(…και κουρνιάστε σαν πουλιά σ’ αυτούς τους στίχους…)
β
αυτοί οι στίχοι
τείχη ενάντια στις ορδές
βάρβαρων ήχων.
γ
Ύπτιος ποιητής
ιπτάμενο τραγούδι
ονειρεύεται.
δ
Άπτερες λέξεις
σαν μαδημένα πουλιά
σέρνονται χάμω.
ε
Άγουρο ακόμα
κόπηκε το ποίημα·
τώρα, σαπίζει.
στ
Αυτός ο έρωτας
στο ποίημα δεν χωράει,
το περιέχει.
ζ
Μη με λυπάσαι,
ποίηση, πάρε το φως μου,
φτάνει να λάμψεις.
η
Αγρύπνιας νύχτα.
Την ψυχή μου αγρικώ
να σιγοτρίζει.
θ
Νύχτα παγερή
διάτρητο ταβάνι
το στερέωμα.
ι
Τη νύχτα πάντα
φως ανάβει ο τυφλός·
για να βλέπουν.
ια
Πάνω απ’ το χάος
γέφυρα το χέρι σου,
φωτός αψίδα.
ιβ
Έκπτωτο αστέρι
αναδεύεις στο βυθό
σαν αστερίας.
ιγ
Αυτό το ψάρι
αγάπησε τον ήλιο
κι έγινε τσίρος.
ιδ
Έχιδνα ο χρόνος
και παντού ελλοχεύει
ταχυθάνατος.
ιε
Τινάχθηκε έξω
απ’ το δίχτυ του καιρού
σαν πεφταστέρι.
ιστ
Άχρηστα χέρια·
κουπιά έξω απ’ το κύμα,
ρίζες δίχως γη.
ιζ
Θεέ μου, τι αόρατο
ναυάγιο που είναι
η έρημη ζωή!
ιη
Θλιμμένο χέρι,
μέσα στην τσέπη κρύβεις
τη μοναξιά σου.
ιθ
Κρατάει πολύ
ο θάνατος, κρατάει
ολόκληρη ζωή.
κ
Έμαθες να ζεις;
Καιρός να μάθεις τώρα
πώς να πεθάνεις.
κα
Έλα να κάνουμε
έρωτα, να ξεκάνουμε
το θάνατο.
[ΧΑΪΚΟΥ από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη
ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΧΑΪΚΟΥ
και ΤΑΝΚΑ 1997.
Συγκεντρωτική
έκδοση:
ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ Η
ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ Ποιήματα 1966 – 2000, εκδόσεις Νεφέλη]
ΟΣΟ
ΚΙ ΑΝ ΤΡΕΧΕΙ Ο ΛΑΓΟΣ…
(…το
βόλι τρέχει γρηγορότερα!..
Κανείς
λαγός ωστόσο δεν το πίστεψε ακόμη…)
β
Βόλι που φεύγει
απ’ το όπλο δίχως στόχο
τη βολή του χάνει·
αστόχαστα τελειώνει
στην καρδιά του μηδενός.
γ
Βολίδα ρίχνει
ο βουτηχτής μετρώντας
το κουράγιο του·
μαργαριτάρι λάμπει
στον πυθμένα ο θάνατος.
δ
Θαμπέ καθρέφτη,
στο γυαλί σου φυλακίζεις
τα είδωλά μας·
μες στα θολά νερά σου
αμέτρητοι πνιγμένοι.
ε
Ίσια στα μάτια
το θάνατο κοιτώντας
τον ημέρεψα·
άτρομα το κεφάλι
χώνω στα σαγόνια του
στ
Πέφτει το βράδυ,
λουφάζουν στη μονιά τους
όλα τ’ αγρίμια.
Πάψε κι εσύ ψυχή μου
τη σελήνη ν’ αλυχτάς!..
[ΤΑΝΚΑ από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη
ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ 1997]
ΑΥΤΟ
ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΑΠΟ ΧΕΡΙ ΘΕΪΚΟ ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΟ…
(…τα
φύλλα του θροϊζουνε στο άγγιγμα του ανέμου … )
Με
κέρινα φτερά απ’ το λαβύρινθο μου τις νύχτες βγαίνω. Η παγερή σελήνη τα μάγια μου δεν λύνει
(η) Τόσο μεγάλος πόνος, τόσο πιο
μεγάλος απ’ τον άνθρωπο· κι ωστόσο στην
καρδιά του ολόκληρος χωράει (θ) Στ’ όνειρο μέσα, ξυπνητήρι· στον καρπό μέσα, σκουλήκι. Θλίψη μέσα στον έρωτα· θάνατος μες στη θλίψη (ι)
Ω, πώς θαμπώνουν τα κορμιά, χωρίς αγάπη!.. Σαν άτριφτα ασημικά, αχάιδευτα θαμπώνουν!..
(ια) Ξένη η φωνή μου, όταν εκτός μου
ηχεί, κι είναι δική μου μονάχα εντός
μου, μονάχα όταν σωπαίνει (ιβ) Γέμισε ο κόσμος ανθρώπους που δεν έχουν γεννηθεί ακόμη κι
ανθρώπους πεθαμένους που ακόμη
περπατούν (ιω) «Αυτοί
είναι οι γιοι μου», λέει περήφανα ο
μωρός, «αυτή είναι η γη μου» Σχεδόν δεν έχει εαυτό κι έγινε ξάφνου αφέντης!.. (ιδ) Πηλός ο άνθρωπος και
πλάστης και αλί του αν δεν το ξέρει και
προσμένει άλλο χέρι να πλάσει την ψυχή του (ιε)
Ψυχή δεν έχεις άλλο καταφύγιο στον κόσμο τούτο· μονάχα αυτούς τους τοίχους, αυτούς τους πέντε στίχους!.. (ιστ) (ΤΑΝΚΑ από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ
1997 - από το συγκεντρωτικό τόπο Αργύρης
Χιόνης Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ Ποιήματα 1966 – 2000, εκδόσεις Νεφέλη]
Παρασκευή, 12
Δεκεμβρίου 2025

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου