2011,
εκδόσεις Καστανιώτη]
Η ΑΛΛΗ
ΠΗΝΕΛΟΠΗ
(στη συλλογή της
Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)
Μεσ’
απ’ τις ελιές έρχεται η Πηνελόπη
με
τα μαλλάκια της όπως – όπως μαζεμένα
κι
ένα φουστάνι απ’ τη Λαϊκή
μπλε
μαρέν με άσπρα λουλουδάκια.
Μας
εξηγεί πως δεν ήταν από προσήλωση
στην
ιδέα «Οδυσσέας»
που
άφηνε τους μνηστήρες χρόνια
να
περιμένουν στο προαύλιο
των
μυστικών συνηθειών του κορμιού της.
Εκεί
στο παλάτι του νησιού
με
τους φτιαχτούς ορίζοντες μιας γλυκερής
αγάπης
και
το πουλί απ’ το παράθυρο
να
συλλαμβάνει μόνον αυτό, το άπειρο
είχε
ζωγραφίσει εκείνη με τα χρώματα της φύσης
την
προσωπογραφία του έρωτα.
Καθιστός,
το ένα πόδι πάνω στο άλλο
βαστώντας
μια κούπα καφέ
πρωινός,
λίγο μουτρωμένος, λίγο χαμογελαστός
να
βγαίνει ζεστός απ’ τα πούπουλα του ύπνου.
Η
σκιά του στον τοίχο
σημάδι
από έπιπλο που μόλις το σήκωσαν
αίμα
από αρχαίο φόνο
μοναχική
παράσταση του Καραγκιόζη
στο
πανί, πίσω του πάντα ο πόνος.
Αχώριστοι
ο έρωτας κι ο πόνος
όπως
το κουβαδάκι κι ο μικρός στην αμμουδιά
το
αχ κι ένα κρύσταλλο που γλίστρησε απ’ τα
χέρια
η
πράσινη μύγα και το σκοτωμένο ζώο
το
χώμα και
το φτυάρι
το
γυμνό σώμα και το σεντόνι τον Ιούλιο.
Κι η
Πηνελόπη, που ακούει τώρα
την
υποβλητική μουσική του φόβου
τα
κρουστά της παραίτησης
το
γλυκό άσμα μιας ήσυχης μέρας
χωρίς
απότομες αλλαγές καιρού και τόνου
τις
περίπλοκες συγχορδίες
μιας
άπειρης ευγνωμοσύνης
για
ό,τι δεν έγινε, δεν ειπώθηκε, δε
λέγεται
νεύει όχι,
όχι, όχι άλλο έρωτα
όχι
άλλο μιλιές και ψιθυρίσματα
αγγίγματα και
δαγκώματα
φωνούλες
στα σκοτάδια
μυρωδιά από
σάρκα που καίγεται στο φως.
Ο
πόνος ήταν ο μνηστήρας ο πιο
εκλεκτός
και
του’ κλεισε την πόρτα.
Η ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ
Ο εφιάλτης για να γίνει
Ποίημα
θέλει η σιωπή να
’ναι χωρίς τριγμούς
ψυχής, καρδιάς
ή άλλων οργάνων
της ανόργανης χημείας
της ύπαρξης.
Στη σιωπή
επιτρέπεται να κατοικούν χρώματα
απαγορεύονται όμως οι χτυπητές αντιθέσεις:
μαύρο με
ροδαλό
ή με το
πολυτραγουδισμένο μπλε των ματιών.
Λίγο χωματί ίσως
χάλκινο μαραμένου
φύλλου
ή άσπρο με βούλες καφετιές από σβέρκο σκύλου.
Αφού ο εφιάλτης έχει
πάρει πια όσο είναι να πάρει μπόι
υποβάλλεται σε σειρά εγχειρήσεων.
Με μεγάλη λεπτότητα
πρέπει να του αφαιρεθεί
η λογική υποψία
κι έπειτα χωρίς
αναισθητικό
να του μεταμοσχευτεί
κάτι
από την έμφυτη καλοσύνη
των ανθρώπων.
Η πιο δύσκολη επέμβαση
είναι να τον αποκόψεις
απ’ τον τρόμο.
Αυτό το πετυχαίνεις με το να βουτάς
αδιάκοπα το κακό όνειρο
στην αγιότητα της φύσης.
Και τότε βλασταίνει το
ποίημα∙
φυλλαράκι το
φυλλαράκι ανθό τον ανθό
ασθενικό στην αρχή,
τρεμάμενο
ανεβαίνει απ’ το μαύρο
χώμα που το ’θρεψε
και τολμά.
Τολμά να ονειρεύεται
το αντίδοτο της αγωνίας
το Λόγο.
Ο μύστης στ’ άσπρα
πάντα στα σπήλαια μπαίνει
και πίσω του οι
ροδοδάφνες που ερυθριούν
τα βότσαλα ραντισμένα
θεία βροχή
το φαράγγι ολόκληρο που
ακολουθεί.
Πλησιάζω κι εγώ με τον
ερπετό εαυτό μου
τις εκβολές του πάθους∙
οι πατούσες μου – οι τελευταίες
ερωτευμένες –
με κουβαλούν ελαφρά
σαν να μην είχα κανένα
βάρος συνείδησης.
Σταματάει αυτός που με
σέρνει
λιγνός, λευκοντυμένος μ’ αλογοουρά∙
βαριά μυρίζει σαν διάβολος δενδρολίβανο
ενώ σαν άγγελος νεκρός
μοσχοβολάει.
Το φύλλωμα της χαρουπιάς
κρύβει κάτι
τρεμάμενο κι αόρατο
αισθητό μόνο σ’ εκείνο
το τρεμάμενο κι αόρατο
που’ χουμε μέσα μας΄
Ο μύστης είναι πολύ
αδύνατος∙
ελάχιστα φουσκώνει το
παντελόνι του
μπρος και
πίσω , ενώ αέρας σαρκικός
γιομίζει το πουκάμισό
του.
Στο λαρύγγι με κατέβασε
της γης
ο σπόνσορας των
αναπάντητων ερωτήσεων
ένα σπήλαιο που αντί
για στόμα
είχε μια τρύπα ουρανό.
Εκεί από κάτω στάθηκε ο χορηγός του αδιανόητου
με τις παλάμες του
ανάστροφες
ν’ αρμέγουν το γαλάζιο.
Ταλαντεύθηκε ελαφρά∙
να τον έσπρωχνε άραγε
το απρόβλεπτο από ψηλά
ή να τον έσειε συθέμελα
η αλύτρωτη σκλάβα του συγκεκριμένου
η γη;
Χαμογέλασε με
μάτια δόντια σιδερένια
και σκέφτηκα τότε ότι κάτι πολύ σημαντικό
είχα παραλείψει πριν
με γεννήσουν ο καιρός κι η μέρα.
Έτσι πρώτα ρώτησα το
χρόνο:
γιατί τώρα τόσο γρήγορα
πετάει
με φτερούγες που μόλις
προλαβαίνουν
να με χαϊδέψουν, τη μαραζωμένη;
Όταν είσαι μικρός – μου
εξήγησε ο διερμηνέας του άχρονου –
είσαι από ύπαρξη
χορτάτος
σαν να παράφαγες σε
κάποιο
υπερβολικά πλούσιο γεύμα.
Πλήρης μέλλοντα χρόνου
μια ώρα σου φαίνεται
ολόκληρο τσιμπούσι
τέλος δεν έχουν οι
εποχές
αιώνες χωρίζουν τα
φρούτα από τα χιόνια
δευτερόλεπτα δύσπεπτα
βαραίνουν τις βδομάδες.
Κορεσμένο από άπειρο
καιρό
-αλήθεια, ποιος αποθήκευσε τόσες στιγμές
κάτω απ’ το φρέσκο
δέρμα; -
δεν είναι να πεινάσει
τώρα κοντά
το νεοσύλλεκτο σώμα.
Αργότερα μόνο, όταν τ’ αμπάρι
αρχίζει ν’ αδειάζει από
ζωή
και να γιομίζει ανασφάλεια
τι ’ναι πέντε χρονάκια,
λες
ούτε τη μυρωδιά τους δεν
πρόλαβα να πάρω
ενώ με όλο μεγαλύτερη βουλιμία
κατεβάζεις σχεδόν
αμάσητες τις μπουκιές
απ’ τ’ αποφάγια της χρονομερίδας
σου.
Βγήκαμε απ’ τη σπηλιά
κι ήταν σαν να
γεννιόμουνα ξανά
από πέτρες και χώμα.
Μισός τιμωρία
μισός ευλογία
σαν άρωμα ετύλιξε αυτός
το χρονικό κορμί μου.
Κατάλαβα τότε τι είχα
παραλείψει:
δεν είχε σχέση με τη
γέννησή μου
αλλά μ’ ένα θάνατο που
δεν είχα πενθήσει
ένα θάνατο που δεν είχα
πεθάνει ακόμα,
(από τη
συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ
ΩΡΑΙΑ
ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)
ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΧΩΡΙΣ
ΜΕΛΛΟΝ…
(…οι εραστές
μας ήταν κακοί Ποιητές…»
…το ξέραμε και τότε. Όμως
σάρωνε ο αέρας του κάθε σερνικού
τοπίου τους στίχους «εκείνου»
και τους ξανάφερνε αλλαγμένους λεςκαι μια άγια θεά τους είχε περιχύσει νόημα. Πρόφεραν οι άνδρες τις συνηχήσεις τους κι
ήταν σαν ένα ζωύφιο γραφικό να
πετούσε γύρω από το λαιμό μας ενώ οι
περιπτύξεις του φεγγαριού έκαναν τις
επιφανειακές στροφές να μοιάζουν με
βαθιά πράξη. Και τα μαλλιά, ο σβέρκος διόρθωναν δυναμικά την κοινοτοπία
των επιθέτων η ματιά είχε γιομίσει τόση
σημασία που τι σημασία είχε αν το ποίημα τελείωνε πριν καλά – καλά αρχίσει… Α!.. Ήταν ωραία η εποχή που μας σκέπαζαν τα ποιήματα σεντόνια ενώ
οι δί-στιχες καρδιές μας είχαν
πάρει για Όμηρο το κορμί και για αναπνοή
του έρωτα το Ποίημα!.. [κι
άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996 – συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011, εκδόσεις Καστανιώτη]
Παρασκευή,
3 Απριλίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου