(…όμως εγώ ξέρω πώς πίσω από τον τοίχο είναι ο
Θεός!..
Γιατί μόνον Εκείνος δεν απαντάει…)
Α.
Είχα χαθεί εδώ και χρόνια, μα ο αδελφός μου με βρήκε,
«πώς
μ’ ανακάλυψες;», του λέω,
εκείνος
μου έδειξε το δεκανίκι του,
«ο
πατέρας θέλει να πουλήσει το σπίτι» μου λέει,
«ποιο
σπίτι, του λέω, εμείς δεν είχαμε ποτέ σπίτι,
γι’
αυτό κιόλας ο πατέρας πέθανε»,
«λάθος,
μου λέει,
είχαν
γεμίσει το φέρετρο με παλιά ρούχα»,
«μα
βέβαια, λέω, τι άλλο θα ’θελε ο πατέρας
τόσα
αποφόρια που του ’διναν».
Β.
«Περάστε, περάστε»
έλεγα
στον κόσμο που είχε μαζευτεί,
«πού να μπούνε, σκέφτηκα,
όλοι
οι δικοί μου εκεί μέσα είναι νεκροί»,
αλλά,
ευτυχώς, θυμήθηκα ότι στο μοναδικό δωμάτιο,
που
ζούσαμε, έτσι γινόταν πάντα,
όταν
είχαμε καμιά επίσκεψη,
αυτοί
που κοιμόντουσαν ξυπνούσαν βιαστικά
κι
έφευγαν απ’ την πίσω πόρτα.
ΓΑΜΗΛΙΟ
ΤΑΞΙΔΙ
Είχαν
όλοι κοιμηθεί,
παραμέρισα
το παλιό ερμάρι και κατέβηκα,
κανείς
δεν ήξερε αυτή τη μυστική σκάλα στο σπίτι,
μόνο
η μισοπάλαβη υπηρέτρια
όταν
στέκονταν εκεί κοντά, άρχιζε, χωρίς λόγο,
να
κλαίει, κι ύστερα ήταν ο δρόμος έρημος,
πλάι
μου ερχόταν μια γυναίκα κουτσαίνοντας,
και
πιο εκεί δεν είχαμε τίποτα,
στο
λόφο ήταν μαζεμένοι,
αποβράσματα
λογής - λογής, μεθύστακες, λιποτάχτες,
«Κύριε,
του λέω, κάνε ένα θαύμα να σ’ αναγνωρίσουμε»
«πήγαινε
κι αμάρτανε, μου λέει είναι αργά»
κι
ένιωσα τη δύναμη που συγχωρεί
και
που κάνει την άρπα να παίζει μόνη της
πλάι
στον άνθρωπο που χάνεται,
από
μακριά ακούγαμε κιόλας τις πυρκαγιές
που
τριζοβολούσαν
κι
όταν έμαθα πως άρχισε η εξέγερση,
βάλθηκα
να χτυπάω τον τοίχο,
ώσπου
οι σοβάδες έπεσαν μ’ ένα ξερό κρότο,
αφήνοντας
να φανεί το αμάξι που περίμενε,
ακριβώς
την ώρα που ο πατέρας ανέβαζε τις βαλίτσες,
η
μητέρα στέκονταν στη σκιά, με μια βεντάλια, νιόνυφη,
«να
μου προσέχεις τη μητέρα» του λέω,
μα
ο πατέρας δεν μ’ άκουσε,
καθόταν
πίσω από τα τζάμια του νοσοκομείου, γέρος
κι
η μητέρα έκλαιγε που δεν τον πρόφτασε ζωντανό –
ύστερα
έκλεισαν την πόρτα του αμαξιού
και
ξεκίνησαν για το γαμήλιο ταξίδι.
[ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ
ΑΘΑΝΑΣΙΑ σε δύο χρόνους και
ΓΑΜΗΛΙΟ
ΤΑΞΙΔΙ από την ενότητα ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
στη συλλογή
του Τάσου Λειβαδίτη
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ
ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του ΚΕΔΡΟΥ
Από την
ίδια ενότητα διαβάζουμε και τις παρακάτω Ιστορίες:
Τα Σφαγεία και ο Αθώος
και ΑΠ’ ΤΟ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ τις ιστορίες:
Το Γράμμα
του Επισκέπτη, ο Άρρωστος,
Η Απάντηση,
Η Άλλη Αυγή, Τα Καρφιά,
Γυμνά
Χέρια, Καθημερινή Χρήση, Η Πόρτα
Το Άγγιγμα, Οικογένεια,
Αυτός που έβλεπε,
Ο Καλύτερος,
Το Παιδί του Κηροπωλείου,
Το Πρόσωπο, Στον
ήχο του Γκαζιού,
Η
Συνέχεια, Συναντήσεις, Ανωνυμία,
Φίλεργος, Ιδιοκτησία,
Ίσκιοι στον Τοίχο,
Επιστροφή, Αναχώρηση, Τερέζα,
η Εύνοια
και επιμύθιο Η ΓΙΟΡΤΗ:
Καμιά φορά
αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά; ]
ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ
(απ’ τι Μικρές Ιστορίες στη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ
ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972)
Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα,
μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη
σκούφια,
«εδώ έχουν πεθάνει πολλοί, μου λέει,
γι’ αυτό ό,τι κι αν πεις δεν ακούγεται»,
τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’
τον καναπέ,
«τι ψάχνει;» ρώτησα,
«ο Χριστός, μου λέει, θα ’ρθει κι άλλες
φορές»,
η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά,
τρόμαξα καθώς είδα το χέρι της ν’
ανεβαίνει,
«θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο» μου λέει,
«μα πώς θα τον χάσω, της λέω, εγώ είμαι
ανάπηρος
και δεν περπατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι»,
«κι όμως θα τον χάσεις» μου λέει,
«είσαι μια πουτάνα, της λέω,
να με ταράζεις άγιον άνθρωπο –
κι εσύ, αφού κανένας δεν σε θέλει γιατί
κουνιέσαι;»,
«δεν κουνιέμαι εγώ, μου λέει, το καντήλι
τρέμει»,
τη λυπήθηκα,
«σε ξέρω, της λέω, δεν αποκλείεται,
μάλιστα,
να ’χουμε ζήσει πολύν καιρό μαζί»,
η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το
ρολόι μου
κι έδειχνε κι εκείνο το ίδιο,
«τώρα θ’ αρχίσει» σκέφτηκα μ’ απόγνωση,
κι η γριά πήγε και μαντάλωσε την
πόρτα.
ΤΑ ΣΦΑΓΕΙΑ
Ο
κατηγορούμενος ήταν ένα φτωχό, λιγδωμένο γκαρσόνι
«γιατί
έφτυνες στο κονιάκ;» τον ρώταγαν,
«πρέπει
να ζήσω κι εγώ» έλεγε εκείνος,
είχαν
φέρει κι έναν ψευδομάρτυρα, σκεπασμένον από πάνω ως κάτω,
«αχρείε,
σε γνώρισα, του λέω, είσαι εσύ που δε μ’ άφησες ν’ ανέβω»
«καλύτερα
μου λέει, γιατί αν τον συναντήσεις στη σκάλα,
τότε
τι θα κάνεις;»
κι
ο περίεργος άνθρωπος ξαναστάθηκε απέξω,
εκεί
που σφάζαν τα ζώα, «πες τα όλα» του φώναζαν
κι
άρχισε να διηγείται για μια επίσκεψη
και
πώς του έπεσε το καπέλο απ’ τις σκάλες,
μπροστά
σε όλους, «εκείνοι γελούσαν, έλεγε,
μα
εγώ όπως έσκυψα να το πιάσω είδα τα πόδια του Κυρίου»,
κι
όταν περασμένα μεσάνυχτα, φέρανε τους καινούργιους,
άσε,
είπα μέσα μου, μην τους το πεις, θα το μάθουν γρήγορα μόνοι τους…
Ο ΑΘΩΟΣ
Το
σπίτι ήταν έρημο, το έβαφαν και μόλις είχαν φύγει οι ελαιοχρωματιστές, κάποιος
καθόταν στο πάτωμα και μοίραζε αδιάκοπα τα χαρτιά, «με κλέβει» μου λέει και μου
’δειξε αντίκρυ μες στη σκιά, πιο εκεί έστεκε η Μαρία φοβισμένη, «κι αυτό το
σπλαχνικό φως που πέφτει απ’ το παράθυρο, δεν είναι απόδειξη της μοιχείας;»
φώναξε ο Ιωσήφ, καθώς αργότερα μπήκαμε στο μπαρ, άναβαν τα φώτα, πίσω απ’ το
τζάμι καθόταν ο θλιμμένος μουσικός, «δεν ξέρω να παίζω, μου λέει, αλλά το κάνω
γι’ αυτόν» και μου ’δειξε τον ετοιμοθάνατο, ο διάδρομος ήταν σκοτεινός,
ακουμπισμένοι στον τοίχο περιμέναμε τη σειρά μας κι όταν ύστερα μ’ άρπαξαν απ’
το γιακά και με πέταξαν στην πάροδο, «εγώ, τους λέω, δεν είμαι ικανός για
έγκλημα, ορίστε η απόδειξη», τράβηξα το σεντόνι και τους έδειξα το σκοτεινό
κυπαρίσσι, «μ’ αυτό, τους λέω, έζησα – τι να τους κάνω τους άλλους».
[από την ενότητα Μικρές Ιστορίες στη συλλογή του Τάσου
Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ, από 1972]
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ
(απ’ την ενότητα Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη στη συλλογή
του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972)
Έφυγε
ξαφνικά μια μέρα του φθινοπώρου, πάνω στο τραπέζι είχε αφήσει ένα γράμμα, «μη
με διώξεις» έγραφε, και μιλούσε για ένα μακρύ ακατοίκητο προαίσθημα, τα φώτα
ήταν όλα αναμμένα στο σπίτι, για να μην καταλάβω πως, ίσως δεν είχε έρθει ποτέ,
ενώ πλάι στο γράμμα είχε ακουμπήσει το μυστήριο του θανάτου του, που οι αράχνες
το ’χαν κιόλας σκεπάσει, «πώς με βρήκες, μου λέει, εγώ δεν υπήρξα», «γι’ αυτό»
του λέω, κι ήταν σαν να ’χαμε γεννηθεί και μεγαλώσει σ’ ένα αμάξι, που έτρεχε
μες το ανατρίχιασμα των δρόμων,
μα
ούτε και μπορούσα να παλέψω μ’ αυτήν την πρόσοψη του σπιτιού, που οι τοίχοι του
φαγωμένοι κατέβαιναν βαθύτερα απ’ το αίμα μου, μες στο σκοτάδι της νύχτας.
Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ
Μέσα
σ’ όλα αυτά υπήρχε κάτι σκοτεινό και διφορούμενο, μια ρωγμή που μόλις
διακρινόταν στον τοίχο, και συχνά καθόμουν στ’ ανοιχτό παράθυρο, ώσπου η νύχτα
μ’ έτρωγε σιγά-σιγά, κι έμενε εκείνο το ελάχιστο, που μόνο κανείς μ’ αυτό
ανεβαίνει, έξω η ησυχία και οι ανεπαίσθητοι υπαινιγμοί από αιώνιες συνομιλίες,
ο χωρικός περνούσε με τα χοντά του ξυλοπάπουτσα, και τότε ένιωθα πως όλα έγιναν
κι εγώ ακολουθούσα μόνο από μακριά κι έμπαινα από δωμάτιο σε δωμάτιο, να βρω
ποιος ζει τη ζωή μου, μα πιο πολύ με τρόμαξε η ωχρότητα του γιατρού, και λέω
γιατρού, γιατί δεν υπήρχε κανένας άρρωστος, μόνο η ταπεινή αφοσίωσή μου, «ναι,
γιατρέ, του λέω, κανείς δεν λείπει, κανείς ποτέ δεν έλειψε», και, μάρτυς μου ο
Θεός, εκείνη τη στιγμή στο βάθος της κάμαρας ξαναπέρασε η οπτασία.
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Όπως
κι αν ήταν, σ’ αυτό το πένθιμο σπίτι ήμουν ο τελευταίος απ’ τους υπηρέτες,
αυτός που είχε γνωρίσει κάτω απ’ τη σκάλα τον άλλον οικοδεσπότη, το ξύπνημα
όμως ήταν εντελώς διαφορετικό, έπρεπε να προσέχω τις άρρωστες γριές, που νέες,
τότε, ορκιζόντουσαν να πεθάνουν νωρίς, και τα δένδρα είχαν ακούσει τόσα ερωτικά
λόγια, που καμιά φορά τη νύχτα προχωρούσαν αλλιώς μέσα στον κήπο, και λέγοντας
όλα, δεν ήταν παρά εκείνη η νύχτα που ακούμπησα το προσωπείο πάνω στο τραπέζι,
ανάμεσα στους ξένους, σαν να ’ταν να ζήσω κι άλλη φορά, εκείνοι ακίνητοι με
κοίταζαν να κατεβαίνω, γιατί δεν είχα άλλη διέξοδο παρά μόνο το χαλί, που το
δίπλωσα αργά-αργά και με τέτοιο τρόπο, που να μη φανεί το χειρότερο.
Κι
ενώ όλοι απαιτούσαν μιαν άμεση απάντηση, εγώ τους άφηνα στην πλάνη τους, που
ήταν η μόνη μουσική…
Η ΑΛΛΗ ΑΥΓΗ
Υπήρξα
πάντοτε αδύναμος απέναντί της, κι ίσως αυτό με κατέστρεψε – μιλάω για την
καταραμένη κλίση μου, έτσι, απέφευγα τις συναναστροφές, συνήθως κάθομαι στο
δωμάτιο μου, πλάι στη λάμπα, στην άκρη της σκοτεινής ζωής μου, και παρακαλώ το
Θεό να μην είμαι ο τελευταίος απ’ τους ανθρώπους και να μου δοθεί, κάποτε, η
χάρη να πεθάνω κρατώντας το χέρι ενός αγνώστου στο δρόμο, γιατί φυλάχθηκε για
πάντα μέσα μου η μακρινή συνάντηση , τότε που ρώτησα «ποιος είναι αυτός;»,
φυσικά μου στοίχισε αρκετή περιφρόνηση η ερώτηση για πράγματα που δε βλέπαν οι
άλλοι, κι η σχετική αλληλογραφία που άνοιξα με τον εφημέριο δεν ωφέλησε σε
τίποτα,
εκείνο
το βράδυ όμως, η γυναίκα μ’ αναγνώρισε, στεκόταν, θυμάμαι, έξω από κάτι μικρά
μαγαζιά που πουλούσαν στέφανα από δεύτερο χέρι, κι ήταν τόσο άσχημη, που θα την
είχα μέσα μου από πολύ παλιά, ήταν εξάλλου αποκριά, και μεγάλα μεταμφιεσμένα
πρόσωπα μας γνέφαν στο δρόμο, και κανένα σημάδι δεν έδειχνε πως η αυγή που
ερχόταν θα ήταν ακόμη πιο ανεξήγητη.
[απ’ την ενότητα Απ’ το Ημερολόγιο Ενός Υπηρέτη στη συλλογή
του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972]
ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ
(απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη στη συλλογή του Τάσου
Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972)
Σκέφτομαι,
κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις λεπτομέρειες, πώς, λόγου
χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώστια στον απέναντι τοίχο ή για κείνη τη
γυναίκα στο πάρκο, που ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στο παγκάκι, και λέω
καρφωμένη χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω απ’
τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε μες το ρυάκι, για να
μην ξέρουμε τίποτα γι’ αυτήν, κι όπως ανέβηκα στη σοφίτα που μου ’χαν
παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο
άχυρο, επειδή είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι
περίμεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί εκείνοι δεν
πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δουν ακριβώς πίσω από την πόρτα του βάθους.
Γι’
αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ εκείνη τη χαμένη ψυχή.
ΓΥΜΝΑ ΧΕΡΙΑ
Κανείς
δεν θα μάθει ποτέ με πόσες αγρύπνιες συντήρησα τη ζωή μου, γιατί έπρεπε να
προσέχω, κινδυνεύοντας κάθε στιγμή απ’ την καταχθόνια δύναμη, που κρατούσε
αυτήν την αδιατάρακτη τάξη, φυσικά, όπως ήμουν φιλάσθενος, τέτοιες προσπάθειες
με κούραζαν, προτιμούσα, λοιπόν, πλαγιασμένος να βλέπω κρυμμένο το μυστικό που
φθείρουμε ζώντας, και πως θα επιστρέψουμε με άδεια χέρια
και
συχνά αναρωτιόμουν, πόσοι να υπάρχουν, αλήθεια, στο σπίτι, καμιά φορά, μάλιστα,
μετρούσα τα γάντια τους για να το εξακριβώσω, μα ήξερα πως ήταν και οι άλλοι,
που πονούσαν με γυμνά χέρια, άλλοτε πάλι έρχονταν ξένοι, που δεν ξανάφευγαν, κι
ας μην τους έβλεπα, έβλεπα όμως, τους αμαξάδες τους που γερνούσαν και πέθαιναν
έξω στο δρόμο,
ώσπου
βράδιαζε σιγά-σιγά, κι ακουγόταν η άρπα, που ίσως, βέβαια, και να μην ήταν
άρπα, αλλά η αθάνατη αυτή θλίψη που συνοδεύει τους θνητούς.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ
Βέβαια,
όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα γι’ αυτούς που σηκώνουν με
έμφαση το ποτήρι τους πάνω απ’ το τραπέζι, χωρίς να βλέπουν ποιος το κρατά,
ώσπου σιγά-σιγά, η καθημερινή χρήση μας κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα
να κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε το κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα ησύχασαν, ήταν
αργά, πού είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,
ακουμπούσα
στο τραπέζι για να μην πέσω, ύστερα με κεφάλι σκυφτό άνοιξα την πόρτα κι
ακολούθησα το δρόμο μου.
Και
τα βράδια, στο δείπνο, τους άκουγα να διηγούνται τις ιστορίες τους,
αποσιωπώντας με τρόμο το σκοτεινό, απόμακρο έξω –εκεί που είχαμε ζήσει.
Η ΠΟΡΤΑ
Ωστόσο,
εκείνο το χέρι πάνω στο τραπέζι που κανείς δεν το ’βλεπε, με βοηθούσε να τους
υπηρετώ στα μακριά γεύματα, οι υπηρέτες, βέβαια, φλυαρούσαν, ένα σωρό διαδόσεις
σωριάζονταν στις γωνιές, κι οι παραδουλεύτρες έβρισκαν ευκαιρία κι έκλεβαν τ’
απομεινάρια των κεριών συνεχίζοντας σ’ όλο το δρόμο το μαύρο σπίτι, ύστερα
ακουμπήσαμε το φέρετρο σε δύο τρίποδα, ενώ στον τοίχο η γύψινη μάσκα μ’ έναν
ανεπαίσθητο, αλλά ανησυχητικό τρόπο άλλαζε σιγά-σιγά, σαν εκείνη να ζούσε
ακόμα, αλλά πώς να εξηγήσω αυτό που έγινε μετά, κάποιος έδειξε στο πάτωμα τις
χυμένες καρφίτσες σ’ όλο το σπίτι, ενώ την ίδια ώρα η νεκρή βγήκε μ’ ένα
θριαμβευτικό χαμόγελο, σαν να ’χε μόλις μάθει πού ακριβώς ήταν η πόρτα.
Η ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΓΛΥΚΑ ΑΥΤΟΥ
ΤΟΥ ΜΑΤΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Καθώς προχωρούσα στο δρόμο είδα με
τρόμο
ότι η ρωγμή στον τοίχο είχε μεγαλώσει
και δεν τη σκέπαζε πια
η πανοπλία που βάζαμε μπροστά,
ετοίμασα, λοιπόν, τα πράγματά μου,
μα έπρεπε πρώτα ν’ αποχαιρετήσω εκείνο
το γέρο
ερχόταν τις νύχτες κρυφά και μας
διηγόταν
την ατέλειωτη γλύκα αυτού του μάταιου
κόσμου,
ώσπου σιγά - σιγά, ύστερα από τόση
εγκατάλειψη
σχεδόν πια δεν φαινόμουν
και μόνο τα παλιά πορτρέτα με γνώριζαν,
γιατί ήταν κι εκείνα αθέλητα μέσα στον
κόσμο,
όμως, τα βράδια, αυτό το άγγιγμα, βέβαια
φανταστικό,
αλλά στο τέλος πάντα νικούσε
κι έστρεφα τα μάτια μόλο που δεν ήταν
κανείς,
«είσαι εδώ;» ρώταγα – τι άλλο μπορούσα να κάνω;
[ΤΟ
ΑΓΓΙΓΜΑ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ
στη
συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ
ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972]
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
(από το
Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη στη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ
ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972)
Καθώς ανέβηκα εκείνο το βράδυ στην
κάμαρά μου, είδα ότι είχα προχωρήσει πολύ
κι
ότι ήταν αδύνατο πια να γυρίσω πίσω,
κι ύστερα , η συχνή αναπόληση με
πλάγιαζε άρρωστο στη σοφίτα,
πολλές σκάλες ψηλά, έρημο, με μόνο τη
θεία εγκαρτέρηση,
που κάνει τα ζώα να κοιτάζουν κάτω,
λίγο κονιάκ, τότε, μου ’κανε καλό,
έφερνε το αμάξι μπροστά στην πόρτα,
έτσι με τον καιρό έγινα φιλύποπτος
και δεν άγγιζα ποτέ ένα καρφί χαλαρωμένο
στον τοίχο,
γιατί ποιος ξέρει αν όλα δεν κρέμονται απ’
αυτό,
και πολύ αργότερα άκουσα μέσα μου το
γδούπο απ’ το ποτήρι που μου ’χε πέσει,
ο πατέρας με φώναζε απρόσεχτο,
μα η μητέρα που Το είχε δει κι εκείνη
σώπαινε κάτωχρη,
κι όταν ύστερα μείναμε μόνοι,
ξέραμε πως δεν θα μιλούσαμε ποτέ γι’
Αυτό,
και θα ζούσαμε πια μόνο γι’ Αυτό,
ώσπου στο τέλος μονάχα εμείς οι τρεις
αποτελούσαμε
την οικογένεια μες στους αιώνες που πέρασαν
ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ
Είχε
μια έκφραση μυστηριώδη, σχεδόν ανησυχητική, καθώς κοίταζε, μέρες τώρα, σ’ ένα
σημείο μέσα στην κάμαρα, στάθηκα, λοιπόν, στη σκάλα και προσπάθησα να τραβήξω
την προσοχή του κι όταν, ύστερα, χτύπησε την πόρτα και μπήκε, ήταν τόσο
δυστυχισμένος, που η λάμπα πήγαινε μπροστά απ’ αυτόν, μόνη της «μα δε βλέπετε,
λοιπόν, πως κατοικεί μαζί μας;» είπε, οι
άλλοι μιλούσαν δυνατά και γελούσαν (από φόβο, βέβαια) και μόνο το παιδί
καθισμένο στην άκρη, κοίταζε κι εκείνο θλιμμένα στο ίδιο σημείο,
και
σκέφτηκα ότι αυτό που μας μεγαλώνει είναι, ίσως, η ίδια η παιδικότητα, που μας
διώχνει, για να μην, τελικά, εννοήσουμε
Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ
Τώρα
που δεν έχω πια τίποτα να ελπίζω, σκέφτομαι την ασήμαντη ζωή μου μ’
ευγνωμοσύνη, γιατί, συχνά, μη δίνοντάς μου σημασία, σαν να μην υπήρχα,
φανερωνόντουσαν Εκείνοι, και τα βράδια άκουγα το δαχτυλίδι της πάνω στο
μάρμαρο, κανείς δεν ήξερε ποτέ σε ποια κάμαρα βρισκόταν, απαλή κι
αποτραβηγμένη, από τότε που την άγγιξε το ακατάληπτο κι έφυγε μ’ έναν άνθρωπο του
νεκροταφείου,
κι
ας λένε οι άλλοι ότι έμεινα στο περιθώριο, τι άλλο μπορεί κανείς απ’ το να
κρατηθεί, μ’ όλους τους πειρασμούς, μακριά απ’ το Μεγάλο, έτσι συνεννοείται
λίγο-λίγο μαζί του μ’ ένα τρόπο διαφορετικό, και στο δρόμο οι απόκληροι
αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον απ’ το δισταχτικό βήμα τους, σαν να ακολουθούν
τον καλύτερό τους που πάει μπροστά.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΚΗΡΟΠΩΛΕΙΟΥ
Αν
μπορούσα κάποτε να εξηγήσω ότι εγώ, ένας ασήμαντος, χαμένος άνθρωπος,
ονειρεύτηκα τόσα πολλά, αλλά τι σημασία έχει, φρόντιζα μόνο ν’ ακουμπάω δίπλα
στο κομοδίνο τις νύχτες ό,τι απόμεινε απ’ την καταστροφή, όταν χτύπησαν,
λοιπόν, κι άνοιξα είδα το παιδί το κηροπωλείου, ποις άλλος μπορούσε τάχα να
’ταν, κι έκλαιγα από βουβή περηφάνια, ότι αξιώθηκα, γιατί οι απόκληροι είναι
σαν τις μητέρες, αφού από το σιωπηλό τους πόνο τράφηκε το ανείπωτο,
συλλογιζόμουν, λοιπόν, ένα σωρό πράγματα, ώσπου έφτιαξα μια ολόκληρη ζωή, έξω
απ’ τον κόσμο, και τα βράδια έβλεπα μες στον καθρέφτη να στέκεται μόνο του το
κερί, μα ήταν στιγμές που λυπόμουν τον εαυτό μου κι άνοιγα το παράθυρο, σαν να
υπήρχε ακόμα τρόπος να με δουν.
Βράδιαζε
κι έστεκα εκεί, μαγεμένος, μπροστά σε τόση απόκρυφη δικαιοσύνη.
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ
Ήμουν,
βέβαια, κουρασμένος, ύστερα από τόσα που έγιναν, όμως άντεξα και δε με ξάφνιαζε
πια καθόλου όταν έβρισκα τα σκοτεινά μηνύματα, ακόμα και μες το ψωμί μου (και
τότε έτρωγα και το τελευταίο κομματάκι, για να μη μ’ αναγνωρίσουν), όλα,
βέβαια, έδειχναν ήσυχα, τόσο που συχνά ανοίγοντας μια πόρτα βρισκόμουν απ’ το
άλλο μέρος, εκεί που χτυπούν σιωπηλά οι φτερούγες, για να μπορούν να γλιστράνε
εδώ τα πουλιά, τότε, συνήθως, μου έρχεται η κρίσις και μένω εκεί βουβός,
ακούγοντας τον κόσμο να συνεχίζεται, να συνεχίζεται αδιάκοπα, και μόνον
αργότερα μαθαίνεις τι έχασες, όμως εκείνη τη νύχτα σηκώθηκα και κατέβηκα με
προσοχή στο υπόγειο, όπου κρύβαμε το προσωπείο ενός χαμένου μακρινού βασιλιά
«ήρθε ο καιρός σκέφτηκα και το φόρεσα, γιατί ύστερα από τόσους νεκρούς, μόνο το
ανήκουστο κατοικούσε τώρα στο σπίτι.
[ΑΠ’ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ στη
συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972]
ΣΤΟΝ ΗΧΟ ΤΟΥ ΓΚΑΖΙΟΥ
(μια ιστορία απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη στη
συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972)
Ήταν
όλοι πολυάσχολοι εκείνη τη μέρα, η ταφή, τα κληρονομικά, όπως σε κάθε σπίτι που
πέθανε κάποιος ένα παιδί στέκεται, μεγαλωμένο ξαφνικά, στην κορφή της σκάλας,
και κοιτάζει αμήχανα γύρω του, σα να ’πρεπε κάτι να επανορθώσει, κανείς,
φυσικά, δεν το προσέχει και μόνο μια
άγνωστη γυναίκα του χαμογέλασε, καθώς έβαζε τα λουλούδια σε μια μυστηριώδη
σκιά, εκεί, που ίσως είχαμε μείνει για πάντα, και θυμήθηκα την κάμαρα με τον
ήχο του γκαζιού, που μ’ έφεραν βιαστικά, παιδί, ματωμένον απ’ τους τροχούς του
αμαξιού, η ίδια αυτή γυναίκα είχε μπει σχεδόν απαρατήρητη, και τότε τα μάτια
μου έπεσαν στο παράθυρο, που οι κουρτίνες είχαν μια προφύλαξη σαν να ’πρεπε να
το αντέξουν κι αυτό.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Συχνά
σκέφτομαι πως η εκπλήρωση είναι ένα τέχνασμα, για να μας κρατούν οι θεοί
μακριά, κι αν εγώ σώθηκα απ’ την καταστροφή, είναι χάρη στην εξάντλησή μου,
έτσι την κρίσιμη στιγμή που όλοι εγκαταλείπουν το σπίτι κουβαλώντας τα
υπάρχοντά τους, εγώ κράτησα μόνο ένα μακρινό σημείο, γιατί ποιος είναι αλήθεια,
αυτός που πηγαίνει, ενώ εσύ στέκεσαι απ’ την πρώτη μέρα μπρος στο αδιάβατο,
κι
ο θάνατος είχε μπει στο σπίτι την ώρα που το χτίζαν, κι αργότερα οι νεκροί δεν
ήταν παρά οι αιώνιοι κρυμμένοι, που φαινόντουσαν για λίγες ώρες, τα παιδιά,
όμως, είχαν έναν άλλο φίλο, έτσι νομίζαμε καμιά φορά πως μιλούν μονάχα τους,
και το βράδυ στον ύπνο παίρναν μαζί τους τις εικόνες, που δε θα ζούσαν ποτέ,
γι’ αυτό το πρωί ήταν πάντα αφηρημένα και νύσταζαν, σαν να ’θελαν κάτι να
συνεχίσουν.
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ
Ήταν τη νύχτα
που δώσαμε το μεγάλο δείπνο, οι καλεσμένοι κάθισαν στο τραπέζι σιωπηλοί, όλοι
κάτι περίμεναν, κανείς δεν ήξερε τι, «ίσως μας λυπηθεί ο Θεός» είπε ο
οικοδεσπότης βαριά, κι ήταν, αλήθεια, απίστευτο που πέρασε η νύχτα χωρίς να
συμβεί τίποτα.
Όταν όμως, καθώς
ξημέρωνε, σήκωσαν το τελευταίο ποτήρι, τα χέρια τους είχαν τις βαριές κινήσεις
εκείνων, που χωρίς να το ξέρουν, διασταυρώθηκαν στο δρόμο τους με το φριχτό.
ΑΝΩΝΥΜΙΑ
Ο
Φίλιππος θα πέθαινε σε λίγο, και καταλάβαινα πως όλοι οι αιώνες δε θα ’φταναν
πια, καθόμαστε σιωπηλοί όταν στην κορφή της σκάλας ακούστηκε μια φωνή,
«Φίλιππε» είπε, και ξανά πάλι «Φίλιππε», χωρίς να περιμένει απάντηση,
προσπάθησα να διακρίνω ποιος είναι, μα δεν φαινόταν κανείς, και τότε σκέφτηκα
πως αυτή η φωνή, ίσως, να υπήρχε πάντα εκεί, στην κορφή της σκάλας, και να μην
την ακούγαμε, ενώ ήταν ό,τι πιο δικό μας είχαμε στον κόσμο, «Φίλιππε» ξανάπε,
σαν να ’θελε να συγκρατήσει λίγο ακόμα το όνομά μας, μες την αιώνια καταστροφή.
ΦΙΛΕΡΓΟΣ
Στο βάθος το ’ξερα πως μια μέρα θα προδοθώ μόνος
μου, φρόντιζα, λοιπόν, να στέκομαι πάντα στη σκιά, έτσι έγινα σιγά- σιγά
δυσδιάκριτος, ώσπου ήρθε η θεϊκή αφάνεια που κάνει τους απόκληρους να μην
χρειάζονται παλτό ή καπέλο, κι όταν τη θάψαμε, πλούσια προικισμένη απ’ τις
τελευταίες της μέρες, ερχόταν συχνά κι ας μην την έβλεπαν, γιατί μόνο οι
ταπεινοί συναντούν στο δρόμο τους νεκρούς, έχοντας τη χάρη να αγνοούν τη
ματαιότητα, κι όταν μια νύχτα της άλλαξα τα σκεπάσματα, βρήκα το ρόδο, έξω από
τον κόσμο, «μην κλαις, μου λέει, τώρα είμαι εγώ», μ’ εκείνη την παραπλανητική
σιωπή των νεκρών, ώσπου οι μέρες και οι νύχτες δεν επαρκούσαν κι έπρεπε να
γαληνέψω το σπίτι με το ανυπόταχτο, κι όταν δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω, όπως
είμαι φίλεργος, ακολουθούσα το φράχτη του κήπου που χανόταν στο βάθος, σαν τις
ιστορίες που δε ζήσαμε και ξαναγυρίζουν ανέγγιχτες στο Θεό.
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
Εκείνοι,
βέβαια, είχαν φύγει, μα ο θάνατός τους είχε μείνει εδώ και φτεροκοπούσε μέσα στις
κάμαρες, έπρεπε να προστατεύω με το χέρι τα μάτια μου και να διαβώ. Έτσι δεν
είδα τίποτα από τον κόσμο.
Μόνο
καμιά φορά, όταν ήμουν πολύ θλιμμένος, η νεκρή μητέρα κοίταζε, χαμογελώντας,
πάνω απ’ τον ώμο μου, το παιδί που στέκει πίσω μας (κι ήταν τόσο απροσδόκητο
που ’χαμε μεγαλώσει), έγερνα τότε στην καρέκλα και καθόμουν εκεί, βλέποντας τη
μαύρη σκιά των δένδρων να κατεβαίνει, γιατί το μόνο που έχει στον κόσμο κανείς
είναι να γείρει κάπου και να κλάψει το παιχνίδι που έμεινε στη μέση.
ΙΣΚΙΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ
Πώς
τόλμησα, αλήθεια, να πιστέψω ότι μπορούσα να ξεφύγω εγώ, που δεν ήμουν παρά
ένας άνθρωπος, εφήμερη κατοικία του φόβου, και πίσω από το πέπλο στέκουν οι
θεοί σιωπηλοί, ίσως κι αυτοί τρομαγμένοι, «τι ονειρεύεσαι;» ρωτούσα συχνά κι η
κουκουβάγια ακουγόταν μακριά καθώς σκοτείνιαζε, ενώ κάποιος έκλαιγε πίσω απ’
την πόρτα, γιατί οι άλλες ζωές που δεν θα γνωρίσουμε είναι εδώ και μας
παραμερίζουν, σαν το μεγάλο ίσκιο των ζητιάνων πάνω στον τοίχο, ενώ οι ίδιοι
απλώνουν το χέρι πιο εκεί, ισχνοί και αβέβαιοι, έτσι που πια δεν ξέρεις ποια
είναι η αληθινή τους ύπαρξη.
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Στο
βάθος, όμως, ήξερα πως κάτι απροσδόκητο θα τα ματαίωνε όλα ξαφνικά, κι όταν
τους άκουγα να μιλάνε, ένιωθα σαν να μην είχα μεγαλώσει ποτέ, τόσο ήταν
αδιάφοροι (κι έπρεπε να το προφυλάξω, και κανένα μέρος δεν ήταν ασφαλές) κι
όπως πήγαινα στο δρόμο, έρημος, άπλωνα το χέρι χωρίς να ’ναι, κανείς, γιατί
ποιος μας λέει, ότι δεν είναι κάποιος εκεί που περιμένει, τότε χτύπησαν την
πόρτα «πώς ήρθες;» του λέω, ήταν ένας παλιός, παιδικός φίλος, «έχω κάτι να
τελειώσω ακόμα», είπε, κι όλη τη νύχτα άκουγα τους λυγμούς του στη διπλανή
κάμαρα, γιατί είχε πεθάνει πολύ νέος κι ήρθε να κλάψει, ώστε να τελειώσει ο
προορισμός του πάνω στη γη.
[ΑΠ’ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ στη
συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972]
ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ (μια ιστορία απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη
του ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ 1972)
Πολλές
φορές ένιωσαν την ανάγκη να μιλήσω, μα πώς να γίνει πιστευτό, περιπλανιόμουν,
λοιπόν, σιωπηλός, κι αν δεν πέθανα, είναι για να κρατήσω αυτή την έσχατη θέση
και να μην υποφέρει ένας άλλος τελευταίος, όμως, συχνά μ’ έπιανε πανικός,
ιδιαίτερα όταν ανέβαινα απ’ το υπόγειο, γιατί είχα δει πόσο ανησυχητικά το
σπίτι άγγιζε πάνω στο σκοτάδι, κι όταν εκείνο το βράδυ ετοιμάζουμε τις
αποσκευές, σκέφτηκα πως θα ταξίδευαν, αλλά όταν έγινε εκείνη η μεγάλη ησυχία κι
αντίκρισα τα πρόσωπά τους χλωμά, κατάλαβα, και την ίδια στιγμή την είδα,
στεκόταν όρθια στο βάθος, κι αν δεν κρατούσαμε το παιδί θα ’τρεχε καταπάνω της,
αγκαλιάζοντας το απαγορευμένο.
ΤΕΡΕΖΑ
Θα ’θελα κάποτε
να τελειώσω αυτή τη μικρή ιστορία που αποφάσισα να διηγηθώ, αλλά πάντα κάποιο
εμπόδιο, το τρίξιμο μιας πόρτας ή η χειρονομία ενός φτωχού που τέλειωνε στο
άπειρο, ιδιαίτερα αυτή η ώρα, όταν βραδιάζει και σου πέφτει κάτι απ’ τα χέρια,
που ύστερα είναι αδύνατο να το ξαναβρείς, γιατί έπεσε εκεί που ήσουν.
Τερέζα ψιθύρισα.
Εκείνη έκανε
νόημα ότι τα ήξερε όλα, μόλο που ήταν όλα φανταστικά, γιατί εγώ δεν είχα
πλαγιάσει ποτέ δίπλα της, μα περιπλανιόμουν σαν μια κολασμένη ψυχή γύρω από το
σπίτι, κι όταν έφυγαν όλοι, όπως κατέβηκα να κλείσω τη μεγάλη πόρτα, θυμήθηκα,
παιδί, σ’ ένα σπίτι ξένο, που οι
υπηρέτες μ’ έβγαλαν γρήγορα έξω, στο απόκοσμο, που το ’βλεπα για πρώτη φορά,
γι’ αυτό νιώθω πάντα πιο άνετα πάνω στις γέφυρες, εκεί που η συνέχεια είναι
βυθισμένη στο σκοτάδι. Κι αυτός ο άλλος που διαβαίνει από κάθε ζωή πηγαίνει
μακρύτερα.
[ΑΠ’ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ στη
συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972]
Η ΕΥΝΟΙΑ (μια ιστορία απ’ το Ημερολόγιο ενός Υπηρέτη
του ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗ 1972)
Θυμήθηκα,
κάποτε που ρώτησα τη μητέρα, «πώς είναι;» της είπα, μα εκείνη γύρισε το πρόσωπό
της κι έκλαψε, από τότε δέχομαι υπάκουα
το καθετί, και συχνά ήμουν τόσο αδέξια μέσα στον κόσμο, που οι ουράνιες
δυνάμεις έπαιζαν με τα ξέφτια του παλτού μου, χωρίς να φυσάει καθόλου αέρας, αν
μιλούσα τότε θα καταλάβαιναν, μα το αιώνιο έχει από πριν αφανίσει όλα τα λόγια,
και κάποτε που μετακίνησαν τη λάμπα, χωρίς να ζητήσουν τη σκοτεινή εύνοια, την
ίδια νύχτα η γυναίκα γέννησε το φριχτό σημάδι, που το θανάτωσαν βιαστικά, στην
άκρη το κήπου, μάταια έπεσα στα γόνατα και τους ικέτεψα, «αφήστε το, είπα, ίσως
αυτό μας καταλάβει», εκείνοι, απόμακροι και χλωμοί, όπως όλοι που είδαν,
αμπάρωναν κιόλας τη μεγάλη σιδερένια πόρτα.
ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ
(…γιατί τα γράφω όλα αυτά κι αν
θα παρηγορήσουν ποτέ κανέναν…)
…
προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονατιστός (ήταν το δικό μου σπίτι), όμως, γρήγορα,
έχανα τον ειρμό με τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ
ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα
τότε στο απάνω πάτωμα, ψάχνοντας, κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες.
Ώσπου όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή. Άνοιγα τότε την πόρτα και
κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή τίποτα δεν άλλαζε, κι ο καθένας ζει με τον
τρόπο του την αιώνια περιπλάνηση [ΓΙΟΡΤΗ απ’ το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗ στη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 1972]
Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2021

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου