Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

 Έπαθε μια περιφρόνηση

χύθηκε το πρόσωπό της κι έκαψε τους ώμους και το στέρνο.

Χύνονται παντού τα χλωμά του αίματα.

Τα χαρακτηριστικά της έλιωσαν σαν πέτρες.

Μεταχειρίζεται τα ξένα πρόσωπα που συναντά

κι εκείνα που θυμάται.

Με βιασύνη και με μια μικροπρέπεια

κλέβει κρυφά τους τρόπους

των ξένων ανθρώπων και των πραγμάτων.

Με νευρικό ζήλο ενστερνίζεται.

Παραδίνεται στις επιδράσεις των φυσιογνωμιών

κι όπως η θάλασσα που παραδίνεται στις επιδράσεις.

Με ακατάσχετες μεταμορφώσεις διαδέχεται τους ανθρώπους.

Σαν μια γύρη τη σκορπάν οι άνεμοι

που φυσάν από τα ορθάνοικτα παράθυρα…

 

Ψυχή είναι μίμηση σπουδαίου σώματος

αλλά υπάρχει μια ατέλεια, μέσα στον άνθρωπο

συμβαίνει πάντα μια απόσταση!..

 

Κόκκινη θρασεία τρίχα κατατρώγει ολόκληρο το σώμα της

και μια αισχρή ομορφιά σαν του θεού.

Σαν ένα εξάνθημα του ουρανού

και γλειμμένο από φιλήδονα ζώα εκείνο το μακρύ τρίχωμα.

Γυαλίζει και φέγγει σαν μια φωτιά

που πλαγιάζει μετά από μάχη με το νερό και με τον αέρα

και γεννήθηκε μια αύρα και βαριά ανάσα αβύσσου…

 

Ένα νησί το σώμα της κι αυτή ν’ αναρριχάται αδιάκοπα

κι ένας απερίγραπτος και βουερός οργασμός την τράνταζε…

 

Ο ουρανός ξεσκίζεται και πλατιά λέπια ουρανού

σαν του πλατάνου τα φύλλα αιωρούνται

και κατασταλάζουν γύρω από τα δυσκίνητα πόδια της…  




 

Η ΑΔΕΛΦΗ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΙΛΙΓΓΟ

(…στις άκρες της πλατείας τα σπίτια έσβηναν και μάλλον γκρεμίζονταν με μια πολύ αργή κατάρρευση… -

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από τη συλλογή του Γιώργου Χειμωνά 

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ, πρώτη έκδοση 1975)

Η αδελφή ανεβαίνει με ίλιγγο. Με μαινόμενες σκέψεις που πληγώνουν τον κόσμο. Άλλος τρόπος να παραβιάσεις τον κόσμο δεν είναι παρά να επιβάλεις μια πράξη εν ονόματί του. Εκείνες οι κατακόρυφες πράξεις που γίνονται πάντα με μια μονάχα κίνηση. Συναισθάνεται τα φοβερά εμπόδια και συναισθάνεται πως είναι εμποδισμένη από ένα εμπόδιο βιολογικό και κληρονομικό και μάλλον μνήμη εμποδίου. Μ’ έναν εμετό αρχινά να σκοτώνει ανθρώπους. Συναισθάνεται πως οι άνθρωποι την προείδαν και την προείπαν. Σ’ όλη την ζωή την παραφύλαξαν και την περίμεναν να τους ενσωματωθεί. Ακίνητες μορφές και εξαθλιωμένες την παρακολουθούν μ’ έναν ύπουλο βήχα την περιμένουν με αιματωμένη καρτερία. Χωρίς μνησικακία και χωρίς καμιά σωτηρία και δεν τους καταλογίζει. Αλλά γνωρίζει πως είναι καταδικασμένη σε αιώνια μνήμη ανθρώπων. Αλλά ο φόνος έχει μια πατροπαράδοτη ισχύ και με τον φόνο αναγεννάται και σα να γεννιέται  από την αρχή ο δράστης κι ο κόσμος όλος και η ανατολή. Μπαίνει στο δωμάτιο που θα γίνει η σφαγή. Από την οροφή κατέβαινε μια σκάλα κι εκεί βρίσκονταν παρατεταγμένοι πολλοί άνθρωποι. Με μια συναισθηματική προσοχή την παρακολουθούν. Η αδελφή πρόσεξε πως ήταν πιασμένοι από τα χέρια σαν να χόρευαν ακίνητοι πάνω στην σκάλα. Αλλά είδε ότι δεν ήταν χορός αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν ενωμένοι στα χέρια. Έλειπε το τελικό μέρος του χεριού κι οι καρποί ήταν κολλημένοι μεταξύ τους. Τα χέρια τους συνεχίζονταν από τον έναν στον άλλον. Εκεί που ενώνονταν οι καρποί υπήρχε μια κόκκινη και μια πρησμένη. Κόκκινη ουλή και τα χέρια εκείνα έμοιαζαν με σιδερένιους σωλήνες ενωμένους σαν οξυγονοκολλημένα. Στρέφεται προς τους ανθρώπους. Αλλά είδε πως βρισκόταν στο κέντρο μιας μεγάλης πλατείας. Στις άκριες της πλατείας τα σπίτια έσβηναν και μάλλον γκρεμίζονταν με μια πολύ αργή κατάρρευση. Στο κέντρο της πλατείας ήταν οι άνθρωποι εκείνοι  και  σαν να ανήκαν σε άγαλμα!.. Σαν ν’ ανήκαν σ’ έναν άθλο. Πολλοί άνθρωποι που έγερναν και χύνονταν ακράτητοι παντού σαν ένα κοίτασμα ανθρώπων. Στην κορυφή στεκόταν μια όρθια μορφή. Επιβλητική αλλά επουλωμένη μετά από άγριο βασανισμό. Οι άνθρωποι έστρεφαν και την κοίταζαν με μιαν έκσταση. Αλλά είχαν όλοι μιαν αφύσικη στάση που θα την έλεγες απάνθρωπη. Στριμμένοι και στρεβλωμένοι σχεδόν γονατισμένοι γύρω της αλλά ήταν έτοιμοι να ανασηκωθούν και να ορμήσουν προς τα εμπρός. Αλλά είχαν ανάγκη να κοιτάξουν πίσω τη μορφή για να ορμήσουν. Σαν απαγχονισμένοι και τα εξαρθρωμένα τους κεφάλια έστρεφαν να την βλέπουν απελπισμένοι αλλά εμπνευσμένοι. Μ’ έναν μάταιο και δουλικό ενθουσιασμό. Αλλά τον όφειλαν αποκλειστικά σ’ εκείνην την γιγάντια και τιμωρημένη μορφή. Έσχατοι άνθρωποι και γυρνούσαν να πάρουν τη δύναμη κι αναζωογονημένοι για τελευταία φορά. Αλλά το ξεσήκωμά τους δεν θα κρατήσει πολύ κι ήταν ένα τελευταίο λαμπάδιασμα των μυώνων. Η αδελφή σκοτώνει εκείνους τους ανθρώπους και σα να τους τιμά. Μ’ ένα τσεκούρι αποχωρίζει τα κεφάλια τους που έστρεφαν αλλού. Από τους ξεσκισμένους λαιμούς αλλά δεν βγαίνει αίμα. Ανοιχτές οι άσπρες αρτηρίες και βγαίνει ένας ελαφρός συριγμός και μυρωδιά καμένου λεμονιού. Η αδελφή αισθάνθηκε έρημη και τρόμαξε από τη θέα.

 

ΑΛΛΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ   

(…τέλος του ανθρώπου οι άνθρωποι…)

Τον καιρό που η αδελφή εκφράζεται από τον αδελφό. Ακατανίκητες βουλές να παρουσιάζεται. Ολόκληρο το αίμα της και σπλάχνα βαθιά ανέβηκαν στην επιφάνειά της. Σαν μια υπεραιμία όλη της η ψυχή αναδύθηκε και άπλωσε κάτω από την όψη της. Άλλος τρόπος από το σώμα δεν είναι. Ψυχή είναι μίμηση σπουδαίου σώματος. Έτσι συνέχεια παρουσιάζεται κι όλο ετοιμάζεται να παρουσιαστεί. Αχνός υγρός αναδίδεται από το φουσκωμένο δέρμα της. Συμβαίνει μία βλάστηση στο σώμα της αδελφής. Αδιόρατα κι από καιρό είχε αρχίσει. Η αδελφή έβγαζε ένα κόκκινο τρίχωμα. Σα να την σκέπασαν πληγωμένα φύκια. Κόκκινη θρασειά τρίχα κατατρώγει ολόκληρο το σώμα της και μια αισχρή ομορφιά σαν του θεού. Σαν ένα εξάνθημα του ουρανού και γλειμμένο από φιλήδονα ζώα εκείνο το μακρύ τρίχωμα. Γυαλίζει και φέγγει σαν μια φωτιά κι ενώνεται σπαράζοντας με το νερό και με τον αέρα και γεννήθηκε μια αύρα και βαριά ανάσα αβύσσου που διαρκώς ανακινεί εκείνο το άπληστο τρίχωμα και σαν ένας αγρός κυματισμός μακρόσυρτη παλίρροια να ζωογονεί ατελείωτα την πελώρια και τρομερή καλλονή εκείνης της αδελφής την ζωντανή και οργισμένη βάτο. Στις ιδρωμένες ρίζες των τριχών βλασταίναν ακατάπαυστα όργανα εμβρύων ζώων. Πρόγονοι του σταριού και των βοτάνων κι έβλεπες που γυαλίζαν τυφλά μάτια καβουριών και τρυφερά ράμφη άγριων πουλιών νύχια μεταξωτά αιλούρων. Λείοι εγκέφαλοι πιθήκων και ξύλινα αυγά δασών κι ήταν η αδελφή αυτή σαν ραντισμένη με σπόρους ζώων και ζωής και η θερμή της κόκκινη υγρασία τους ευνόησε.  Ένα νησί το σώμα της κι αυτή ν’ αναρριχάται αδιάκοπα κι ένας απερίγραπτος και βουερός οργασμός την τράνταζε. Στο ανώμαλό της μέτωπο φυτρώναν δυο κέρατα. Μακριά και καμπύλα και σαν από αλάβαστρο και το κεφάλι της να μοιάζει με λύρα και με όπλο. Τα κέρατα είχαν ένα συνεχές τρεμούλιασμα σαν μια αγωνία. Αγελάδα και ήπειρος κι από το τεράστιο στόμα της στάζει παχύ σάλιο σαν γάλα πικροδάφνης και στο απαλό γύρσιμο του κεφαλιού. Ο ουρανός ξεσκίζεται και πλατιά λέπια ουρανού. Σαν του πλάτανου τα φύλλα του ουρανού αιωρούνται και κατασταλάζουν γύρω από τα δυσκίνητα πόδια της. Βγάζει ένα πορφυρό φως ένα ιώδιο. Οι άνθρωποι νοτισμένοι ακολουθούν τις κόκκινες εκείνες πατημασιές. Τα ίχνη από τις τρομαχτικές οπλές του αδελφού. Η αδελφή έχει χωμένο βαθιά στον κόλπο της ένα χοντρό ξύλο κι αμάραντος φαλλός έρωτας που σαπίζει. Η αδελφή τρέφεται με ανθρώπους. Σκύβει και τα ξινά της χνώτα σκεπάζαν με όνειρο δριμύ τα πρόσωπά τους. Τρίζοντας οι άνθρωποι αφανίζονται μέσα σ’ εκείνο το σαρκοβόρο  τρίχωμα θάλασσα των σαργάσσων. Ένα απότομο τίναγμα σαν δίνη. Σαν άγριος παφλασμός μιας φυλλωσιάς κι αυτό δείχνει πως καταποντίστηκαν για πάντα μέσα στο κόκκινο αίμα της. Στις άκριες των χωραφιών αφήνει το χαλί με τον αδελφό. Φριχτά υποφέροντας βγάζει από μέσα της σφίγγεται ν’ αποβάλει κι εγκαταλείπει πίσω της τα μαλακά λείψανα των ανθρώπων σαν πολτοί. Δοξασμένο ζώο από εκείνα που γεννάν έθνη. Εξαίσιο δάσος η αδελφή και το διαπερνά σαν ένα χάραμα ο θαμπός αδελφός. υπάρχει μια ατέλεια. Μέσα στον άνθρωπο συμβαίνει πάντα μια απόσταση.  Όσα πράγματα περνάν από άνθρωπο πεθαίνουν. Οδηγεί σε αόμματες εμφανίσεις και τότε τα πράγματα που γεννούνται είναι τα αντίθετα των θαυμάτων. Η απορρόφηση των ανθρώπων δεν ήταν ο τέλειος σκοπός της αδελφής αλλά ήταν μια έμμονη πράξη αλλά μια ενδιάμεση. Εξάμβλωμα αφού η τέλεια πράξη είναι ότι απαιτείται μια ανυπολόγιστη αφθονία ανθρώπων. Αλλά μονάχα ανθρώπους μπορεί να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος. Όποια να είναι η ιδέα κι όποια η προφητεία ο άνθρωπος θα χρησιμοποιεί πάντα ανθρώπους και πάντα με ανθρώπους θα επιστρέφει. Τέλος του ανθρώπου οι άνθρωποι.

 

ΕΠΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΤΕΚΟΥΝ ΣΤΙΣ ΚΑΜΑΡΕΣ ΚΙ ΑΤΕΝΙΖΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΣΑ   

(…ξαφνικά που όλα επρομηνούσαν την βασιλεία της αδελφής…)

Αλλά αναίτια και άθεα. Σαν την κεραυνοβόλο αρρώστια κι απότομα εκόπασε η αδελφή. Μυστικός μαρασμός και μία μελαγχολία άγνωστη την εμάρανε. Τώρα βαριά σέρνεται η αδελφή με κούραση θανάτου. Κηλίδες έσκασαν επάνω της σαν τα φριχτά σπυριά της Κρήτης και απότομα σημάδια αποκρουστικά πως πια τελείωσε η ερυθρή ζωή της Πολύ προτού συντελεστεί και πριν εκπληρωθεί εκείνο το πάθος της εντολής. Να πει το φως του αδελφού και να τον εκφραστεί. Άδικα άδικα η κόκκινη προβιά θάμπωσε και ετρίφτη Απογυμνώθηκε το κάτισχνο κορμί της και φάνηκε πόσο λιγνή έπεσε καταγής εστέγνωσε. Σαν ένα πετσί μέσα από το καμένο σώμα της ανέμιζε η ψυχή της ξεραμένη στον άνεμο μια πέτσα. Μια βαθιά κι αργή ανάσα γέρνει και σβήνει. Μ’ έναν αδύναμο βόγγο έγειρε η κόκκινη γυναίκα να τελειώσει.  Ορφανή του κόσμου όλου κι έλιωσε σαν μια μικρή Δομνή. Καμιάν ανάμνηση πως είχε για αδελφό εκείνον που χτυπήθηκε από την ανώφελη αλλά φαντασμαγορική μοίρα των ανθρώπων. Γιατί υπάρχει ένα χάρισμα που προορίζεται πάντα σ’ έναν αδελφό των ανθρώπων και όχι στους ανθρώπους. Υπάρχει η άβυσσος ανάμεσα στον αδελφό των ανθρώπων και στους ανθρώπους. Αναλύθηκε ξαφνικά και χάθηκε η αδελφή ένα μικρό νερό. Αφήνει μονάχο στο νεκρό της πλάι εκείνον τον αδελφό. Αιώνων ζωντανός αλλά ακίνητος για όλη τη ζωή του κόσμου. Αστράφτει μέσα από τη λαμπερή του σιωπή και μέσα από το μισάνοιχτο χαλί άστραφτε σαν χαράδρα.

 

παρουσιάστηκαν εφτά καμάρες σαν πύλες.  Όρθιες ή τρύπιες ημέρες κι όλες μαζί εφαίνονταν ερείπιο υδραγωγείο. Αλλά και σαν αψίδες κολλητές πάνω σε εγνατία κι ετοιμόρροπες οι αποκεφαλισμένες τιτανομαχίες και ρημαγμένες οι μάχες των λαών και σκίστηκαν οι τεντωμένες κνήμες των πολεμιστών κι ανάβλυζαν σκληρά βρύα κι εκείνος ο ταπεινός ήλιος του πηλού. Εφτά άνθρωποι στέκουν στις καμάρες κι ατενίζουν προς τα μέσα. Η αδελφή του παρατηρεί με αδιαφορία. Μ’ εκείνο το βλέμμα σαν πρησμένο των ετοιμοθάνατων. Αλαζονικά ο καθένας κατέχει την κάμαρά του κι όλοι φορούν άσπιλες ενδυμασίες πολέμου και μοιάζαν με ευαγγελιστές με τα ειδικά σημάδια. Ολόισια ακτινοβολούν όπως η αλήθεια την ώρα που πεθαίνει. Ένας πατά πάνω σε αίματα ζώων κι ο εραστής του ο μάντης τον παρακαλεί μη περνάς και του φιλά τα πόδια. Όμως αυτός λυσσομανά και ταράζεται

 

σαν κροταλίας του μεσημεριού και με κλαγγές που μονάχα ο ήλιος μπορεί και βγάζει. Τρία βουνά κουβαλά επάνω στο κεφάλι του και σειούνται οι βαθιές τους σκιές κι οι χαίτες των δασών τους και πίσω από την ασπίδα έχει κρυμμένες εκκλησίες που με τις χάλκινες καμπάνες τους βοούν κι αγγέλλουνε τον τρόμο. Η υπερκόσμια ασπίδα του έχει ένα ουρανό κι εκεί στη μέση του μάτωνε ακόμα ο κομμένος ομφαλός της νύχτας φεγγάρι το πρωτότοκο

 

Δεύτερος προβάλλει από την κάμαρα που ονομάζεται. Χειρότερος από τον πρώτο βρίζει λυσσασμένα τον θεό κι αυτός τα βάζει με το θεό κι όχι με τους ανθρώπους. Σηκώνει ψηλά χοντρό εικόνισμα όπου έχει έναν γυμνό άνδρα να κρατά φωτιά και βγάζει μια φωνή ντυμένη στο χρυσάφι θα κάψω

 

Τρίτος επάνω σε αφηνιασμένο άρμα και τον περιτυλίγει ο σφυριχτός ρόγχος των αλόγων καθώς οι ακράτητες αναπνοές τους χυμάν με αφρούς και αίματα μέσα σε σιδερένιες σάλπιγγες που είναι μπηγμένες βαθιά στα ξεσκισμένα τους ρουθούνια σαν αιδοία και στην ασπίδα που λαμποκοπά ένας πολεμιστής που σκαρφαλώνει πάνω στους τρούλους και με ολοζώντανες που τρέμουν συλλαβές ερεθίζει κι αυτός τον θεό να τον καταδιώξει αν τολμά από τα επταπύργια. Τέταρτος άλλος

 

βαστάζει στη ράχη ένα ολόκληρο αλώνι όπου μανιάζει ένας τυφώνας και βγάζει φωτιές μαύρους καπνούς και το αλώνι περικυκλωμένο φίδια σαν πλεκτάνες φιδιών

 

Τον πέμπτο λέω αγένειο παιδί κι αφίλητο. Έρχεται από τα βουνά κι έχει μαζί την θηλυκιά του μιαν αίγα που φορά αστραφτερά στολίδια αγαπημένης. Δασύς έφηβος θρεμμένος με στυφνό κι άγρια μούρα και στην ασπίδα του ένας φριχτός αρχάγγελος που ζει από το ωμό κρέας κρατά κάτω από τα νύχια του έναν άνθρωπο και τον κρατά μην κουνηθεί ώστε να τον πετύχει ο θάνατος

 

Αλλά ο έκτος κι η ασπίδα του σβηστή. Με λυπημένα μάτια σε άλλα οδηγεί

και σιωπά.

 

Τώρα ο έβδομος

 

Εκεί στις έβδομαις τις πύλες είναι ο άλλος αδελφός απαίσια μεταμφιεσμένος σε γυναίκα που παριστάνει τη Δίκη και με λάσπες βαφές στην άθλια όψη να φαίνεται γυναίκα.  Ολόκληρος σε άσπρα υφάσματα που τον σκεπάζουν από παντού   κι η αιματηρή του στύση αιμάτωνε τα γυναικεία πέπλα.   Αμίλητος υψώνει μιαν αμείλιχτη ασπίδα προς τον αποκαθηλωμένο με την άταφη σιωπή.   Επάνω στην ασπίδα είναι ένας ολόχρυσος  και τον οδηγεί μια Δίκη που σύγκορμη ακούγεται μέσα από γράμματα βαθειά.  Να μιλά κι αντηχούν οι αιώνες σαν στοές. Θα οδηγώ τον άνθρωπο αυτόν να επιστρέφει να πάρει  

Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το ΑΔΕΛΦΟ του, Κέδρος 1975  

 

ΟΠΟΙΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΕΑ ΚΙ ΟΠΟΙΑ Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

(…ο άνθρωπος θα χρησιμοποιεί πάντα ανθρώπους…)

Παρουσιάστηκαν επτά καμάρες σαν πύλες. Όρθιες ή τρύπιες ημέρες κι όλες μαζί εφαίνονταν ερείπιο υδραγωγείο. Αλλά και σαν αψίδες κολλητές πάνω σε εγνατία κι ετοιμόρροπες οι αποκεφαλισμένες τιτανομαχίες και ρημαγμένες οι μάχες των λαών και σκίστηκαν οι τεντωμένες κνήμες των πολεμιστών κι ανάβλυζαν σκληρά βρύα κι εκείνος ο ταπεινός ήλιος του πηλού. Εφτά άνθρωποι στέκουν στις καμάρες κι ατενίζουν προς τα μέσα. Η αδελφή του παρατηρεί με αδιαφορία. Μ’ εκείνο το βλέμμα σαν πρησμένο των ετοιμοθάνατων. Αλαζονικά ο καθένας κατέχει την κάμαρά του κι όλοι φορούν άσπιλες ενδυμασίες πολέμου και μοιάζαν με ευαγγελιστές με τα ειδικά σημάδια. Ολόισια ακτινοβολούν όπως η αλήθεια την ώρα που πεθαίνει. Ένας πατά πάνω σε αίματα ζώων κι ο εραστής του ο μάντης τον παρακαλεί μη περνάς και του φιλά τα πόδια. Όμως αυτός λυσσομανά και ταράζεται σαν κροταλίας του μεσημεριού και με κλαγγές που μονάχα ο ήλιος μπορεί και βγάζει. (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ο ΑΔΕΛΦΟΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ πρώτη έκδοση 1975)

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

  Έπαθε μια περιφρόνηση χύθηκε το πρόσωπό της κι έκαψε τους ώμους και το στέρνο. Χύνονται παντού τα χλωμά του αίματα. Τα χαρακτηριστικ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ