Πέμπτη 22 Ιουνίου 2023

ΠΑΝΤΑ ΚΙΝΑΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

 Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο,

το καλοκαίρι σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε  γράφοντας

μένει γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια στο περιθώριο κι ερωτηματικά,

γυρίσαμε στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν στον καθρέφτη μέσα στο ηλεκτρικό φώς

σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές

καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν χιλιάδες χλωμές προσωπίδες.

Γυρίσαμε·   πάντα κινάμε για να γυρίσουμε στη μοναξιά, μια φούχτα χώμα, στις άδειες παλάμες.

 

Κι όμως αγάπησα κάποτε τη λεωφόρο Συγγρού

το διπλό λίκνισμα του μεγάλου δρόμου    

που μας άφηνε θαυματουργά στη θάλασσα

την παντοτινή για να μας πλύνει από τις αμαρτίες·

 αγάπησα κάποιους ανθρώπους άγνωστους

απαντημένους ξαφνικά στο έβγα της μέρας,

μονολογώντας σαν καπετάνιοι βουλιαγμένης αρμάδας,

σημάδια πως ο κόσμος είναι μεγάλος.

Κι όμως αγάπησα τους δρόμους τους εδώ, αυτές τις κολόνες·

κι ας γεννήθηκα στην άλλη ακρογιαλιά

 κοντά σε βούρλα και σε καλάμια νησιά

που είχαν νερό στην άμμο    να ξεδιψάει ο κουπολάτης

κι ας γεννήθηκα κοντά στη θάλασσα και  ξετυλίγω και τυλίγω στα δάχτυλά μου   σαν είμαι κουρασμένος –

δεν ξέρω πια πού γεννήθηκα!..

 

Μένει ακόμα το κίτρινο απόσταγμα το καλοκαίρι

και τα χέρια σου γγίζοντας μέδουσες πάνω στο νερό

τα μάτια σου ξεσκεπασμένα ξαφνικά,

τα πρώτα μάτια του κόσμου, κι οι θαλασσινές σπηλιές·

πόδια γυμνά στο κόκκινο χώμα.

Μένει ακόμα ο ξανθός μαρμαρωμένος έφηβος   το καλοκαίρι

λίγο αλάτι που στέγνωσε στη γούβα ενός βράχου

λίγες βελόνες πεύκου ύστερα απ’ τη βροχή

σκόρπιες και κόκκινες σα χαλασμένα δίχτυα.

 

Δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πρόσωπα

δεν τα καταλαβαίνω μιμούνται κάποτε το θάνατο

κι έπειτα ξανά φέγγουν με μια ζωή πυγολαμπίδας χαμηλή

με μια προσπάθεια περιορισμένη ανέλπιδη

σφιγμένη ανάμεσα σε δυο ρυτίδες

σε δυο τραπεζάκια καφενείου κηλιδωμένα

σκοτώνουνται το ένα με τ’ άλλο λιγοστεύουν

κολλούν σα γραμματόσημα στα τζάμια

τα πρόσωπα της άλλης φυλής.

 

Περπατήσαμε μαζί μοιραστήκαμε το ψωμί και τον ύπνο

δοκιμάσαμε την ίδια πίκρα του αποχωρισμού

χτίσαμε με τις πέτρες που είχαμε τα σπίτια μας

πήραμε τα καράβια ξενιτευτήκαμε γυρίσαμε

βρήκαμε τις γυναίκες μας να περιμένουν

μας γνώρισαν δύσκολα, κανείς δε μας γνωρίζει.

Κι οι σύντροφοι φόρεσαν τ’ αγάλματα φόρεσαν τις γυμνές άδειες καρέκλες του φθινοπώρου,

κι οι σύντροφοι σκοτώσανε τα πρόσωπά τους·

δεν τα καταλαβαίνω.

Μένει ακόμα η κίτρινη έρημο το καλοκαίρι

κύματα της άμμου φεύγοντας ως τον τελευταίο κύκλο

ένας ρυθμός τυμπάνου αλύπητος ατέλειωτος

μάτια φλογισμένα βουλιάζοντας μέσα στον ήλιο

χέρια με φερσίματα πουλιών χαράζοντας τον ουρανό

χαιρετώντας στίχους νεκρών σε στάση προσοχής

χαμένα σ’ ένα σημείο που δεν τ’ ορίζω και με κυβερνά·

τα χέρια σου γγίζοντας το ελεύθερο κύμα.

 [ΕΝΑΣ ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  από την τέταρτη και τελευταία ενότητα στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928-1937]




 ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  συνεχίζονται με τα ποιήματα: 
1. ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ 1937,  Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη μέση του φεγγαριού…
2. RAVEN,  Χρόνια σαν τα φτερά. Τι θυμάμαι τ’ ακίνητο κοράκι;    
3. ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ μπροστά στην πράσινη θάλασσα
4. ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ, Τα κάρβουνα μες στην ομίχλη ήτανε ρόδα ριζωμένα στην καρδιά σου
5. ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ ΣΠΗΛΙΕΣ μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια και δε σε γνώριζα μήτε με γνώρισες…

 

 

ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΨΙΘΥΡΙΣΤΑ

(… κατά το πλάγιασμα της βροχής μέσα στην απέραντη σιωπή…)

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού

η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια

το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας

και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου

χρυσά·   τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν.

 

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας

ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της

βροχής

σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,

καμιά φωτιά στην κορυφή τους·   βραδιάζει.

Κράτησα τη ζωή μου˙   στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή

μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν

στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα

να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω

γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.

Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα

περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.

Ανεβαίνω τα βουνά·   μελανιασμένες λαγκαδιές˙

o χιονισμένος κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε

ρωτούν

μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε

τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι οι

δρόμοι.

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη

σιωπή

δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ·   ψίθυροι

σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη

σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα

χαλίκια

σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».

Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των

νερών

κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια

ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες

πού μου ξεφεύγουν

εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ό άνθρωπος

πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.

Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού

σ’ αγγίζει

στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου

μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή

βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,

δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

 

Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο γυρεύεις

να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν

εκείνους

πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,

όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν

κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί

πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη

και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,

ό δρόμος δεν έχει αλλαγή˙   κράτησα τη ζωή μου.

 

Το χιόνι   και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

[ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937 από την ενότητα ΣΧΕΔΙΑ για ένα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928 - 1937]

 

ΕΙΧΑΝ ΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ ΠΑΝΤΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥ ΧΑΪΔΕΥΟΝΤΑΣ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ…

(RAVEN από την ενότητα ΣΧΕΔΙΑ για ένα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928 - 1937)

Χρόνια σαν τα φτερά. Τι θυμάται τ’ ακίνητο κοράκι;

τι θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στις ρίζες των δένδρων;

Είχαν ένα χρώμα τα χέρια σου σαν το μήλο που πέφτει.

Κι αυτή η φωνή που ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

 

Εκείνοι που ταξιδεύουν κοιτάζουν το πανί και τ’ αστέρια

ακούνε τον αγέρα ακούνε πέρα απ’ τον αγέρα την άλλη θάλασσα

σαν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δεν ακούνε

τίποτε άλλο, δεν ψάχνουν μέσα στους ίσκιους των κυπαρισσιών

ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δε γυρεύουν

κοιτάζοντας ένα κοράκι σ’ ένα ξερό κλωνί, τι θυμάται,

Μένει ακίνητο πάνω στις ώρες μου λίγο πιο ψηλά

σαν την ψυχή ενός αγάλματος που δεν έχει μάτια

είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ’ αυτό το πουλί

χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες

ερειπωμένες αγκαλιές και γέλια που δεν τέλειωσαν

έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί

ένα ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.

Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τις ώρες μου. Τι θυμάται;

Είναι πολλές πληγές μέσα στους αόρατους ανθρώπους, μέσα του

πάθη μετέωρα περιμένοντας τη δεύτερη παρουσία

επιθυμίες ταπεινές που κόλλησαν πάνω στο χώμα

σκοτωμένα παιδιά και γυναίκες που κουράστηκαν την αυγή.

Τάχα να βαραίνει πάνω στο ξερό κλωνί τάχα να βαραίνει

πάνω στις ρίζες του κίτρινου δένδρου πάνω στους ώμους

των άλλων ανθρώπων, τις παράξενες φυσιογνωμίες

που δεν τολμούν ν’ αγγίξουν μια στάλα νερό βυθισμένοι στο χώμα

τάχα να βαραίνει πουθενά;

Είχαν ένα βάρος τα χέρια σου όπως μέσα στο νερό

μέσα στις θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς συλλογή

με την κίνηση κάποτε που διώχνουμε την άσκημη σκέψη

στρώνοντας το πέλαγο ως πέρα στον ορίζοντα στα νησιά.

Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερα απ’ τη βροχή· τι θυμάται

η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στον γκρίζο ουρανό

σφηνωμένη ανάμεσα στον άνθρωπο και στην ανάμνηση του ανθρώπου

ανάμεσα στην πληγή και το χέρι που πλήγωσε μαύρη λόγχη,

σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τη βροχή, έπεσε ο αγέρας

δε σώνει η δική μου πνοή, ποιος θα το μετακινήσει;

ανάμεσα στη μνήμη, χάσμα – ένα ξαφνισμένο στήθος

ανάμεσα στους ίσκιους που μάχουνται να ξαναγίνουν άνδρας και γυναίκα

ανάμεσα στον ύπνο και στο θάνατο στεκάμενη ζωή.

 

Είχαν μια κίνηση τα χέρια σου πάντα προς τον ύπνο του πελάγου

χαϊδεύοντας τ’ όνειρο που ανέβαινε ήσυχα τη μαλαματένια αράχνη

φέρνοντας μέσα στον ήλιο το πλήθος των αστερισμών

τα κλεισμένα βλέφαρα τα κλεισμένα φτερά…

 

ΑΝΘΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

με φλέβες που μου θύμιζαν άλλες αγάπες

γυαλίζοντας στ’ αχνό ψιχάλισμα,

άνθη της πέτρας φυσιογνωμίες

που ήρθαν όταν κανένας δε μιλούσε και μου μίλησαν

που μ’ άφησαν να τις αγγίξω ύστερ’ απ’ τη σιωπή

μέσα σε πεύκα σε πικροδάφνες και σε πλατάνια.

 

Το ζεστό νερό μου θυμίζει κάθε πρωί

που δεν έχω τίποτε άλλο ζωντανό κοντά μου.

[από την ενότητα ΣΧΕΔΙΑ για ένα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928 - 1937]

 

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

(από την ενότητα ΣΧΕΔΙΑ για ένα  ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928 -1937)

Τα κάρβουνα μες στην ομίχλη

ήτανε ρόδα ριζωμένα στην καρδιά σου

κι η στάχτη σκέπαζε το πρόσωπό σου

κάθε πρωί.

 

Μαδώντας ίσκιους από κυπαρίσσια

έφυγες τ’ άλλο καλοκαίρι

 

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΠΙΚΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙΡΟ ΜΗΤΕ Ν’ ΑΝΑΣΑΝΕΙΣ

(… ανάμεσα στο πρόσωπό σου και στο πρόσωπό σου   μια τρυφερή μορφή παιδιού γράφεται και σβήνει…)

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές

υπάρχει μια δίψα υπάρχει μια αγάπη

υπάρχει μια έκσταση,

όλα σκληρά σαν τα κοχύλια

μπορείς να τα κρατήσεις στην παλάμη σου.

 

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές

μέρες ολόκληρες σε κοίταζα στα μάτια

και δε σε γνώριζα μήτε με γνώριζες

 

Πάψε πια να γυρεύεις τη θάλασσα και των κυμάτων τις προβιές σπρώχνοντας τα καΐκια

κάτω απ’ τον ουρανό είμαστε εμείς τα ψάρια και τα δένδρα είναι τα φύκια

[από την ενότητα ΣΧΕΔΙΑ για ένα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ στη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΩΝ 1928 - 1937]

 

[επιλογές λέξεων από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ του Γιώργου Σεφέρη, γιατί είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη, ριζώνουν θρέφονται με το αίμα. Όπως τα πεύκα, κρατούνε τη μορφή του αγέρα, ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου κι ο άνθρωπος έφυγε, δεν είναι εκεί]

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2023

Κυριακή 18 Ιουνίου 2023

Ο ΗΛΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΙΝΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝΕ ΤΑ ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ…

 (… οι σιδερένιες μας χελιδονοφωλιές   δε μας γελάνε πια με τα λουλούδια

μας στοίχισαν τα χέρια και τα πόδια μας

τώρα τα χέρια και τα  πόδια μας   κρέμονται στα δένδρα…  - ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ)

 

Σε γύρισε ο καθρέφτης μου    στον ουρανό

 φάνηκε   ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο

από τα κόκκινα μυρμήγκια   της φωτιάς

κι ένα κεφάλι πλάι του

να καίει κι αυτό  μέσα σε πύρινη βροχή

να λάμπει το κεφάλι   να φέγγει 

καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο η φωτιά

να ψιθυρίζει:

-Τα δένδρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά

ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα τα φτερά

κι ο πόνος   σκύλος με σπασμένο πόδι

μένει   μένει

[Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ  από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962   με στίχους από το ποίημα ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ  στον τίτλο και τον υπότιτλο της ανάρτησης

ΣΥΝΕΧΕΙΑ με άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο: ΜΙΛΤΟΥ  ΣΑΧΤΟΥΡΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1945 – 1971, εκδόσεις Κέδρος]

 

 


ΗΤΑΝ ΔΙΚΕΣ ΜΟΥ

(από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962)

Αυτά τα δύο σώματα   αυτές τις δυο ψυχές

που στέκονται όρθιες πλάι μυ

κάποτε τις άγγιξα   κάποτε ήτανε δικές μου

τώρα χτυπάει με τα χέρια της

η Άνοιξη τ’ αυτιά μου

τρέχει αίμα από την Άνοιξη

πάλι ματώνει το ράμφος του πουλιού

όμως αυτά τα δύο σώματα   αυτές τις δυο ψυχές

κάποτε σ’ ένα όνειρο τις άγγιξα

σ’ ένα όνειρο πουλιού ήταν δικές μου!..

 

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ

Με το μπαμπάκι του θανάτου   αχόρταγο

 

Ανοίγει μια μεγάλη τρύπα   στο φεγγάρι

 

Ένα παιδί πεθαίνει

 

Στα μεγάλα μαύρα μυρμήγκια

μια πομπή – κηδεία στο φεγγάρι

 

Έν’ άλλο παιδί

ρίχνει μια πέτρα   και σπάζει το φεγγάρι!..

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962]

 

ΑΥΤΟΣ

(από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962)

Πώς ήταν πριν απ’ τη γυναίκα;

πώς ήτανε με τη γυναίκα;

ήταν τοπίο χλόη περιστεριώνας;

τώρα είναι ένα κόκκινο κεφάλι

από τα μάτια βγάζει φλόγες

έν’ άγριο νεκροταφείο τα μαλλιά του

ένας βαθύς αρχαίος ήχος η φωνή του!..

 

ΣΤΙΓΜΕΣ

ο εραστής   άρρωστο ψάρι

όπου να ’ναι

θα πέσει   στον ουρανό

 

κόλαση

με τόσο φως   δεν το περίμενα

στρίβοντας τη γωνιά

ν’ αντικρίσω   το μαύρο κόκκινο

 

τη νύχτα

κλεισμένος   σε κλουβιά βροχής

σιγά – σιγά

με θανατώνουν   τα πουλιά

 

και το πρωί

αν τα πουλιά που μου στέλνει   ο Θεός

είναι πάλι μαύρα

τα βάφω

πράσινα   κίτρινα   κόκκινα

 

όμως μια μέρα

θα ’ρθει μια συννεφιά

παντοτινή

 

κυπαρίσσι   κόκκινο

δέρμα   της ψυχής

 

ένα γλυκό χέρι   σπασμένο

πεταγμένο

στις πέτρες   στο δρόμο   στο χάος

 

καληνύχτα

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962]

 

ΚΕΡΔΙΖΩ

(από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962)

Κάθε μέρα πέφτει   ένα μαύρο πέπλο

που το καίει ο ήλιος  

το βράδυ   το φεγγάρι το ματώνει

κάθε βράδυ  κερδίζω… κερδίζω

ο θάνατος μου   απλώνει το χέρι

κάθε βράδυ  κερδίζω…  κερδίζω…

 

Ο ΗΛΙΟΣ ΜΙΑΝ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΡΑ

Ήταν μια όμορφή μέρα

μια όμορφη μέρα

με υποχθόνιο κρότο έτριζε έκαιγε

βαθιά ο ήλιος έβγαινε

κι ύστερα χανόταν παράξενα

ήταν μια όμορφη γωνιά  

μια όμορφη μέρα   μέσα στο θάνατό μου

πετούσαν πεταλούδες

κι ο ήλιος ξάφνου έβγαινε

κι ύστερα   χάνοταν

έσβηνε   παντοτινά!..

 

ΚΛΕΨΥΔΡΑ

Όλα γύρω της

τώρα   είναι ζεστά

μόνο καμιά φορά

 

θυμάται

 

πως τότε κρύωνε

έπεφτε βροχή

και στο σκοτάδι

με το τσιγάρο

ο ξένος στρατιώτης

ύπουλα   παραμόνευε

 

-Όμως εμένα Θε μου

με ξέχασες

μόνο το σχήμα σου

βρήκαν   στον τοίχο

κόκκινα   αποτυπωμένο

τα πουλιά

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962]

 

ΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ

(από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962)

Σα ρόδι αίμα

ξάφνου

ανοίγει   η ζωή

 

βογκούσε

βαθιά   κρυμμένη

η ανοιξιάτικη

νεκρή   φωνή μου

 

βρόχος   ο ήλιος

έσταζε

πικρό   στο στόμα μου

 

και οι ποιμένες

σαν μ’ αντίκριζαν

κρύβονταν

φοβισμένοι

 

ένας – ένας

 

ΚΑΤΕΒΑΙΝΕ ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΞΕΝΟΣ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΟΣ

Το αίμα καίει το μυαλό

η Άνοιξη μια στιγμή φάνηκε κοντά στα κυπαρίσσια

ωραία πουλιά πέφταν με δύναμη

σε κάθοδο φριχτή

κι άλλα ζεστά πουλιά μεσ’ απ’ τον ηλιο

βγαίναν κι ανεβαίναν

 

από την πόλη χάθηκαν τα περιστέρια

 

η μαύρη γυναίκα έστελνε

ψεύτικα   λουλούδια στους νεκρούς

 

ΦΥΣΟΥΣΕ

Φυσούσε

λουλούδια απ’ άλλο κόσμο

 

σαν εκκλησία

 

με μαύρα στίγματα όμως του κακού

σκορπισμένα

να καίνε κόκκινο το δέρμα

 

μέσα στον ύπνο

τραγικά 

μοσχοβολούσαν   τα μαλλιά της

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962]

 

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑΤΑ

(από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962)

Αυτή η ξαφνική η παγωνιά   μέσα στο καλοκαίρι

 

θαμπώνουνε της φίλης μου   τα μάτια

λέει:   Είμαι κατάστικτη

από κόκκινο κακό

όμως καθαρή   σαν το ελάφι

τι να κάνω   μακριά από την πηγή;

 

περνάει ο άλλος   σκοτεινός

με σίδερα  και  περικεφαλαία

φωσφορίζοντας

μέσα σ’ ένα κλουβί

κλεισμένος

δίχως δόντια   πώς να ζήσει

 

κι έξω

ηλιοβασίλεμα

σβήνουνε χαμηλώνουν   οι φωνές των ζώων

ανάποδα πετάν τα περιστέρια

σε ξεχασμένη θάλασσα

γλυκά περνάνε

ψάρια   δένδρα   λουλούδια

και καΐκια

 

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Οι τάφοι είναι χαρούμενοι

 

τα όνειρα πάντα περνούν   μεσ’ απ’ τους τάφους

κι ύστερα ορμούν

τινάζονται ψηλά

ανοίγουν και σφυρίζουν

 

το θάνατο τότε τον ξεχνούν

δεν τον θυμούνται

 

Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Πάλεψα   πάλεψα πολύ

 

όμως

μονάχα αυτός ο μαύρος   άνθρωπος

έμεινε

στριφογυρίζει   δείχνοντας τα δόντια

 

πάλεψα   πάλεψα πολύ

ώσπου να γίνουν όλα   μαύρα

 

σκεπαστείτε!..

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962]

 

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ

(από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962)

Μέσα σ’ ένα χρυσό κύκλο

το κεφάλι του

 

πάνω του πέφτει χιόνι

 

το στόμα του βγάζει πύρινες   πληγές

 

άγριες τον κυνηγάνε ανεμώνες

 

μία γαλάζια βέργα απλώνεται   απάνω του

 

γύρω πετούν μικροί μαύροι  

σταυροί ανοιξιάτικοι

τα χελιδόνια

 

ΕΒΛΕΠΑ

Όταν ξαφνικά

ο ήλιος    αλλάζει χρώμα

 

και υψώνεται

τρομακτικό   το σύννεφο

 

έβλεπα το ζευγάρι

τους ερωτευμένους στο δρόμο

πριν από το θάνατο   και μετά από το θάνατο

όταν ξαφνικά

το λουλούδι   αλλάζει χρώμα

ο ήλιος σκληρά   αλλάζει χρώμα

 

τώρα μέσα στο σύννεφο

τα χέρια τους μαύρα

και   σ’ άλλη πτώση

τώρα   τα χείλη τους

 

Η ΒΡΟΧΗ

Φριχτό καλοκαίρι

τα περιστέρια

ο άλλος κόσμος

που πάντα λάμπει

στα μάτια σου

στα μάγουλά σου

 

ΕΡΗΜΟΙ

Έρημοι άνθρωποι μέσα στο κρύο

μιλούν στην Παναγία

 

ανέκφραστο το δένδρο

δίχως φύλλα  

τους κοιτάζει

 

κοράκια ντύθηκαν κόκκινα   σαν πόρνες

 

η εκκλησία έσπασε

απ’ την πολλή βροχή

οι άγιοι βρεθήκανε    να τρέχουνε στους δρόμους…

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962]

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

(από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962)

Όταν τη νύχτα

μιλάω με πεθαμένους πετεινούς

με κοιμισμένα σύννεφα

μεσ’ στο βασίλειο της στάχτης

η άκρη του φετινού άγριου άσπρου χιονιού

με ξεσκεπάζει

δίχως σάρκες

μεθυσμένο   αμόλυντο

όμως  

δεν κλαίω   για το ωραίο το όνειρο

για το κακό το όνειρο

που χρόνια τώρα κάθε νύχτα

με βασανίζει μες τον ύπνο μου

με βασανίζει κάθε μέρα   στη ζωή μου!..

 

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

(από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962)

Γκρίζος ουρανός

γκρίζος ουρανός

ουρλιαχτά   ουρλιάσματα

σπίτια σακατεμένα

 

μεσ’ στις καρδιές

σκοτεινοί βρόχοι

βράχοι από γυαλί

αόρατα κόκκινα   τραγούδια!..

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη  ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ 1962]

 

«ΗΜΟΥΝ Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ ΔΙΧΩΣ ΚΡΕΒΑΤΙ» 

(… έλεγε τώρα ο νεκρός στον εξεταστή του.

Το δωμάτιο ήταν  κατασκότεινο και μόνο από μια μικρή τρύπα στο ταβάνι,

κατέβαινε  σιγά – σιγά μια υγρή κόκκινη κλωστή!.. -  Ο ΗΛΙΟΣ)

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ:  Σα θα με βρούνε στο ξύλο του θανάτου μου   γύρω θα ’χει κοκκινίσει πέρα για πέρα ο ουρανός   μια υποψία θάλασσας θα υπάρχει    κι ένα άσπρο πουλί, από πάνω,  θ’ απαγγέλει μέσα    σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι,  τα τραγούδια μου!.. Η ΚΟΛΑΣΗ:  Έβγαινε  ένα ζεστό σκοτάδι   κι αυτός είχε ξεχάσει το κεφάλι   που επίμονα αρνιότανε  τα δόντια   τώρα βασίλευε ο τρελός   ένα μπαμπάκι και η πίσσα!..  ΕΦΕΥΓΕ ΤΟ ΠΟΥΛΙ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ:   Έφευγε το πουλί του τάφου   τόσο μικρό   πένθιμα κόκκινο χάνοταν   τρυφερά   πάνω στη λίγη χλόη   με την αιώνια χελώνα που βάδιζε σιωπηλή   τη νεκρή ακρίδα και τη μέλισσα   που είχε σφηνώσει με πόνο   στο στόμα του λουλουδιου!.. ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ:  Κάποτε  θα σταματήσουμε   σα μια γαλάζια άμαξα   μεσ’ στο χρυσάφι   δε θα μετρήσουμε τα μαύρα άλογα   δε θα ’χουμε πια τίποτα   για να μοιράσουμε   κρατώντας ένα ξύλο   θα περάσουμε   μεσ’ απ’ την μαύρη τρύπα του ήλιου   που θα καίει  [και άλλες επιλογές  από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΤΑ ΣΤΙΓΜΑΤΑ  1962]

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2023

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ