Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟΤΥΧΑΙΝΟΥΝ ΟΤΑΝ…

 

(…το καλό με τον Πόθο είναι πως όταν χάνεται

χάνεται  κι η αξία του αντικειμένου του μαζί…)

 

Προοίμιο

Τα ποιήματα αποτυχαίνουν

όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε·
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο...


                α

Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ως τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ως να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
πού δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση πού εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.


Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ ένα σφίξιμο ελαφρό
πού θυμίζει τον ερωτά σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι... όχι... λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνεχεία μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πώς όταν χάνεται
χάνεται κι ή αξία του αντικειμένου του μαζί».

 

 


ΕΔΩ ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΠΟΤΥΧΙΕΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ… (β)

… γίναν σιωπηλές πλατείες

τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι πού πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.



ΣΤΗ ΛΥΠΙΟΥ ΚΛΑΙΩ ΣΥΝΕΧΕΙΑ  (γ)

από τότε πού μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας..
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας.
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ άλλο λιμάνι
όπως σ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, ή γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντας σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.


Ο ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟΣ ΑΝΔΡΑΣ ΤΗΣ ΛΥΠΙΟΥ  (δ)

βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ απροσμέτρητο
πού ’βγαινε απ’ το θάνατο
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, ή πεταλούδα,
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ' το μαύρο στο τέλειο.



Η ΠΙΟ ΝΕΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗ ΛΥΠΙΟΥ  ΕΙΜΑΙ ΓΩ   (ε)
πού κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μονό φαντάστηκα να στέκεται,
σαν κάτι Τράπεζες πού περνάμε απ' έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»



Ο,ΤΙ ΧΑΝΕΙΣ ΜΕΝΕΙ ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ   (στ)

κι η Λυπιού είναι μια χώρα πού έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ αυτά πού ’χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις τα κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ' το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη·
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου,
στην αοριστία της ύπαρξης
πού ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.



Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΤΗ ΛΥΠΙΟΥ  (ζ)

είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος πού θ' αγαπούσα εάν...
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι,
όπως και τ αντίθετο της.
Εδώ ο ερωτάς κι ο θάνατος γινήκαν ένα σώμα
και το χορτάρι πού φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
πού θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.


ΕΞΟΔΟΣ

Βγαίνοντας απ’ τη Λυπιού
κατάλαβα πώς είχα χάσει τον προσανατολισμό
προς κάτι πού θα ’ταν αληθινή μυρωδιά
και καρπός χεριού με ωραίους σφυγμούς ζωής.
Έκανα μια στροφή γύρω απ’ τον εαυτό μου
κι ενώ για το καράβι πήγαινα
βρέθηκα μπροστά σ ένα κλειστό μαγαζί.
Πίσω από ’να μαύρο απ' τη σκόνη τζάμι

στεκότανε μια τραγική ζακέτα: κανείς
δε θα ζήταγε ζεστασιά από δαύτη, ποτέ.
Είχε πέσει ο ήλιος
κι οι δρόμοι όλοι μαζί
ούρλιαζαν το αδιάβατο.
Έφυγα. Στις φούχτες μου ανάμεσα
σαν να κρατούσα ενός παγωμένου πουλιού
την τελευταία ανάσα
προστάτευα την τελευταία χειραψία.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ,  ΛΥΠΙΟΥ   1995

 

(συνημμένη εικόνα) ΚΑΤΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΓΕΡΑΤΕΙΑ  (… η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα…)

 

 

(λεζάντα)  ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΓΙΑ ΤΗ ΛΥΠΙΟΥ;

Αναζητώντας τα χαρακτηριστικά του ιδανικού τοπίου κίνησης των αισθήσεων και των αισθημάτων, των ψυχών και των σωμάτων, της μονάδας και της συλλογικής συνείδησης, έχει αρθρωθεί ένα δυναμικό λεξιλόγιο που αναπτύσσεται μαζί με τον χώρο, το χρόνο και τον άνθρωπο και απασχολεί διαχρονικά τη γραφή, δημιουργώντας μία μυθολογία που εκκινεί από την Πολιτεία του Πλάτωνα, πατά στην Ουτοπία του Τόμας Μορ και την Νέα Ατλαντίδα του Φράνσις Μπέικον, εξερευνά τις αόρατες πόλεις του Ιτάλο Καλβίνο και φτάνει ως τις μικρές προσωπικές εκδοχές των ποιητών, την συνοικία του Εύρωτα του Οδυσσέα Ελύτη, την Κίχλη του Γιώργου Σεφέρη και τόσους και τόσους άλλους, μείζονες ή ελάσσονες, της στάσης ή της διέλευσης, τόπους μίας δεύτερης, εκλεπτυσμένης στα σημεία συνειδήσεως: η ουτοπία του οράματος, η ευτοπία της πίστεως, τα δυστοπικά σενάρια του μέλλοντός μας, οι μη-τόποι της αποξενωμένης κατοίκησης, μοιάζει να δημιουργούν ένα σύστημα που επαναπροσδιορίζεται καθημερινά και επανανοηματοδοτείται για τον καθένα μέσα από το προσωπικό αξιακό του σύστημα. Ένα αποϋλοποιημένο ψηφιακό τοπίο, που για άλλους μοιάζει με χώρο της απολύτου ελευθερίας μέσα στην εικονική πραγματικότητά του, για παράδειγμα, για εμένα υψώνεται ως η πιο απειλητική φυλακή του μέλλοντος κόσμου. Όμοια ο δικός μου σάρκινος παράδεισος, ο γεμάτος υφές, αρώματα και γεύσεις, για κάποιους αναμφίβολα φαντάζει τοπίο οριακά επιθετικό απέναντι στην ασφάλεια του ειδώλου, που εγγυώνται οι σύγχρονοι χώροι της αποϋλοποιημένης παγκόσμιας κοινότητας. Ανάμεσα όμως στα κείμενα που αρχικά ανέφερα, και ακροβατούν επάνω στο σκοινί που ενώνει (ή χωρίζει) τον χώρο του φιλοσοφικού, κοινωνικού και πολιτικού στοχασμού και εκείνον της καθαρόαιμα λογοτεχνικής έκφρασης, και τις μικρές ποιητικές ουτοπίες στις οποίες επιχειρώ να οδηγηθώ, υπάρχουν δύο ειδοποιοί διαφορές. Τα πρώτα μιλούν για ένα χώρο οραματικό, ιδανικά κατοικήσιμο, και έρχονται να προτείνουν έναν ιδεατό τρόπο του σκέπτεσθαι και σχετίζεσθαι κοινωνικά μέσα σε αυτόν· κοιτούν τον άνθρωπο ως αδιάσπαστο μέρος ενός όλου, ενός συστήματος που αλληλεπιδρά, ενώ τα δεύτερα, αποδίδουν ένα τόπο ονειρικό, ιδανικά κατοικημένο, και έρχονται να εκφράσουν μία απόλυτα προσωπική εκδοχή του αισθάνεσθαι προτείνοντας αυτό το μοναδικό αίσθημα, το διάφορο για τον καθένα, ως μόνη και ολοκληρωτική ταυτότητα, ως βασικό άξονα για την άρθρωση οποιασδήποτε σχέσεως στον οποιοδήποτε τόπο.

Οι τόποι αυτοί, ευρείς ή περιορισμένοι, περίκλειστοι ή αχανείς, του ελαχίστου/καθημερινού ή του πλεονάζοντος αισθήματος ενυπάρχουν στη γραφή των περισσοτέρων ποιητών, μπορούν να κατασκευασθούν, να κατοικηθούν και να αναχθούν σε μικρές προσωπικές ουτοπίες μέσα από το συμφραζόμενο αίσθημα και το βίωμα της γραφής τους. Υπάρχουν όμως και κάποιες περιπτώσεις, όπου οι ίδιοι οι ποιητές, ονοματίζουν αυτόν τον ένα και μοναδικό τόπο της επιστροφής, τον τοποθετούν στον χάρτη μίας προσωπικής γεωγραφίας, με χώρες και νησιά, που μόνο στα σημεία εφάπτονται σε αυτό που λέμε γεωγραφία του πραγματικού, και τον επισκέπτονται αδιάλειπτα. Ένας τέτοιος τόπος είναι και η Λυπιού, ο τόπος που επινόησε / για να πηγαίνει όταν είναι βαθιά λυπημένη, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και μάς τον παρέδωσε προς κατοίκηση το 1995. Η Ρουκ σε αυτή, την ομώνυμη συλλογή, κατασκευάζει εκ του μηδενός, ή πιο σωστά, διά του απείρου του αισθήματος, έναν νέο τόπο, την Λυπιού, την οποία δηλωτικά ξαναεπισκέπτεται έξι χρόνια αργότερα, στην συλλογή Η ύλη μόνη, με την ενότητα «Στη Λυπιού και πάλι», για να της δώσει γλώσσα και να ιδρύσει εκεί το έθνος της σιωπής.

Σε αυτό το αδιαίρετο ποιητικό σύνολο βλέπουμε την ποιήτρια, πέρα από την επίταξη του βαθέος αισθήματος, της μνήμης και της οδύνης, που συχνά τη δυναστεύει, πέρα από την ευφυΐα του ευρήματος που κατασκευάζει για να αποδώσει τη λύπη της με χωρικά χαρακτηριστικά, να στρατολογεί στη γραφή της, τη μελέτη της πολεοδομίας και της κοινωνιολογίας των αστικών τοπίων…

Πέρα από τα αμεταχείριστα νιάτα, τους αόριστους κατοίκους και διαβάτες για την ανθρωπογεωγραφία αυτής της χώρας, μας γνωρίζει ότι «ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού / βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.» και η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είναι εκείνη που κοιτά, κοιτά και δεν πιστεύει / πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται στην οδό της χαράς. Και η γυναίκα αυτή ζωντανεύει και κινείται άτακτα στον χρόνο και τον χώρο της Λυπιού κατοικώντας ενεργά τη μνήμη. «Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα / κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα / για να 'μαι πάντα ένα μ' αυτά που 'χω χάσει», ομολογεί με πλήρη ειλικρίνεια και συνειδητότητα επιστρέφοντας στην πρώτη χώρα, όπου ο κάθε άνθρωπος κατοικεί, την παιδική ηλικία, εκεί που η μη-γνώση του κόσμου συνιστά αίσθημα ελευθερίας και όχι κατάσταση εκμετάλλευσης…

Έξι χρόνια αργότερα, επιστρέφει στην χώρα εκείνη που μόνη της έπλασε για να καταφεύγει στις ώρες της βαθιάς της λύπης, δηλωτικά, όπως ήδη ανέφερα, για να μιλήσει για κάτι, που ίσως ένιωσε πως είχε παραλείψει, για την πλέον συγκροτητική έννοια στην οργάνωση του τόπου, τη γλώσσα. Και ως γλώσσα της Λυπιού, ως γλώσσα και τόπο κοινό της ίδιας της ποίησης, ορίζει την σιωπή: «Στη σιωπή τα ποιήματα / γεννιούνται όπως στον έρωτα / μόνο που το συνηθίζει η ασυγκίνητη σιγή / και να τα γεννάει / και να τα καταπίνει.», γράφει στους πρώτους στίχους της και συνεχίζει «εδώ σπουδάζεις τη σιωπή / σαν να 'ταν ξένη γλώσσα [...] 

(αποσπάσματα από την παρουσίαση στον ΧΑΡΤΗ 38 που υπογράφει η Έφη Κατσουρού)

Κυριακή 24 Αυγούστου 2025

Η ΜΕΛΙΣΣΑ, λένε, ΧΩΡΙΣ ΦΥΛΟ ΕΝΩ ΠΕΤΑΕΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ…

 (…ο Ποιητής χωρίς φύλο κι η μοναξιά του σαν άνοιξη

μυρίζει ξαφνικά πιο έντονα από μια μνήμη σαρκική  

που θα ’χει ταριχέψει…)


Σ’ ένα ταρατσάκι πίκρας, λιθάρια στοιβάζοντας στο στήθος

σπουδάζει ο μαύρος Διονύσιος  το φως και τις υψηλές του

διασυνδέσεις.

 

Την αγαπάει όπως το σωστό.  Την Ελλάδα.  Εκεί το

δέρμα του έρωτα λάμπει τέλειο σαν φύση.

 

Ένα άγγιγμα μόλις της ζωής η αγάπη  και  χάθηκε η ζωή.

Θροΐζουν τα φύλλα  και  στρέφεται το ερπετό να πιει νερό.

Αδ…  Αδ… Αδάμ. Η γυναίκα στο στόμα άδηλη!..

 

«Δεν θα με αιφνιδιάσει ποτέ η Κυνηγός»,  είπε και τα χέρια του

μύριζαν ακόμη φρέσκια ρίγανη απ’ την τελευταία του περιπλάνηση.

 

Νυχτερινό κι ατσάλινο ένδυμα.  Ίσως με κάτι λευκό θα ’πρεπε

να το ξανοίξει. Το σώμα του γενικά το βλέπει

σαν ωραίο επιχείρημα για ν’ απουσιάζει.

 

Ο ένας χρόνος μετά τον άλλον τον αιχμαλωτίζει,

ενώ ο άπειρος χρόνος της ελευθερίας του τον τυφλώνει.

Μικρός αγάπησε την μάνα του σαν κάθε ζώο που ανατέλλει.

 

Οι ήλιοι που λατρεύει μες στη μέρα τον καίνε την νύχτα.

Το πρωί οι υπηρέτες του τραβάνε το ριντό και πέφτει

στον ύπνο του κόσμου.  Αυλαία.

 

Το σώμα είναι για να βγάζει σκέψεις όπως το δάσος πουλιά

κι ανθισμένους κλώνους.

 

Ο μεγάλος εχθρός,  ο θάνατος  (ή μήπως ο καλύτερός του φίλος;),

εμφανίστηκε στο όνειρό του με φανταχτερή ρεντιγκότα

σαν φιδιού γυαλιστερή σάρκα.

«Πού τα βρήκες αυτά τα ρούχα;»  ρώτησε ο κοιμώμενος

και το άλλο έγινε γυναίκα  και  τον τύλιξε.

 

Τα σύνεργα της τουαλέτας ήταν ό,τι απόμεινε από τον δικαστικό αγώνα.

Χτένα από χελώνα  και  καρφίτσες για τη γραβάτα,

που μόλις τις συγκρατούσε για να μην του καρφωθούν στο λαιμό.

Λίμες για τα νύχια φονικές  κι  ένα λεκανάκι από ελεφαντόδοντο,

όπου στύβει,  στύβει πανιά μοβ!..

 

Έκθαμβος κοιτάει το δέρμα να φεγγοβολάει της φαρμακωμένης.

Ίσως και το φως να ’χει  πίσω του μια δηλητηριασμένη ιστορία.

 

Η μέλισσα, λένε,  χωρίς φύλο, ενώ πετάει προς τα λουλούδια

ερωτική.   Ο Ποιητής χωρίς φύλο κι η μοναξιά του σαν άνοιξη

μυρίζει ξαφνικά πιο έντονα από μια μνήμη σαρκική

που θα’ χει ταριχέψει!..

[Σ΄ΕΝΑ ΤΑΡΑΤΣΑΚΙ Ο ΣΟΛΩΜΟΣ κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ  ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ 1993

Συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 -2011, εκδόσεις Καστανιώτη]

 

 


ΧΑΛΝΤΕΡΛΙΝ  ή ΑΝΗΦΟΡΙΖΟΝΤΑΣ Η ΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΣΠΑΕΙ 

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ  ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ 1993)

Το βλέμμα του καρφωμένο στο χείλος του τραπεζιού.

Ορθός·  πίσω του το παράθυρο·  φύλλα από ψηλά πέφτουν·

σαν στόματα ανοιχτά κολλούν στο τζάμι.  Η βροχή,  τα

μικρά δάχτυλα του Θεού που γραπώνονται στο περβάζι,

 

Ο ξυλουργός του σερβίρει το φαγητό.  Πασπαλισμένα με

φρέσκο πριονίδι όλα αυτά που κατεβαίνουν στα αγγλικά έντερά του!..

 

Έρχονται προς το μεσημέρι οι θεοί στην κάμαρά του να

ξαποστάσουν.  Η μυρωδιά του κρασιού,  η μόνη που θυμίζει

μες στο κρύο τη ζεστασιά της γης.  Μεταλαβαίνουν.

 

Οι τέσσερις εποχές είναι τέσσερα ποιήματα γραμμένα από

άλλον,  καταρράχτες χρόνια πριν.  Κροκάτη κίτρινη μια

εποχή ροβολάει την πλαγιά ως το ποταμάκι κάτω απ’ το

σπίτι,  μια άλλη φοράει ανέμους δυνατούς για να γλιστράει

πιο εύκολα στους πάγους.

 

Κι η γυναίκα που περνούσε με τ’ αμάξι;  Της μίλησε άραγε

ποτέ;  Φούστες με φτερά πουλιών  κι ο ουρανός πότε βγαίνει

αληθινός;  Με την πίστη  ή  την απιστία;

 

Κεφάλι σκυμμένο,  στάση μετάνοιας.  Μήπως μετάνιωσε

που μπήκε στο απόκρυφο εργαστήρι των θαυμάτων;

 

Και ποιος θα γιατρέψει τα δένδρα απ’ τις πληγές της

ακινησίας, απ’ τον εθισμό της περισυλλογής;

 

Βιβλοθηκάριος των ονείρων καταχωρεί τη Νύχτα

μετά τα Νήπια  και  βυθίζεται στον ύπνο.  Εκεί ξαναβρίσκει

το παλιό του σώμα να μυρίζει δάφνη της Ελλάδας.  Πικρή.

 

Κοιτάει και το σκύλο.  Με το μπροστινό πόδι στον αέρα

διδάσκει τη Μεγάλη Όσφρηση  κι  έπειτα με τα νύχια

σκαλίζει το χώμα να κρύψει τον τελευταίο στίχο.

Για ώρα ανάγκης!..

 

Ηττήθηκαν τα σύννεφα,  μα η χαρά που βγαίνει απ’ τους

σκουροπράσινους λόφους μοιάζει να ’ναι καρδιά άλλου

τοπίου.

 

Γιατί εδώ ταιριάζει ήλιος πικραμένος  και  ψυχρός.

Μόνη λάμψη ο Ποιητής τρελός μες τη πιτζάμα του!..

 

ΤΟ ΑΛΛΟ ΦΩΣ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ 1993)

 «Ο έρωτας!.. Ο Έρωτας κάνει τα πράγματα φωτεινά»!..

λέγαμε μες στα γέλια μας η φιλενάδα μου κι εγώ.

Στροβιλιζόταν εκείνη μαζί με τις παρτιτούρες της

κι ανέτειλε το πρόσωπό της σαν φρούτο γυαλιστερό

ακουμπισμένο σε πρωινό πεζούλι.

 

Είναι λοιπόν σαν να ’χες βγει νυχτερινό περίπατο.

Για ώρα σ’ αγγίζει την πλάτη, σ’ ακολουθεί

το φως από το σπίτι που άφησες πίσω

 

Ελάχιστο χρόνο περπατάς στο ελεύθερο μαύρο

κι έπειτα το φως απ’ το σπίτι που πλησιάζεις

αρχίζει να σε περιέχει.

 

Σκοτεινό φέτος το Πάσχα.

Η φίλη μου στεκόταν μουδιασμένη

στη μέση της γιορτής.  «Τα δύο σπίτια

είναι η ζωή  και ο θάνατος»,  της είπα

«πρώτα η μία  και  ύστερα η άλλη

ανταύγεια μας περιρρέει»!..

«Ενώ τώρα πατάμε το μαύρο»

είπε εκείνη, αλλά πια κινούνταν με δυσκολία

προς το παράθυρο, με τα ολόθερμα μάτια της

βαθιά πικραμένα αμύγδαλα.

 

Σαν μουσική από κάποιο εσωτερικό

που σε φτάνει μεσ’ από κουρτίνες π’ ανεμίζουν

σαν σταγόνες απ’ αόρατο κύμα να σε ραίνουν

σαν η πορτοκαλιά, το γιασεμί,  ώρες μακριά

να σου κόβουν την ανάσα

σαν το όνειρο να σου δίνει ολάκερη τη γεύση

μιας θλίψης που θα ’ρθει

σαν λεκές π’ απλώνει

η ζωή…  τελειώνει!..

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΝΕΡΑΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ήταν ο σκύλος η πρώτη ένδειξη

πως λάμπουν άδειοι οι καθρέφτες μέσα μου

κι ότι υπήρχε άπειρος χρόνος γι’ αυτόν

στο ιστορικό της ιστορίας μου·

ολόκληρη μπορούσα να του δοθώ

για πηδήματα στο φως

κι άλλες κυνικές ασχολίες.

Παλιά έτσι ήταν – σαν σπιτάκι νεόνυμφων –

κι η ψυχή

στον γριτζανιστό αέρα που στεκόταν

χωρίς ακόμα κλάματα και μυρωδιές

ελαφριά σαν τσόφλι την παράσερνε το μέλλον.

 

Απόψε έχασα πάλι το βαπόρι

κι όπως τα μωρά των φίλων λούφαξαν

βυθισμένα στο γαλατένιο ύπνο τους

με τύλιξε μια ησυχία ίδια με της αρχής

ίσως γιατί μόνο η σιωπή

μπορεί να ενώνει το μύρο της ζωής

και το εξάνθημα του θανάτου·

άφωνος ο άνθρωπος

βλέπει πρώτα το ένα, ύστερα το άλλο

ν’ απλώνονται στο δέρμα.

Και κανείς δεν ξέρει αν είναι προχώρημα ή στάση

αυτό το άδειο που σαν λάβα πηχτή

σκεπάζει τις ευαίσθητες καλλιέργειες του νου

αν ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν τα έργα

στις παραστάσεις της μνήμης

αν είναι κέρδος  ή  ζημία η αφοσίωση

κι αν έχουν φαγωθεί τα δοντάκια της μηχανής

κει που λέγαμε πως πηγαίναμε για άλλες πτήσεις.

 

Είναι τόσο σωστό το χώμα σήμερα

με τα ξερά κλαριά, τα ελάχιστα πράσινα

τους σβόλους χώμα που με χάρη

ακουμπούν στη γη μοιράζοντας τη συγκίνηση

δίκαια ανάμεσα στο τέλος  και  την αρχή…

Είναι όμως τέλος αυτή η ομορφιά

που πάντα απλησίαστη

αγγίζει τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους;

Είναι τέλος  ό,τι άναρθρο παρασκευάζεται

στις σκοτεινές κάμαρες του χρόνου

και δεν ξεσπά σ’ απελπισιές και κατάρες

αλλ’ υποχωρεί αμίλητο

μπροστά στις επερχόμενες βλαστήσεις;

Είναι τέλος  ή  μια άλλη αρχή

που απόψε θα κάνουν κύκλο

οι ουρές των κοιμισμένων ζώων

γύρω απ’ τον ύπνο μου

για να περάσω ανάλαφρη

στο ασυνείδητο σκοτάδι

σαν να μην είχα φωνάξει ποτέ:

«Αγάπη μου, χάνομαι, αν μ’ αφήσεις τώρα»!..

σαν να μην είχα ποτέ το ατελεύτητο σώμα!..

 

 

ΟΣΟ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΜΕ

Όσο και να λέμε

πως αυτό που ονομάζουμε ψυχή

είναι μόνο μια ελαφριά επάλειψη

στις ζωικές μεμβράνες

ξέρουμε, είναι μια ωραία επινόηση

για να δοξάζεται η απομόνωσή μας

τη νύχτα…   μια νύχτα

όταν κραυγαλέα έχει νικήσει ο ουρανός

ενάντια στις φτωχές μας σχέσεις

κι έχουν γίνει ψίχουλα όλες οι ελπίδες

πάνω στο χάρτινο τραπεζομάντηλο της ταβέρνας.

Κάτι το αστραφτερό κάθεται τότε

στην απέναντι καρέκλα – άδεια –

ενώ μαγικά κινείται ο μάγερας   γύρω απ’ τη χύτρα.

Ο ηλίθιος του χωριού χαμογελάει

θριαμβευτικά βγαίνοντας απ’ τα ουρητήρια

κι είναι ένα φεγγάρι… ένα φεγγάρι άσπιλο

που δε θυμίζει τίποτα

ίσως γιατί καμιά ανάμνηση δεν αντέχει ως το τέλος

την ολοζώντανη σύγκρουση με το παρόν·

επιβάλλεται το  «τώρα»  πανίσχυρο, ανερμήνευτο

που και σαν ψυχική μέθη   νοείται μες στη νύχτα.

«Ω, άστε με να ονειρευτώ πως έζησα πολύ»!..

φωνάζει το νυχτοπούλι

καθαρό στις προθέσεις του

ολόισια στο στόχο.

 

ΟΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Στο αειθαλές καταφεύγει η κρύα μέρα

η παγωνιά λάμπει στις άκρες των φύλλων

κι ό,τι ζεστό είναι ν’ ανθίσει στο μέλλον

περιμένει σκυφτό κάτω απ’ το χώμα.

Προς το βράδυ η φύση βρίσκει τρόπο

κι ανάβει τη σκοτεινιά της

όπως τα ζώα που μες τις γούνες τους

κρύβουν ένα μεγάλο μυστικό:

πώς να πολεμούν το ξεροβόρι

με τη θαλπωρή της αθωότητάς τους.

Εδώ εγώ τι κάνω;  Κοιτάω μεσ’ απ’ τα χρονοφαγωμένα

παράθυρα τους ανέμους

ερωτικούς ν’ αγκαλιάζουν τη βλάστηση

και φαντάζομαι επεισόδια απ’ τη ζωή μου

σκηνές του θανάτου μου να παίζονται

στην ερημωμένη βεράντα

με πρωταγωνιστή τον εγωπαθή χρόνο.

Βγήκε ένας ήλιος σκληρός σαν τιμωρία

και τα παιδιά της γειτονιάς,  μπόγοι

μες στα κουμπωμένα παλτά τους,  στο μουγκό χωράφι

ξαναβρίσκουν τις κρυψώνες της αιθρίας.

Μέσα μου σιωπή  όπως στο παλιό κλειστό σαλόνι…

Τι έργα  και  τι ημέρες;  Το σάρκινο σπίτι μου

με ξαφνιάζει με την αντοχή του στα τόσα πάθη

κι άλλοτε πάλι ετοιμόρροπο

μου φαίνεται μες στη σαθρή του ασάφεια.

Ίσως τίποτα δεν ήθελα να πω ποτέ  και  για κανέναν·

να ’μουνα μόνο ο απόηχος των ιαχών του ωραίου

μια ευαίσθητη πλάκα

που πάνω της δοκιμαζόταν η σαγήνη…

Αλλά να, η ελιά ολόκληρη ξεστηθώνεται

μπρος στη θάλασσα

ξεκινά κι αυτή όπως όλα τα ριζωμένα όντα

απ’ το άφατο

κι όπως υψώνεται μαθαίνει

να μιλά μιαν άλλη γλώσσα.

Αν είναι έτσι, δεν έχασα ποτέ   παρά το χρόνο μου·

όλα όσα μοιάζουν με απώλειες

είχαν έρθει απ’ έξω.

Κι έπειτα δεν μου ’χαν πει τίποτα

γι’ αυτές τις στιγμές που θα ’μουνα σαν τη φύση:

άδεια.

Και δεν μου είχαν πει τίποτα γι’ αυτό το άδειο:

πολύλαλο!..

[ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΑΥΣΗΣ από τη συλλογή Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ  ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ 1993]

 

ΡΕΥΣΤΗ  ΚΑΙ  Η ΜΟΙΡΑ

Χαράματα σαν λιβάδι πρασινίζει η θάλασσα

και βλέπεις ποια εικόνα τ’ άφθαρτα νερά έχουν για τη χλόη

πώς συλλαμβάνουν τη μεροληψία της ρίζας

τη δουλειά του καρπού.

Ώρα δασική του υγρού στοιχείου

στιγμούλα φυλλοβόλα του νερού

στο νου φυτεύεται ο αγαπημένος

σαν ιδέα κλαίουσα.

Καταλαβαίνω τη γενική αρχή

αυτού που όντας ακίνητο   με χτυπά

όντας απόλυτο ρέει:

ακαριαία φτιάχνεται το δευτερόλεπτο

πρόσωπο του έρωτα

-σε αιώνιο μπλε –

ο πετεινός ψοφάει.

Και κάθε φορά η ίδια οδύνη:

ζητάει η φύση με συνεχείς ανθήσεις

να επικυρώσουμε τα αντίγραφα του αόρατου

και μαζί μάς σπρώχνει με δύναμη

έξω απ’ τη μορφή.

 

Βρύσες τότε ανοίγουν και τρέχουν τα μάτια μου

σαν να μην είχαν ποτέ

πάνω σ’ εκείνον σταματήσει

κι όπως με σταγόνες στολισμένη

αναδύομαι μεσ’ απ’ τις λύπες μου

δεν ξεχνώ πως κάτω απ’ το ανώνυμο

δέρμα του μονάχα αυτός σαλεύει.

 

ΤΑ ΧΝΟΥΔΩΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Από τον ποταμό – σεντόνι,  τη λάβα – κουβέρτα

τη σιωπή σε πράσινα μάτια βουτηγμένη

το χρόνο που σωριαζόταν μέσα μου κομμάτια

θρυμματισμένος απ’ την αοριστία της ερωτικής ώρφας

απ’ όλη την ευημερία τότε

συγκινούμαι μόνο σαν θυμάμαι

το χνουδάκι στον αφαλό.

Να ’βλεπες λοιπόν πώς καθόταν εκεί

σαν από κάποιο σύννεφο μιας άλλης αλήθειας

να ’χε κατέβει, παγιδευμένο

περίμενε το δάχτυλο μιας σκοτεινής ζωής

-της δικιάς μου – να το ελευθερώσει

απ’ τη φυλακή της σάρκας

για να ενωθεί ξανά με όλα τα χνουδωτά πράγματα

χωρίς αιτία

που πετούν και στέκονται και χαίρονται

χωρίς αιτία.

«Δεν υπάρχει πρόσωπο», λένε

μπαινοβγαίνουν στις νύχτες και το χθες

κι ούτε που ξέρουν τι θα πει ζωή του άλλου

συγκεκριμένη κι αφοπλιστική

στον αφαλό μόνο γίνονται ορατά για μια στιγμή

χωρίς αιτία

κι ούτε που ξέρουν τι θα πει σώμα  ή  παρελθόν

κι ούτε που…

 

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟ

Τόσο πολύ φως   σαν να ’σπασε αμπούλα

και να χύθηκε βάλσαμο  ή κρυφό δηλητήριο.

Τα ραχιτικά κυπαρίσσια   κοιτάζουν αφηρημένα την ουρά·

άνθρωποι ανεβαίνουν προς τον Άγιο

γδέρνοντας τα τακούνια τους

τις πολύπαθες πέτρες.

Η ένρινη φωνή του φωτισμένου ποιμένα

έλεγε για τους φτωχούς τω πνεύματι

που κάτι θα κληρονομήσουν

κι έλαμπε μες το πρωινό  

η ζακέτα με τα στρας   της πιστής νοικοκυράς.

Η ελπίδα ανάστασης

και η εγκατάλειψη στα στενά όρια της ζωής

συνταξίδευαν στο λεωφορείο

ενώ από ψηλά στην αγιασμένη κορφή

τα νησιά έμοιαζαν με χαμόγελα   σε γαλάζιο πρόσωπο.

Πότε λοιπόν θα μάθω   κάτι να κρατάω

απ’ τις υποσχέσεις του θείου

και να μην αλαφιάζομαι

όταν το σύννεφο πάει   να με κόψει στα δύο;

Η γύμνια με το χορταράκι δοξάζεται

κι η δόξα δεν είναι άλλο   από μια ανεχτή ζωή.

Όλο μου το κορμί στρέφεται   προς τα πάνω·

να ’ναι τα λουλούδια στο ψηλό

πεζούλι που γυαλίζουν

ή η ένρινη φωνή

που τώρα μιλάει για δίψα  και  δικαιοσύνη…

Για άλλη δίψα θα λέει, σκέφτηκα

κοιτώντας το μπουλούκι   με τα σκούρα ρούχα

τα τρία δάχτυλα όλο ν’ ακουμπούν στο μέτωπο

τους καθημερινούς καβγάδες

γραμμένους γύρω απ’ τα μάτια

και τη συνήθεια καλοραμμένη   να στρώνει στην πλάτη.

«Είναι γιατί έχουν όλοι έναν έρωτα  κι έρχονται εδώ»

μου ψιθυρίζουν τα φύλλα

«έναν έρωτα που σταλάζει μέλι

στο κέντρο της σκέψης τους

και τους κάνει να διψάνε

να διψάνε…»

[από τη συλλογή Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ  ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ 1993]

 

ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΟ ΤΟΠΙΟ…

(… ύστερα από χρόνια βγήκα στη θάλασσα …)

Άφησα πίσω μου το σπίτι   που μες στο ίδιο πάντα  όνειρο   πότε έμοιαζε με υγρό λαβύρινθο  και  πότε με εξέδρα φανταχτερής γιορτής   όπου χίλια πρόσωπα στριμώχνονται της μοίρας μου.   Η θάλασσα που μ’ επισκέπτεται τώρα  κάτω απ’ τα βλέφαρά μου   είναι ένας θυμωμένος αφρός μ’ άστοργα πεταμένες πάνω του λίγες χούφτες λουλάκι.   Στάλες φορτωμένες αλάτι ταραγμένες κινούνται μπρος – πίσω   το φως κάνει αβέβαιους βηματισμούς κι εκείνο·  καενίς δεν επικαλείται τη νύχτα.   Εγώ μένω ακίνητη.  Χρόνια ολόκληρα ξέρω πως αυτό το πράγμα πλησιάζει.  (Ποιο;  ) Χρόνια ολόκληρα κάνω σαν να μην καταλαβαίνω  κι  είναι μια απάτη  που από δαύτη εξαρτάται η ζωή μου.   Πότε – πότε  μια παράξενη χαρά·  σαν να ’χα δώσει για φιλανθρωπικό σκοπό  και  τα τελευταία μου λεφτά.   Ανεξέλεγκτα πια όλα τα περάσματα απ’ τη λύπη  στη μέθη.   Αφρούρητα.  Καμιά μου πράξη δεν σπρώχνει τα πράγματα  ούτε κατά δω  ούτε κατά κει.   Ποτέ δεν ήθελα να λέω ψέματα  όμως είναι δύσκολο να μην πεις ψέματα στο άδειο.   Κοιτάς έξω από το παράθυρο  και  κάτι στο δρόμο σου θυμίζει πως αγαπάς φριχτά  ή  και πως κανένας δεν σου λείπει.   Συγκινο΄μια αλλιώς με τους ανθρώπους τώρα·  σαν πακέτα τους βλέπω που κάποιος άφησε σε κυλιόμενη ταινία.   Δεν ήρθε ποτέ να τα μαζέψει   η ταινία δεν σταματά ποτέ.   Άλλο από τη ζωή τι μπορεί να σε κρατάει;   Σκέφτομαι το όνειρο με την ασπρουδερή θάλασσα κι  είναι σαν να προσπαθώ να θυμηθώ  τοι πρόσωπο της πεθαμένης από χρόνια μάνας μου  ή  το βλέμμα του αγαπημένου ζώου που χάθηκε ξαφνικά μες στο χειμώνα.   Θαυμάζω όσους μιλούν ακόμα  κι  αυτούς που σωπαίνουν περισσότερο.   Εγώ δεν κατόρθωσα ούτε το ένα  ούτε το άλλο!..  [κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ 1993  – συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011, εκδόσεις Καστανιώτη]

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2025

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ