Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

ΣΥΝΝΕΦΙΑΣΜΕΝΟ ΠΙΣΩ ΤΟΥ ΤΟΝ ΕΣΠΡΩΧΝΕ ΕΞΩ ΤΗΣ ΜΗΤΡΑΣ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

 (…έμβρυο του βυθού   πολλά αλλόκοτος δεν έστεργε να γεννηθεί…)


Δίδυμό του αερικό   Να τον ξεράσει; 

Κι η διαφάνεια ήταν η μόνη αστέρινη

που τον έταξε των αρχαγγέλων  δηλαδή του ύψους

Οι άλλοι βλέπανε τη ρίζα μέσα του 

Σκύβανε κρυφομιλούσαν: 

Να ’ναι τάχα του στοιχειού;   και ξεμακραίναν 

Λέγανε πως είναι κάτι ανάμεσα στα μάτια του

μα μόλις που πάει να φανεί

κάτι που πάει να σαλέψει

που όμως κι ύστερα απ’ όλους τους καιρούς

θα είναι ακόμα απάτητο  

θα ’ναι απλησίαστο

για πάντα

 

Σαν τι ανάμεσα στα μάτια του;    Τι κάτι; 

Τι να ’τανε του νέφαλου  

που να κλωσσάει εντός του τον αντικυκλώνα; 

Φεύγανε μακριά του    να τον περιμένουνε αλλού: 

πίσω από το ψωμί

πιο πίσω κι από το όνειρο  κι  ακόμα πέρα 

κορφούλα δυόσμου  που να ευωδά  στ’ αυτί του θανάτου

Και τι αμίλητος

Με το αψύ φαρμάκι μέσα του πέρασε πλάι τους

και θα περνά    έτσι που γράφτηκε

όμως ανέγγιχτος  

για πάντα 

 



ΤΙ ΝΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΑΧΑ ΔΡΟΜΟΣ; 

(…τι πάει να πει σ’ ακούω;  πόσο μετρά που είσαι εντός μου   που μιλάς;…)

Κι όχι πως είναι να πάρει απάντηση   παρά στο έτσι:

μόνο για αιώρηση πάνω απ’ την άβυσσο

Έτσι για τη ροή ανάμεσα στην κόρη    του ματιού

και για τη λέξη αγρίμι  την ανεύρετη

που τις ξέρει αν τονε χωρέσει  κι  αν τονε δεχθεί…  

 

Πού είναι εκείνος ο βυθός   εκείνο το άπεφθο

ότι εγώ είμαι εσύ; 

εσύ    για πάντα

 

ΛΕΖΑΝΤΑ: Κι ακόμα τους αδένες τους που εκκρίνανε τις σημασίες   

(…εκείνες τις ανείπωτες που ξεσήκωναν τα αιδοία των Βακχών…)

Και πώς του παραδίνονταν

λες και τα μαύλιζε τα πράγματα

Ρίχνανε στα πόδια του τις νικημένες του σημαίες 

τα όπλα τους   τα διάσημα της αρχοντιάς τους…

 

τόσο που

πια δεν έπαιρνε άλλο  κι  έκανε πανιά για την αλάλητη

για τη γυμνή βερυκοκιά   να την κοιτάζει έφηβος

Αντίνοος των βοστρύχων

Στράφι – στράφι οι νίκες

Μα το ποτάμι τον ακολουθούσε 

τον περίμενε όλο ρουφήχτρες

Κι αυτός ανύποπτος   τι ανισόπεδος

τι με το πλάσμα της βαρύτητας σημαδεμένος

τι εραστής κατάνακρος   μες στην αστροφεγγιά

στην αγγελοκρουσία

Τι με τον άμωμο αγέρα αχόρταγος

τι μόνος   μόνος   καταμόναχος

για πάντα

[στίχοι από ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟΥ,  πρώτη ενότητα στη συλλογή

του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984  

συγκεντρωτική έκδοση

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]

 

ΚΑΙ ΔΕΝ ΓΙΝΟΤΑΝ ΝΑ ΚΡΥΦΤΕΙ   ΤΟΝ ΒΛΕΠΑΝΕ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984)

Δεν ήταν δα πρώτη φορά που τα νερά 

τραβιόντουσαν μπροστά του    που κάναν πίσω

που οι δρόμοι στένευαν   τον κλείνανε

που η παγωνιά βουβή  όπως το μπαμπάκι

σαν πιαστεί σε ξόβεργες    αυτόνα μελετούσε

Μη και το άλογο σαν ξεψυχά αυτόνα δεν κοιτά ίσα στα μάτια;

Μη και το δένδρο;  όταν κείτεται κατάχαμα από πριόνι;

Κι εσύ   όταν γδύνεσαι το σίδερό σου

εσύ το τραύμα του

ω διάνοια που την ψυχή του δίνει να σε κάνει λάμψη;

Μα ο ποταμός κοράκι πίσω του αδίστακτο

πίσω του πάντα πεινασμένο

Σκύλες  σαν τον βλέπανε αλυχτούσαν οι καμπάνες

και λυσάγανε  και  δεν νοιάζονταν

που τα κουτάβια τους  ακέφαλα τ’ ανέβαζε

η αιωνιότητα απ’ τα σπλάχνα της

κίτρινα του θειαφιού

κι αυτός αθώος ρωτούσε  κι είναι πάλι

και πάλι να ρωτά

για πάντα

 

Έτσι

Μη δεν είναι μόνη της και η κίνηση;

όχι το όχημα

με δε σέρνεται στη μοναξιά της;

Το ποτάμι   Μόνο εκείνο δεν αναρωτιότανε

Ήξερε ελόγου του

ήξερε που τάχθηκε να τον κωφεύει

Κι ετούτος σαν το φίδι μάθαινε

ν΄αστρονομεί το βυζί της Πούλιας

Τέτοιος έρωτας  η δίψα του για  όλα

για το καθετί    τέτοια χωσιά για άγγιγμα

για χάδι

Η φωνή του νότιος άνεμος

ξεσηκωμός του υδρογόνου

όχι ανάβλεμμα θεού   ούτε  κι ο χτύπος του

μα σαν τη φλέβα που όταν νυχτωθεί

πλαγιάζει με τους ίσκιους

έτσι ορφάνεψε

κι είναι πια για όλα να σκιρτά

για πάντα

 

ΚΑΙ ΟΙ ΦΡΟΝΙΜΟΙ:  ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥΤΟΣ Ο ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΤΑΡΑΣ

(ο δρόμος που χαράχτηκε περνάει απ’ τις αστραπές…)

Που όχι μονάχα δε φυλάχθηκε  ο άμυαλός

μα που τραβούσε καταπάνω του ο μαυλισμένος

δρομολόγιο της κόλασης

Και πώς να είναι η θάλασσα ασπρόρουχο;

μα τι λέει ο τρελός;

Πώς τ’ άπαρτο οδόφραγμα  ξέστηθος ήλιος;

Και που μαθές το βρήκε να ’ναι το κάθε αλώνι μας

του Χάρου  και  του Διγενή;

τι λέει ετούτος;

Κι αν ήτανε  ως το πε σμίλη

δεν θα ’γλυφε την πέτρα να βγάλει άνεμο;

Μην κάποτε δεν ρώτησε  μια θαλασσοσπηλιά

αν είναι κόρη μέλισσας;

Κι εκείνη παραλοϊσμένη:  αχ να ’σουνα  ο καλός μου

Κι όμως της γύρισε τις πλάτες κι έφυγε

Τι να ζητούσε;

Τώρα πάλι κοπάδια ελάφια η λύπη του:

η αστρομάτα που τον μάτιασε μια  παναγιά λαφίνα

του ’ταξε να τονε κάνει του θολού νερού

για πάντα

 

ΑΚΟΥΓΕΣ ΤΟ ΠΑΛΕΜΑ ΠΟΥ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΝΑΝΕ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

(…ίσα που ’βγαινε καπνός απ’ τις σιωπές του…)

Πώς τον κανάκευαν οι στέγες

πώς η βροχή του ’δινε το γάλα της

πώς τον χουχούλιζε

πώς με το χνούδι της του στόλιζε  αχαμνά    μασχάλες

Και πώς η νύχτα  όλο παρακάλια

να της εσήκωνε λέει τη φούστα της

να του ’δινε λέει  την παρθενιά της

να τον ταξίδευε σε    κέλευθα υγρά

που δεν τα ’σχισε καρίνα

ρότες αχάραγες του πόθου

του αγύριστου χαμού  κι αυτός

κατάνακρη ακτή   του σχήματος

τι ανέγγιχτος

τι ρίγος πρωινού νερού   ν’ αναρουφάει τη λαλιά

τις φόρμιγγες της όρασης

για πάντα

 

Άκουγες το πάλεμα που εντός του κάνανε οι λέξεις

ίσαμε που ’βγαινε καπνός απ’ τις σιωπές  του

Να ’τανε κολασμένος;

ή που λιγόστευε  ή  που πλήθαινε

ή που αρνιότανε τους ίσκιους

το ερπετό τους δίκιο  που τάχα ήτανε να κρίνουν

έτσι του ’λεγε η καλή του   να κρίνουν τι;

γιατί;   για ποιο;

που σαστισμένο κι άχραντο απόθεσε στα χέρια της

κι εκείνη   του ζητούσε

η άμοιρη να τ’ αρνηθεί

κι ο ίδιος να χαθεί   ν’ αφανιστεί

για πάντα

 

ΟΛΟΣ Ο ΧΩΡΟΣ ΑΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΟΥ

όλος ο χρόνος πάνω μου   αναβάτης φρενιασμένος

κι εσύ να φεύγεις   εσύ να χάνεσαι

ανύποπτε   αόμματε   ακριβέ μου

Αν είναι να λάμπεις  πώς να σ’ έχω

η θαμπωμένη;

Πώς φέγγεις χωρίς κάτι να χαθεί;

Τίνος το ’λεγε;   Του σκοταδιού;   ή του χωμάτου;

Πού παράχωνε τα μάτια της   τσάγαλα του πρωινού

Πού καταβόλιζε;

Κι εκείνος τι;

σε τι που δεν του είχε ειπωθεί να γίνει ηλιοτρόπι;

Και τι να νιώσει  κι ας φτεροκοπούσε ως

του ’λεγε  χρόνια τώρα γύρω του

μιας κι ήταν όλος έξω του αγέρα

μιας κι ήταν πέρα;

Ένας – ένας βουτούσανε στο αίμα της

οι αετοί

πήγαιναν άφαντοι   χαμένοι

[από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984]

 

ΑΝΑΣΤΙΞΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ  ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

(από ομότιτλη συλλογή Έκτορα Κακναβάτου  1981  )

Από τότε που η ερώτησή μου

μπήχτηκε λοξά στα νεφρά της πολιτείας

από τότε που έγινε κομμάτια η θάλασσα

καθώς στάμνα χωματένια

από τότε  που άρχισαν να παρακμάζουν οι χειρονομίες σου.

να διαλύεται η φωνή σου όμως ομίχλη σε παράθυρο,

ν’ αποδημούν τα χρώματα και μόνο το νερό

όπως κουρτίνα ν’ αγαπάει τα μάτια μας…

ε… από τότες ακολούθησα  κείνη την ξαφνική σπαθιά

κάτω απ’ το μέτωπό σου, ν’ αστράφτει θανάσιμα

όπως συνωμοσία μισθοφόρων.

Η Δαμασκός,  εσκέφτηκα,  η Δαμασκός.

Μα πώς έγινε αμέσως κούκουτσο έτοιμο να γεννήσει;

 

Στο στήθος μου ένα δάσος σαλεύοντας φούσκωνε,

ικέτευε μια ζεστή μασχάλη

μακριά απ’ τα μάτια των βέβηλων

να λουστεί, να μετασχηματιστεί στο άψε – σβήσε,

ν’ αλλάξει σε πετρέλαιο,

σε αφιέρωμα στην Παναγιά της Τήνου

σε ξεχασμένο εμπόρευμα στο τελωνείο,

σε  αχ  μαχαιρωμένου

μα μη μπορώντας να ξεφύγει το μοιραίο

να γίνεται άλλη μια φορά  η ερώτησή μου

λοξά μπηγμένη εκεί:  στα νεφρά της πολιτείας.

Μ’ αυτό τον κύκλο ένα οκτάχρονο αγόρι έπαιζε το τσέρκι

τ’ απάνου τρέχοντας στο δρόμο του ορυχείου:

δε θα πεθάνουμε λοιπόν.

Έτσι ξαναρχίζω απ’ την τελευταία λέξη σου.

Μαζεύω τα μαδημένα μαλλιά σου σ’ όλα τα πλάτη της γης.

Απ’ την τελευταία βροχή

μου λείπουν μόνο τέσσερα κομμάτια!..

 

Όλα θα τ’ ανασυνθέσω με υπομονή.

Βρήκα στην τύχη μερικές σελίδες

εδώ  κι  εκεί απ’ το στήθος σου.

Μικρά κορίτσια  ζωγράφισαν επάνω τους

παράξενα χρυσόψαρα.

Ένα κουρέλι απ’ το μάγουλό σου, απόκομμα θύελλας,

κρεμότανε στα σύρματα στιγμή τη στιγμή να πέσει.

Το πήρα τρελός από χαρά κι αυτό,

έκανα την πρώτη δοκιμή να  τ’ ανασυνθέσω,

μα πάλι νάτην η ερώτησή μου, έλασμα στραβό,

λοξά μπηγμένη εκεί:  στα νεφρά της πολιτείας.

Τι να ’ναι πάλι τούτο θεέ μου;

 

Πόσος καιρός επέρασε να βρω ένα μικρό κομμάτι

απ’ την απολιθωμένη σκέψη σου σε κοιμητήριο ελεφάντων;

Ύστερα σφιγμένα τα τρία δάχτυλά σου πάλι

όπως μέσα στη στάχτη μιας βρισιάς,

στη γλώσσα των Λατίνων, κάποτε το σταυρό μας.

Χαραγμένη πίσω του η χρονιά του σύγκρυου,

τ’ απόγιομα των Πράσινων  των  Βένετων

του Ιππόδρομου η χλαλοή,  η αντάρα.

Κι εχτός μια σχίζα πια από νευριασμένο τηλεφώνημα,

που έκοβε στα δυο το βαθύ μπουνέντη

και φαίνονταν που άχνιζαν στον πάτο της πληγής

τα εντόσθια του Νοέμβρη

τίποτ’ άλλο δεν εβρήκα.

Τίποτ΄άλλο

αφού καταναλώθηκες μην ξεραθούμε τα οστά μας,

μη σπάσουν  και χυθεί πηχτός υδράργυρος.

Κάθισα πάλι να τ’ ανασυνθέσω.

Πάσχιζα να σχηματίσω το πρόσωπο σου

μα πάντα το ίδιο,  πάλι το ίδιο:  η ερώτησή μου

μπηγμένη εκεί:  στα νεφρά της πολιτείας!..

 

Τι γίνεται τώρα;

Αν μια φορά ακόμα;   Αν δοκίμαζα μαζεύοντας

κομμάτι το κομμάτι τη σπασμένη στάμνα

να φτιάξω πάλι τη θάλασσα;

Αν άρπαζα απ’ τα δόντια του σκύλου

το ιερόν οστούν της μάνας μου;

Αν έδενα πάλι τα βαγόνια

αν σφύριζαν τα τρένα πάλι

λερώνοντας τα χαμομήλια δίπλα στις ράγες;

Κι αν ύστερα γινόμουνα μια ζωγραφιά πολύχρωμη

στο μαξιλάρι του αγοριού καθώς κοιμάται τώρα

και τα βλέφαρά του ανθίζουν;

Χριστέ μου… επιτέλους άρχιζε η γάγγραινα.

(απόσπασμα από την ποιητική συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου

ΑΝΑΣΤΙΞΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ  ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ 1984)

 

ΜΑ ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΒΑΛΩ ΚΑΤΩ ΕΤΣΙ ΕΥΚΟΛΑ…

(…η πολιτεία πεθαίνει απ’ την ερώτησή μου…

Εσύ ήσουν η ερώτησή μου…)

Μένει ακόμα η αναποδιά μου με τα φυσεκλίκια σταυρωτά.   Θα κάψω και το τελευταίο φυσέκι,   αφού ανεβαίνει στα οστά μου ο υδράργυρος   όπως σε θερμόμετρο.   Κάμποσες μέρες  θα τρέφομαι απ’ την τελευταία σου λέξη.   Ύστερα θα φάω και τη μεσίστια σκέψη μου.   Ύστερα ό,τι θέλει ας γίνει.   Τα τρία δάχτυλά σου φύγανε τρομαγμένα:   άλλο κατά το βοριά,  άλλο τη Μεσόγειο,  το τρίτο παραδόθηκε στη Μικρασία.   Μα η βρισιά, των Βένετων πιστή,  έμεινε στο πλευρό μου.   Να λοιπόν:  το στήθος σου ένα χρυσόψαρο  σε βιβλίο με χοντρά ψηφιά για μικρά κορίτσια.   Η θύελλα να κυρτώνεται, να γίνεται το μάγουλό σου, ν’ ανοίγω με  βρόντο το παράθυρο,  η φωνή σου μισόγυμνη να πετιέται στο δρόμο τρέχοντας   για το βάραθρο του Ζάλογγου   στάσου  για το θεό:   στάσου να σε σημαδέψω,  να σε πετύχω στο μεσόφρυδο.   Απ΄ τα κομμάτια σου  μου λείπει μόνο η τελευταία βροχή,  δεν προφταίνω.   Απ’ το πετρέλαιο,  απ’ το παράλυτο εμπόρευμα,   απ’ το τηνιακό ακρωτήρι,  απ’ το αχ του μαχαιρωμένου   αναδύεται πάλι το πευκόδασος.   Φρικιά  κι  αναπνέω.   Ένας λόχος με τα τουφέκια υπό μάλης,   η θάλασσα κομμάτια  όπως η στάμνα πίσω του λείψανου   η πολιτεία πεθαίνει απ’ την ερώτησή μου!..  Εσύ ήσουν η ερώτησή μου!..  [ΑΝΑΣΤΙΞΗ ΤΟΥ ΘΡΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΦΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 εκδόσεις ΑΓΡΑ]. 

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2026

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2026

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΡΩΤΟΥΝ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΟΥΝΕ…

 (…επί της άμμου κάθισα  και  έκλαυσα…)


Και η θάλασσα δυο μέτρα μακριά – υπάρχει η θάλασσα
και υπάρχει η λύπη της σαν πρόθεση να υπάρξει.
 
Τόση Ελένη για μια θέση στο σκαρί της προσωδίας!..
Τόσος αέρας θυμωμένος στους ασκούς του γυρισμού!..
Και τόσες νύμφες του βυθού να ξεσηκώνουν
το στοιχειωμένο πόθο των πνιγμένων!..
Αργά διδάσκεται κανείς το άτεχνο της αληθείας,
και κάπως έτσι, άτεχνα  και  αργά, του αποσπά η ανάκριση
την καθομολογία.
 
Ώστε, δεν σ’ αφήνουν σε ησυχία οι αναλύσεις,
φτεροκοπώντας λογική στο ολοκαύτωμά τους
για ένα πουκάμισο αδειανό που οι σειρήνες το ανεμίζουν
σαν τραγούδι λαϊκό απ’ το ακροστόλι.
-Στην επαγρύπνηση,  μη καπνιστές πολίτες!.. 
Έφιπποι οι δροσουλίτες πολιορκούν το Φραγκοκάστελλο,
διάφανη η έρημος ξεσπά με τα φαντάσματά της.
Στην επαγρύπνηση εσείς!..  Στα θεωρεία!..
Για ό,τι προφτάσατε να υπερασπιστείτε
ψυχορραγώντας στις επάλξεις του αισθήματος!..
 
Μα όσο να πεις, ένα πουκάμισο αδειανό δεν είναι λίγο.
Σκέψου μονάχα τους εταίρους που σαλπάρισαν
χωρίς να ’χουν στην πλώρη τους μάτι επιστροφής
σκέψου την επιτήδεια ζητιανιά των ημιστιχίων,
όλη αυτή την ταραχή της ηδυπάθειας
για τους λευκούς μαστούς της Ωγυγίας.
 
Ω, αγαθούλη Λέοντα Νικολάγιεβιτς!..
Επί της όχθης κάθισες  και  έκλαυσες
δίχως να σου περνάει από το νου
πως πίσω απ’ την ουσία της
μορφής χαλκεύεται η μορφή της απουσίας.
 
Φυλάξου, πρίγκηπα!..
Ακόμη κι αν η θάλασσα είναι δυο μέτρα όλο κι όλο μακριά,
ο αποψινός σου ρεμβασμός δεν καθρεφτίζεται
ούτε στο κοίλο του νερού  στο αντικαθρέφτισμα της θλίψης.
[Αν και καμίας θλίψης το καθρέφτισμα
δεν φανερώνει δυο φορές την ίδια θλίψη]
Όσο και να καλλιεργείς το περιβόλι σου,
δεν φτάνει μόνο η ομορφιά της λεμονιάς
για να σωθεί ο κόσμος .
 
Ο κόσμος, πρίγκηπα, είναι η κομμένη αναπνοή
του πανικού του,  
όχι ο γαμήλιος ανθός γύρω από τον καρπό.
(ΔΥΣΚΟΛΟ πρώτο μέρος στην τρίτη ενότητα της συλλογής του Σταύρου Ζαφειρίου, εκδόσεις Νεφέλη 2014  - εικόνα εξωφύλλου: Σταύρος Παναγιωτάκης, Αποκαθήλωση ακρυλικό σε χαρτί) 




 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Στη Γερμανία του Χίτλερ ήταν διαδεδομένος

ένας ιδιαίτερος τρόπος συμπεριφοράς:

αυτός που ήξερε δεν μιλούσε,    

αυτός που δεν ήξερε δεν ρωτούσε,

σε όποιαν γίνονταν ερωτήσεις,    αυτός δεν απαντούσε.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μέσος Γερμανός πολίτης

κατοχύρωνε και υπεράσπιζε την άγνοια του.

 

Τούτη η φράση, κατακερματισμένη στις συμπεριφορές της,

ήταν το ερέθισμα για να τιτλοφορήσει ο Σταύρος Ζαφειρίου

τις ενότητες στη συλλογή του:  ΔΥΣΚΟΛΟ, Νεφέλη 2014:

1.   ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΞΕΡΟΥΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΝ

2.   ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΥΤΕ ΞΕΡΟΥΝ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΡΩΤΟΥΝ

3.   ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΟΤΑΝ ΤΟΥΣ ΡΩΤΟΥΝ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΟΥΝΕ και

4.   ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ 

 

 Ακολουθούν αποσπάσματα από την τρίτη και τέταρτη ενότητα της συλλογής

 

 

ΕΠΡΕΠΕ ΩΣΤΟΣΟ ΝΑ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΟΙ ΔΟΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑ Η ΜΕΤΑΤΟΠΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ 

(…τρίτη ενότητα δεύτερο μέρος στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΔΥΣΚΟΛΟ 2014)

                   -IΙ-

πως  ό,τι χάνει  η πέτρα στα πεδία των μαχών

το παίρνει πίσω επίτοκο σε αίμα.

 

Δύσκολο πια να κατοικείς  απάνω, στα έρημα,

έχοντας τάχα να εκτίσεις την ποινή των στοχασμών σου.

Και μην ψελλίζεις πάλι εκείνα τα περί ύψους.

Είπαμε:

Μια ναρκωμένη πλειοψηφία που βουτά στο αναισθητικό της,

ποντάροντας τις μάρκες της στο χρώμα της σιωπής∙

 

είπαμε:

Τίποτε δεν παραχωρείς στις πιθανότητες,

στα όσα παινεύει η ανοχή στις προτροπές της.

Όταν ο κρότος της ζωής φοβάται την ηχώ του,

δύσκολο πια να μην καθίσει η μπίλια στο zero.

 

Κι ενώ μπορεί οι άμαχοι να μπουν στα καταφύγια

κι οι μισθοφόροι ν’ αρκεστούν στα λάφυρά τους∙

κι ενώ μπορεί τα λύτρα να επαρκούν

για την εξαγορά των αιχμαλώτων,

 

δύσκολο πια να ιστορηθεί σε μιαν αποκαθήλωση χωρίς προοπτική,

πως τα σημάδια των καρφιών πασχίζουν να διασώσουν το ανθρώπινο

που σήκωνε στα σκέλη του ο σταυρός.

 

Τι ονειρεύεσαι λοιπόν  κι  ανοιγοκλείνεις το παραπέτασμα

του άτακτου ρυθμού, όντας δοσμένος

στα ατελέσφορα τεχνάσματα των μέτρων;

Έπρεπε κιόλας να ξέρεις:

Όσο πιο τραγική η περιγραφή,  τόσο και περιπλέκεται το σχήμα.

Όσο πιο μάταιο ν’ ανακαλείς τη ματαιότητα,

τόσο επιγράφει η μοναξιά το αξίωμα του φόβου.

 

Και τι θαρρείς;

Ακόμη κι ο λυρισμός έχει το τίμημά του.

 

          -IΙΙ-

Λέει ο μύθος:

Στου πουλαριού τη ράχη απλώνεται ο θάνατος.

Ο ιππέας του εξόριστος  στα μέρη των ζωοφόρων.

Εκείνη   (η Χίμαιρα),

σύμπλεγμα τερατόμορφο  που λύσσαγε να καίει τ’ όνομά της

-μέχρι που το έλιωσε στο στόμα της σε μια γουλιά μολύβι∙

μέχρι που το κατάπιε.

Τέτοιο μελόδραμα!..

 

Ο μύθος όμως∙

πώς περισσεύει απ’ το μολύβι  κι  απ’ το δράμα του!..

Πλοκή  και  αντίστιξη, σαν παρτιτούρα που τινάζει στον αέρα

τα ερπετά που βιάστηκαν να γίνουν πτεροφόρα.

 

Στο μεταξύ, όπου χτυπάει η ράβδος της φυλής, κρουνός τα λύματα∙

ψάχνει πηγές για ν’ αναβαπτιστεί  και  βρίσκει αποχετεύσεις.

Όμως μ’ αυτά τα αδόκιμα,

καθώς τα μέσα παρατείνουν τον σκοπό  και  το μικρότερο κακό

σκάβει δαιδάλους στα υπόγεια κοιμητήρια,

 

εσείς,  τι σκέφτεστε άραγε εσείς;

-Μονάχα παρατονισμούς  και  επιχρίσματα σε ανασκαμμένη γη

και πόλεις που ταχτοποιούν τους συρματότοπούς τους.

 

Η πίστη αλλάζει,  μα δεν αλλάζουν τα όρια της πίστης.

Ανάμεσα στη μύηση και στη βεβήλωσή της

υφαίνει αθώρητη η αράχνη τα κελεύσματά:

Εκάς, εκάς οι βέβηλοι – ή ό,τι απόμεινε απ’ αυτούς

που πελεκούν στη σκόνη τις άδειες κόγχες των ματιών.

 

Πού είναι τα μάτια;   Τόσο φως και να γεννά σκοτάδι!..

Πού είναι η χαίτη να πιαστείς απ’ τα στολίσματά της;

Πώς να τα βγάλουν πέρα οι Καρυάτιδες

με τη ρητορική του Πρυτανείου;

 

                   V-

Εντέλει ποιος;

Ούτε η αμετροέπεια της οίησης ούτε η αιδώς της ταπεινοφροσύνης.

Με κυκλικό στο Ζάλογγο  και αντικριστό στην πίστα

ό,τι κι αν σκύψεις  σε όνειρο θα εξατμιστεί στον στύφτη.

 

Εντέλει, ποιος;

Πάνω στη σαρκοφάγο των εσμών, ανάγλυφη

η εραλδική της δεσποτείας.

Και οι πειρατές καραδοκώντας στα παράκτια

τους νοσταλγούς που μπαινοβγαίνουν σαν σκιές στον Κάτω Κόσμο.

 

Νέκυια!.. Νέκυια!.. Κάψε τ’ απομεινάρια  και συνέχισε

μέχρι να φτάσουν ως το ωμέγα  οι ραψωδίες.

 

Μόλις χωνέψει το χτικιό μες το καμίνι του  και μοιραστούν οι δαίμονες

τη μολυσμένη τέφρα,

προφταίνοντας τους λογιστές και το ιερατείο,

μόλις γλιστρήσουν απ’ τις στέγες μεθυσμένοι οι Ελπήνορες∙

αλίμονο!.. Γενεές γενεών και πάνω απ’ όλα η αρρυθμία των σφυγμών

-αυτή η ταραχή που εξαναγκάζει την κραυγή  στο υπογλώσσιό της∙

η ταραχή αυτή, σαν μια απελπισμένη επιβίωση

ή σαν μανία του αγριμιού που όταν πιαστεί στο δόκανο

κάνει κομμάτια το ίδιο του το πόδι.

 

Αλίμονο!..

Με τόσα ειδύλλια αντικατοπτρισμών, με  τόση αιμομιξία αμμολόφων,

πώς να μετρήσεις ξέφωτο  στη μέση της ερήμου!..

 

Ώστε λοιπόν, όταν νυχτώνει ενοχή,

κάτω απ’ τις ξαστεριές γεννοβολά τα νόθα η αθωότητα

κι όταν χαράζει ο Ζάλογγος,

προφτάνετε ένα τελευταίο τσιφτετέλι στα σκυλάδικα.

 

Αυτό μας έλειπε:

δυο χωριστές παραγγελιές για μία όλο κι όλο αθανασία,

κρατώντας παραμάσχαλα την ίδια ενδημική.

 

Αυτό μας έλειπε!..

 

                   -V-

Υπάρχει ο καιρός γι’ αυτό που βλέπουμε 

και  ο καιρός  για εκείνο που μας βλέπει.

είπεν ( ; ) ο Εκκλησιαστής

 

-Όχι δεν το είπε.

Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας δεν είναι περί θέασης∙

οι σοφιστείες του διαδραστικού  και  οι αισθητισμοί είναι το θέμα μας∙

η παρανάγνωση του ασύμπτωτου  και  η λόγχη

που στομώνει στα πλευρά της ηθικής.

 

Όσοι βολεύτηκαν να υπάρχουνε με λέξεις,

συντάσσοντας τις λέξεις με την ύπαρξη∙

όσοι οπλίστηκαν οιωνούς για ν’ απευθύνουν

τις κατηγορικές τους προσταγές στις αυταπάτες τους

-πόση ακράτεια νέο-ιδεαλισμού, με τις αναγκαιότητες ν’ ασφυκτιούν

μες στα πυκνά κλαδιά των αναλογιών τους!..

 

-Τι είναι η πατρίδα μας;  Μην είν’ οι κάμποι;

Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά;

 

-Όχι, δεν είναι.  Έτσι κι αλλιώς το θέμα μας

δεν αφορά στα εύφορα  ούτε  στα χερσοτόπια∙

το τίμημα  και  ο τιμητής είναι το θέμα μας

και οι καμπούρικές μας ψευδαισθήσεις∙

οι αντιφάσεις του ιστορικισμού είναι το θέμα μας

και η πρεμιέρα τ’ ουρανού στα νέα οράματα μας.

 

Συνεπώς:  διόλου οι παρακαταθήκες  μα  η απώλεια

και η εκτατική μεταβλητή της εντροπίας∙

συνεπώς  -  κι ενώ αυξάνεται διαρκώς

η άτακτη απόκλιση του αμφιβληστροειδούς –

τι άλλο θέλετε να ξέρετε για τούτη την πατρίδα;

Τι άλλο για ό,τι βλέπετε, για τον καιρό εκείνου που σας βλέπει;

 

                   -VΙ-

Να δεις που αύριο δεν θα ’χεις ούτε λύπη.

Να δεις που οι αυτοματισμοί θα σε προλάβουν

και θ’ αρκεστείς  κι εσύ στ’ από καθέδρας της θερμοδυναμικής.

Φαίνεται, εξάλλου,  στη λιθοδομή του αντερείσματος

και στο αναφιλητό των νοημάτων.

 

Βέβαια  και οι συνάνθρωποι  - 

επ’ άπειρον αναβολή των κατασχετηρίων, 

προλήψεις και εξορκισμοί των ημερών.

Και επειδή,  όταν χαζεύεις έξω από το παράθυρο,

όλο και κάποιον κερκοφόρο θα πετύχεις

 

θυμήσου, ε:

τηρούμε τους κανονισμούς και την ιεραρχία,

έστω κι αν κωλοτρίβονται στη σολομωνική.

 

Είναι κι εκείνες οι κρυφές νεροφαγιές

που ακολουθούν συλλαβιστά το ίδιο ρεύμα

με τ’ αγειτόνευτα ποτάμια των παράκλητων

-πυρά του χώματος και χνότο της Εκάτης

και ποντισμένη άγκυρα στο δέλτα των ζωών∙

κλέβεις νερό – όσο μπορείς – απ’ το τσιγκούνικο νερό της προσδοκίας,

κλέβεις και λάδι λυχναριού, να φέξεις  τις στοές.

 

Τέτοιας λογής πολιτική, με αφορμή τις ατραπούς των μεθορίων

-σύρριζα ο παράδεισος  και  η απειλή της γέεννας δίχως υπεκφυγές.

Τέτοιας λογής παρόν∙  και μέρα νύχτα το φρουρούν

σαν κλέφτικο ταμπούρι.

 

Πρόσεχε, ε!..

Κλειστή στροφή στον Γολγοθά  και  η αδελφότητα χρεώνει μοιρολόι

με  την ώρα

-στον κήπο της Γεσθημανή τόσος ιδρώτας αυτού

ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην.

Και ήρξατο ούτος  εκθαμβείσθαι  και  αδημονείν.

 

Τέτοιας λογής πρωθύστερα που συμπεριλαμβάνουν

και αγωνίες  και  αρνήσεις  και  αργύρια∙

τέτοιας λογής τετέλεσται, με τους ανέμους να φυσούν την εθιμοτυπία.

 

Πρόσεχε, ε!..

Ούτε το πνεύμα  πρόθυμο   ούτε ασθενής η σάρκα.

Ούτε η ψυχή σου λυπημένη ως την  τέχνη σου.

Ούτε αυτή!.. 

 

(τέταρτη ενότητα)  ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥΣ

          -I-

Όπου νοείται η αρχή ως τελειότητα,

στο ίδιο σημείο ακριβώς τελειώνει η γνώση.

Κι αν, βέβαια, συνυπολογιστεί το κληροδότημα,

τότε είναι μάλλον περιττή η φυσική συνθήκη.

 

Δύσκολο πια ν’ αναστραφούν οι επισφάλειες

και η ερμηνευτική της εξουσίας∙

δύσκολο πια να συνοψίσεις στον ορίζοντα τ’ απόβλητα μιας λογικής

που αποπατεί θεσμούς.

 

Μέσα στη μεταξίωση των ισοτιμιών 

και στη μελαγχολία των διεστώτων

(όχι επειδή είναι επιταγή αυτής της γλώσσας

μα επειδή αυτή η γλώσσα επιτάσσεται),

οι κηπουροί λοιπόν,  όταν νυχτώνει, ξελύνουνε τα σκιάχτρα

και τα παρτέρια τους,

ν’ ανοίξουν χώρο για τον λιθοβολισμό,

για την αυτοδικία που ονειρεύονται  μιας ανέξοδης  μετα-ευγονικής,

βαφτίζοντας συλλογικό ασυνείδητο τη βούληση

που κρύβει την ασχήμια της στην ψιμυθίωσή της.

 

Για μια στιγμή,  για μια πνοή,

για λίγα μόνο λόγια σαν εικόνες,

όσο να γίνει ο φόβος περατός,

όσο να σπάσει η επιφάνεια σε αβύσσους.

 

Ούτε στιγμή ούτε πνοή.

Δύσκολο πια ακόμη να ρωτάς αν είναι ρόλοι

μες στο δράμα οι αμνήμονες.

Δύσκολο πια ν’ απαλλαγείς από το κομποσκοίνι της φυλής

που ξεκουκίζει τις γητειές του πεπρωμένου.

 

-Ποιες οι γητειές  και  ποιο το πεπρωμένο;

Σε ποια εποχή που τρέφεται από τη δόμησή της

δεν έχει χώρο να κρυφτείς, μονάχα χρόνο να μετράς το

«ΦΤΟΥ  και  ΒΓΑΙΝΩ»!..

 

                   -ΙΙ-

Έπρεπε όμως να ξέρω:

Αν ξεσκαλώσεις απ’ το πλέγμα της γραφής

και δεις την παρωδία απ’ τις κερκίδες,

πόση κακή υποκριτική μπορείς ν’ αντέξεις;

Εσύ θα επιστρέφεις τον θρήνο για τους άταφος νεκρούς

κι εκείνος πάλι σαν σκυλί θα σου γαβγίζει.

 

Με τόσο κλέος των ανδρών∙  και η σημαία:

τσόχα στρωμένη σε παιχνίδι κυβιστών.

Τίποτα πιο ηρωικό απ’ τη σκηνοθεσία της απορίας

σ’ ένα σκηνικό που ανακυκλώνει τροφούς και παραβάτες των ορίων.

 

Τίποτε πιο μηχανικό απ’ την υπνοβασία

που ισορροπεί στο φιλιατρό μας μοίρας

που φορά κατάσαρκα τον τρίχινο κορσέ της αυτουργίας.

 

Τι κωμική υπεκφυγή!..

Μόλις φουσκώσουν τα πανιά  και  στρίψουν το τιμόνι

οι αφανείς οιακιστές των μετωνυμιών

και ως αντιζύγι των οστών βαρύνει η σκύλευσή τους∙

μόλις μυρίσει ο καπνός του αποτεφρωτηρίου

σαν άρρητος προορισμός του καταιονισμού,

 

δανείζει βάρος η άρνηση σ’ εφαρμοσμένους τρόμους

και κατεβαίνει από παντού με τάξη η σιωπή

-τούτη η σιωπή που δίνει στέγη στα θεσπίσματα,

καθώς η μνήμη αλώνεται απ’ τη διαλεκτική της

 

-Ποια μνήμη  και  ποια άλωση!..

Εκεί όπου οι φυλλωσιές απομυζούν τις ρίζες,

χρειάζεται  άραγε καιρός   μέχρι ν’ αντιληφθείς

πως τ’ απομνημονεύματα  είναι οι αναπηρίες

μιας αποστρατευμένης εμμονής;

Χρειάζεται άραγε καιρός μέχρι να διαπιστώσεις ότι το μέλλον

που έχει ειπωθεί,   πριν ειπωθεί έχει συμβεί στο λόγο;


                                      -ΙΙΙ-

Σ’ αυτόν το λόγο,

μες στην αφαίρεσή του περιέχοντας την εξασθένιση του αντίλαλου

που πάλλεται σε αδειανό δοχείο∙

σε αυτόν τον μύθο – δεσμώτη που σκεπάζεται από την πλημμυρίδα,

ακολουθώντας στον βυθό το κάτεργό του.

-Εύκολος τρόπος!..

 

Όπως  ξοδεύεται η ευχή στην επιφοίτησή της

και η ενσυναίσθηση κατρακυλά στο βάραρθρο των αντινομιών∙

όπως αρπάζεται το φως απ’ την ψαλιδισμένη ουρά των συνειδήσεων,

για να περάσει στα ζεστά τη σύγκρουση των τυχοδιωκτισμών,

 

έτσι θα δοκιμάζονται οι φθόγγοι στις ρωγμές τους

και θα ζυμώνει η αντηλιά το τρύγημα του νου∙

έτσι η στίξη θα οδηγεί  σε απόσταξη τη γλώσσα,

υγροποιώντας τους ατμούς τόσων θαυμαστικών!..

-Μάταιος τρόπος!..

 

Με βάρδιες του παραδομού  και  με νυχτέρια αγγέλων,

πώς παίρνει η έναρξη σειρά στα ενδεχόμενά της!,,

Πώς οι παλιοί αστερισμοί γράφουν καινούργιες τύχες

κι ο τρελαμένος εύξεινος βιτσίζει τους γιαλούς!..

 

Μεγάλοι δείχτες ρολογιών που ιστορούν στα τέμπλα

το κάρπισμα των αμπελιών  και  το άκαυτο των βάτων,

που ανοίγουν ψάθες στις αυλές  και  φτερωτές στους μύλους

και αντικριστά του φεγγαριού σταβλίζουν τα υπερούσια.

 

Μεγάλοι δείχτες των χεριών που στρέφουνε το μάτι στις ασταθείς

πατημασιές αυτών που έρχονται – αυτών που είναι να ’ρθουν:

το πρώτο βήμα πιο μπροστά απ’ τον κυνηγό τους,

το δεύτερο να λασπωθεί η ενδυτή του δρόμου,

κι ακόμη ένα να βρεθούν πρόσωπο στον καθρ΄φτη

και ν’ αρνηθούν το είδωλο που βλέπουν

να χωρίζεται από τον εαυτό τους.

 

Απάτριδες που έχουν τσακιστεί από πατρίδες

κοπάδια σταλισμένα κάτω απ’ τα όνειρα.

 

Σε λάθος τόπο.

Σε αμαξιτούς αδιάβατους απ’ τις κατολισθήσεις.

Σε απρόσιτες νεροτριβές όπου δε φτάνει

ούτε η ανάγκη, να ξεπλύνει τα σκουτιά της απ’ τα θέσφατα.


                   V-

Δύσκολο πια να βρεις την άλλη γλώσσα,

τη γλώσσα που εξηγεί αυτή τη γλώσσα σου,

ακολουθώντας το απερίσκεπτο φτερούγισμα ενός Ικάρου,

το πείσμα του ήλιου λίγο πριν τον ουρανό.

 

Δύσκολο να χτυπήσεις το δικράνι στην πέτρα,

για ν’ αναβλύσουνε τα δάκρυα των αδέσποτων.

 

Είναι οι επίγονοι – μαθητευόμενες σκοπιές στα παρατηρητήρια∙

είναι η απόσταση ανάμεσα στην πλώρη  και  τα ύφαλα,

σαν μια κινούμενη γραμμή που όλο μικραίνει

ώστε να μην χωρά τον ενοφθαλμισμό,

ώστε να μη χωρά την προσδοκία της μέρας

που θ’ αλλάξει χέρια το κενό,

γδύνοντας το συμβολισμό απ’ τα εγκόλπια του.

 

Είναι το χώμα που αδειάζει το φαρμάκι του,

 

όπως το δόντι της οχιάς αδειάζει μες τη φλέβα το δικό του∙

μόχθος κακός, και στα θυσιαστήρια βλαστήμιες και αναθέματα,

διαβάζοντας τα έμπυρα στα εντόσθια του ζώου

-πράξεις που ξεθαρρεύουν στη φωτιά 

και  ομολογούν το στοχευμένο αίμα.

 

Δύσκολο πια να φυλαχτείς στα χαμηλά του κόσμου,

σε μια γωνιά απρόσβλητη απ’ την αναγωγή της λογικής

στο τρίκλισμα της συγχυσμένης πίστης.

Δύσκολο πια να καταφύγεις στα προάστια.

 

Θα σε προδώσει η γκριμάτσα ενός λαού

που τρέφει την αλήθεια του με αλίπαστα ιστορίας,

σκούζοντας θεοσέβεια  και  ιδρυματισμό.

Θα σε προδώσουν τα στοιχειά των αρτεσιανών

και η σκιά της πένθιμης ελιάς των Ερεχθείων.

 

Δύσκολο πια να λιτανεύσεις στη στεριά – σε ποια στεριά –

φορτώνοντας στους ώμους σου τον επιτάφιο της!..


                                      -V-

Δεν έχει νόημα η λύσσα για ζωή αν δεν επινοήσεις τα σκυλιά της.

Ούτε έχουν νόημα οι ρήτρες του φωτός

δίχως τη συμφωνία των χρωμάτων.

Σε τούτη εδώ την αταξία των αντικατοπτρισμών,

όπου δαγκώνει η εντύπωση το αγριεμένο μάτι,

τίποτε πιο χειροπιαστό από το προφανές

της βίαιης προσαρμογής σ’ έναν μηχανισμό που ανοίγει δρόμο

μέσα απ’ τη συρραφή των φαινομένων.

 

Και  τίποτε πιο απόλυτο από τον εθισμό στην κατ’ ιδίαν προβολή

μιας έντρομης ιδέας

γεμάτης στερεότυπα και απαρχαιωμένες τεχνικές της δεσποτείας∙

 

στην ίδια οθόνη – κίνηση της κάμερας σε κλειδωμένες ράγες –

στην ίδια απόκλιση απ’ τη λήψη  και  το μήνυμα:

κλέος ανδρών  και κλέος της μανίας

και ξεραμένη κόρα του αντίδωρου που αναμασά η Χίμαιρα,

τάχα αλυσοδεμένη στο παχνί της.

 

Με βήματα που αντηχούν στο εύθραυστο κατώφλι

και μ’ εκατόμβες  έλυτρων να τρίζουν κενωμένα από τη σάρκα,

πώς γρατζουνάει η απειλή το επίπαγο της πόρτας∙

κι όταν ανοίξεις:  κρύο μονάχα, κι ένας τροχός

για να γυρνά η μυλόπετρα του φόβου.

 

Νύχτες του ατιμώρητου

και νύχτες του καμπαναριών που δένουν το γλωσσίδι τους

μπροστά στην επανάληψη αρχέγονων σφαλμάτων.

 

Πόσοι και ποιοι  χωρίζουν τα νερά,

για να δουλέψουν στα στεγνά οι τεχνικοί των έργων;

Πόσοι και ποιοι μετατοπίζουν το αγκαθόπλεγμα,

για να χωρέσουν όλοι οι προγραμμένοι;

 

Γι’ αυτό επιμένω:

Δεν έχει νόημα η τετράποδη ζωή,

αν δεν σκαλίσεις τ’ αποφάγια των νεκρών της∙

ούτε έχουν νόημα οι νεκροί – τόσοι νεκροί –

αν δεν σε σύρει ο οίστρος σου πίσω απ’ τη μυρουδιά τους!..

[Σταύρος Ζαφειρίου ΔΥΣΚΟΛΟ, εκδόσεις Νεφέλη 2014]

 

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΣ  ΚΙ  ΑΡΝΙΟΣΟΥΝ ΠΩΣ ΤΑ ΞΕΡΕΙΣ;

(…πόση σιωπή μαρτύρησες με αυτές εδώ τις λέξεις  που έχουν φτιαχτεί από σιωπή!..)

Καταμεσής της αγοράς μεσίστιες σημαίες  και  προσκλητήρια πεσόντων στα πλακόστρωτα   τείχη εμφύλια  και  σχέδια διαφυγής μέσα απ’ τα στεγανά των καναλιών  και  ανάμεσα από μπλεγμένα δίχτυα.     Τόση υπόκωφη ζωή απ’ την πνοή του κτήνους  στον τροχασμό μιας διαδρομής που έχει μπροστά της το υπόλοιπο της διαδρομής του κόσμου.   Τόσος παροξυσμός της προσευχής   που ξεστρατίζει την ευχή από την κατεύθυνσή της  άγονη γη, πηλός πάνω στα βλέφαρα των αποκοιμισμένων  και  η πυρκαγιά – εκείνη η πυρκαγιά που κάνει στάχτη τα πορθμεία των καθαρτηρίων.   Εδώ είναι ο τόπος κι ο χρόνος που δεν διάλεξες,   ο τόπος ο παρών  και  ο χρόνος που συμβαίνει εντός του τόπου.   Εδώ είναι η αντιπαροχή του επιτελεσμένου,  ο ακάλυπτος  της χάρης που ανταλλάσσει τις στιγμές  με τα τρισδιάστατα εφέ ενός καινούριου αιώνα.   Εδώ είναι η υποχώρηση της ύπαρξης σ’ ένα έδαφος σαθρό που υπακούει στη φαντασίωση του κληρονομημένου   της ύπαρξης που διεκδικεί την κατοχή ενός βυθού,  μολύνοντας τον υδροφόρο ορίζοντά του.   Δύσκολο πια να εξιλεωθείς,  με τεχνητές αναπνοές να ξαναζωντανέψεις τους πνιγμένους.  Δύσκολο πια ν’ αθωωθείς, έχοντας για συνήγορο τις ματαιότητές  σου.   Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους θεούς είναι τα ορειβατικά τους μονοπάτια,  τα καταφύγια των χιονοδρομικών  και  οι σφαλισμένες πόρτες,   για να σαπίζουν πίσω τους τα ανυψωτικά της θεοφάνειας.   Ό,τι απομένει τώρα απ’ τους εξάμετρους είναι οι βοσκοί του παλατιού  που μεγαλώνουν μπάσταρδα  και  τερατογενέσεις.   Πόση σιωπή μαρτύρησες με αυτές εδώ τις λέξεις που έχουν φτιαχτεί από σιωπή!..  Πόση σιωπή, για να μπορέσει η φωνή να περισώσει κάτι απ’ τη φωνή της!..  -Φρουρέ, πόσο η νύχτα θα κρατήσει;   Πότε θα τελειώσει;   - Έρχεται το ξημέρωμα, αλλά είναι νύχτα ακόμα. Αν θέλετε να ξαναρωτήσετε, ελάτε πάλι…  (έκτο μέρος  στη τέταρτη ενότητα της συλλογής του Σταύρου Ζαφειρίου  ΔΥΣΚΟΛΟ, εκδόσεις Νεφέλη 2014)

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2026

ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΟΥΡΤΑΛΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ…

  (… έτσι που τραύλισα  ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ γιατί πια δεν κατοικούν τα βάσανά μας…) Ι Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός   ή έκρη...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ