Παρασκευή 20 Αυγούστου 2021

ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕΤΑΙΧΜΙΑΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΓΥΜΝΗ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ ΜΟΥ

 

Τα μάγουλά της βαμμένα  

και το κορμί της μαραμένο στο φυσικό του χρόνο.

Την αγκάλιασα όπως το καμένο σπίτι

που ο μαραγκός δεν ήξερε από πού ν’ αρχίσει.

Κάθισα ξύπνιος ύστερα και την κοίταζα.

Το πρόσωπό της μισό   είχε κάτι από όλους αυτούς που την κατοίκησαν.

 

Γυναίκα μεταιχμιακής ηλικίας.

 

Έπιπλα που κουβαλούσαν από τη γέννησή τους την ερημιά του μάστορα!..

[από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου  Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ και της ΛΥΠΗΜΕΝΗΣ 1987 - από την επιλογή του ιδίου στη συγκεντρωτική έκδοση των ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ του 1968-2010, εκδόσεις Κέδρος 2014 κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή:

2. ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟ 1960

3. ΣΤΗ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ

4. ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΑΙΧΤΗ ΤΗΣ ΑΕΚ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟ ΑΡΔΙΖΟΓΛΟΥ και

5. ΝΑΤΑΣΑ ΠΑΝΔΗ (αποσπάσματα)

 

 


ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ 1960 (από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ και της ΛΥΠΗΜΕΝΗΣ 1987)

Σε μια παραλία του 1960 καθόταν μια οικογένεια.

Η μητέρα, ο πατέρας και το παιδί.

Ήταν Ιούλιος, Κυριακή πρώι,

κι έτσι που το φως του ήλιου ήταν τόσο διάφανο,

το παιδάκι σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θάλασσα

ώσπου χάθηκε.

 

Γι’ αυτό είναι που από τότε στο βάθος του ορίζοντα

επιπλέει ένα άσπρο καπελάκι με μαύρη κορδέλα

και ταξιδεύει, ταξιδεύει σαν βαρκούλα.

 

ΟΛΟΙ ΓΕΛΟΥΣΑΝ Σ’ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΘΛΙΜΜΕΝΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ…

(… πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέλησή της στο μεγάλο πανδαμάτορα χρόνο των επιθυμιών…)

Καθόμασταν μια Κυριακή

στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου,

ώσπου ξάφνου σηκώθηκε ένας και είπε:

«Να μας πεις για εκείνη».

 

Κι πήρα το λόγο κι άρχισα:

«Σπίτι εξοχικό η ψυχή της το χειμώνα,

όπου έβλεπες τα πορτοκάλια στην αυλή

και έλεγες κάποιος θα έρχεται,

κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δένδρα.

Άνοιξα τότε και μπήκα. Πυροβολεία εγκαταλειμμένα στα βουνά

από μιαν άλλη κατοχή συνάντησα,

νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών

με λαμπαδίτσες του Πάσχα

και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.

Και περνούσεν ο καιρός

κοινωνώντας πάντα μόνος τη βαθιά μοναξιά της

όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή,

ώσπου μετά από χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.

Όλοι γελούσαν σ’ εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι,

κι αυτός ο πατέρας της διαρκώς έπλενε τα χέρια του

πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέλησή της

στο μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα των επιθυμιών.

 

Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω.

Ήταν κρυφά δακρυσμένη με το στήθος γυμνό

και τα μαλλιά της λυμένα.

Ωραιότατη κοιμωμένη για τον τάφο της, φώναξα,

στον άλλο κόσμο θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή

ο σκοτεινός Αλφειός και η μακρινή Αρέθουσα,

για να σμίγουν τα νερά μας στα βάθη της θάλασσας.

Λεπτομέρειες δεν συγκρατώ πια. Την άνοιξη μόνο

στα σκοτεινά μου διαλείμματα αμυδρά τη θυμούμαι».

Και μελαγχόλησαν όλοι μετά την αφήγησή μου αυτή,

και κανένας δεν μίλησε.

Το σούρουπο μόνο εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα,

μου φώναξε ένας:

«Περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες».

Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά.

Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι,

γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου·

με παλτά. Σκισμένοι.

Με μια κομμένη ζώνη στη μέση. Εξομοιωμένοι.

 

Και στο τέλος εσύ. Μόνη

Με το ραβδί ανιιχνεύοντας το δρόμο, όπως οι τυφλοί.

[ΣΤΗ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΠΗΜΕΝΗΣ 1987]

 

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΑΙΧΤΗ ΤΗΣ ΑΕΚ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΧΡΗΣΤΟ ΑΡΔΙΖΟΓΛΟΥ (από τη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΠΗΜΕΝΗΣ 1987)

Από το ότι, ορμώμενος, τα χρόνια περνούν γρήγορα

και αυτό το βρίσκω πικρό και άδικο

και από το ότι ο ποιητής παλαιότερα Δικταίος Άρης

εκράτησεν ως αφιλοκερδής τεχνίτης

στην πενιχρή αθανασία του

τον άλλοτε σπουδαίο παίκτη της ποδόσφαιρας

Ηλία, υιόν Υφαντή – του Ολυμπιακού Πειραιώς –

τονίζοντας τα κάλλη του και την ευμορφιά του

παράλληλα με το μακαρισμό ευτυχισμένος να ’ναι ο Πειραιάς

που έχει φορτώσει τόσες από τις σελίδες του

πάνω σε τέτοια αγόρια

θα υμνήσω κι εγώ με τη φτωχή την πένα μου

τον ιδιόρρυθμο πλην όμως φιλότιμο χαρακτήρα

του παίκτου της ΑΕΚ και της Εθνικής Χρήστου Αρδίζογλου.

 

Θα υμνήσω, γιατί το παιδί αυτό,

από τις ταπεινές τις γειτονιές του Περισσού πεοερχόμενο,

της Ριζουπόλεως και της Σαφράμπολης,

ήταν το μόνο από πολλούς άλλους

που παρά την υπεροψία της νεότητάς του

εκράτησεν ενός λεπτού στα μυστικά σιγή

για όσους βετεράνους δεν επέτυχαν το γκολ σε κρίσιμη στιγμή

απορρίπτοντας έτσι ακόμη και το θάνατο,

μια και αγνόησε όλους αυτούς τους αθλητές

που τώρα βρίσκονται στο χώμα.

 

Θα υμνήσω.

 

Γιατί το παιδί αυτό κατεβαίνοντας – όπως προείπα –

από τους καλύτερους αέρηδες,

ήταν το μόνο που πάντα με εύστροφες κινήσεις

επετύγχανε την εκπόρθηση της αντίπαλης εστίας

σε ξένα γήπεδα προπάντων

κάνοντας έτσι να ακουστεί ανά την υφήλιο

το όνομα της μικρής πατρίδας μας,

ενώ συνάμα εχάριζε, λέγω εχάριζε, με την πράξη του αυτή

μια ολοφώτεινη νύχτα Χριστουγέννων

στους άστεγους της πλατείας Ομονοίας.

 

Ω, δεν ημπορώ να φανταστώ το γήρας

στα αλογίσια πόδια του παίκτου Χρήστου Αρδίζογλου.

Δεν ημπορώ να φανταστώ την ώρα

που τα παπούτσια του θενά κρεμάσει, θα φύγει από τα γήπεδα,

θα σταδιοδρομήσει ως επιχειρηματίας ή χωροφύλαξ έστω

και θα βρεθεί υπό μετάθεσιν στην Αταλάντη.

Στην Αταλάντη και πάλι λέγω

όπου το παιδί του, μη γνωρίζοντας από γήπεδα, «αστέγους»,

φιστίκια – αστέρια στα πανέρια των μικρών του σινεμά

θα γράφει στις εκθέσεις του:

«Ο πατέρας μου εγεννήθη εις την Αθήνα.

Ήλθε εδώ λόγω της φύσης της δουλειάς του,

όπου μεγάλωσα κι εγώ».

 

Τιμή και δόξα στον παίχτη Χρήστο Αρδιζογλου,

που θα σηκώσει για άλλη μια φορά, τελεσίδικα πια,

όπως οι τρελοί τους επιταφείους των νεκροταφείων,

την ασήκωτη μοναξιά μας, και θα φύγει.

 

 Γιατί η ΑΓΑΠΗ ένας αόρατος ΠΟΛΕΜΟΣ είναι όπου ο καθένας ζητά εκείνο που οι άλλοι σιωπηρά κάποτε του αρνήθηκαν και που κερδίζει στο τέλος εκείνος τη μεγαλύτερη αυταρκεια στη ΜΟΝΑΞΙΑ έχει…

Κυρίες και Κύριοι,

Απαντώντας στο ερώτημά σας, θέλω να σας γνωρίσω ότι σ’ αυτή τη μικρή  επαρχιακή πόλη θα μείνω για πάντα… (έχοντας, οφείλω να ομολογήσω…)

μια ίδια περίπου σχέση.   Επί παραδείγματι, κοντά της:

1.      Μπορώ και βλέπω συμβάντα σοβαρά μέσα από μιαν άλλη οπτική γωνία…

 

2.      Προκαλούμαι και φορτώνω, με μια καλυμμένη ορισμένες φορές απόρριψη, πράξεις ανθρώπων δικών μου που, ίσως δεν πρέπει…   (Στο απέναντι διαμέρισμα, θυμάμαι κάποτε, δυο άγνωστοι γονείς, με το νεογέννητο ασχολούνταν παιδί τους, οπότε οι νεκροί πρέπει να πεθαίνουν το φθινόπωρο, για να εγκλιματίζονται στο χώμα, για να μην καίγονται από την κάψα του το καλοκαίρι, για να μην κρυώνουν από την υγρασία του το χειμώνα, σκέφτηκα ξάφνου, ενώ κάποιο παράξενο αιλουροειδές παραμόνευε ένα πουλί, μέχρι που μια γριά βγήκε να πάρει ένα φαράσι και το κυνήγησε…)

 

 

3.      Έχω την ευκαιρία μόνη να κλείνομαι, όταν το έχω ανάγκη, στην κάμαρά μου και να βυθίζομαι όλο και πιο πολύ σε κόσμους πρωτόγνωρους, άλλους   (Γιατί όλα υπέροχα λάμπουν εκεί, όπως ακριβώς ένας καθαρός θάνατος ή όπως η αμεριμνησία της παιδικής μας αθωότητας ακόμη, που ομορφαίνει τόσο σιγά σαν να αναπνέει… ώσπου στο τέλος γίνεται λευκή, σαν την αγάπη μας στον ύπνο…)

 

4.      Αποκτώ τη δυνατότητα να σκέφτομαι πιο ψύχραιμα ημέρες παλιές, εποχές, είτε να κερδίζω μια όλο και πιο κατασταλαγμένη με τον καιρό, οπωσδήποτε, σοφία… (…Γιατί τώρα πια ξερω ότι οι ψυχές μας στην αγάπη είναι παιδιά σε περίπτερα που δεν έμαθαν ποτέ τις τιμές…)

 

 

 

5.      Μπορώ να συμμαχώ όποτε θέλω με τη μνήμη ή και να έρχομαι  σε μια διάσταση, ριγμένη σε ένα επικίνδυνο, μέχρι εξοντώσεως, παιχνίδι μαζί της   (Γιατί η μνήμη δεν είναι παρά ένας λυπημένος ατμός που φεύγει ή που κολλά πάνω μας σαν την καπνιά στα ρούχα του σταθμάρχη…)

 

Κυρίες και Κύριοι,

Αυτή η πόλη έχει μια ικανότητα μοναδική να φέρνει κοντά μου πρόσωπα που έπαιξαν και άλλα που νόμισα ότι δεν έπαιξαν κάποιο σημαντικό ρόλο στη ζωή μου ή, ακόμη, να με βυθίζει σε καταστάσεις περίεργες, όπως εκείνο π.χ., το μεσημέρι που, δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φαινόταν ότι θα μπορούσα να περπατήσω, να ίπταμαι σχεδόν πάνω στα νερά… ή όπως το βράδυ εκείνο επίσης. όπου μη έχοντας ύπνο γύρισα και κοίταξα έξω, μακριά, παρά το σκοτάδι όλα γύρω σαν ημέρα… και έτσι όπως τέλειωνε και οι συγκεντρωμένοι αραίωναν με τα καλά τους, ένα αερόστατο φάνηκε με μια γυναίκα κι έναν άνδρα ν’ ανεβαίνει, ο οποίος θρνηνούσε:

«μια φωνή έρχεται στον ύπνο σου,

και το πρωί διάφανη σ’ αφήνει

έτσι όπως γκρεμίζουν ένα σπίτι

και μένουν τα δωμάτια με τα κρυφά τους χρώματα…

 

Μια φωνή έρχεται, σε αναψηλαφίζει  

εδώ είναι ο δρόμος μου,   γιατί εγώ είμαι που κάποτε σε έζησα

ένας πλασιέ που πέρασε από τα λημέρια ετούτα…»

-το χέρι του στο κορμί σου μια μέρα με ζέστη και σκόνη –

 

Μια φωνή έρχεται, σε ανατρέχει,

ποιον ήθελες εσύ στη ζωή σου ποιον έχεις

και ποιον βλέπεις στα μάτια σου κηπουρό τώρα να στέκεται

με τη χλαίνη του βουβός να στέκεται σαν χειμώνας,

κορίτσι που το έμαθαν να αφήνει πάντα

μια πόρτα ανοιχτή στους απελπισμένους

για να μπορεί πάντα να βγαίνει και πάντα να μπαίνει

μια φωνή, και ιδού ύστερα ιστορίες παλιές σου αρχίζει

και στην αγάπη μη λυπάσαι

γιατί έτσι κάθε φορά γίνεται στο τέλος,

να γυρνούμε εκεί που μας διώχνουν

και φεύγουμε εκεί που μας θέλουν…

 

Άνοιξα τότε, να μπει αέρας καινούριος, διάπλατα να με χτυπήσει, και κάθισα, αλλά εις μάτην, γιατί άνθρωποι πολλοί, η θάλασσα μια λάμπουσα τεράστια κοιλιά, ο δρόμος μια άσπρη κατάλευκη σκηνή, άνθρωποι πολλοί μονολογούσαν:

«σε τόπους κάποιους εκδρομής τη γνώρισα, ξεκίνησε ένας…

ο καθένας πρέπει μονάχος να φύγει

ώσπου κάποια βραδιά   αμέριμνη με κάποιον άλλομ δήθεν με ζητούσε

η χαρακιά πιο βαθιά μέσα μου για να γίνει

και δεν έρχομαι ξανά εγώ εδώ,

και όταν φοβάμαι τη στιγμή, το θάμπος της αγάπης λείψει,

ρούχο μένει σκισμένο η ψυχή που λατρέψαμε,

οι πράξεις μας μωρά που κρυώνουν…»

 

Και ένας δεύτερος:

ήταν πράγματι μόνη μες στις μόνες,

γιατί είμαι και εγώ ένας από εκείνους

που κάποτε την είδα με αυτό τον άγνωστο να φεύγει

άδεια, άδειοι και οι δυο

όπως όλοι όσοι έχουν κάτι πολύτιμο αρπάξει…

 

Ω, τους θυμάμαι…

που δεν ξέραμε τι ήθελαν ν πάρουν από εμάς,

επίδοξοι εραστές που έμπαιναν τις νύχτες στα κέντρα

κάνοντας πως κάποιον ψάχνουν

για να μην προδώσουν, τη μοναξιά τους να μην προσδώσουν…»

 

Και ένας άλλος:

«γιατί τίποτα μα τίποτα, να ξέρετε, δεν χάνεται,

γι’ αυτό τις γυναίκες που τη ζωή μας χάραξαν

ας χαιρετήσουμε!..

Είναι οι νύχτες του έρωτα

από μια σύμπτωση ή μια αδεξιότητα, που χάθηκαν, στιγμής…»

 

Και μερικοί άλλοι, με μια διάθεση, πιο πέρα, πικρή

φράσεις ομολογούσαν περίπου σαν κι αυτές:

 

«Σκοτώσαμε πολλούς για να φαινόμαστε εμείς ζωντανοί»

 

Ή

«Ω ψυχή των ανθρώπων, αγρέ λυπημένε,

που περνά κάθε σούρουπο από τα δένδρα σου ο θάνατος

τραβώντας το αρνί της θυσίας με το κρυφό κουδουνάκι,

πόσους ρόλους μας επιφυλάσσεις ακόμα στη ζωή

σκοτεινούς για να παίξουμε’

 

Ή

«Ποιος θα νικήσει τη μοναξιά μας,

αυτά τα δυο κουλά χέρια

που αφήνουν τις ψυχές μας μισοτελειωμένες,

όπως οι χτίστες το σούρουπο τις πόρτες, αφήνουν»

………………………………………………..

Μια γυναίκα στο κρεβάτι, τώρα όμως πια ξέρεις,

μια θάλασσα είναι κατακτημένη,   γυμνή μετά την ερωτική πράξη.

Με το ακαθόριστο εκείνο βάρος,

τη μετέωρη σιγουριά και το σχέδιο της φυγής

ωριμασμένο στα βαθύτερα ήδη της σκέψης της.

 

Είναι ο φόβος που ποτέ της δεν νίκησε,

οι επικίνδυνες λέξεις που ποτέ της δεν μίλησε,

οι λέξεις μας εκείνες   όπου τώρα πια γάζες γίναν ματωμένες…

πλην όμως εσύ δεν θα τις ακούσεις, ποτέ δεν θα τις ακούσεις,

γιατί η αγάπη ένας αόρατος πόλεμος είναι   όπου ο καθένας ζητά

εκείνο που οι άλλοι σιωπηρά κάποτε του αρνήθηκαν

και που κερδίζει στο τέλος

εκείνος που τη μεγαλύτερη αυτάρκεια στη μοναξιά έχει…

 

Τν ιστορία που αφηγούνταν σκέψου πριν από χρόνια

οι δυο ξένοι στο πίσω κάθισμα του λεωφορείου:

αγαπήσαμε, αφηγούνταν, κάποτε τόσο πολύ μια κοπέλα

ώσπου έγινε κάποιο σούρουπο καράβι.

Να την πιάσουμε τρέξαμε – τα νερά θα μας έπνιγαν…»

 

Γιατί κανένα λιμάνι δεν φάνηκε ποτέ,

γιατί κανένα λιμάνι

δεν κράτησε ποτέ για πάντα τα πλοία του!..

 

Κυρίες και Κύριοι,

θα μπορούσα να σας αναφέρω κι άλλα περιστατικά, διάφορα, πλην όμως φοβούμαι ότι αφενός μεν δεν θα σας βοηθήσουν, αφετέρου δε ότι θα απομακρυνθούμε από το ζητούμενο της ερωτήσεως, γι’ αυτό και περιορίζομαι στο να σας υπενθυμίσω για άλλη μια φορά ότι σ’ αυτή τη μικρή επαρχιακή πόλη θα μείνω. Χωρίς να θυμάμαι τίποτε. Αν αγάπησα, αν με αγάπησαν. Χωρίς να θυμάμαι ακόμη αν πλήγωσα, αν με πλήγωσαν, αν παντρεύτηκα…

-προπάντων αυτό –

Γιατί κάθε γυναίκα, την πρώτη νύχτα του γάμου της,

ξυπνά πάντα χήρα του άνδρα που ονειρεύτηκε!

[αποσπάσματα από τη σύνθεση  ΝΑΤΑΣΑ ΠΑΝΔΗ,  ακροτελεύτιο κείμενο - ποίημα στη συλλογή του Γιώργου Μαρκόπουλου Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΛΥΠΗΜΕΝΗΣ 1987, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από την εκλογή ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ 1968-2010 των εκδόσεων Κέδρος – Art by  loreti viola]:

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1968-2010 (επιλογή):

Χαρακτηριστικό της συγκεντρωτικής έκδοσης ποιημάτων του Γιώργου Μαρκόπουλου είναι ότι δεν πρόκειται για μία ακόμα ανθολόγηση από την πλευρά του ποιητή, αλλά για επιλεκτική ανανέωση και  επαναπαρουσίαση του έργου του ως συνόλου, όπου οι μερικότερες συλλογές  – ολόκληρες οι δύο τελευταίες, αποσπασματικά ή και τροποποιημένες οι προηγούμενες – συναποτελούν τα επιμέρους κεφάλαια μιας ενιαίας κατά τα λοιπά αφήγησης, που αποκτά με τον τρόπο αυτόν βάθος χρόνου και σχεδόν μυθιστορηματική ροή, αποκαλύπτοντας και πληθώρα ηθογραφικών στοιχείων της νεοελληνικής κοινωνίας. Άλλωστε, και η γλώσσα του Γιώργου Μαρκόπουλου, σταθερά καίρια και ζωντανή, είναι ως εκ τούτου ενιαία. Ομοίως δε και ο ποιητικός του προβληματισμός ακολουθεί με συνέπεια την ίδια συνέχεια γύρω από τη θέση του ανθρώπου στον πυρήνα του κοινωνικού γίγνεσθαι, όπου μέσα από τις αιτιώδεις κοινωνικοπολιτικές δομές και ζυμώσεις των ιστορικών εξελίξεων, που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά και την διαμορφώνουν, «η ψυχή είναι η φυλακή του σώματος» κατά τη διατύπωση του Μισέλ Φουκώ, που αντιστρέφει την πλατωνική εκδοχή του σπηλαίου. Άλλως «Κουβαλώ την ισοπεδωτική οργή της πλημμύρας» είναι ηθελημένα ο εναρκτήριος στίχος της νέας έκδοσης και το ποίημα που τον περιέχει, μολονότι είχε παραληφθεί από την αρχική έκδοση της Εβδόμης Συμφωνίας, επαναφέρεται τώρα απαλείφοντας όλα τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής, προκειμένου να ορίσει την αφετηρία τού ίδιου του ποιητή, αλλά και τη μετέπειτα πορεία του, ως φορέα της παλαιοντολογίας της ποίησης από τη μια και των πολιτικών γεγονότων που στιγμάτισαν την εποχή του από την άλλη, εποχή με νωπά τα τραύματα του πολέμου, της δικτατορίας, του κλίματος αβεβαιότητας που ακολούθησε τη μεταπολίτευση και τον ίδιο, πάσχοντα, να παρατηρεί τα χαλάσματα της καταιγίδας.

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2021

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2021

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΙ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟΣΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΦΑΝΤΑΣΙΑ… (θέλω να πω: τίποτε δε χάνεται κι όλα κάποτε αθροίζονται στην ψυχή μας…)

 Επειδή ο θάνατος είναι μια λύση που αναιρεί όλες τις λύσεις

γι’ αυτό επιμένω,

 

 η χοάνη των μαλλιών σου αναστρέφει τα όνειρα

βάρκες πολύχρωμες. χωρίς μήκος, ολόφωτες πλέουν στη νύχτα των ματιών σου,

γιατί τα μάτια σου είναι ευγενές κάρβουνο του Κάρντιφ διαστημικοί ήλιοι στη νύχτα,

 

εδώ που στέγνωσαν τα μαλλιά σου,

τα μάτια σου θέρμαναν τον πηλό της σάρκας μου,

μετρώντας τις πληγές και το ξοδεμένο αίμα μας,

εδώ οι σκιές μας σκάψανε τους τοίχους

το πρωί ο ήλιος τις σάρωσε αφήνοντας   μια πίκρα,

ένα λυγμό από κλάμα που πήρε πολλές αναβολές ΄

φέρνοντας πάλι τα πρόσωπα στις καθημερινές διαστάσεις,

αυτές που μας διαφεύγουνε μέσα στην έξαρση,

μας επαναφέρουν στη φτωχή επιφάνεια της ζωής μας,

 

είσαι το τελευταίο πουλί της άνοιξης

κι η κόμη σου διαγράφει στον ορίζοντα   το βαρύ νόημα του ταξιδιού σου.

Στη ζωή μας υπερισχύει αυτό που δεν κατορθώνουμε να πλησιάσουμε

καθώς ένα είδωλο πολλαπλασιάζεται σε παράλληλους καθρέφτες,

σε κενούς εγκεφάλους και το πρόβλημα της αναγνώρισης δυναστεύει χέρι και πόδι,

 

αν η μνήμη δε μας διασώζει   επενδύοντας με σκηνικά το μέλλον μας

αφού στο τέλος όλα βουλιάζουν και πρέπει τότε μόνος ν’ αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου

που επανέρχεται ακόρεστος μέσα στις ανάγκες του

άπληστος μέσα στο φόβο   ασυμφιλίωτος μέσα στον κόσμο,

επιτέλους τι απομένει από τόσον έρωτα και τόση φαντασία

από τη μουσική που υφάνανε τα χέρια σου

από τα ταξίδια στο βάθος των σκοτεινών ματιών σου

τους χώρους που γνώρισα ανεβαίνοντας τη στιλπνή σκάλα της κόμης σου,

είσαι η χορδή   και ρίχνω το βέλος στην καρδιά του πέλεκυ,

θέλω να πω: τίποτε δεν χάνεται κι όλα κάποτε αθροίζονται στην ψυχή μας.

 

Φτάσαμε λοιπόν στη μόνωση;

Γιατί πώς να γραφεί ένα ποίημα   όταν οι άλλοι σ’ απωθούν,

εσύ στη γωνιά συνομιλείς με τον εαυτό σου

τ’ αδέλφια σου δεν σε καταλαβαίνουν

γιατί και να σταθείς στο σταυροδρόμι   να μιλήσεις

ακόμη   σπάζοντας με τις φωνές σου

τα γυάλινα παράθυρα των πολυώροφων χτισμάτων

και πάλι δε θα σε πιστέψουν

θ’ αποστρέψουν το βλέμμα κουρασμένοι από τους ρήτορες

απατημένοι από τους δημόσιους αγύρτες

γνωρίζοντας καλά τι ξεφτίδια έχουν καταντήσει οι λέξεις και το αντίκρισμά τους,

 

τι είναι λοιπόν η Ποίηση

και πώς γράφεται ο ποταμός αυτός της ψυχής μας

στις στεγνές, φονικές και σκοτεινές μας μέρες,

πώς να μιλήσω για να με καταλάβετε

αφού έχουν εξαντληθεί τα σχήματα

κι ένα καμίνι πρέπει ν’ αρχίσει να δουλεύει   ακατάπαυστα

για το καινούργιο μέταλλο   για την καινούργια αγάπη.

 

Επειδή ο θάνατος είναι μια λύση που αναιρεί όλες τις λύσεις

γι’ αυτό επιμένω,

σε κουβαλώ στο στήθος μου κατάσαρκα

κι αισθάνομαι τη φωνή σου στο δέρμα μου

τα κύματα της θάλασσας να χτυπάνε στους βράχους με τις σπηλιές

λέγοντας και πάλι τα λόγια που ειπώθηκαν

ξαπλωμένοι στα θαλάσσια χόρτα   ή ανεβαίνοντας στο λόφο με τις δεξαμενές,

ο έρωτας δεν είναι ένα σχήμα στον τοίχο

αίμα είναι που απλώνει πάνω στις γάζες

όχημα μοναδικό σώζει την ψυχή μας από τη φθορά

αρδεύει βαθιά τα ατίθασα δένδρα   του ύπνου μας.

 

Τραγουδώ τα μάτια σου

όταν όλα καταποντίζονται καθώς τα πλοία αύτανδρα η θάλασσα τα παίρνει,

την αγάπη σου που έναστρος ουρανός   υπερήφανος σα στήθος

συνοδεύει τις χάλκινες μέρες μου   τις οξειδωμένες.

 

Κι εσείς που μ’ ακούτε   μ’ αδιαφορία

σκεφτικοί από τις μικρόχαρες έγνοιες του βίου σας

πλέετε μ’ ολάνοιχτα τα πανιά της αποτυχίας

αλαζόνες μέσα στον καταδικασμένο κόσμο σας

στείροι   ανίκανοι ν’ αντιληφθείτε με πόση αγάπη και θάνατο κτίζεται

η κάθε μέρα   αυτή που είναι το αιώνιο τραγούδι του κόσμου!..

 [ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΩΝΕΣ 1971  - συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων ΕΣΧΑΤΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ, Ένεκεν 2016 – ακολουθούν οι ΟΚΤΩ ΦΩΝΕΣ με τις οποίες ολοκληρώνεται αυτή τη ενότητα της εν λόγω συλλογή]

 


ΟΙ ΦΩΝΕΣ (από τη 2η ενότητα της συλλογής του Πρόδρομου Μάρκογλου ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ και ΟΙ ΦΩΝΕΣ 1971)

 

Α. ΡΙΓΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΚΑΜΙΝΙ

Ριγμένος στο καμίνι

όπου η προδοσία, η αρπαγή μας κατατρώγουν

το ξεπούλημα, το φονικό μας ξεκάνουν

κι η τέχνη δεν λειτουργεί παρά σ’ επίπεδα

εταιρικών επιχειρήσεων τιθασευμένη

από τους νόμους της αγοράς,

Ανδρέα Ιωάννη Κάλβε

επιζητώ την ομιλία σου

με τις υψικάρινες ενοράσεις της δικαιοσύνης

αυτή που σφαδάζει   φαλκιδευμένη

σε ισοζύγια καθαρών προϊόντων

και γεννιέται παρθένα αμάργαρος στα κυανά μάτια των νέων.

 

Κι ανεβαίνει το τραγούδι

μέσα από τα ιδρωμένα παράθυρα των εργοστασίων

θρήνος για το φως, τη σάρκα     που χάνονται

ενώ τα ιδιωτικά βάσανα περίσσεψαν

χύθηκαν στους δρόμους τα ποτάμια της πίκρας

στα πολυώροφα κτίρια λίμνασαν οι χαμερπείς επιτυχίες,

πώς να παρηγορήσεις τους ανθρώπους με σχήματα φθαρμένα

ποιες λέξεις να δροσίσουν τον πυρετό στα χείλη τους,

χρειάζονται λύσεις γενναίες   χειρονομίες θαρραλέες

για να φυτρώσει η αγάπη στην υψικάμινο της ασφάλτου.

 

Β. ΕΣΕΝΑ ΠΟΥ Σ’ ΑΓΑΠΗΣΑ

Εσένα που σ’ αγάπησα  

καθώς ο φυλακισμένος ονειρεύεται τις θάλασσες και τα λιβάδια

και τα λόγια    κύλησαν από το σώμα μου άλλοτε

δάκρυα σιωπηλά,    άγρια της θάλασσας κύματα,

ψάχνοντας να σου περιγράψω

την απόσταση που χωρίζει την ιδέα από τη σάρκα του άλλου,

σταγόνα αίμα η ακτινωτή αγάπη,

σ’ έχασα στη στροφή

εκεί που όλα πήγαιναν να πάρουν μιαν όψη άλλη

φοβισμένη κιόλας από τη μεταμόρφωση που ευαγγελίζονταν τα λόγια μου

κι έφεγγε ήδη ένα φως

που πλησίαζε βαθιά στα μάτια.

 

Ήταν ο δρόμος για τη θάλασσα    στους χαμηλού θάμνους

άνοιξε το ρήγμα γυμνό κάτω απ’ τα πόδια μας,

οι πασχαλιές πέφτανε στο ισκιερό μέρος

με σκοτεινό φως σκεπάζανε το πρόσωπό σου,

η θάλασσα άρχιζε από τα πόδια μου

και πίσω ένας τοίχος με γυαλιά

όπου κομμάτιασα τις σάρκες μου

ζητώντας εσένα

αρνούμενος να παραδεχθώ   πως τόσο αίμα θα πάει χαμένο.

[από τη συλλογή ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ και οι ΦΩΝΕΣ 1971 - συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων Πρόδρομου Μάρκογλου ΕΣΧΑΤΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ, Ένεκεν 2016]

 

Γ. ΦΩΝΑΖΩ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ (από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ και οι ΦΩΝΕΣ 1971)

Γνωριστήκαμε

Ανδρέα Ιωάννη Κάλβε, τη μεγάλη νύχτα του ’40 – ’44,

στο μικρό τσαγκάρικο της οδού Διάκου,

ο λόγος σου έπεφτε, στα πετσιά και τις φαλτσέτες,

ηλεκτρικό τρυπάνι ακούγονταν, γέμιζε τις ψυχές,

βεβαίωνε για την ελευθερία,

το γυμνό σπαθί ψάχναμε της δικαιοσύνης,

συζητούσαμε κι ονειρευόμασταν,

όπως οι παλιοί τον αυτάδελφό σου άκουγαν Ρήγα,

χάραζε τότε στα πρόσωπα ένα φως τα λίγνευε τα ύψωνε:

Σημάδι πως οι ψυχές ήταν ακόρεστες:

Έτσι τότε.

 

Τώρα στα μαύρα μεσάνυχτα, οι χωροφύλακες φρουρούν τις ρίζες της νύχτας,

τα γνωστά χέρια ετοιμάζουν τη σφαγή μας,

περπατώ στα μπλοκ της παραλίας,

ανάμεσα στις ψαρόκασες, στα πετρέλαια,

ψάχνοντας την αυστηρή μορφή σου,

για να σου πω,   να σε βεβαιώσω:

Δε λύγισαν τα παιδιά σου    στολίζουν την κόμη τους

γράφουν ίσως τα στερνά τους τραγούδια

και το αίμα τους αρδεύει    βαθιά τη γη.

 

Φωνάζω τ’ όνομά σου μέσα στη νύχτα,

εσύ πατέρα μας που βύθισες βαθιά τ’ αλέτρι στην ψυχή μας

κι όργωσες κι έσπειρες,

έλα από την αυστηρή σου μόνωση να ξαναβάλουμε μπρος

τη συζήτηση για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη,

κι ύστερα η πράξη μας να πέσει σωστή,

δυνατό το χέρι από την αγάπη

καθαρό το μάτι από την αυταπάρνηση

το μυαλό σα στρόβιλος από τη γυμνή γνώση,

με το αίμα μας δοσμένο στη φωτιά κι η ποίηση ας μας ακολουθήσει.

 

Δ. ΘΑ ΜΕΙΝΟΥΜΕ ΕΔΩ

Θα μείνουμε εδώ    και δε θα πεθάνουμε,

 

στο αίμα, στις κραυγές

σε κατάρες, στα σφυριά

στα κόκαλα, σε βρισιές

στα πιο μεγάλα ψέματα,

 

εδώ θα μείνουμε

για να τους κόβουμε τον ύπνο

να τους ραγίζουμε τη χαρά

να ρίχνουμε τον ίσκιο μας

στα χαμηλά τους πρόσωπα,

 

η αγάπη μας

θ’ ανθίζει πάνω στο γρανίτη,

μέχρι να έρθει η άνοιξη

έως να φτάσει ο κατακλυσμός.

[από τη συλλογή ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ και οι ΦΩΝΕΣ 1971 - συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων Πρόδρομου Μάρκογλου ΕΣΧΑΤΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ, Ένεκεν 2016]

 

Ε. ΑΥΤΗ Η ΓΥΝΑΙΚΑ (στην Ελένη από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ και οι ΦΩΝΕΣ 1971)

Αυτή η γυναίκα

που προχωράει με το κεφάλι ψηλά

έχει συλλάβει το σπέρμα μου,

Στο ζεστό της αίμα κύλησαν  

όλα τα δάκρυα των βαράθρων

τα νυχτερινά δρομολόγια   οι μεγάλες αποφάσεις

όλα τα γυμνά χρόνια της σάρκας μου,

τώρα μπαίνουν βαθιά στα κύτταρα

κουβαλώντας το θρυμματισμένο φως

αυτό που θησαύρισα   στα σκοτεινά και τυφλά υπόγεια

κραυγάζοντας το θάνατο και την ελπίδα.

 

Αυτή η γυναίκα

που προχωράει σαν ένα πλοίο στη γαλανή μέρα,

ήρεμη, υπερήφανη αισθάνεται

το ρυθμό του κόσμου

γνωρίζει πιο πέρα να πηγαίνει απ’ το δικό μου θάνατο,

απ’ τα παρθένα μάτια της   αρχίζει η οπτική γωνία   που σκοπεύει

στην προβολή του κόσμου που φτιάχνω με τα χέρια μου,

ανεβαίνει   η γυναίκα που αγαπώ

ανελκυστήρας για τον καινούργιο κόσμο

με κοιλιά που λάμπει

τρούλος εκατονταπυλιανής

και υπόσχεται    την υψηλή συνέχεια του κόσμου.

 

ΣΤ. ΕΙΠΑ ΝΑ ΣΤΑΘΩ

Είπα να σταθώ εδώ να κοιτάξω

αυτή τη θάλασσα   εκείνα τα βουνά

κουράστηκαν τα μάτια μου   στη λογική των αριθμών

των αργυραμοιβών υπολογίζοντας την κίνηση

μισθοφόρος στη δούλεψη των άλλων,

 

αυτή η θάλασσα που γυρίζει

στο γλαυκοπράσινο κάτω από έναν ήλιο βυθισμένο

γλυκό σαν τη λοξή κόψη του ζαχαροκάλαμου,

εκείνα τα βουνά

το Παγγαίο, το Σύμβολο, το Όρος, το Υψάριο

όλα με καμπύλη τρυφερού μαστού

γαλανά μέσα στα μάτια,

 

η μέρα προσφέρονταν

τρυφερά σε σήκωνε και τα μάτια σου

τα χέρια σου ηδονικά βυθίζονταν στο λησμονημένο

κόρφο της.

 

Εδώ είπα να σταθώ

να ξεχάσω το μάτι που διαστέλλεται

το χέρι που βυθίζεται στη  βίαιη πράξη

το σπαραγμό της ανείπωτης καταστροφής,

η μέρα ήταν όμορφη    όμορφη και μακρινή,

κι η παράδοση ανέφικτη

κλειστές οι πόρτες, συσκοτισμένα τα παράθυρα

με την κάννη στον αυχένα γυρίζεις

στην άλλη πλευρά,   στα φριχτά βάσανα

που επιβάλλει ο άνθρωπος πάνω στον άλλο άνθρωπο,

και γίνεται η μέρα ενοχή

το φως πολυτέλεια ασυγχώρητη,

 

όμως πρέπει

πρέπει να με πιστέψετε

η μέρα ήταν όμορφη    πόσο ήταν ωραία

[από τη συλλογή ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ και οι ΦΩΝΕΣ 1971 - συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων Πρόδρομου Μάρκογλου ΕΣΧΑΤΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ, Ένεκεν 2016]

 

Ζ. ΚΙ ΑΝΑΡΩΤΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

Κι αναρωτιούνται οι ποιητές   πώς πεθαίνει ένας άνδρας

κι έτρεξε το αίμα   από τις δημόσιες βρύσες

τα κόκαλα στοίβες ορθώθηκαν

στους χώρους των αφανισμών

κι αυτοί που γλίτωσαν   τους βρήκε ο χάρος στην άσφαλτο

βούλιαξαν μέσα στα βάσανα που τους επιβάλανε

χάθηκαν στην πίκρα των ανεκπλήρωτων πράξεων

στους σκοτεινούς τοίχους    της φυλακής.

 

Πώς πεθαίνει ένας άνδρας

 

Κάθε μέρα συντελείται ο θάνατος   μέσα σε κάμαρες σκοτεινές

κάτω απ’ το άγρυπνο μάτι του εκτιμητή

στο περιθώριο των συμβάσεων    λιγοστεύει η ζωή σου

κερματισμένη στη συναλλαγή, στον καταναγκασμό

στην αποσύνθεση κάθε αγάπης

με τις μυλόπετρες της ντροπής

ν’ αλέθουν τα κόκαλα της έσχατης υπόσχεσης,

τα πικρά δάκρυα τίποτε να μην ξεπλένουν.

 

Πώς πεθαίνει ένας άνδρας

 

Το τραγούδι του Ρήγα να χτυπάει στις φλέβες

τ’ αλώνι του Διγενή χορταριασμένο

αδιάφορος ο ουρανός κι η γη αδιάφορη

παλιό δάκρυ στα μάτια

κυλάει η βροντή

προλετάριοι

όλων των χωρών

ενωθείτε…

 

Σκοτεινή μέρα και το φως μέσα στους βράχους.

 

Η. ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΣΟΥ ΑΦΑΙΡΟΥΝΕ ΤΗ ΧΑΡΑ…

… τώρα που σε ρίχνουν στο πηγάδι με όλες τις ελπίδες της απόγνωσης,   τραγούδησε την αγάπη   ύψωσε τη φωνή   στέριωσε την πίστη σου   και τραγούδησε το φως που θα ’ρθει, μεσ’ απ’ το αίμα,   τα σπασμένα κόκαλα μεσ’ απ’ τα χαντάκια της πιο σκληρής ερημιάς   γιατί δε θα λυγίσεις σαν τα αγάλματα των ποιητών   γιατί δεν θα ρίξεις την ψυχή σου στους σκύλους   γιατί θα τσακίσεις κάποτε τους δήμιους   όχι από μίσος, με γνώση θα συνάξεις όλα τα κομμάτια   τα μέλη και το αίμα σου   θα ορθώσεις το καινούριο σου πρόσωπο   στην αυγή της καινούργιας ημέρας.    Τραγούδησε την αγάπη   που ανεβαίνει τις σκοτεινές σκάλες   όλα τα χαμένα καλοκαίρια στα νέφη των μαλλιών της   γυμνά τα πόδια στ’ αγκάθια   τραγούδησε την πέτρα, τη θάλασσα, τη βροχή, τον άγριο άνεμο    το χέρι που κρατάει ζεστά ένα άλλο χέρι,   τραγούδησε με τη θηλιά στο λαιμό   γιατί θα ’ρθει ο ήλιος και θα ποτίσει βαθιά τη γη   θ’ ανθίσουν οι ροδιές χαμόγελα κοριτσιών   κι η μέρα χαρταετός θα υψώνεται στα κουρασμένα μάτια,    τραγούδησε!..  [από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ και οι ΦΩΝΕΣ 1971  - συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων Πρόδρομου Μάρκογλου ΕΣΧΑΤΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ, Ένεκεν 2016]

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2021

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ