Κυριακή 14 Μαΐου 2023

ΟΧΤΩ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ

 (… αυτός ο τόπος είναι ένας παράξενος τόπος…)

Τα πρόσωπα που παίρνουν μέρος σ’ αυτό το ποίημα είναι εντελώς φανταστικά κι έχουν μονάχα συμβολική σημασία.

Όμως, πάντα, σε κάθε φανταστικό πρόσωπο υπάρχει ένας αληθινός άνθρωπος – είμαι εγώ, είσαι εσύ, είναι ο άλλος.

Είμαστε όλοι όσοι ζήσαμε το πένθος του τελευταίου πολέμου.

Το ίδιο και ο πόλεμος που περιγράφεται είναι κι αυτός φανταστικός, όμως αναφέρεται σε κάθε αποικιακό κι άδικο πόλεμο που έγινε  ή  που γίνεται και σήμερα ακόμα!..

Οι άνθρωποι αυτοί, από μια ξεχωριστή πατρίδα ο καθένας, μ’ ένα ξεχωριστό όνομα ο καθένας, άνθρωποι που δεν συναντήθηκαν και δεν γνώρισε ποτέ ο ένας τον άλλον στη ζωή, σμίξαν μέσα σ’ αυτό το τραγούδι, όχι γιατί βρέθηκαν πλάι – πλάι στο ίδιο χαράκωμα, μα γιατί βρίσκονται πάντοτε, κάθε στιγμή, στην ίδια λαχτάρα να ζήσουν μια πιο ευτυχισμένη ζωή όλοι οι άνθρωποι!..

Έτσι, αρκετά παράξενα βέβαια, μα από κάποια βαθύτερη αναγκαιότητα, ξεκινώντας από διαφορετικούς τόπους και χρόνους ο καθένας, ανταμώσανε στην ίδια διμοιρία ο Χανς, ο Άλλαν, ο Πωλ, ο Μπιλ, ο δεκανέας Χοκς, ο Λουίτζι, το μωρό του Λουίτζι κι εγώ.

Κι οχτώ άνθρωποι άρχισαν να βαδίζουν πάνω στη γη…

 


ΑΥΤΟΣ Ο ΤΟΠΟΣ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΤΟΠΟΣ

Για κείνους που ’ναι ήσυχοι, καλά προφυλαγμένοι πίσω απ’ τους τοίχους

γι’ αυτούς που διευθύνουνε τον κόσμο μέσα από έναν χάρτη

τούτος ο κόσμος έχει ένα όνομα.

Μα για μας που κουβαληθήκαμε εδώ, για μένα και τους συντρόφους μου

αυτός ο τόπος παίρνει κάθε τόσο κι άλλην όψη

παίρνει κάθε τόσο κι άλλα ονόματα

που αλλάζουνε περίεργα και ξαφνικά.

 

Άλλοτε λέγεται μια μετακίνηση βιαστική

εμπρός, εμπρός, γρήγορα όλοι στα βαγόνια

σβήστε τα τσιγάρα

ο σταθμός χαμένος στο σκοτάδι

ακούμε που τον ψάχνουν τα βομβαρδιστικά

σαράντα νομάτοι σωριαζόμαστε ανάμεσα σε βλαστήμιες και φτυσιές

αυτό το τρένο κανείς δεν ξέρει πού πηγαίνει

αυτό το τρένο όλοι το ξέρουμε

δε θα γυρίσει ποτέ!..

 

Άλλοτε λέγεται ένας διπλανός σου που βγάζει και σου δείχνει μια φωτογραφία

να. η μητέρα μου, εδώ η γυναίκα μου, κι αυτά τα τρία μας παιδιά

μα ξαφνικά ένα θραύσμα οβίδας του κομματιάζει όλο το πρόσωπο.

Τον θάβουμε γρήγορα – γρήγορα κι αρχίζουμε την πορεία μας ξανά.

Και μένει μόνο η πεσμένη φωτογραφία στη λάσπη

και τα χαμόγελα των παιδιών που ποδοπατιούνται απ’ τις αρβύλες.

 

Άλλοτε λέγεται μια ξαφνική οργή να καθαρίσεις το λοχαγό που όλο σε βρίζει

άλλοτε μια επιθυμία να κλαις

τόσο είναι ωραίο αυτό το αστέρι πάνω από τ’ αμπρί

άλλοτε λέγεται επίθεση   άλλοτε υποχώρηση

άλλοτε πάλι επίθεση    πάντοτε

πάντοτε λέγεται λαχτάρα για να ζήσεις.

Άλλοτε λέγεται ένας ταχυδρόμος που τον περίμενες δυο μήνες σαν τρελός

κι έρχεται   δίχως να φέρει τίποτα σε σένα

κι άλλοτε λέγεται ένας ταχυδρόμος που φεύγει την ώρα που βραδιάζει

με τα μακριά του χέρια να κουνιούνται μέσα στο κόκκινο δειλινό

που φεύγει   δίχως να πάρει τίποτα από σένα.   Γιατί εσύ

ου   ου   ου… πάει πολύς καιρός τώρα   που είσαι νεκρός!..


 [ΟΧΤΩ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ  από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ 1956,

Κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή με αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό 1ο τόμο: ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗ 1950 – 1966, εκδόσεις Κέδρος]

 

ΟΧΤΩ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ - συνέχεια

(από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ 1956)

Στην πρώτη ημιομάδα της 3ης διμοιρίας είμαστε οχτώ σύντροφοι.

Ο Χανς, ένα χρυσό παληκαράκι

που όλη τη μέρα μας ξεκούφαινε με μια χρυσή φυσαρμόνικα της τσέπης

ο Άλλαν, ο ανθρακωρύχος που ξάπλωνε τις ώρες της ανάπαυσης

κατέβαζε το κράνος ως τη μύτη κι ονειρευόταν το κορίτσι του

ο σαλπιστής ο Πωλ, που σαν αποχαιρέταγε τη μάνα του

της είπε: όταν τελειώσει ο πόλεμος, θα το σαλπίσω τόσο δυνατά

που θα τα’ ακούσεις μέχρι εδώ, μάνα!..

Ο Μπιλ, ο δεκανέας Χοκς κι ο Λουίτζι

Ο όγδοος σύντροφός μας ήταν το μωρό του Λουίτζι

που ο Λουίτζι μας έδειχνε ολοένα τη φωτογραφία του

ένα ξεβράκωτο ανθρωπάκι με δυο μάτια όμορφα και γελαστά.

Μιλούσαμε πολύ γι’ αυτόν τον σύντροφό μας

και μες απ’ τις κουβέντες, μας ακολουθούσε παντού

στις πορείες, στους πρόχειρους καταυλισμούς

στα χαρακώματα και μέσα στις μάχες ακόμα.

Κι ονειρευόμαστε σα θα γυρίσουμε καμμιά βολά

να κάνουμε κάτι μεγάλο

γι’ αυτόν το μικρούλη αγαπημένο συντροφάκο μας!..

 

Και να, που βαδίζαμε έξη μέρες τώρα δίχως τελειωμό.

Στην αρχή γέλαγε ο Πωλ, πετούσε κανένα αστείο

ανάμεσα από τα στραβά του δόντια του απαντούσε ο Χανς.

Ύστερα πάψαμε ξαφνικά και κοιτάζαμε μακριά

τη γυμνή έκταση. Πού τέλειωνε άραγε;  Και τι θα ’ρχιζε

τι θα ’ρχιζε για όλους μας

πίσω από κείνα τα σταχτιά βουνά.

Τότε στις πρώτες σειρές άρχισε κάποιος να τραγουδάει.

Ήταν ένα παλιό λυπητερό τραγούδι

μιας πατρίδας, πολύ μακρινής.

Βαδίζαμε χωρίς να μιλάμε.  Βράδιαζε.

Και μονομιάς νοιώσαμε πόσο είμαστε ξένοι

κάτω απ’ αυτόν το βαρύ, μολυβένιο ουρανό.

Βαδίζαμε.

 

Την Τρίτη μέρα δεν άντεχε ο Άλλαν πια

κι ο Λουίτζι του πήρε τ’ όπλο και το γυλιό και τα φορτώθηκε αυτός.

Τρεις μέρες τώρα που σερνόμαστε κάτω από έναν ήλιο φοβερό

είχαν ανάψει τα κράνη κι οι κάνες των ντουφεκιών μας

και κάθε τόσο αναποδογυρίζαμε στο στόμα τα παγούρια

μονάχα για να κάνουμε αυτήν την κίνηση

που θύμιζε νερό. Κάποιος στην όγδοη διμοιρία

είχε χαράξει μ’ ένα σουγιά το μπράτσο του

κι έγλειφε.  Βαδίζαμε… 


Τα βλέφαρά μας είχαν ξεραθεί κι όπως ανοιγοκλείναν

γδέρναν το βολβό, και νοιώθαμε σαν ένα αγκάθι η γλώσσα

να γαντζώνεται στον ουρανίσκο μας.

Πίσω από τούτα τα βουνά ήταν άλλα βουνά.  Κι άλλα.

Κι άλλα.

Κανείς δε μας θυμόταν πια. Βαδίζαμε.

 

Όπου, λοιπόν, καθώς γίνηκε μια φασαρία στην αρχή της φάλαγγας και σταματήσαμε

ένας έγειρε στην πλάτη του μπροστινού του

κι απόμεινε έτσι όρθιος εκεί. Σε λίγο μάθαμε

πως ήταν πεθαμένος.

Ο γιατρός του λόχου είπε πως είχε πεθάνει πριν δυο ώρες.

Αδύνατο, έκανε ο λοχαγό, πώς θα μπορούσε να βαδίζει

δυο ώρες τώρα ένας πεθαμένος.

Ο γιατρός έλεγε ναι, μπορεί

ένας άνθρωπος μπορεί να βαδίζει

και πεθαμένος.  Κι ήταν έτοιμος να χτυπήσει το λοχαγό.

Τότες  απ’ την αρχή της φάλαγγας σφυρίξανε και ξεκινήσαμε.

 

Κατά το βράδυ

μάθαμε πως ο γιατρός του λόχου ήταν τρελός…

[ΟΧΤΩ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΒΑΔΙΖΟΥΝ ΠΑΝΩ ΣΤΗ ΓΗ  συνέχεια  στις σελίδες 172-190 της εν λόγω έκδοσης]

 

ΣΤΙΧΟΙ ΓΡΑΜΜΕΝΟΙ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ

(από τη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ 1956)

ΠΑΤΡΙΔΑ

Πατρίδα   είσαι γεννημένη από χωριάτες

από φαρδιές σκληρές κοιλιές γυναικών

από τις ροζιασμένες φούχτες των σκαφτιάδων.

Είσαι γεννημένη μες από φωτιές, από κραυγές και αίματα

απ’ αυτούς που πέσανε για σένα, χιλιάδες και χιλιάδες

και χάθηκαν για πάντα κάτω από το χώμα σου

 

Όταν ο περαστικός ξυλοκόπος κάθεται σε μια πέτρα

στην άκρη του δρόμου, την ώρα που βραδιάζει

δεν είναι μονάχος!..

Ακούει κάτω απ’ το χώμα του δρόμου να τον φωνάζει το αίμα σου.

 

Πατρίδα, είσαι γεννημένη απ’ τους πεθαμένους.

 

ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ

Ναι, υπερασπίζαμε τη λευτεριά πολεμώντας

μα ακόμα

υπερασπίζαμε το δρόμο που παίζαμε παιδιά

τον τάφο που κοιμόταν η μητέρα μας

και κείνο το μικρό δενδράκι που κάτω απ’ τα κλαδιά του

δώσαμε το πρώτο μας φιλί!..

 

Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΗ

Κάποτε, καθώς φεύγεις

πηγαίνοντας σε μια μεγάλη μάχη

θα σου ’τυχε ν’ ακούσεις ξαφνικά απ’ ένα παράθυρο

ένα πιάνο να παίζει

Ίσως ένα κορίτσι με άσπρα δάχτυλα

ή ένας άνδρας με δυνατά χέρια

να παίζουν αυτόν το λυπημένο σκοπό

που σου θυμίζει τα παιδικά σου χρόνια, τους χαμένους έρωτες

όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις

τα γιασεμιά που σου γυρίσανε

την καρδιά σου που την ποδοπάτησαν.

 

Εσύ στέκεσαι με το στόμα ανοιγμένο

ακούγοντας κάτω απ’ τη βροχή –

μα πρέπει να βιαστείς, προχωράνε οι άλλοι

χάθηκαν κιόλας στη στροφή του δρόμου.

Κι όπως ξεκινάς με πλατύ βήμα

τα παιδικά σου χρόνια

οι χαμένοι έρωτες

όλα όσα ονειρεύτηκες χωρίς να τα ζήσεις

τα γιασεμιά που σου γυρίσανε

η καρδιά σου που την ποδοπάτησαν

ξεκινάνε κι αυτά πλάι σου  - να πολεμήσουν μαζί σου!..

 

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ ΜΑΣ

Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων!..

Όταν καμιά φορά λιποψυχάμε

νοιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας

η ανάμνηση του χεριού τους.

Κι όταν κάνουμε το καθήκον μας

νοιώθουμε κάτω απ’ την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο

σαν να κρατάμε μες τα χέρια μας

ολάκαιρο τον κόσμο!..

 

ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Ε!. Τι καθόσαστε, λοιπόν, Ποιητές

βγείτε στους δρόμους… ανεβείτε στις αμαξοστοιχίες

να δείτε καθώς απαγγέλετε τα τραγούδια σας

ν’ ανθίζει μες στη καρβουνόσκονη σαν ένα άσπρο τριαντάφυλλο

το γέλιο των μηχανοδηγών.

Πηγαίνετε στη λαϊκή αγορά

ανάμεσα στις φωνές και τη ξινή μυρωδιά των λαχανικών.

Είναι εκεί μια αντρογυναίκα με ξυλοπάπουτσα

που αν χαμογελάσει με τους στίχους σας

σημαίνει πως κάτι φτιάξατε στη ζωή σας!..

Γιατί αυτή η αντρογυναίκα με το πλατύ, βλογιοκομένο πρόσωπο

έχει τρία παιδιά σκοτωμένα

και δεν το ’χει σκοπό να γελάσει με μυξάρικους στίχους!..

Ανεβείτε με τα πριονοπέδιλα πάνω στους στύλους του τηλέγραφου

και τραγουδήστε και ξανατραγουδήστε

και κουνώντας σαν ένα τσαλακωμένο κασκέτο την καρδιά σας

χαιρετήστε  το μέλλον!..

 

Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

Σαν ήμουνα παιδί κοίταζα τ’ άστρα

κι έκλαιγα που δεν μπορούσα να φτάσω τον ουρανό.

Ύστερα αγάπησα τη δόξα.

Νύχτες έμενα άγρυπνος δαγκώνοντας τα χέρια μου

καθώς σκεφτόμουνα ότι θα ’μενα για πάντα

ασήμαντος και ταπεινός.

Τώρα αγωνίζομαι πλάι στα εκατομμύρια αδέλφια μου

κι είμαι ευτυχισμένος.

 

ΠΛΑΤΥΣ ΔΡΟΜΟΣ

Μητέρα

σε συλλογιζόμουνα πολύ τις μεγάλες νύχτες του χειμώνα

κάτω απ’ τ’ αντίσκηνο.

Όταν θα γύριζα καμιά φορά

σκεφτόμουνα να σ’ αγκαλιάσω.

Μητέρα, δεν πειράζει που τα σεντόνια μας τρύπησαν

μυρίζει τόσο όμορφα η κρεμμυδόσουπα που μου τοίμασες

-έτσι σκεφτόμουνα να σου πω!..

 

Μα βγάλτε, λοιπόν, τα χέρια απ’ το πρόσωπό σου

κοίταξε με.

Ο κόσμος είναι ένας δρόμος πλατύς.

Μπορεί να τον διαβεί κανείς

και μ’ ένα ξύλινο πόδι

μητέρα!..

 

ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΠΑΝΤΟΥ

Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε αγάπη μου,

μη χάσεις το θάρρος σου.

Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου είναι να ’χει καρδιά.

μα η πιο μεγάλη ακόμα είναι όταν χρειάζεται

να παραμερίζει την καρδιά του!..

Την αγάπη μας αύριο θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία

πλάι στα ονόματα των άστρων και τα καθήκοντα των συντρόφων!..

 

Θα θυμάμαι πάντα τα φιλιά σου που κελαηδούσαν σαν πουλιά

θα θυμάμαι τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα

σα δυο νύχτες έρωτα μες στον εμφύλιο πόλεμο!..

 

Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα

εγώ θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου!..

Θα θυμάμαι πάντα που μ’ αγκάλιαζες και μ’ έριχνες πάνω απ’ το τρυφερό σου στόμα

κι ο έρωτας μας βούιζε σαν τα πανιά ενός μεγάλου καραβιού.

Α!.. ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχια είναι χρυσά κι απέραντα

γιατί σ’ αγαπώ!..

 

Μη χάσεις το θάρρος σου!.. Εμείς πάντα το ξέραμε

πως δεν χωράει μέσα στους τέσσερεις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο!..

Γιατί δική μας πατρίδα είναι όλοι οι δρόμοι που στα πλάγια τους κοιμούνται

οι σκοτωμένοι του αγώνα μας!..

 

Κλείσε το σπίτι

δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί  και  προχώρα!..

Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οχτώ

εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων

σε όποιο μέρος της γης   σ’ όποια χώρα

εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι για έναν καινούργιο κόσμο!..

 

Εκεί   θα σε περιμένω!...

 

ΓΕΝΕΣΙΣ (έκδοσις Β)

Η δημιουργία του κόσμου δεν τέλειωσε ακόμα.

Την αποτελειώνουν κάθε μέρα

οι εργάτες   κι οι ποιητές

 

ΣΗΜΑΙΕΣ

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων

εμείς καθόμασταν τα βράδια

και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.

Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας!..

 

ΕΠΙΤΑΦΙΟ

Εσείς   αδέλφια που πέσατε.

Οι άνθρωποι θα ξεχάσουν τ’ όνομά σας

Μα η πατρίδα θα κρατάει το αίμα σας στις ρίζες της

για ν’ ανθίζει!..

 

ΛΑΪΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Τα σπίτια στην πατρίδα μου είναι χαμηλά

οι στέγες τους στάζουν, στην κουζίνα είναι ένα κουβάς

για τα βρώμικα νερά.  Οι άνθρωποι κάθονται στο τραπέζι

όπως γύρω από ένα νεκρό.  Απ’ τα σπασμένα παράθυρα

μπαινοβγαίνει η νύχτα, η βροχή κι ο χρόνος

Τα παιδιά δουλεύουν στα μηχανουργεία και τα κορίτσια

μένουν ανύπαντρα.

 

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι γεννηθήκαμε

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι μεγαλώσαμε, αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε.

Σ’ ένα τέτοιο σπίτι οχυρωθήκαμε

και πολεμήσαμε.

 

Αυτή είναι η ιστορία μας.

[αποσπάσματα από ΣΤΙΧΟΥΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟΥΣ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ, μια ενότητα στη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ 1956 εδώ με αντιγραφή και επικόλληση από τον πρώτο συγκεντρωτικό τόμο: ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗ 1950 – 1966, ΚΕΔΡΟΣ 13η έκδοση]

 

ΠΟΙΗΤΙΚΗ

(… γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν…)

…για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο   για σας, χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα   ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας!..   Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους   και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών   γράφω για τους καρβουνιάρηδες  για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.   Γράφω για σας αδέλφια μου στο θάνατο   σύντροφοί μου στην ελπίδα   που σας αγάπησα βαθιά κι απέραντα   όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα!..  Κι όταν πεθάνω και δε θα ’μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας   τα βιβλία μου,  στέρεα κι απλά   θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια   ανάμεσα στο ψωμί   και τα εργαλεία του λαού [αποσπάσματα από ΣΤΙΧΟΥΣ ΓΡΑΜΜΕΝΟΥΣ ΣΕ ΠΑΚΕΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ, μια ενότητα στη συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ 1956]

Δευτέρα, 15 Μαΐου 2023

Παρασκευή 12 Μαΐου 2023

ΑΣ ΤΗΣ ΛΥΣΕΙ ΑΠ’ ΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΗ ΣΑΡΚΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ…

 (… αναγνωρίζοντας με ανεπαίσθητο θρόισμα ρούχου και ματιού  

τα κυπαρίσσια και τα σιωπηλά πορτρέτα…)

Αίμα της ήταν και μαζί του έφευγε!..

 

Και ποιον δε θα μάγευε!..

Τα γεμάτα χείλη μισάνοιχτα

τα βουερά φωτισμένα της μάτια

το πρόσωπο πάνω στο χώμα

ώστε κανένας άλλος να μην μπορεί να μπει.

 

Ας πεθάνει λοιπόν, ας πεθάνει

ας της λύσει απ’ τους ώμους τη σάρκα ο έρωτας

να ξαπλώσω επιτέλους   πάνω στ’ άσπρα της κόκαλα!..

 

Σηκώνει το φαρδύ μανίκι της   δαγκώνει ελαφρά το κιμονό της

ύστερα πιάνει τη βεντάλια της

και την ανοίγει ακριβώς κάτω απ’ τα μάτια!..

 

Τη βοηθούν να περάσει το χτένι στον κότσο της

αυτή χαμογελάει στον καθρέφτη

της βάζουν τα πινέλα στα μικρά της δάχτυλα

αυτή σκουραίνει τα βλέφαρα!..

 

Τώρα θα κάνει τρία βήματα δεξιά

σιγά – σιγά θα λυγίσει το πόδι

η βάρκα ξαφνικά θα φύγει προς τα μπρος

η ώρα του θρήνου θα έρθει αργότερα!..

 

Οι χειριστές πρέπει να συντονίζουν την αναπνοή τους·

η κούκλα είναι και το πρόσωπο του δράματος

και ένα λυγερό κομμάτι ξύλο!..

 

Κι ακόμα σιωπηλές

γι’ αυτό κρατήσου μακριά   από το τρυφερό χλωμό τους φως

καθώς κοιτάζουν  ή  φορούν το δαχτυλίδι τους 

πριν βγουν το βράδυ στο μπαλκόνι

κρατώντας σε εξαίσια περισυλλογή μια κίτρινη βεντάλια

ή  περπατούν στη γέφυρα

στον ήχο μαγεμένου αυλού   και στις λεπτές ομίχλες

έτοιμες να προδώσουν μυστικά, να καταδώσουν  ή

μόλις να γείρουν απ’ την κουπαστή

και να καθρεφτιστούν   στα καταχθόνια νερά

ύστερα  με τριανταφυλλένια μάγουλα

να διασχίσουν την αλέα και τις αίθουσες

αναγνωρίζοντας με ανεπαίσθητο   θρόισμα ρούχου και ματιού

τα κυπαρίσσια και τα σιωπηλά πορτρέτα!..

[ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΕΦΕΥΓΕ  και  ΜΠΟΥΝΡΑΚΟΥ, δυο ποιήματα   από τις ΜΑΓΙΣΣΕΣ, δεύτερη ενότητα στη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ 2002.

Ανθολογούνται αποσπάσματα και από τα ΤΑΞΙΔΙΑ,  τρίτη ενότητα αυτής της συλλογής, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση: ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ Ποιήματα 1970 – 2012, εκδόσεις Πατάκη 2015]

 


ΧΗΘΚΛΙΦ

(από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ 2002)

Πόσο μάλλον λοιπόν ανοίγοντας την πόρτα του κήπου

χωρίς ν’ αλλάξει τίποτα απ’ τη μονοτονία της ζωής του

και η ξαφνική της είσοδος μέσα στο πλέγμα των φυτών

τον βρει να κόβει μόνος του το μελαγχολικό του πάθος

όχι αναγκαστικά πολύ αργά

όχι σε σιωπηλή ονειροπόληση.

Πόσο μάλλον λοιπόν αν ο κήπος δεν έχει λουλούδια

ούτε κι αυτός  ιδιαίτερα μια φθινοπωρινή ημέρα

γέρνει στον νου του ίσκιους που ανάμεσα στα δένδρα

φυσούν την ίδια παγερή πνοή

που αναδίνει το κορμί αμέσως μόλις εξαντλήσει την ψυχή του

κι έτσι εκείνη αλωνίζει τη σκεπή ξετρελαμένη

προσέχοντας με το μανίκι της και τα κυρτά της δάχτυλα τη φλόγα

παραμερίζοντας υπερηφάνεια, φόβο και ντροπή

-α, η φρικτή της ζήλεια.

Πόσο μάλλον λοιπόν

αν δεν υπάρχει κήπος ούτε στάλα φθινοπώρου

χρονιά που δεν προμήνυε νύχτες απόλαυσης ή μέρες θλίψης

κι αυτός δεν σκέφτεται να ξεφυλλίσει παραμύθια κι όνειρα

απλώς ανοίγει ένα οποιοδήποτε βιβλίο

κι ανησυχώντας τη στιγμή εκείνη για την ψύχρα, δεν ανησυχεί

καθώς αμίλητη βγαίνει μπροστά του

μήπως και φτάσει πια στο τέλος της ζωής του.

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ

Ναι, μάλλον είμαι.   Ναι, είμαι τώρα!..

Το σούρσιμο της φούστας μου   το ψάθινο καπέλο

στο άνοιγμά της πόρτας το γυμνό κεφάλι.

Υπάρχουν λοιπόν τόσα πράγματα

πράγματα που μου δίνουν τη χαρά του τόπου

εκεί που ήταν χρόνος

για χάρη τους αφήνω τα μαλλιά μου και πετώ τις νύχτες

πράγματα ντροπαλά, που κοκκινίζουν

φεύγοντας απ’ τη λύπη και πηγαίνοντας στη δόξα.

Ναι, χαμογέλασε η Θεοδώρα·

τα χέρια μου είναι ξερά   αλλά τ’ αγγίζω όλα!..

 

σαν να μην είμαι

σαν να μην είμαι πια εγώ εσύ να με θυμάσαι

όταν μες στο λεπτό νερό του φεγγαριού

του κήπου η παγόδα θα γλιστράει

 

αγαπημένε μου  Λι – πο

αγαπημένο μου αρσενικό ελάφι –

τ’ άλλα να τα ξεχάσεις·

αν θες να με κρατήσεις πάλι αγκαλιά!..

 

Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Κατεβαίνω σιγά

γελάω ξαφνικά, χωρίς να το θέλω

πάντα γελάω

μπαίνω αριστερά, στην άδεια κουζίνα

ανοίγω το τετράφυλλο παράθυρο προς την ανατολή

κάθομαι στο τραπέζι με τα σκόρπια μήλα

ξεχνιέμαι μονάχη.

 

Μονάχη χαίρομαι τις ώρες της αυγής.

 

Σε τόπο ξερό   απλώνω τον κήπο μου

έως ότου γεμίσει το στόμα μου γέλιο

[από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ 2002]

 

 

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

(… που δεν ξέρει να γράφει παρ’ αλλάζει μορφή

έρποντας με τα πολλά του στόματα πάνω στο φύλλο…)

Το θυμάμαι μόνη

κανείς άλλος δεν βλέπει το ίδιο τοπίο

εγώ κι αυτή η άλλη μέσα μου

που κάθεται κοντά μου

γιατί κι εγώ μένω ακίνητη και δεν μιλάω.

 

Το φτέρωμα της φοινικιάς σταχτί και πράσινο

τον άντρα με τα γυναικεία γόνατα

τη ζαφορένια κελεμπία   τον ξερό άνεμο!..

 

Μικρά μπιλιέτα   γραμμένα στις αρχές του περασμένου αιώνα

ταιριάζουν απολύτως υποθέτω

στη συντομία και την αυστηρότητα μιας είδησης

απ’ όσο μακριά κι αν φτάνει

με τα άλογα που σταματήσαν μόνο για να πιουν νερό·

αυτό το χρώμα κι η ποιότητα χαρτιού

ευγενικά εξιστορούν την έκβαση της ιστορίας

χωρίς το βλέμμα ν’ αποστρέφεται

και ν’ αποφεύγει τις εικόνες

ή το γλυκό χαμόγελο που δεν θα γίνει

μάταιος θρήνος αλλά ψάθινο κουτί

-δεν είναι και πολλά τα πράγματα για κάποιον που γελώντας μες στα άνθη

θα παραπλανηθεί χωρίς αλλοτινές χαρές

κι αυτό το ομολογώ γιατί αν και δεν θα ’πρεπε να φέρομαι

μ’ αυτό τον τρόπο

ζηλεύω τρομερά το μέρος που διαλέξατε να ζείτε

κι όπου αθόρυβα και μεταξένια ηρανθή

ανοίγουν μ’ όλο που δεν είναι ακόμη   νύχτα

πάνω στη λίμνη του σπιτιού.

[ΑΣΟΥΑΝ από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ 2002]

 

ΝΑΥΣΙΚΑ

(από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνα ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ 2002)

Είχε σταθεί εκεί απείραχτο

η μυρωδιά της καμφοράς εμπόδιζε

να απομακρυνθεί όχι μονάχα η ευλάβεια

αλλά κι ο έρωτας

αν και δεν ξέρουμε ποτέ τι θα συνέβαινε

μια ήσυχη βραδιά με σιγανή βροχή

όπου η ερωμένη του θα αισθανόταν τη γλυκιά αδημονία

να τον κρατήσει απ’ το χέρι

και το χειρότερο

να του φιλήσει την καρδιά όπως τα χείλη.

Αλίμονο λοιπόν

αν καταλήξουμε απρόσεκτα στο θλιβερό συμπέρασμα

ότι πρέπει ν’ ανάβει μόνος του κανείς φωτιά από πεσμένα φύλλα

αφού καλύτερα, καλύτερα

η πρωινή αμφίβολη ακινησία

και τα γυμνά κλαριά που μ’ ένα χτύπημα του πινελιού

θα φτάσουν στο αρχοντικό του Χαϊκόσου

και ως το ταξίδι σε βάρκες χλωμές

εικόνες που σκύβουν να πιάσουν τη χτένα τους

και πέφτουν στο νερό και λιώνουν

γυναίκες βουβές   και άνδρες αμίλητοι

 

και ω το νερό που σηκώνει τα φύλλα

και τα σκαλώνει στριφογυριστά στις όχθες

θαμπές ψυχές με κίτρινα σιρίτια

στριφτό τραγούδι   σιγανό πλεχτό

 

και  ω το τραγούδι που ανεβαίνει με σμιχτά πλευρά

γεμάτο κάποτε νησιά και κύματα

φουστάνια που φυσάνε τον καιρό

χορτάρι που ξαπλώνει ήσυχο στον βράχο.

 

[ΒΡΟΧΗ]

Κατέβηκε από την υδρορροή

φορώντας τα αλαφριά της ξυλοπάπουτσα  

 

ΣΙΓΑΝΗ ΒΡΟΧΗ

Από τότε ζω μόνος·

καμιά ευγενική γυναίκα δεν με φροντίζει.

Ζεσταίνω το τσάι μου μόνος√

σηκώνω το κερί και διαβάζω

όχι ποιήματα όχι

τον πράσινο αχνό των δένδρων έξω απ’ το παράθυρό μου.

Θυμάμαι ωστόσο δυο στίχους από μια συλλογή του Σουντό Μόρι:

«Ζέστη από τον κόρφο θαυμάσιου κοριτσιού».

 

αλλά προσεύχομαι ακόμα   σε άσπρα σύννεφα

σε κοντινές    ήσυχες απειλές

 

και επιτέλους

αυτό το νερό που κυλά

είναι ο θάνατος

το δάσος του παιδιού.

[από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ 2002]

 

ΛΟΥΞΟΡ

(… καθώς  «η ομορφιά δεν είναι τίποτα αιώνιο»

λόγια που τ’ άκουσα από τη μητέρα μου…)

Φτάσαμε με το βραδινό τρένο

κολλημένοι ο ένας στον άλλο

άγρυπνοι ολόκληρη τη ζεστή νύχτα.

 

Κάποια στιγμή μας πήρε ο ύπνος·

μετά ξημέρωνε

και το λεπτό νερό ανέβαινε στους λόφους.

 

Σμήνη χρωμάτων μας σημαδεύαν απ’ τα κλαδιά των δένδρων

και σε μιαν αρυτίδωτη νησίδα άμμου

περπάταγε μια γαλατένια ίβις.

 

Κανείς ξανά δεν θα ’βλεπε αυτό το μέρος έτσι·

σκεφτόμουνα τον χρόνο σαν ψηλή κουκίδα

ακίνητη, καθώς εμείς γλιστρούσαμε.

 

Ας το δούμε γι’ αυτό που είναι είπα

για τ’ όνομα του Θεού

ας το δούμε για πάντα

 

ΣΑΡΝΑΘ

(ας περιγράψουμε τώρα την πόλη όπου ο ποιητής έχει ξανά την ευκαιρία να γίνει ποιητής)

Αυτή λοιπόν είναι η γη  της Σάρναθ

εδώ είδαν τη μέρα αδηφάγα όνειρα κι ασύστολες μορφές

κι εδώ ασπρίζουν τώρα ξεχασμένα κόκαλα

που κάποτε η σάρκα τους τραγούδησε με δυνατή φωνή

εκείνες οι πλαγιές κατέβαιναν καλλίσφυρες στη θάλασσα

κι άμα φυσούσε σείονταν βαθύσκιωτα τα δάση

φαντάσου δάση από σάνταμο κι αλόη

εδώ φτερούγιζαν απάνεμα πουλιά, κι εδώ

κελάρυζε ο ποταμός που ο βυθός του ρόδιζε κοράλλι

δες που κρατούν οι δρόμοι κάτι απ’ τη φυσική τους αρχοντιά

περπάτησε τις αίθουσες, τα υπερώα, τις στοές

το κράτημα του πέλματος στο μάρμαρο

μείνε ώσπου ν’ ακούσεις τη γλυκιά διέγερση του ανέμου

και μύρισε την καλοτάξιδη ιτιά και το φορτίο της

μπαχαρικά, μεταξωτό και κεχριμπάρι

κοίταξε πόσο απαλά πυκνώνουν όλα στον ορίζοντα

ξανθά και μωβ και πράσινα και μπλε

θυμήσου λέξεις που το φως τις έσβησε

θυμήσου τα ονόματα εκείνων που περνούσαν και σου μίλαγαν

ακούμπησε ρούχα λινά που γδύθηκαν

φιλί κι αγκάλη

έλα από δω, σήκωσε τα καλάθια με τα σύκα και τις φράουλες

πιες λίγο από αυτό το ήμερο κρασί

κρασί της Σάρναθ που αρμένισε καιρούς

χωρίς το φόβο του θανάτου από άσπρο κύμα

ή σαστισμένο κόκκινο ουρανό

άμοιρη και τρισάμοιρη αυτή

η όμορφη, η γεννημένη γλαυκοπράσινη

να πλέει τώρα σαν χαρτί, σαν μάτι άβουλο

που έλα πιο κοντά να δει   ω έλα πιο κοντά να δεις

την ψίχα της ψυχής τη μαύρη.

 

ΒΑΡΑΝΑΣΙ

(… το θέλγητρο της φρίκης   

αν όχι πάντοτε καθολικό   ισχύει οπωσδήποτε….)

και ήταν αρκετή

παρόλο που αυτή η ιστορία   δεν οδηγούσε πουθενά,

 

Η άσκοπή διέγερση της φαντασίας

έπαιρνε χρυσαφένιο χρώμα

και μούδιαζε σιγά – σιγά

ρέοντας απ’ το ένα χέρι προς το άλλο.

 

Άφησε χάμω το κανάτι πλάι στο ποτάμι

και τα θυμήθηκε όλα

τριξίματα και ψίθυρους που αλλάζαν χρώμα γύρω απ’ τα σπίτια

βαθιά κοντά στον ουρανό

 

αλλά δεν έφευγε

γιατί η ιστορία του είχε πεθάνει!..

 

Ο Αύγουστος ήταν πολύ ζεστός

λέγοντας χρόνο εννοούμε κάτι που συμβαίνει.

[ αποσπάσματα από τα ΤΑΞΙΔΙΑ, τελευταία ενότητα στη συλλογή της Μαρίας Λαϊνά ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ 2002]

 

ΟΔΟΣ ΟΖΕΪΓ

(από τη συλλογή της Μαρίας Λαϊνα ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ 2002)

α

Μαύρισε και φαγώθηκε απ’ τον καπνό

ποτέ πουλιά δεν την πλησίασαν

στο βιολετί λυκόφως·

την άνοιξη κάθιζε στις μαρκίζες της

σγουρή λειχήνα

μια μυρουδιά

κι η αίσθηση μιας παρουσίας με τρομαχτική επιμονή

η μελαγχολική της ομορφιά

η ξαπλωμένη μελαγχολική της ομορφιά.

 

Και πέρα απ’ όλα αυτά –

υπάρχουν πράγματα που δεν υποπτευόμαστε

και επιζούν μετά τον θάνατο

παράλογες καμπύλες κι επιφάνειες

και μια ελαφριά αμφιβολία

αν όλα αυτά συμβαίνουν πράγματι

ή είναι αποτέλεσμα μιας φαντασίας οργιαστικής

που αργότερα θα πάρει λογοτεχνική μορφή

β

Ας συνοψίσουμε:

πατώντας στη στενή προεξοχή του κιγκλιδώματος

στην εξωτερική πλευρά του τοίχου

προχώρησε ώσπου να φτάσει στο κενό.

Κανείς δεν τον εμπόδισε

κι αυτός πώς δεν θυμόταν

μισόλογα και ήχους απ’ την παιδική του ηλικία

να μη μετακινήσουν πράγματα που έπρεπε να μείνουν

σκυμμένα μες στη σκοτεινή τους άβυσσο.

 

Προχώρησε λοιπόν μέχρι να φτάσει στο κενό –

η μελαγχολική της ομορφιά

η ξαπλωμένη μελαγχολική της ομορφιά.

 

Τότε ακούστηκε η πρώτη φρενιασμένη νότα·

τον χτύπησε στο πρόσωπο   στη δυτική πλευρά

κι ύστερα ακούστηκε η φούγκα

που ορθωνόταν πάνω απ’ τα καμπαναριά της πόλης.

γ

Ανάμεσα στα θαύματα θα ζήσω, σκέφτηκε

εκεί όπου τα δένδρα γέρνουν επικίνδυνα.

Θα ρυτιδώνω κάτω απ’ τον ήλιο

ή προς την ευτυχία μέσα στα νερά.

δ

Δεν ήταν όσο αδύναμος είχαμε φανταστεί

δεν του ’λειπε η λογική συνάφεια

κι εκεί που άνοιξαν τα μάτια του

η πέτρα διατηρήθηκε ζεστή για μέρες.

 

Δεν έβγαλε κανέναν ήχο

δεν διαπιστώθηκε η φύση του.

ε

Σε περιπτώσεις σαν κι αυτή

διασχίζει μόνος του κανείς το δάσος.

 

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΕΧΕΙ ΑΛΛΑΞΕΙ ΚΑΠΩΣ…

(… δεν μένουμε μέσα στην πόλη πια   αλλά στον δρόμο για τη θάλασσα…)

Τα βράδια μας απασχολούν   οι διαδρομές του φεγγαριού

τα φτερουγίσματα στους λόφους

και τ’ άλογα που κατεβαίνουν στον νερόλακκο.

 

Αν τελικά αποφασίσεις να ’ρθεις

θα μου κρατάς τη νύχτα συντροφιά

τώρα που μπαίνει το φθινόπωρο

κι οι μεντεσέδες τρίζουν στο σκοτάδι.

Θα μάθεις να προσεύχεσαι   με δύναμη κι απελπισία

και το παράξενο αυτό συναίσθημα

θα συνδυάζεται με τις σκληρές γραμμές της φύσης.

 

Να φέρεις λίγα ρούχα και βιβλία

κρατούν αλλιώς εδώ τα ίδια·

και μην ξεχάσεις τα κατάλληλα παπούτσια

γιατί ο βάλτος είναι πίσω από το σπίτι

και τον χειμώνα έχουμε πολλές βροχές.

 

Σ’ αφήνω τώρα·  να προσέχεις

και σ’ αγαπώ πολύ το ξέρεις.

Σε σκέφτομαι στον καναπέ εκείνον πλάι στο παράθυρο

να σκέφτεσαι τον χρόνο και τα σώματα όταν γερνούν.

Όλα αυτά είναι της φαντασίας πράγματα   εδώ

δεν έχουμε παρά μια δυνατή και καθαρή αιωνιότητα

που δεν κουράζει, αλλά μερικές φορές πονούν τα μάτια σου.

 

Να κλείσω τώρα το παράθυρο   σηκώθηκε ξανά αέρας!

 [Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΗΣ ΤΖΑΜΑΪΚΑ από τα ΤΑΞΙΔΙΑ, τελευταία ενότητα στη συλλογή της Μαρίας Λαϊνα ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ 2002 – αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο: ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1970 – 2012, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ 2015] 

 

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ   που   ΔΕΝ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΟΤΑΝ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ

(… δεν έχει άνθη… δεν έχει αγάπη…)

φου κάνει και να δεις

σηκώνεται ο άνεμος προς τον βορρά

 

κανείς δεν λέει τ’ όνομά του

δεν μένει τίποτα απ’ τη σκιά του

 

πίσω από το γεφυράκι με τις κερασιές

 

δεν έχει λύπη για το ασημένιο κιμονό

για τα μικρά προσεκτικά μου βήματα

κι εγώ ο Τάι - σου   καλά θα κάνω να γυρίσω σπίτι μου!..

 

ΜΑΡΙΑ ΛΑΪΝΑ, ΣΕ ΤΟΠΟ ΞΕΡΟ… ΑΠΛΩΝΩ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΜΟΥ:  Ποιήματα 1970 – 2012 έως ότου γεμίσει το στόμα μου γέλιο…

Σε άψογα τυπωμένο τόμο τετρακοσίων πέντε σελίδων συγκεντρώνονται για πρώτη φορά οι εννέα δημοσιευμένες ποιητικές συλλογές της Μαρίας Λαϊνά: ΕΠΕΚΕΙΝΑ (1968), ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΠΙΟΥ (1972), ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΕΩΣ (1979), ΔΙΚΟ ΤΗΣ (1985), ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ (1992), ΕΔΩ (2003) Ο ΚΗΠΟΣ ΟΧΙ ΕΓΩ (2005), και ΜΙΚΤΗ ΤΕΧΝΙΚΗ (2012). Ο τίτλος του τόμου ΣΕ ΤΠΟ ΞΕΡΟ προέκυψε εκ μεταφοράς από το τέλος της συλλογής ΡΟΔΙΝΟΣ ΦΟΒΟΣ, σε συμφραζόμενα μάλλον ειρωνικά. Αντιγράφω: σε τόπο ξερό απλώνω τον κήπο μου έως ότου γεμίσει το στόμα μου γέλιο! Που πάει να πει: ο ΞΕΡΟΣ ΤΟΠΟΣ και ο φιλόγελως ΚΗΠΟΣ μπορούν, ευκαιριακά έστω, να συμπράξουν, χωρίς όμως να ακυρώνονται οι διαφορές τους. Ο κήπος εμφανίζεται κατά βάση προαιρετικός και προσωρινός, ο ξερός τόπος υποχρεωτικός και ανυποχώρητος. Η Μαρία Λαϊνά γεννήθηκε στην Πάτρα το 1947. Απόφοιτος της Νομικής, εργάστηκε σε διάφορες δουλειές, σε σχέση πάντα με την τέχνη. Έργα της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, αυτοτελή και σε ανθολογίες. Έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1993), το Βραβείο Καβάφη (1996). Τον Δεκέμβριο του 2014 της απονεμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών το Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του ποιητικού της έργου, και το Πανεπιστήμιο της γενέθλιας πόλης της, της Πάτρας, την τίμησε με διάκριση για τη συμβολή της στα γράμματα και τις τέχνες. Η μετάφραση στα γερμανικά του ΡΟΔΙΝΟΥ ΦΟΒΟΥ απέσπασε το Βραβείο της πόλης του Μονάχου… Παρά τα βραβεία και τις διακρίσεις, ελπίζω, γράφει η Ποιήτρια στο οπισθόφυλλο του τόμου, ότι η Ποίηση θα συνεχίσει να με θεωρεί αντίπαλό της, όπως κι εγώ εκείνη, και οι δυο εν τέλει, θύματα του χρόνου, που εγώ, έστω παραστρατημένα απαισιόδοξη, πιστεύω ότι, ανέμελος αυτός, θα μας σαρώσει όλους…

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2023

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ