(…δεν ήξερες αν είναι σκιρτήματα τρόμου
ή εκείνο το αργοκίνημα
της μοίρας
που τίναζε το πρόσωπο προς τον
ήλιο…)
Η ζωή του αδελφού ζούσε μ’ ένα βαθύ πάθος δειλίας.
Σκεπασμένος με παλάμες και πίσω από τις λειτουργίες, πίσω
από τους ανθρώπους τον ακούν.
Μέσα σε αφώτιστα δωμάτια κι άκουες ένα σύρσιμο γονάτων
και οι μικρές του αναπνοές σα μαλακά φύλλα
τα τρυπούσε ένα - ένα το σίδερο της σιωπής και σκιζόταν
πνιχτά.
Ντυμένος με πλατειά ρούχα για να κατορθώσει ένα θρόισμα.
Στο πρόσωπο πάντα οι δυο παλάμες του μη το δεις.
Ζώο κιονόκρανο εκείνο το μεγάλο κεφάλι σαν τρισμέγιστο
με τα δυο ορθάνοιχτα χέρια σαν σκελετοί βλεφάρων
που επί χρόνια τα έγλειφαν οι βροχές και τα κατάφαγαν.
Από τις σχισμές των τεντωμένων δαχτύλων ξεχείλισαν
και στάζουν τα φραγμένα μάτια.
Άκουες σαν μια υπόκωφη επιληψία της γλώσσας
και όταν κατάπινες άκουες σα να θρυμματιζόταν
κι έσπανε ο λαιμός.
Η δειλία του αδελφού εμπνέει μιαν έντρομη δειλία.
Οι καταστάσεις των ανθρώπων είναι δαμασμένες.
Ο άνθρωπος οφείλεται. Ο άνθρωπος είναι μικτός.
Ο άνθρωπος είναι εκθαμβωτικά καθαρός.
Η δειλία του αδελφού λες πως προέρχεται
από μια απραγματοποίητη αλλά αλησμόνητη ταπείνωση.
Καταλήγει σ’ ένα είδος καταχθόνιας ντροπής.
Έλεες πως ο αδελφός δεν υπάρχει ακόμα
κι όλο μαζεύεται και αποτραβιέται
και με λυπητερούς μικρούς σπασμούς αποτραβήγματος.
Εκεί στις απόκρημνες άκριες
όπου χύνονται όλες οι ζωές των ανθρώπων
κι εκεί αντιστέκεται μ’ ένα ένστικτο σύμπαντος.
Όπου κατακαθίζουν αργά και απλώνοντας βυθίζονται αργά
και κυματίζοντας σαν αργά χέρια
και κατακάθονται οι βαριές ζωές των ανθρώπων.
Ο αδελφός φυλά εκείνη την πύλη του προσώπου.
(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά
Ο ΑΔΕΛΦΟΣ, εκδόσεις Κέδρος πρώτη έκδοση 1975)
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΙΩΓΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ
(κι άλλα αποσπάσματα από το ΑΔΕΛΦΟ του Γιώργου Χειμωνά, 1975)
Η οικογένεια έμενε πίσω να τον περιμένει κι η αδελφή με αναφιλητά τον
περίμενε. Εκείνος τους ακολουθεί από μεγάλη απόσταση και τα χέρια συνέχεια στο
πρόσωπο. Απότομα τίναζε το κρυμμένο του πρόσωπο προς τη φυλή και προς τον ήλιο.
Τα μακριά του ρούχα σαν ράσα ξεσκίζονται και πέφτει. Οι αγκώνες του πληγωθήκαν
και ράγισαν. Τα υψωμένα χέρια του που φύλαγαν το πρόσωπο αγκυλώθηκαν και δεν
άντεχαν. Τότε ξάπλωνε και σερνόταν με τους ώμους και την κοιλιά. Σήκωνε από
καταγής το πρόσωπο κι ανάμεσα από τα δάχτυλα έβλεπε τη φυλή να σβήνει μακριά
σαν ένα θυμίαμα. Ο λαός άφηνε πίσω πεθαμένους σαν μικρές ράχες που επιπλέουν
στο χώμα. Του φάνηκε πως αναγνώρισε τον πατέρα του πεθαμένο. Ακόμα φορούσε ένα
μακρύ και μπεζ παλτό. Ήταν ένας συνεσταλμένος και συναισθηματικός άνθρωπος και
τότε θυμήθηκε μιαν ώρα που ο πατέρας του ανέβαινε κλαίοντας τη σκάλα. Από
χαμηλά ο πατέρας τον κοίταζε με μια λύπη αγριεμένη σαν έχθρα. Γονάτισε πλάι
στον πεθαμένο κι αρχινά να κουνιέται δεξιά αριστερά μ’ εκείνο το αργοκίνημα της
μοίρας και τα χέρια όλο στο πρόσωπο. Ξαφνικά ο πατέρας άνοιξε τα μάτια και τον
κοίταξε τρομαχτικά. Τα μάτια του κατακόκκινα σαν από τράχωμα κι ακτινοβολούσαν
μ’ έναν υπερφυσικό κόκκινο φωσφορισμό. Ο πατέρας ανασηκώθηκε κι αγωνιζόταν να
δαγκάσει γαύγιζε σαν εξαγριωμένο σκυλί και το κεφάλι του ήταν από σκύλο.
Τι είναι
Επαληθεύθηκαν οι κατακλυσμοί σαν μια άνοιξη είχαν αρχίσει. Μια τεράστια
άνοιξη έγειρε ξαφνικά πάνω από τη γη κι έγερνε σαν ιτιά. Με κόπο διέσχιζε την
ακόλαστη βλάστηση με τα χέρια στο πρόσωπο να δει. Γιατί τα δάχτυλα εμπόδιζαν να
δει και το κεφάλι του από σκυμμένο τιναζόταν απότομα ψηλά. Όπως το κεφάλι του
αρπαχτικού πουλιού που με απότομα κινήματα του κεφαλιού ταιριάζει τα μάτια του
για να δει. Δεν ήξερες αν είναι σκιρτήματα τρόμου ή άρπαζε με το στόμα μικρές
και σπάνιες τροφές με δυσεύρετη σόγια.
(αποσπάσματα από
το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ο ΑΔΕΛΦΟΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1975)
ΞΑΦΝΙΚΑ ΗΡΘΕ ΚΑΙ ΣΑ ΝΑ
ΕΣΚΑΣΕ ΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ
(…ο αδελφός ερράη…)
Τα χέρια
του χαμηλώσαν μ’ έναν επιθανάτιο πτερυγισμό και τα ενδύματα σκίσθηκαν σε δυο
από πάνω ως κάτω μ’ έναν τραχύ τρόπο. Εγεννήθηκε ο αδελφός και προκλητικά υπάρχει. Κάθε γέννηση
γεννιέται δίδυμη με τον εχθρός της. Για πολύν καιρό επικρατεί και πολεμά ν’
αποτρέψει. Ύστερα ο εχθρός αποκτά μια σκοτεινή αγαθότητα που προκαλεί φόβο κι
ασάλευτος παρακολουθεί με μιαν αλύπητη ευγένεια. Ό,τι γεννιέται είναι μια
τελευταία γέννηση. Νευρικά και κρυφτά γεννιώνται οι σκέψεις και τα συναισθήματα
μέσα στις ανήλιες διακοπές του κόσμου. Φαίνεται πως άβυσσος δεν υπάρχει κι
είναι γεμάτη ιστούς. Μια εντατική ησυχία τον κατέλαβε σαν μια ατέλειωτη γνώση
που αντηχεί ατέλειωτα ως τα σιωπηλά βάθη της ακοής. Αφού γνώση είναι μια
απέραντη ερημία της ψυχής. Παραδόθηκε με μιαν επηρμένη ακινησία. Το σώμα του
ακούμπησε ήρεμο πάνω στον αιώνιο τοίχο των προσευχών. Επάνω στον αιώνιο τοίχος
του χάους κι αναπαύτηκε. Έθρεψε πάνω στον κρύο τοίχο. Η ανθρώπινη ψυχή του
αντικαταστάθηκε. Μια τρομαχτική τόλμη τον περιβάλλει τώρα αλλά δεν λέγεται και
δεν δρα. Σαν μία χάρη αποτρόπαιη σαν στυγερή χάρη τον περιβάλλει. Η αποκορύφωση
του ανθρώπου είναι να μην χρησιμοποιεί. Τόσον καιρό αυτή την τόλμη την
αντίσκοβε εκείνη η δειλία αλλά και με τριξίματα την προανάγγελνε κι ετοίμαζε.
Στο τέλος των συναισθημάτων υπάρχει πάντα ένας απέραντος κόπος που οδηγεί στα
αντίθετα συναισθήματα. Γιατί αντίθετα συναισθήματα δεν υπάρχουν. Ο φανερωμένος
αδελφός είναι αβάσταχτος και καταστροφικός για τους ανθρώπους. Η ερεθισμένη
αδελφή με μια φανατισμένη συγγένεια. Διαισθάνεται την εκτυφλωτική σχέση που
υπάρχει ανάμεσα στον αδελφό και στον κόσμο. Με την ψυχή στο στόμα η αδελφή
αναλαμβάνει να τον εκδηλωθεί και να τον ενσαρκωθεί στους ανθρώπους. Με μια
τυφλή εκφραστική μανία να παραδέρνει σαν χορεία. Μέσα σε βαρύ χαλί τον μεταφέρει
με τα χέρια της τραβώντας σαν ανακομιδή. Να διασχίσει ολόκληρους τους
ανθρώπους.
Η ΑΔΕΛΦΗ. Η αδελφή ανοίγει αργά. Βρωμάει!
(…κι από τον κόλπο της κατεβαίνουν ακάθαρτα αίματα
και γυρίνοι κι εκείνο!..)
…το ακίνητο ιερό οστούν σα να γεννά τεντώνει προς τα πίσω σπα κι όλο το
έντερο βγαίνει από πίσω και σέρνεται στο χώμα σφύζει φριχτά η γεννημένη για τα
καθαρά συναισθήματα. Σε ατίθασους ανθρώπους την δέσαν κι έπειτα μαστιγώνουν.
Σκισμένη γλείφει τα χυμένα της αίματα για να ξαναενωθεί. Χαίνει η τρυφερή λεκάνη
της κι αχνίζει και καθισμένη εκεί σαν με τη βία στημένη και καθηλωμένη. Αντίκρυ
σ’ έναν ήλιο που είναι κόκκινος σαν γιουγκοσλαβικός. Αφού όλα τα συναισθήματα
των ανθρώπων στέκονται μαζεμένα στην ίδια όχθη και συναθροισμένα. Σταματημένα
και μέσα σε μια παραζάλη και σ’ έναν σπαραχτικό συνωστισμό πεθαίνουν μέσα στην
αγωνία να περάσουν. Αλλά τα προλαβαίνουν και τα τρων ένα είδος προϊστορικά
συναισθήματα που πλαταγίζουν σαν προϊστορικά.
ΠΡΟΣΒΑΛΛΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΚΙ ΑΥΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΜΙΑΝ ΑΦΥΣΙΚΗ ΑΝΘΗΣΗ
(…ο ύπνος της ταράζεται από τις σημασίες…)
Κατανικά και αψηφά. Στην αρχή χρησιμεύει το σώμα της για να προσανατολιστεί προς τον αδελφό. Γιατί άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει. Ψυχή είναι
ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει.
Τανύει το σώμα της κι όσο ποτέ δεν το άνοιξε το ανοίγει επάνω στον αδελφό. Απομυζά τον
παραμικρό ιδρώτα τρώει τα σκύβαλά
του. Όμως δεν φτάνει ως το βυθό του σώματος του αδελφού κι
εκτεθειμένη στον ελεύθερον αέρα.
Έπαθε μια περιφρόνηση χύθηκε το
πρόσωπό της κι έκαψε τους ώμους και το
στέρνο. Χύνονται παντού τα χλωμά του
αίματα. Τα χαρακτηριστικά της έλιωσαν
σαν πέτρες. Μεταχειρίζεται τα ξένα
πρόσωπα που συναντά κι εκείνα που θυμάται. Με βιασύνη
και με μια μικροπρέπεια κλέβει
κρυφά τους τρόπους των ξένων ανθρώπων
και των πραγμάτων. Με νευρικό ζήλο ενστερνίζεται. Παραδίνεται στις επιδράσεις των
φυσιογνωμιών κι όπως η θάλασσα που παραδίνεται στις
επιδράσεις. Με ακατάσχετες μεταμορφώσεις
διαδέχεται τους ανθρώπους. Σαν μια γύρη
την σκορπάν οι άνεμοι που φυσάν από τα
ορθάνοιχτα πρόσωπα!.. [Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το ΑΔΕΛΦΟ
του 1975]
Παρασκευή, 27
Μαρτίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου