Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

ΞΕΡΕΙΣ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΠΕΙΣΜΑΤΩΝΟΥΝ ΕΥΚΟΛΑ ΣΑΝ ΤΑ ΓΥΜΝΩΣΕΙΣ…

 

(«Δαίμονος επιπόνου  και  τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα, τι με βιάζεσθε λέγειν, α υμίν άρειον μη γνώναι»   Ο ΣΕΙΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΜΙΔΑ)

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.

Έτυχε    να ’ναι τα χρόνια δίσεχτα·  χαλασμοί  ξενιτεμοί·

κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά

κάποτε δεν τα βρίσκει·

το κυνήγι    ήταν καλό στα χρόνια μου,  πήραν πολλούς τα σκάγια· 

οι άλλοι γυρίζουν  ή  τρελαίνονται στα καταφύγια.

 

Μη μου μιλάς για το αηδόνι  μήτε για τον κορυδαλλό

μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα

που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της·

δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια

ξέρω πως έχουν τη φυλή τους,  τίποτε άλλο.

Καινούργια στην αρχή,  σαν τα μωρά

που παίζουν στα περβόλια  με τα κρόσσια του ήλιου

κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά  και  πόρτες

γυαλιστερές  πάνω στη μέρα·

όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,

ζαρώνουν  ή  χαμογελούν   ή  ακόμη πεισματώνουν

μ’ εκείνους που έμειναν  μ’ εκείνους που έφυγαν

μ’ άλλους που θα γυρίζανε  αν μπορούσαν

ή που χαθήκαν,  τώρα που έγινε

ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο. 

 

Δεν ξέρα πολλά πράγματα από σπίτια, 

θυμάμαι τη χαρά τους  και  τη λύπη τους

καμιά φορά σα σταματήσω·

ακόμη   καμιά φορά,

κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές

μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό  μου

κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι

πως κάποιος ετοιμάζεται να ’ρθει,  πως τον στολίζουν

μ’ άσπρα  και  μαύρα ρούχα  με πολύχρωμα κοσμήματα

και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες

γκρίζα μαλλιά  και  σκοτεινές δαντέλες,

πως ετοιμάζεται να ’ρθει  να μ’ αποχαιρετήσει·

ή  μια γυναίκα  ελικοβλέφαρη  βαθύζωνη

γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,

Σμύρνη  Ρόδο   Συρακούσες   Αλεξάνδρεια,

από κλειστές πολιτείες  σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,

με αρώματα χρυσών καρπών  και  βότανα,

πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει

εκείνους που κουνήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.

 

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα,  σαν τα γυμνώσεις!..

 [ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, πρώτη ενότητα στο ποίημα  του Γιώργου Σεφέρη   ΚΙΧΛΗ,

που την έγραψε ο Σεφέρης στον Πόρο το Φθινόπωρο του 1946 και εκδόθηκε ένα χρόνο μετά από τις εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ) 

 


ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ έχει άλλες δύο μεγάλες ενότητες:

Β. Ο ΗΔΟΝΙΚΟΣ ΕΛΠΗΝΩΡ,  Τον είδα χτες να σταματά στην πόρτα κάτω απ’ το παράθυρό μου·  θα ’ταν εφτά περίπου,   μια γυναίκα ήταν μαζί του…

Γ. ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ «ΚΙΧΛΗΣ»,  Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου  τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει.  Παρ ’το, σου το χαρίζω·  δες,  είναι ξύλο λεμονιάς…

 

Ο όλεθρος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της γερμανικής κατοχής αποτυπώνεται στους στίχους της «Κίχλης»:

«Χώρες του ήλιου που δεν μπορείτε v’αντικρίσετε τον ήλιο.

Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο ...

   

Αντιγραφή  και  επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο: 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ  ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1924 – 1946, ένατη έκδοση  ΙΚΑΡΟΣ 1974

 

Ο ΗΔΟΝΙΚΟΣ ΕΛΠΗΝΩΡ

(από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη  ΚΙΧΛΗ  1947)

Τον είδα χτες να σταματά στην πόρτα

κάτω από το παράθυρό μου·   θα ’ταν  εφτά περίπου·

μια γυναίκα ήταν μαζί του.

Είχε το φέρσιμο του Ελπήνορα, λίγο πριν πέσει

να τσακιστεί, κι όμως δέν ηταν μεθυσμένος.

Μιλούσε πολύ γρήγορα, κι εκείνη

κοίταζε αφηρημένη προς τους φωνογράφους·

τον έκοβε καμιά φορά να πει μια φράση

κι έπειτα κοίταζε μ’ ανυπομονησία

εκεί που τηγανίζουν ψάρια· σαν τη γάτα.

Αυτός ψιθύριζε μ’ ένα αποτσίγαρο σβηστό στα χείλια:

 

—Άκουσε ακόμη τούτο. Στο φεγγάρι

τ’ αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι

ανάμεσα σε ζωντανούς καρπούς   — τ’ αγάλματα·

κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη,

η φλόγα που καίει τον άνθρωπο, θέλω να πω.

 

—Είναι το φως… ίσκιοι της νύχτας…

 

—Ίσως η νύχτα που άνοιξε, γαλάζιο ρόδι,

σκοτεινός κόρφος, και σε γέμισε άστρα

κόβοντας τον καιρό.

Κι όμως τ’ αγάλματα   λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο

στα δυο, σαν το ροδάκινο· κι η φλόγα

γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητό

κι έπειτα φύλλο δροσερό που παίρνει ο άνεμος·

λυγίζουν· γίνουνται αλαφριά μ’ ένα ανθρώπινο βάρος.

Δεν το ξεχνάς.
—Τ’ αγάλματά ειναι στο μουσείο.

 

—Όχι, σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις;

θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,

με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες

κι όμως την ξέρεις.

Όπως όταν  στα τελευταία της νιότης σου αγαπήσεις

γυναίκα που έμεινε όμορφη, κι όλο φοβάσαι,

καθώς την κράτησες γυμνή το μεσημέρι,

τη μνήμη που ξυπνά στην αγκαλιά σου·

φοβάσαι το φιλί μη σε προδώσει

σ’ άλλα κρεβάτια περασμένα τώρα

που ωστόσο θα μπορούσαν να στοιχειώσουν

τόσο εύκολα τόσο εύκολα και ν’ αναστήσουν

είδωλα στον καθρέφτη, σώματα που ήταν μια φορά·

την ηδονή τους. 

Όπως όταν   γυρίζεις απ’ τα ξένα και τύχει ν’ ανοίξεις

παλιά κασέλα κλειδωμένη από καιρό

και βρεις κουρέλια από τα ρούχα που φορούσες

σε όμορφες ώρες, σε γιορτές με φώτα

πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, που όλο χαμηλώνουν

και μένει μόνο το άρωμα της απουσίας

μιας νέας μορφής.

Αλήθεια, τα συντρίμμια δεν είναι εκείνα·   εσύ ’σαι το ρημάδι·

σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά

στο σπίτι στο γραφείο στις δεξιώσεις

των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του ύπνου·

μιλούν για περιστατικά που θά ηθελες να μην υπάρχουν

ή να γινόντουσαν χρόνια μετά το θάνατό σου,

κι αυτό είναι δύσκολο γιατί…


—Τ’ αγάλματά ειναι στο μουσείο.   Καληνύχτα.

—…γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,

είμαστε εμείς. Τ’ αγάλματα λυγίζουν αλαφριά… καληνύχτα.

 

Εδώ χωρίστηκαν. Αυτός επήρε

την ανηφόρα που τραβάει κατά την Άρκτο 

κι αυτή προχώρεσε προς το πολύφωτο ακρογιάλι

όπου το κύμα πνίγεται στη βοή του ραδιοφώνου:

 

ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ

«Πανιά στο φύσημα του αγέρα

ο νους δεν κράτησε άλλο από τη μέρα.

Άρωμα πεύκου και σιγή

εύκολα θ’ απαλύνουν την πληγή

που έκαμαν φεύγοντας ο ναύτης

η σουσουράδα ο κοκωβιός κι ο μυγοχάφτης. 

Γυναίκα που έμεινες χωρίς αφή,

άκουσε των ανέμων την ταφή.

 

»Άδειασε το χρυσό βαρέλι

ο γήλιος έγινε κουρέλι

σε μιας μεσόκοπης λαιμό

που βήχει και δεν έχει τελειωμό·

το καλοκαίρι που ταξίδεψε τη θλίβει

με τα μαλάματα στους ώμους και στην ήβη.

Γυναίκα που έχασες το φως,

άκουσε, τραγουδά ο τυφλός.

 

»Σκοτείνιασε· κλείσε τα τζάμια·

κάνε σουραύλια με τα χτεσινά καλάμια,

και μην ανοίγεις όσο κι α χτυπούν·

φωνάζουν μα δεν έχουν τί να πουν.

Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες,

κρίνα απ’ την άμμο, κι απ’ τη θάλασσα ανεμώνες·

γυναίκα που έχασες το νου,

άκου, περνά το ξόδι του νερού…»

 

«Αθήναι. Ανελίσσονται ραγδαίως

τα γεγονότα που ήκουσε με δέος

η κοινή γνώμη. Ο κύριος υπουργός

εδήλωσεν, Δεν μένει πλέον καιρός…»

«…πάρε κυκλάμινα… πευκοβελόνες…

κρίνα απ’ την άμμο… πευκοβελόνες…

γυναίκα…»

«…υπερτερεί συντριπτικώς.

Ο πόλεμος…»

 

ΨΥΧΑΜΟΙΒΟΣ. 

 

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ «ΚΙΧΛΗΣ»

«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου

τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες

σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει.  Παρ’ το σου το χαρίζω

δεν είναι ξύλο λεμονιάς…»

 

Άκουσα τη φωνή

καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω

ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·

το ’λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,

σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια

ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του

στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού

σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.

 

Κι άλλες φωνές σιγά - σιγά με τη σειρά τους

ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι

που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό·

θα ’λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·

ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.

Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα

πέφτοντας στην καρδιά της μέρας

ήσυχη, σαν ακίνητη:

«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·

το δίκιο σας θα ’ναι το δίκιο μου· πού να πηγαίνω

γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.

Το θάνατο τον προτιμώ·

ποιός πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.

Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο.

 

Ο ΣΕΦΕΡΗΣ  ΚΑΙ  ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΗΣ ΚΙΧΛΗΣ 

(… ένα μικρό ναυάγιο·  τα κατάρτια σπασμένα, 

κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια  ή  μνήμη ονείρων,

δείχνοντας το σκαρί του   στόμα θαμπό

κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού σβησμένο στο νερό.  Μεγάλη απλώνονταν γαλήνη…)

Σε μια από τις βαρκάδες ο ποιητής στον Πόρο το 1946 παρατήρησε στο βυθό ένα ναυάγιο. Είχε προσεγγίσει το νησάκι Δασκαλιό όταν διέκρινε το όνομα ΚΙΧΛΗ  στη βυθισμένη πλώρη ενός σκάφους. Επρόκειτο για ένα βοηθητικό πλοίο  του ελληνικού στόλου που το είχε βυθίσει σκόπιμα ο καπετάνιος για να μην πέσει στα χέρια των Γερμανών κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Ο Σεφέρης εκείνη την στιγμή «κεραυνοβολήθηκε» και εμπνεύστηκε το ποίημα του:   ΤΟ ΦΩΣ   Καθώς περνούν τα χρόνια   πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν·   καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές,   βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια·   ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν,   το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός   που τελειώνει στη γύμνια.   Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην   έρμη δημοσιά,   άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου   που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου·   τον ήλιο τον κοιτάς,   έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι·   ο δωρικός χιτώνας   που αγγίξανε τα   δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,   είναι ένα μάρμαρο στο φως,   μα το κεφάλι του είναι στο σκοτάδι.   Κι αυτούς που αφήσαν την   παλαίστρα για να πάρουν τα δοξάρια   και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο   κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ν’ αρμενίζει στο αίμα   ν’ αδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι   και να μαραίνουνται τα   νικηφόρα περιβόλια·   τους βλέπεις μες στον ήλιο, πίσω από τον ήλιο.   Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ’ τα μπαστούνια   πηγαίνουν   σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,   σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα   στο μαύρο φως   μ’ ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,   καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες   πανιά και ξύλα υγρά    και χρώματα πελαγίσια·   ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά   προς τα   χαλίκια του βυθού   οι άσπρες λήκυθοι.   Αγγελικό και μαύρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,   δακρυσμένο γέλιο,   σε   βλέπει ο γέροντας ικέτης   πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες   καθρεφτισμένο στο αίμα του   που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.   Αγγελική και μαύρη, μέρα·   η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο   βγαίνει απ’ το κύμα   δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες.   Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη,   τραγούδησε, τραγούδησε…   δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη·   στόλισε τα μαλλιά σου με τ’ αγκάθια του ήλιου,
σκοτεινή κοπέλα·   η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,   ο τύραννος     μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει,    κι όλες οι κόρες του πόντου,   Νηρηίδες, Γραίες   τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης·   όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει,   στο φως·   και είσαι
σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά   τρέχοντας από   κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα,   γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα   των πουλιών   θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από   βοριά και νότο  θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.  [Πόρος, "Γαλήνη", 31 του Οχτώβρη 1946   από τη συλλογή του Γιώργου Σεφέρη  ΚΙΧΛΗ 1947]

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2025

Κυριακή 2 Μαρτίου 2025

ΣΑΝ ΛΥΠΗΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΜΙΑΝ ΑΛΛΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Ο ΓΑΜΟΣ.    Άγιος Γεώργιος.

Στο κέντρο οι δύο άγιοι ενώνονται αργά.

Οι άγιοι αργά ο ένας άγιος σκοτώνει τον άλλον.

Φέγγουν με μιαν ευγένεια μέσα από το αιώνιο σκοτάδι του σκοταδιού.

Ο άγιος κάθεται πάνω σ’ έναν άθλιο άνθρωπο.

Αυτός εκεί ο άνθρωπος που προκαλεί ένα έλεος όπως οι κακούργοι.

Ο άγιος αδιαφορεί για τον εξευτελισμό αυτού του ανθρώπου και με απαλό σκύψιμο.

Βοηθά σκύβει επίσημα.

Μπήγει τη λόγχη μέσα στον πεσμένο άγιο.

Ο επάνω άγιος έχει ένα άσπρο πρόσωπο και πολύ μεγάλο.

Με ελαφριά λύπη σα να καταλαβαίνει και σαν λυπημένος από μιαν άλλη αιτία.

Γενική αιτία και σκοτώνει τον πεσμένο.

Ο πεσμένος άγιος συναισθάνεται την βασανισμένη του ψυχή και συναισθάνεται.  

Ξαφνικά είδε την ψυχή του.

Στο βάθος φάνηκε η ψυχή του.

Σαν ένα μικρό και θαλάσσιο εντόσθιο.

Κρύο και κατακόκκινο έπαλλε και παραδίδει την βασανισμένη.

Σαν φαρμακωμένο ζώο η ψυχή του ορμά προς τα έξω ξεσκίζει.

Γιατί μονάχα ο φόνος ελευθερώνει ολόκληρη την ψυχή.

Το σώμα σκυλί ανάσκελα και οι κλειδώσεις φοβισμένες.

Το κεφάλι γκρεμίζεται πίσω και τα μάτια ορθάνοιχτα και βασιλεύουν σαν μία μουσική.

Από το στόμα τρέχει ένα γαλαζωπό υγρό και τρέχει στο χώμα.

Στον ουρανίσκο υπάρχει μια βαθειά τρύπα και κατεβαίνουν αμίλητες οι σκέψεις του μυαλού.

Τρέφονται από την τροφή του ανθρώπου.

Τώρα από την τρύπα τρέχει ένα υγρό.

Μικροί άνθρωποι κι όσο οι πρησμένοι του αγκώνες μηδαμινοί.

Γονατίζουν γύρω από το στόμα του και τσακισμένοι κοιτάζουν περίλυποι το υγρό.

Κοιτάζουν μ’ ένα λοξό και περίλυπο βλέμμα.

Ανάμεσά τους το υγρό ένα ποτάμι.

Είναι η οικογένεια του πεσμένου αγίου.

Αυτός ο άγιος αγαπά τον άγιο που τον σκότωνε.

Αρπάζει το πόδι του δημίου του σφίγγει με μιαν αγάπη μνησίκακη.

Ο άνθρωπος που κουβαλά στους ώμους του τον απαθή άγιο και τον συνεπαρμένο.

Σπάει στα δυο από ασήκωτο βάρος.

Οδύρεται και τρελός από έναν τρόμο κομματιάζεται.

Το στόμα του σαν μικρό χάος και σαν τον τρομαγμένο Θεό που κουβαλάει την γη.

Γύρω καμένα σώματα ανθρώπων κι ανάμεσά τους περπατά μια γυναίκα που περπατά μονάχη σαν τιμωρία.

Είναι μια γυναίκα που την έλεγαν Βικτώρια.

Αποκρουστική με χοντρό πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες και κοντά γκρίζα μαλλιά με μικρά μάτια σαν καρφιά.

Είχε δυο παιδιά που τρελάθηκαν.

Αλλά η αποστολή της Βικτώρια είναι να ενσαρκώνει.

Περιφέρεται την ιστορία και τα στοιχεία της φύσης τις δυνάμεις.

Αναγγέλλει θα χορέψει το χορό της Αθηνάς μετά τη νίκη.

Σφίγγεται σαν να έχει πόνους και κάνει δυο γρήγορα βήματα.

Στέκεται πολλή ώρα και πάλι τρέχει γρήγορα πηδάει κι απότομα στέκεται.

Ό,τι κάνει είναι πρόστυχο και φαινομενικό αλλά υπάρχει μια ορμή σαν ανήμερη βρισιά.

Οι άνθρωποι γελάν αλλά μερικοί τρομάζουν και καταλαμβάνονται από τις ενανθρωπήσεις της Βικτώριας.

Τώρα είναι η τιμωρία που περπατά κι ανοιγοκλείνει με θυμό τα μικρά της μάτια κι όλο φτύνει με προσποιητό μεγάλο μίσος κι απειλεί τα καμένα παλληκάρια που είναι τεράστια καμένα παλληκάρια σαν αέτωμα.  

Πίσω από τους αγίους είναι ένας χαμηλός πύργος σαν μισοπεθαμένος κι από ένα πορφυρό παράθυρο κοιτάζει.

Στην σκεπή του πύργου συνωστισμένοι κι ένα πλήθος φυλακισμένοι.

Στην πιο άγρια φυλακή και για όλη τους τη ζωή φυλακισμένοι παρακολουθούν.

Μακριά και προς τα αριστερά είναι μια όμορφη εξοχή.

Αχνή και πράσινη και στο βάθος η κορυφή κι ο ταπεινός λόφος.

Ο λόφος προφήτης προδομένος και στην κορυφή μια τετράγωνη σημαία και σιδερένια.

Στην εξοχή περπατούν ερωτικά ζευγάρια.

Με έκσταση κοιτάζουν προς τη θάλασσα.

Ακίνητα κι ευτυχισμένα ζευγάρια ανθρώπων κι ακίνητοι δείχνουν μακριά κατά τη θάλασσα.

Με τραβηγμένα λίγο πίσω τα σώματά τους σα να προφυλάγονται να μη τους κάψει η θέα.

Στενοί κατήφοροι περιχύνουν την κορυφή και καταλήγουν στο τείχος της θάλασσας.

 Από τις τρύπες του τείχους φαίνεται η θάλασσα.

Ήσυχη σαν κισσός.

Κατεβαίνοντας με προσοχή οι πόρτες των σπιτιών ανοιχτές.

Παλιά τουρκόπολη σαν την Καβάλα.

Από τις ανοιχτές εξώπορτες φαίνονται οι μεγάλες κι αδειανές οι κάτω σάλες.

Στο βάθος ένα σεντούκι κι ένας σωρός καρποί σαν σπόνδυλοι.

Ένας πρόσφυγας ξαπλωμένος στα σανίδια να κοιμάται και πεθαίνει από την βαριά κούραση.

Μέσα από τις σβηστές σάλες βλέπω από μέσα τα παράθυρα.

Στα παράθυρα σταματά ένα φως δεν μπαίνει μέσα.

Πορτοκαλί φως που σα ν’ αναπνέει και μ’ ένα μικρό βαθύ βόμβο αναπνέει σύρριζα στα παράθυρα.

Είναι ένας γέρος από την Ασία και μια νέα γυναίκα.

Ο γέρος είναι ολόγυμνος και υποφέρει από τρομερή αρρώστια του δέρματος.

Δεν αντέχει να ντυθεί και το δέρμα του μαύρο και ξεκολλά.

Αγκυλωμένος και το δέρμα του έπαθε και πέθανε.

Κείτεται πάνω σε πεντακάθαρο κατάλευκο σεντόνι που αστράφτει σαν χυμένο.

Η γυναίκα είναι πολύ νέα ως δεκαέξι χρονών.

Μαυριδερή κι από τα βουνά έχει κοντό σώμα και κοντά μέλη κι ο λαιμός της πολύ μακρύς και χοντρός.

 Έχει σχιστά μάτια και με βαριά βλέφαρα.

Είναι πολύ ιδρωμένη κι ιδρώς παχύς την λούζει και στάζει στα σανίδια.

Φορά κοσμήματα απανωτά πλάκες σφιχτές ασήμι.

Ζωντανή άλλα άσχημη παναγία κρυμμένη πίσω από χοντρά τάματα.

Την γυναίκα την έλεγαν Αιτία.

Αυτήν έχει το χάρισμα λέει ο γέρος κι αγωνίζεται.  

(κι άλλα αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Ο ΓΑΜΟΣ, Κέδρος α ‘ έκδοση 1974)

 


Η ΑΙΤΙΑ ΚΑΘΕΤΑΙ ΚΑΤΑΓΗΣ 

(… δεν μπορεί να κουνηθεί…)

Φαίνεται πολύ χοντρή γιατί κάτω από τα κοσμήματα από τις ασημένιες πλάκες. Τα κοσμήματα έχουν καρφωθεί πάνω στο σώμα της; είναι σαν σκληρές κρούστες που έθρεψαν πάνω σε ασημένιες πληγές και κάτω απ’ τα κοσμήματα είναι χωμένα μαλακά κι αραχνοΰφαντα πανιά να την ανακουφίζουν. Οι άκρες των πανιών πετάγονται κάτω από τα πλατειά κοσμήματα σαν τρυφερά μέσα φτερά λαμπερών κολεόπτερων. Έξαφνα μένει ασάλευτη και με μια παραλογισμένη προσοχή. Σαν να αφουγκράζεται ένα τραγούδι από γενιές. Από σκοτεινές οικογένειες ανθρώπων που γιόρταζαν μέσα στη νύχτα και φαγωμένο από τις φωνές των ανθρώπων. Συνέρχεται κι αρχινά ξανά να υποφέρει και τραγουδάει μ’ έναν καημό.  Δυο μοιρολόγια σαν τέλια τρίβονται και σπαν βαθειά στο λάρυγγά της. Σαν βαθειά σε λαγήνι από χώμα και συνέχεια μιλάει μονάχη. Μια άγνωστη διάλεκτο και διάλεκτο παλιού θρήνου. Ίσως μακεδονικά. Αλλά υπάρχει και μια λαμπρή ευχαρίστηση σαν απληστία. Ετοιμοθάνατη η Αιτία με κοιτάζει και τραγουδά ένα θρόισμα. Κουνιέται ρυθμικά μια μπρος και μια πίσω και κροτάλιζαν τα βαριά της τάματα.

Σ’ αυτό το σπίτι δυο γυναίκες και κυκλοφορούν. Άμα σηκώσω τα μάτια μου θα τις δω. Είναι ώριμες εξήντα χρονών και λίγο παχιές. Τα μαλλιά τους βαμμένα με εληά. Φορούν βυσσινιά φορέματα από μπροκάρ. Είναι σφιγμένες η μια πάνω στην άλλη. Δείχνονται ξέγνοιαστες αλλά είναι ταραγμένες και σαν ανήσυχες. Κατάλαβα ό,τι αυτές οι δύο γυναίκες είναι ο Θεός. Η μια δεν γυρνάει να με δει. Αλλά η άλλη. κρυφά από την άλλη με καλεί με αδιόρατους μορφασμούς με νεύματα. Μ’ ένα κακό μάτι και προσπαθεί να τραβήξει την προσοχή μου και σα να προσπαθεί να μεσολαβήσει ανάμεσα σε μένα και στην άλλη. Να μας φέρει σ’ επαφή και να μας παρασύρει σε μιαν επαφή.


ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΕΡΗΜΟ 

(… είχε γίνει ένα θαύμα  κι  ο τόπος γέμισε αίματα…)

Από κείνα τα θαύματα που αποκαλύπτουν κι αποκαλύπτουν πως υπάρχει μια παρακολούθηση. Αλλά το θαύμα αυτό σαν ένα αιματοκύλισμα. Οι άνθρωποι πήγαιναν στον τόπο του θαύματος και θαύμαζαν τα αίματα. Οι τοίχοι ραντισμένοι άφθονο αίμα σαν από βρύσες και μια υγρασία και μυρωδιά σαν σφαγείο. Στις τρύπες των καταβρεγμένων τοίχων άκουγες τριξίματα και κόχλαζαν βουερά τα έντομα που αγαπούν το αίμα. Κρατούσε ακόμα εκείνη η χλιαρή υγρασία και η μυρωδιά από ανοιγμένον άνθρωπο. Εκεί ήταν δυο άνθρωποι. Τους έφεραν να θεραπευτούν ή κατοικούσαν; Ο ένας είναι νέος και σχεδόν έφηβος. Τον έχει κυριεύσει η ψυχή του. Κατακρημνίστηκε από την τάξη των ανθρώπων κι αποσχίστηκε απ’ τους ανθρώπους. Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι. Από τυραννική δεισιδαιμονία υπακούουν την αρχαία ανθρώπινη ψυχή. Που σαν άγριο μάτι από ξύλο. Ασυγκίνητο σαν τυφλό κοιτάζει από ανάμεσα στο βλέφαρο της αιτίας του κόσμου και στο βλέφαρο του αποτελέσματος των ανθρώπων.  Ό,τι υπάρχει είναι αιτία και δεν υπάρχει ένα αποτέλεσμα δεν έχει τέλος. Υπάρχει μια ακίνητη ηλικία εκεί στη φύτρα της κάθε ώρας και στιγμής. Ο κόσμος είναι αρχές που όλο αρχίζουν κι αδιάκοπα θ αρχίζουν στους αιώνες αδιάκοπα. Ο χρόνος δεν προορίζεται για ανθρώπους. Αυτός ο άνθρωπος σφάδαζε τρομακτικά. Λυσσασμένο πουλί να ξεφύγει απ’ την ελευθερία. Αλλά δεν μπορεί να κάνει κακό γιατί οι κινήσεις του. Μάλλον μάταιες περιγραφές κινήσεων από ανεξερεύνητες κι αγέννητες. Από σφοδρές πράξεις που έχει στο νου του. Χωρίς ομιλία αλλά με σφυριχτά μουγκρίσματα.   Απότομα βλέμματα όπως οι φυσαλίδες του αέρα και σαν λέξεις του βυθού ανεβαίνουν μέσα από το νερό. Τα βλέμματά του ανέβαιναν μέσα από ένα σκοτεινό γέλιο κι άστραφταν με μια σημασία αιματωμένης πονηριάς. Άλλοτε κουνούσε τα χέρια του με ορμή. Τα χέρια του τινάζονται από τον ώμο. Πολεμάν να βγουν απ’ το πετσί τους και να χυθούν παντού. Ορμάν προς τα μπρος όπως κρούεις την κλειστή καρδιά των νοημάτων. Είναι ένας άνθρωπος ψυχή. Το σώμα του έρμαιο της ψυχής ατροφεί και ξεραίνεται. Ο άλλος άνθρωπος που ήταν εκεί βασανίζεται από μια αίρεση. Στο μισοσκόταδο διέκριναν ένα τρομαχτικό θέαμα.  Ο άνθρωπος με την αίρεση προσπαθούσε να καταπιεί τον άνθρωπο ψυχή. Τα μάτια του τεντωμένα και με κάποιο πανικό κοίταζαν ολόγυρα με ανησυχία. Ο λαιμός του φριχτά φουσκωμένος σαν λαιμός σαύρας και το τεράστιο στόμα του άρχισε να σκίζεται στις άκρες. Σαν ένα τοκετός φαινόταν το πάνω μέρος του κεφαλιού του ανθρώπου ψυχή. Μέτωπο και μάτια ορθάνοιχτα αλλά αδιάκοπα εντελώς. Κοίταζαν προς τα επάνω κι ένας αγκώνας και μια κατάχλωμη κνήμη κρεμόταν και αιωρούνταν παράλυτη κι εξαρθρωμένη κι όλα τα τρία μέρη ήταν πολύ κοντά το ένα στο άλλο που καταλάβαινες τον τρομερό διαμελισμό. Πώς να είναι ο άνθρωπος από μέσα; φαίνεται πως γεμάτος ένα είδος γάλα. Από το θρυμάτισμα του σώματος ένας αρύς πολτός έσταζε από εκείνο το στόμα άσπρος και λέρωμένος.

 

ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΑΝ ΠΡΟΣΟΨΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΣΑΝ ΜΙΑ ΑΠΟΘΕΩΣΗ…

Αλλά εγώ είμαι από τους συγγενείς του κόσμου που όλοι πεθαίνουν από ένα είδος κοσμογονίας. Με βρήκε μια παραλυσία με βρήκε και μια ακαμψία. Τα ζώα που ζουν μέσα στους μυς τρόμαξαν κι έφυγαν έσβησε η φωταγώγηση των σκέψεων γιατί οι σκέψεις σαν προσόψεις μέσα στη νύχτα. Μπροστά από θεόρατες προσόψεις μια ομάδα άνθρωποι έτρεχαν μέσα στη νύχτα. Ένας επικεφαλής κι οι άλλοι ακολουθούσαν με μιαν ανησυχία. Αλλά σαν να τον προστάτευαν και τον απέτρεπαν αλλά φαίνονταν να χαίρονται αυτή την καταδίωξη. Εκείνος μπροστά σαν τρελός που παράσερνε να τους πάει κάπου για να τους εμπιστευθεί γιατί τους είχε προκαλέσει για να τους εξομολογηθεί. Αλλά τους απόφευγε κιόλας και στα τυφλά τους οδηγούσε κι αργοπορούσε. Κιόλας μετάνιωνε και σταματά στην τύχη και κρύβεται σε μια κόγχη. Εκεί μαζεύτηκε ένα κουβάρι και δεν μιλά. Οι άλλοι σε απόσταση περίμεναν με μια δυσφορία. Η σιωπή του σαν να ερχόταν από κάτω από μια βαριά σιωπή… [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνα Ο ΓΑΜΟΣ, Κέδρος, πρώτη εκδοση 1874]

                                        Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2025


Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ