Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΟΥΡΤΑΛΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ…

 (… έτσι που τραύλισα  ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ

γιατί πια δεν κατοικούν τα βάσανά μας…)

Ι

Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός  ή έκρηξη

Ανάσα και χειρονομία καμιά μες στα αδειανά φωνήεντα 

κι  ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα 

κι ούτε τρέμισμα κορμιού   ή  κεριού  

και μήτε σάλεμα σκιών  στους τοίχους  

 

Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο   

βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά  

πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων 

όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά  

μιλάει μόνο με σήματα  

μες στην οχλαγωγία της ερημιάς  

στις φαντασμαγορίες του τίποτε 

 Έτσι κι εμείς αδειάσαμε  

και μας  ψεκάσαν με αναισθητικό  

έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο 

 

 Σμιλεύουμε – σμιλεύουμε πληγές  

σκαρώνοντας μνημεία  και  μπιμπελό  

Αλλά το τρομερό καραδοκεί  

 

Ό,τι δεν είναι τέχνη μες στην τέχνη  

αυτό το ανθρώπινο  

αυτό κι εμάς  κι  αυτήν θα μας ξεκάνει…    




ΙΙ

Τώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο

ξέρω, δεν ήταν έτσι,  τίποτα δεν ήταν

αλλιώς έγιναν όλα

 

Η μαρτυρία μου ασαφής.  Τι υπεκφυγές,  τι συγκαλύψεις

σε λόγια, σε γραφτά και  σε φερσίματα…

Αλλά πώς να τα πω  και  φαντασίας καμώματα όλα αυτά

Και τα σημάδια;  και τα ερείπια; 

της  φαντασίας  κι  αυτά;

Δε γίνεται.

 

Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση

πώς να διευκρινίσω μια ζωή;

Το ειπωμένο με εκδικείται

κι ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό

 

Σίγουρα κάτι μου διαφεύγει

κάτι που λάθος το έζησα και λάθος με έζησε

κι όλο και σκοτεινιάζει γύρω μου

κι όλο και σκοτεινιάζει

 

Πού βρίσκομαι   Τι ώρα να ’ναι…

[αποσπάσματα από το ποίημα ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ

στη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 

Συνέχεια με άλλα αποσπάσματα από το ίδιο ποίημα από

Συγκεντρωτικός τόμςο ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ,

ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]

 

ΚΛΑΙΣ   ΔΙΧΩΣ ΟΜΩΣ ΝΑ Σ’ ΑΓΓΙΖΕΙ ΤΙΠΟΤΕ… 

(τρίτο απόσπασμα από το ποίημα ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ 

στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996)

-περίπαθη βροχή πάνω από αισθηματικά τοπία

πεφτάστερα του Αυγούστου αλεξίσφαιρα παρθενικών ευχών…-

αλλά να δούμε, όταν πονέσεις, τι θα κάνεις Ουρανέ

Πώς θα δαγκώνεσαι  και  θα σφαδάζεις μες στη λάσπη σου

και φρενιασμένοι οι αστερισμοί σου θα τσακίζονται στα ηώα κάγκελα

πώς θα ξεσκίζεται το δέρμα σου  και  θα μαδάς σε σάπια φύλλα

μαύρα και σάπια φύλλα

μαύρα και σάπια λόγια

όπως μαδάει και τούτη η ποίηση

τώρα που απόμεινα εγώ  κι  εγώ

κι πόνος που με ματαιώνει

 

ΙV

Χαμένος, ξαναπαίζω τώρα μόνος την παρτίδα

Μάταια γυρεύω λάθη  δοκιμάζοντας νοερά

κινήσεις  και  φερσίματα

λόγια που ειπώθηκαν  ή  δεν ειπώθηκαν

περιπλανήσεις  σε όνειρα  και  φαντασίες

χαμένα δρομολόγια ματαιωμένες συναντήσεις

τηλεφωνήματα μπλεγμένα

με μια άγνωστη φωνή πάντα να παρεμβάλλεται και να φωνάζει

βοήθεια

γδέρνοντας το μυαλό μου

 

Αρνήθηκα τον κόσμο  και  δεν βρήκα την ψυχή μου

έχασα την ψυχή μου  και  δεν κέρδισα τον κόσμο

Στημένο το παιχνίδι

Του Θεού και των ανθρώπων οι ζαβολιές με ρήμαξαν

 

Σε φονικό σκοτάδι άστραψαν τα πελέκια

το χέρι που άπλωσαν το τσάκισαν

το χέρι που μου άπλωσαν το τσάκισα

γκρεμίστηκε το ουμανιστικό όραμα

καταπλακώθηκα στον ίδιο τον εαυτό μου

 

Ημέρα ανθρώπου  ημέρα θλίψεως

ημέρα ανήμερη

κι άλλο δεν είμαι παρά κατάρα  και  βλαστήμια

καθώς επάνω μου ξεσπάει

ξ μοχθηρία του ουρανού

και του πλησίον η μάνητα

 

V

Λοιπόν μπροστά μας έχουμε θανάτους

πέσαμε σε κακούς καιρούς  και  μέρες οργισμένες

χάνουμε τους δικούς μας  και  μας χάνουν

τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος

 

Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙

σκοπός που εκπληρώνεται  ή  (το ίδιο)  ματαιώνεται

σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του

Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας

(πώς γίνεται να ’χει συνέχεια ένα τέλος; )

Αλλά, καταπώς φαίνεται το τέλος έχει μόνο αρχή

και πώς να το περάσουμε  μη φτάνοντας ποτέ  και  πουθενά

 

Ήξεραν οι παλιοί  και προνοούσαν

να ’ναι ελαφρύ το χώμα τους

φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι

συγύριζαν το μέσα  τους,  στόλιζαν τις ψυχές τους

ήξεραν να μοιρολογούν

εξοικειώνονταν με τους νεκρούς  τα ΄λεγαν μεταξύ τους στ’ όνειρό τους

κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου

κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι

 

Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε  ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκαλα

της μάνας μας…

Έχουμε αποκοπεί απ’ τους πεθαμένους

δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας

δεν ξέρουμε να κλάψουμε

πώς να φερθούμε ,προς στο θάνατος  και τι να πούμε

 

Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας

άδεια χελωνοκαύκαλα

 

VΙ

Εδώ στο συνοικιακό νεκροταφείο

που μαζευτήκαμε να κεραστούμε

καφέ, παξιμαδάκι  και  κονιάκ

για τον αγαπημένο μας που χάθηκε νέος πολύ

εν αρετή  και  θλίψει

και λίγο πριν απιθώσαμε το σώμα του

-το βάρος μιας νεότητας ασήκωτο σα μεταμέλεια… -

η σύναξη ετερόκλητη

φίλοι και συγγενείς εγγύτεροι  και  απώτεροι οι συμμετασχόντες

-σε τι συμμετασχόντες

και ποιοι τώρα οι «εγγύς»  και  ποιοι οι απώτεροι… -

λόγια συμβατικά για τον νεκρό,  τριμμένα κι άλλα που σωπαίνονται

και εγκώμια σε παλιά ελληνικά  όπως συνηθίζεται

«αναλωθείς…»,  «διαπρέψας…»,  «υπερακοντίσας…»

 

Το τελευταίο αυτό με λύγισε

Τι λέξη αλήθεια  και  τι μοίρα

γι’ αυτούς που ξεπεράσανε το στόχο

κι έτσι, υπερακοντίσαντες,  αστόχησαν

 

Τι έγινε η ορμή τους

πού καρφώθηκε το ακόντιο…

Δε μέτρησε η βολή τους τίποτε δεν μέτρησε

 

VΙΙ

Δυστυχισμένε,

γιατί θέλησες τα λόγια σου αμετάκλητα

γιατί δεν φρόντισες τα ίδια αυτά να ’ναι επιδεκτικά ανακλήσεως

και ποικίλων εκφορών

να προσαρμόζονται στο πώς μιλιέται η τέχνη κι όχι η ζωή

-αυτή δε μιλιέται… -

για να μπορείς,  μαζί τους φιλιωμένος,  να κυκλοφορείς

στων αισθημάτων  και  των ιδεών την αγορά

αφού κι εσύ δεν είσαι δα αμετάκλητος…

 

Κι όχι να τ΄ αποφεύγεις τώρα,  να τους κρύβεσαι,

να σου χτυπούν τις φλέβες  και  να λες  «δεν είμαι»

 

Μνησίκακα, μια μέρα θα σ’ εκδικηθούν, σαν λυσσασμένα

σκυλιά θα πέσουν πάνω σου,  θα σε κατασπαράξουν

Στις ερημιές θα διαμελιστείς

 

σ’ αυτό που ήσουν  και  σ’ αυτό  που ειπώθηκες

 

VΙΙΙ

Τιτίβισμα του τίποτε

ήξερες τελικά πώς να επιζήσεις

Δεν μπλέχτηκες εσύ σε οράματα

και σε χαμένες υποθέσεις

ήξερες να φυλάγεσαι περίκομψα

ξέφυγες την αισθητική καταστροφή

 

Έντομο ανθεκτικό της μετατέχνης

ζουζούνι της τεχνολογίας του αισθήματος

χαζοχαρούμενο  και  χαζολυπημένο

διακοσμητικό του ανύπαρκτου

ήξερες τελικά πώς να επιζήσεις

 

-όχι σαν τη δική μου τη φωνή

που πνίγηκε    στο βόγγο του υπαρκτού!..

 

ΙΧ

Το ξέρω,  μ’ έχεις πια στους  «πεθαμένους τίτλους»

Γι’ αυτό ζητώ να βάλεις στον  «Κατάλογο Εκδόσεων»

δίπλα από τα βιβλία μου την ένδειξη  «απεσύρθη»

Το ’χω αυτό το δικαίωμα

-έτσι όπως τελειώνουν κάποτε οι παραστάσεις

και  «κατεβαίνει»  το έργο.

Τέλος πάντων,  διαλύθηκε αυτός ο θίασος της ψυχής μου

 

Άλλες σελίδες ας χαϊδεύουν τώρα στα βιβλιοπωλεία

συνεσταλμένα δάχτυλα  που τους ξεγλίστρησε η ζωή

Κι ας μη ζητούν απ’ τους νεκρούς το ελιξήριο της ποίησης

Δε θα το μαρτυρήσουν

καλέ  μου φίλε, εκδότη νεκροθάφτη!..

 

Χ

Έτσι που τραύλισα το πεπρωμένο μου

με λέξεις ασυνάρτητες

και με την πίκρα του δαφνόφυλλου στα χείλη…

 

Χρησμός είναι το πεπρωμένο

που τον ζητάς και δίνεται απ’ τον ίδιο τον εαυτό σου

για να ξεφύγεις απ’ αυτό που δε θα το ξεφύγεις

για να εννοήσεις  το που δεν θα εννοήσεις

ήγουν λόγος ανοίκειος  και  αποτρόπαιος

που σε αποτρέπει απ’ αυτό που σε παρακινεί

σε σπρώχνει αντίθετα από κει όπου σε σέρνει

κι ο μόνος τρόπος να το εκπληρώσεις είναι να το παραβείς

 

Γι’ αυτό εξορίζεσαι απ’ τον ίδιο εσένα

και πέφτεις στο κοινότοπο

σε ποταπούς βιοτικούς αγώνες

σε δήθεν περιπέτειες  και  άθλους

να λύνεις τάχα αινίγματα  και να σκοτώνεις τέρατα της καθημερινότητας

να πράττεις τα σωστά  και  να  μιλάς τα ασήμαντα

σε αβάσταχτους εξιλασμούς  και ανώφελους

να γονατίζεις για να ζεις

 

Έτσι  κι εγώ που μου έλαχε ή πιο βαριά και μαύρη μοίρα

βρέθηκα να σηκώνω

μια τόσο απίστευτα κοινότοπη ζωή

 

ΧΙ

«Δεν είμαστε ποιητές»  σημαίνει φεύγουμε

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

 

Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

Ε,  λοιπόν, αυτό σημαίνει…

[αποσπάσματα από το ποίημα ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ

στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996]

 

ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

(… τα ονόματά μας πού  και  πού μας βλέπουν στο όνειρο τους…)

…ψυχές περιπλανώμενες  δυστυχισμένες   χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα   Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν  και έντρομα ξυπνούν  κι  ανάβουνε τα παγωμένα φώτα  κι  αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται  και  να φωνάζονται   να νιώσουν έτσι πως υπάρχουν   Γιατί,  πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν να τρέμουν οι ουρανόσκαλες  και να γεμίζει η γειτονιά  λουλούδια   πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε  στης νεραντζιάς τη φλούδα   Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας   δεν θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους   θα ζήσουν μια δική τους ζωή  με άλλες σημασίες σε εξώθυρες  και  εξώφυλλα   βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα  και  δε θα μας ξέρουν   Εμείς χαμένες σημασίες  κι  αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα     [από τη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 – συγκεντρωτικός τόμος ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ Ποιήματα 1949 - 2006]

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΟΥΡΤΑΛΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ…

  (… έτσι που τραύλισα  ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ γιατί πια δεν κατοικούν τα βάσανά μας…) Ι Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός   ή έκρη...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ