Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ (δαιμονίων;)

 

Φυσάει ο άνεμος του φθινοπώρου

και σαρώνει πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής

 τα ξερά φύλλα που έπεσαν απ’ τα δένδρα

σκισμένες επιστολές,

κουρέλια   πόθους   ελπίδες    όνειρα

 

άλλοτε ο άνεμος φυσά κι ανοίγει τρύπες στο νερό

απ’ όπου αναβλύζουν τα δάκρυα των ψαριών

λουλούδια  φραντζόλες

πόθοι   ελπίδες    όνειρα

 

κι άλλοτε ο άνεμος φυσά

και σε όχι πολύ παρωχημένες εποχές

«μούντερνε» κάτω από τις μακριές τις φούστες

των ωραίων γυναικών

κι έφτανε μέχρι τα ευγενικά τους κάλη

τα μυστικά

 


ΠΕΡΙ ΑΜΑΔΡΥΑΔΩΝ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου

ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ 1978)

τη λεύκα που αντικρύζω

από το παρεθύρι μου

την αγαπώ

 

χρόνια τώρα  – χειμώνα καλοκαίρι - την παρακολουθώ

από του σύνεγγυς

άλλοτε με τις φουντωτές τις φυλλωσιές

άλλοτε με τα ξερά της τα κλαριά

μεσ’ στους βοριάδες

 

όμως ποτέ μου δεν την είδα την αμαδρυάδα

της

που πρέπει να την κατοικεί

όσο κι αν επρόσεξα

όσο κι αν ώρες ατέλειωτες

δεν έπαψα κρυφά

να τηνε παρακολουθώ

 

ίσως να μην υπήρξαν οι αμαδρυάδες;

αυτό όμως

δεν το ’πε ποτέ κανείς!..

 

λέω μήπως απόθανε από καιρό

η δικιά μου η αμαδρυάδα

και μήπως  – από χρόνια τώρα -

να προστέθηκε κι αυτή

στις τόσο αμείλικτες

και τόσο αφόρητα βασανιστικές γύρω μας

απουσίες;

 

ΕΝΑ ΟΡΓΙΣΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Οι Κούροι που ορθώνονταν στα ελληνικά ακρογιάλια

Μην πείτε πως αφήσανε τούτο τον έρμο τόπο.

Αυτή η γης, η μαύρη γης, η χιλιοπικραμένη,

Ποτέ της δεν σταμάτησε να βγάζει παλληκάρια.

Κι αν χύνουμε τα δάκρυα, κλαίγουμε το χαμό τους,

Και η χαρά μας είν’ τρανή που είχαμε τέτοι’ αδέλφια.

Ποιος θε να κλάψει το χαμό τόσων παλληκαριώνε;

Εγώ θα κλάψω και θα πω το τι άξιζε ο καθένας.

Αλλά όμως τώρα τραγουδώ το Μήτσο Αστερίου,

Που ήταν αϊτός της Ρούμελης, πύργος στην Αταλάντη,

Στην αντρειά, στη λεβεντιά, πρώτος μέσα στους πρώτους,

Του Δίκιου και της Λευτεριάς τ’ άξιο το παλληκάρι.

Μεγάλη ωσάν τα βουνά είτανε η καρδιά του,

Κι η σκέψη του ήταν ψηλή ωσάν τα κυπαρίσσια.

Εργάτες ρίχτε τα σφυριά, ρίχτε τα εργαλεία,

Και με τα χέρια λεύτερα μουντζώστε τους φασίστες.

Οι άτιμοι ωμόσανε, στη νύχτα που τους ζώνει,

Τον Κόσμο να σκλαβώσουνε, ν’ απλώσουν τα σκοτάδια.

Και τώρα σφίχτε τις γροθιές, ψηλά σηκώσετέ τες,

Όλοι μαζί να ψάλλουμε της Εργατιάς τη Νίκη:

Και να ο Μήτσος έρχεται, πάνω στη γης βαδίζει.

Το πρόσωπό του είναι χλωμό, έχει πικρό τ’ αχείλι,

Όμως πάντα στα μάτια του η καλοσύνη λάμπει.

Αυτός που μόνο Πίστεψε, που ήταν όλος Αγάπη,

Για δέστε πώς μας έτεινε τα ματωμένα χέρια,

Στα ξεσκισμένα στήθια του απάνω να μας σφίξει.

 

Στον τοίχο που τον έσερναν, τυφλό ναν τον σκοτώσουν,

Στο μέρος όπου ακούμπησε το ευγενικό κορμί του,

Οι πέτρες δάκρυα στάζουνε και σκούζουν στοιχεωμένες.

Κι ένας αετός, ρωμηός αετός, όλο εκεί πετάει,

Και των φτερών του τη σκιά ρίχνει στο μαύρο τόπο,

Κι όλο βογγά, ξερνά χολή και όλο βλαστημάει.

 

ΠΕΡΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΥ ΚΛΑΔΑ

ποιος ήταν ο Κροκόδειλος Κλαδάς;

ήταν πραγματικά κορκόδειλος

και ψεύτικα κι απατηλά

τα κλάυματά του   μεσ’ τη νύχτα;

όχι: πραγματικά ήταν αητός

που έκλαιγε αληθινά

τη νύχτα

 

(δηλαδή κατά της νύχτας τη διάρκεια

και για τη νύχτα της σκλαβιάς

που έπνιγε άσπλαχνα  – βαρειά -

ολόκληρη τη χώρα)

 

αλλά τα κλάυματα γι’ αυτόν ήταν εκτόνωση

κάποτε τα δάκρυα στέρευαν

και μέσα του ξύπναγε ο πόθος κι η ελπίδα της αυγής

όλα να τα βαρέσει χάμου

και ν’ ανοίξει τα φτερά του

 

και μεσ’ τη χαρά του ήλιου μεγαλόπρεπα αργοπέταγε

ετιμωρούσε τους δειλούς τους άναντρους

κι έσπερνε της λευτεριάς μηνύματα

στις ψυχές τις καλογεννημένες

 

με τις φωνάρες του δεν εξεστόμιζε κοτσάνες  – ωσάν άλλους -

αλλά μόνε τη λέξη την ιερή βροντολαλούσε:

Ελευθερία!

 

και δεν τον έγνοιαζε αν στο βασίλεμα

ψόφιο ή ζωντανό ο ήλιος

τον πετύχαινε:

πάντως θε να τον έβρισκε οπωσδήποτε   αετό

μέσα στα δένδρα

χωρίς δεσμά

κι ελεύθερο για πάντα!..

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΕΣΘΗΡ ΜΠΕΣΣΑΛΕΛ

(Και η Εσθήρ;

 - Τώρα έρχεται… η δύστυχη…

Alberto Savinio Ο Λορέντζος Μαβίλης)

 

σαν ξαναεπιστρέψω

στη Θεσσαλονίκη

από την κόλαση

δεν θε ν’ αφήσω τους αγαπητούς μου

τους Οβραίους πάλι να με ζουρλάνουνε

με τα   «είδες Σολομωνίκο – τάδε σύνταγμα -

είδες Μωϋση  – στον τάδε λόχο   τάδε διμοιρία – ή

ίσως να εσυνάντησες τον Αβραμίκο…»

και άλλα…

 

θα τους αρπάξω απ’ τα μούτρα

τους αγαθούς τους πονεμένους ανθρώπους

και με φωνές και με σκουξίματα

θα επιμείνω να μου πουν

αν συναντήσαν πουθενά   ποτέ

-και τώρα πού να βρίσκεται; -

την Εστερίκα   τη Ρίκα

τ’ αστέρι το λαμπερό

στα πρώτα ερωτικά μου χρόνια τα νεανικά

τα μικράτα μου!

 

ω! το κελεπούρι του μεγάλου παρισινού βιβλιοπωλείου!

η χαριτωμένη γαλλιδούλα!

(με βαθιές ρίζες  - όμως -   εις γην Χαναάν)

ω! η υπέροχη μαγνόλια!

η κατάλευκη γαρδένια

τ’ άσπρο μου γιασεμί

με τα μαύρα βελούδινα

σπανιόλικά της   μάτια

 

ω! ο ποιητικός απόηχος

των γιοφυριών πάνω στο Σηκουάνα

η φουντωτή ανθισμένη καστανιά

των μακρυών λεωφόρων

η μαγευτική γλυσίνα

των ανακτορικών πάρκων

η άκρως δονούμενη

θεσπέσια άρπα του Δαυίδ!

 

μα πώς έχασα

την άφατη   την ευτυχία

απ’ τα χέρια μου!

οι δίνες της ζωής υπήρξαν η αιτία…

 

παντού και πάντα την αναπολώ

πάντα τη σκέφτομαι

κι ο νους μου τώρα και πάντα είναι

κοντά της

 

μήπως να μεταστρέψετε  – ως ποθούσε -

στο    «Ερέτζ Ισραέλ»;

μήπως μου την έκαμαν   λουλουδάκι

οι απαίσιοι Νατσήδες;

ή μήπως τώρα νάναι κάπου να μαραίνεται

και να μη με θυμάται;

(από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ 1978)

 

ΔΙΩΝΗ  

(από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ 1978)

οι άνδρες ποθούν το κάλλος

οι γυναίκες αφειδώς το προσφέρουνε

αυτό το παραδεχόμαστε

κι εμείς

οι απόγονοι των Μαραθωνομάχων

 

γι’ αυτό δεν έχουν λόγο

το έτος της γυναίκας

κι οι άλλες ανόητες φασαρίες

και τα μασκαραλίκια

των σουφραζεττών

 

από το «τη Υπερμάχω Στρατηγώ»

τις κρητικές μαντινάδες

τον «Αρφάβητο της Αγάπης»

 

από τους ιθυφαλλικούς χορούς των προγόνων

ίσαμε το

«αυτά τα μαύρα μάτια

που με κοιτάζουνε

χαμήλωσέ τα φως μου…»

πείθουν τους πάντας

για της προτάσεως

το ακριβές

 

με λόγο και με έργο

όλοι συνθέτουμε λαμπρές ανθοδέσμες

και αέναα

τις προσφέρουμε των γυναικών

 

ΜΑΛΛΟΝ  ή  ΗΤΤΟΝ

ε! όχι και να λογίζεται

καλός ορύκτης

κειος που καταχωνιάζει

βαθιά στα έγκατα της γης

την πάσα αλήθεια

το κάθε μυστικό

την όποια λύση!

 

πρέπει όλα να ειπωθούν

πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως

για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια

τις δυο ασήμαντες

άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις:

το «πάντοτε» και το «ποτές»

 

και ναν το πάρουμε τελειωτικά

απόφαση:

η σάρκα  – ναι - είναι πρόθυμη

όμως το πνεύμα

φορές – φορές  - ωιμέ -

είν’ ασθενές

 

νεράιδες

και τα δένδρα   

στην αμφιλύκη

και στις άγκυρες

του    σαλπιγκτού

 

ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ

«Μιλέν Ντεμοντζο! Μηδέν Λεμοντζόγλου!» Αυτό είτανε το σύνθημα και το παρασύνθημα εκείνης της χρονιάς. Ας δεν είτανε, και θάβλεπαν οι παραχαράκτες, μαστροποί κι αρχοντοχωριάτες νέο-Βαβυλώνιοι, ξανά στη ζωή τους, τσακίρικα ματάκια. Μαστούς κοριτσιών ανθισμένους κάτω από παραδοσιακά πετραχήλια (etoles), θύμησες αλλόκοτες δακρύων και σπαραγμών, αλαβάστρινα μανουάλια, αλλοτινούς καταρράκτες λουλουδιών (ναρκίσσων), κρυστάλλινες καράφες, πολύ ωραίες, άλλες με μανόγαλα, άλλες με σπέρμα, ή αίμα, αφιερώματα στη μνήμη των παλαιών, αλλά και των νέων, υπερρεαλιστών. Κι ο σεβντάς, σεβντάς. Κι ο ποιητής πάντα έτοιμος, το όπλον παρά πόδας, να πη την αλήθεια και να παρηγορήσει. Κι οι Μανιάτες εκεί, εκεί και τα παλιά λιθάρια, και οι κιθάρες και τα γιοφύρια, και τα ποτήρια κι οι ποταμοί, μέχρι το τέλος, μέχρι τη στιγμή που θα τελείωναν τα πάντα. Η μπαντα.

 

ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΛΥΚΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΓΚΥΡΕΣ ΤΟΥ ΣΑΛΠΙΚΤΟΥ 

(…η Αγάπη σαν τη ζωή είναι ένα όνειρο  κι ο σεβντάς, σεβντάς,  κατά το μάλλον  ή  ήττον…)

μια φούχτα άμμο όσο σφιχτά – γερά - κι αν την κρατάς    σου ξεγλιστρά από τα δάχτυλα, ξεφεύγει και πέφτει καταγής    το μόνο σταθερό: το υπέροχο, το θαυμαστό, το φευγαλέο όραμα του ρόδινου δικτυωτού και τα ολόμαυρα μαλλάκια   το αίμα;    κι ο ποιητής πάντα έτοιμος, το όπλον παρά πόδας, να πει την αλήθεια και να παρηγορήσει…   γιατί πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως,   για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια τις δύο ασήμαντες, άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις:  το «πάντοτε» και το «ποτές»    και ναν το πάρουμε απόφαση:   η σάρκα – να ι- είναι πρόθυμη    όμως το πνεύμα   φορές - φορές – ωιμέ - είναι ασθενές…   [ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ  κι άλλα σκόρπια στιχάκια από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ (δαιμονίων;)

  Φυσάει ο άνεμος του φθινοπώρου και σαρώνει πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής   τα ξερά φύλλα που έπεσαν απ’ τα δένδρα σκισμένες επιστ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ