Κυριακή 21 Απριλίου 2024

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΓΡΙΦΩΝ ΦΕΥΓΩ ΗΣΥΧΗ

 (… άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω, 

ένα πρόσωπο  ή  ένα βιάζομαι…)  


Δεν έχω βλάψει στη ζωή μου αίνιγμα:   δεν έλυσα κανένα.

Ούτε κι αυτά που θέλαν να πεθάνουν

πλάι στα παιδικά μου χρόνια:

«έχω ένα βαρελάκι που ’χει δυο λογιών κρασάκι...»

 Το κράτησα ως τώρα   αχάλαστο ανεξήγητο

γιατί ως τώρα    δυο λογιών κρασάκι

έχουν λυμένα κι άλυτα που μου τυχαίνουν.

Συμβίωσα σκληρά

«μ’ έναν ψηλό καλόγερο που κόκαλα δεν έχει…»

 και δεν τον ρώτησα ποτέ    ποιας φωτιάς γιος είναι,

σε ποιο θεό ανεβαίνει και μου φεύγει.

 

Δεν του λιγόστεψα του κόσμου  τα προσωπιδοφόρα πλάσματά του,

του ανέθρεψα του κόσμου το μυστήριο   με θυσία και με στέρηση.

Με το αίμα που μου δόθηκε   για να τον εξηγήσω.

Ό,τι ήρθε με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση

έτσι το δέχθηκα  κι  έτσι τ’ αποχωρίστηκα:

με δεμένα μάτια και σκεπασμένη πρόθεση.

Αίνιγμα δανείστηκα,   αίνιγμα επέστρεψα.

Άφησα να μην ξέρω   πώς λύνεται ένα χθες,   ένα εξαρτάται,

το αίνιγμα των ασυμπτώτων.

Άφησα να μην ξέρω τι αγγίζω, ένα πρόσωπο ή ένα βιάζομαι.

 

Ούτε κι εσένα σε παρέσυρα στο φως   να σε διακρίνω.

Στάθηκα Πηνελόπη   στη σκοτεινή ολιγωρία σου.

Κι αν ρώτησα καμιά φορά πώς λύνεσαι,

πηγή αν είσαι  ή  κρήνη,

θα ’ταν κάποια καλοκαιριάτικη ημέρα που,

Πηνελόπες και όχι,    μας κυριεύει αυτός ο δαίμων του νερού

για να δοξάζεται το αίνιγμα πώς μένουμε αξεδίψαστοι.

 

Από τον κόσμο των γρίφων φεύγω ήσυχη.

Αναμάρτητη:   αξεδίψαστη.

Στο αίνιγμα του θανάτου   πάω ψυχωμένη!  

[ΑΦΗΣΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΡΩ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, πρώτη έκδοση 1971]


 



Από την ίδια συλλογή αποδελτιώνονται και τα  ποιήματα: 

Η ΑΠΑΡΗΓΟΡΙΑ,  Μεγάλη Εβδομάδα 

ΤΥΧΗ ΚΟΙΝΗ,  Οι δρόμοι μου, οι δρόμοι σας  κι αυτό

ΒΑΘΕΙΑ ΑΥΛΑΞ,  Με κούρασε πολύ η Κυριακή  Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο

ΜΑΥΡΗ ΓΡΑΒΑΤΑ,   Πότιζε εσύ τη γλάστρα κι άσε να κλαίω… και επιμύθιο

Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ   Μίλα.  Πες κάτι, ο,τιδήποτε… 

Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται  μια σύντομη,  άδετη

ζωή με τη φωνή σου!..

 

 

Η ΑΠΑΡΗΓΟΡΊΑ    (Μεγάλη Εβδομάδα)

Οι βιολέτες, όπως ανήσυχα,   διορατικά μυρίζουν

όταν κάτι δεν πάει καλά,

κάτι απογοητεύει πάλι.

Η Μεγάλη Εβδομάδα,  

όπως στάζει κερί και τάμα

στη θρησκόληπτη ανάμνηση,   στην άθεη απουσία.

Η Κυριακή του Νυμφίου,   όπως αναστατώνει,

βασίζεις δεν βασίζεις το Μεγάλο   στις αφίξεις.

Οι διάφοροι Νυμφίοι,

που κάτι τους τυχαίνει και δεν έρχονται,

κάποια διήμερη εκδρομή,

κάποια ευκολότερη θρησκεία

που την ασπάζονται.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή   σε κάθε βήμα,

όπως  κατασταλάζεις για το έθιμο,

έχουν δεν έχουνε ανθίσει οι απορίες.

Οι Πατέρες μας, γέροι στο σπίτι,

περιμένουν αυγά και τσουρέκι.

Οι πολλαπλασιασμένοι κήποι της Γεθσημανή,

τα περιστύλια της υπομονής,

τα παγκάκια να κάτσεις να περιμένεις   τον ετήσιο Ιούδα,  

πού αργεί να 'ρθει   από το ράφτη, απ' τον κουρέα.

Το μεγάλο ποσόν που του δίνεις

για να δεχθεί να σε προδίνει ανεξήγητα.

Της καμπάνας η Μεγάλη εξάντληση   κι η άπαρηγορία,

ο νηστικός της ήχος

όπως λιποθυμάει   στα εαρινά αρμόνια

των καθολικών απογευμάτων.

Οι αργίες,   οι αργοπορίες,   οι αγριότητες,

όπως τις πάμε ως επάνω μόνοι μας.

Ο Σίμων, που στο τέλος αδιαφόρησε

κι έφτιαξε τη ζωή του.

Η Μυροφόρος έλλειψις,

που θα σε ψάχνει απόψε να σε ράνει.

Η Προηγιασμένη των διαφόρων θρήνων

τη Μεγάλη Εβδομάδα

και τις διάφορες άλλες εβδομάδες τα ίδια.

Η Αγία Επανάληψη,

η θαυματουργή,   η άχειροποίητος,

όπως τη βρήκανε ανυπόγραφη τα πράγματα,

θαμμένη   σε κάποια παλαιότητα της μοίρας μας,

σε κάποιο προγονό μας μέλλον.

Όπως την πιστεύω.

[από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1971]

 

 

ΤΥΧΗ ΚΟΙΝΗ

 (από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1971)

Οι δρόμοι μου, οι δρόμοι σας   κι αυτό.

 

Εκείνος, εγώ    κι αυτό.

 

Οι νυμφίοι Μάιοι, το κατάλληλο ένδυμα     κι αυτό

 

Το άμαχο αίσθημα, το κρυμμένο μαχαίρι    κι αυτό.

 

Η οδεύουσα δίψα, η καλή Σαμαρείτις    κι αυτό.

 

Η μακροζωία των ονείρων, η εργατικότης των ελπίδων

κι αυτό.

 

Οι άλτες όρκοι πάνω από το χρόνο, η φυλλοβόλος μνήμη

κι αυτό.

 

Ο απαραίτητος ήλιος, η ξαφνική ωραία διάθεση

κι αυτό.

 

Η άμιλλα των κίτρινων φύλλων για μια ψύχραιμη πτώση,

η ποίηση που τα εμψυχώνει    κι αυτό.

 

Η αγωνία σας, η βροχή    κι αυτό.

 

Η μύηση των αγαλμάτων στις δικές μας μεθόδους ανίας,

η θυσία όλο και κάποιας Ιφιγένειας

για ένα ψωροφύσημα ανέμου

κι αυτό.

 

Η εκγύμναση των λέξεων

να περνούν μέσα απ’ τη σιωπή,

η εκγύμναση της σιωπής

να περνά μέσα απ’ τις λέξεις

κι αυτό.

 

Το αυστηρώς φρουρούμενο μέλλον

κι η αρπαγή του στο τέλος απ’ αυτό:

 

Το ανώφελο.

 

ΒΑΘΕΙΑ ΑΥΛΑΞ

Καληνύχτα…

 

Με κούρασε πολύ η Κυριακή.

Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο

Με κούρασε κι αυτός ο γάμος   «στις οκτώ…»

ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μίαν –

κορίτσι πάλι η σκέψη, και ταξίδευε

μ’ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.

 

Κι ύστερα όλ’ αυτά τα Κολωνάκια που κατέληξα

μεγάλωσαν την κούραση.

Μπορεί να έφταιγε ο καιρός,

κάτι σαν φθινοπωρινός  και  λίγο σαν χαμένος.

Μπορεί να φταίξανε   οι νέες και οι έφηβοι.

Ως σημαιούλες υπερχρόνου εορτάζοντος

περνούσαν, όπως περνούσα κάποτε,

και με κούρασαν.

Αλλά κι αυτά των κυριών τ’ άρρωστα μάτια –

τα μάτια αρρωσταίνουνε βαριά

όταν θέλουν να δουν τι είναι πίσω απ’ άλλα μάτια.

Είδα να ’χουν πιαστεί σε κάποιο δίχτυ νοσταλγίας

που το τραβούσαν σκοτεινοί στην πρόθεση ψαράδες

-καιροί αλιείς.

Αδιέξοδες κυρίες…

Είδα, όπου πηγαίνει η ώρα τους, να βρέχει.

 

Εκείνο το εις σάρκα μίαν

ακόμα δεν μου επέστρεψε τη σκέψη –

κορίτσι ακόμη η σκέψη, ταξιδεύει

μ’ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.

Αλλού εγώ κι αλλού η σκέψη,

μεγάλη πάντα κούραση.

Με κούρασε πολύ αυτό το «πάντα».

 

Κάποιος μιλάει δίπλα μου για ασκήσεις, θαρρώ

«βαθεία αύλαξ»   λέει.

Ναι. Βαθεία αύλαξ.

Καληνύχτα.

 

Πικρίζει ο Λυκαβηττός μέσα στο βλέμμα.

Με κούρασε πολύ αυτή η γεύση,

κι αυτά τα δένδρα που βαδίζουν μόνα τους

κάτω από φυλλορροημένες συναντήσεις.

 

Καληνύχτα.

Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.

Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.

Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.

 

Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι   στο πάνω-πάνω ράφι

που δεν φτάνω.

[από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1971]

 

ΜΑΥΡΗ ΓΡΑΒΑΤΑ

(από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1971)

Πότιζε συ τη γλάστρα   κι άσε να κλαίω.

Μόνο γράφε τους λόγους,

μήπως κι οφείλω κι άλλη λύπη.

Θέλω να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη

πως βασανίστηκα για όλα.

 

Γράψε πως κλαίω για έναν καθρέφτη.

Άλλοτε διακοσμητικό στοιχείο,   μαντείο τώρα.

Για την ξερή καληνύχτα

που λεν οι μικρές πιθανότητες

και ξοφλάνε.

Γράψε πως κλαίω για το παράθυρό σου,

κλειστό κι ακαλημέριστο

και μελαγχολικό εκ γενετής του.

Για τα πουλιά της τελευταίας δεκαετίας.

Τον τρόμο τους με τις κεραίες τηλεοψίας.

Για την προσαρμογή τους ύστερα,

και τα πετάγματά τους

σ’ αυτά τα σιδερένια δένδρα.

Που μάθανε να τραγουδούν

σε σιδερένιους κλώνους.

 

Γράφε.

Γι’ αυτό το Σαββατόβραδο που θάφτηκε

ανάμεσα σε δυο κυπαρίσσια   στη Φραγκόκλησα.

Για το φεγγάρι που πενθεί – φοράει

μαύρη γραβάτα σύννεφο,

γράψε πως κλαίει.

Κλαίω γιατί με ρώτησες

αν είδα την πανσέληνο.

Όχι, δεν είδα τίποτα γεμάτο και δεν έζησα.

Κλαίω που τα παιδιά κρατούν τη σάκα τους

σαν τελειωμένη κιόλας γνώση,

και στων αγίνωτων ωρών

την τρυφερή καθησύχαση δεν πάνε

και δεν παίζουν.

 

Γράψε πως κλαίω για τις μητέρες.

Τις πιο παλιές μητέρες μου.

Τις λεπτές κι όμορφες,

των παραθύρων ερωμένες,

αρπίστριες του αγναντέματος,

που τις επήρε απρόφταστες ο θάνατος

κι αυτές μακροημερεύουν μητρικές

σε σαλονιού φωτογραφίες

και σε κεντήματα.

 

Κλαίω γιατί ανάψανε τα φώτα

κι η Κυριακή κουλουριασμένη γάτα

στο παράθυρό μου.

Ο φόβος βάζει τα καλά του  και  περιμένει.

 

Γράφε.

Πως κλαίω για τους τυφώνες,

το λίγο φαϊ,   το κάθε Λίγο,

για τους σεισμούς   χωρίς προειδοποίηση.

Κλαίω επειδή χαμένη πάει

η είδηση που μου ’φερες

πως είδε χθες την πρώτη πεταλούδα.

Κλαίω γιατί δεν είναι είδηση το εφήμερο.

 

Γράφε. Κλαίω

επειδή η τύχη κλείστηκε στο σπίτι της,

η αναβολή έφτασε στον δήμιο,

το παγούρι έχει φτάσει στην έρημο,

η νεότης έχει φτάσει στη φωτογραφία.

Κλαίω γιατί ποιος ξέρει ποιος θα κλείσει

των ημερών μου τα μάτια.

 

Πότιζε συ τη γλάστρα  κι άσε να κλαίω επειδή…

 

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΟΣΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ…

(… μια σύντομη,  άδετη,  ζωή  με τη φωνή σου…)

Μίλα.   Πες κάτι, ο,τιδήποτε.   Μόνο μην στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.   Διάλεξε έστω κάποια λέξη   που να σε δένει πιο σφιχτά   με την αοριστία.
Πες:   «άδικα»,   «δένδρο»,   «γυμνό».   Πες:   «θα δούμε»,   «αστάθμητο»,   «βάρος».   Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται   μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.   Μίλα.   Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.   Εκεί που τελειώνουμε εμείς   αρχίζει η θάλασσα. Πες κάτι.   Πες «κύμα», που δεν στέκεται.   Πες «βάρκα», που βουλιάζει   αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.   Πες «στιγμή»   που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,   μην τη σώζεις,   πες  «δεν άκουσα».   Μίλα.   Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,   έχουν τους ανταγωνισμούς:   αν κάποια απ’ αυτές σ’ αιχμαλωτίσει,   σ’ ελευθερώνει άλλη.   Τράβα μια λέξη απ’ τη νύχτα   στην τύχη.   Ολόκληρη νύχτα στην τύχη.   Μη λες «ολόκληρη»,   πες «ελάχιστη»,   που σ’ αφήνει να φύγεις.   Ελάχιστη   αίσθηση,   λύπη ολόκληρη   δική μου.   Ολόκληρη νύχτα.   Μίλα.   Πες «αστέρι», που σβήνει.   Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.   Πες «πέτρα»,   που είναι άσπαστη λέξη.   Έτσι, ίσα-ίσα,   να βάλω έναν τίτλο   σ’ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια. [Η ΠΕΡΙΦΡΑΣΤΙΚΗ ΠΕΤΡΑ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, πρώτη έκδοση 1971]

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2024

Κυριακή 14 Απριλίου 2024

ΤΥΛΙΧΤΗΚΑ ΣΑΝ ΦΙΔΙ ΣΤΟ ΡΑΒΔΙ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

 (… το σώμα μου είναι εκεί στο Ασκληπείο του χρόνου…  στη δρακοντότρυπα η ουρά μου  οι φαρμακείες μου προς τ’ άστρα…)

Πάει καιρός που αφέθηκα  και  περιζώστηκα τη νύχτα

ζώστηκα τον ποδήρη της χιτώνα σαν τους πλοκάμους μιας  μέδουσας

ως την οσφύ το σώμα  και  τα εβένινα μαλλιά της

-μηροί  και  μύρα των λαγόνων της –

ένοιωσα τότε τι σημαίνει να κυκλώνεσαι απ’ τη νύχτα

ν’ αφήνεσαι  και  να γλιστράς σε βάθη  ανεξερεύνητα

αποκομμένος εραστής των κοραλλίων νήσων της

πιασμένος μες στο δίχτυ μιας αράχνης με μυριάδες μάτια

 

Τώρα γυρίζω και το πάτημα του χρόνου δεν ακούγεται

στην τρικυμία της αγοράς η δωδεκάτη έπεσε σαν άγκυρα

ξεβράζοντας χειρονομίες βλέμματα αιχμηρά φωνές μετέωρες

το ψέμα ξαναφορεμένη αλήθεια την αλήθεια χειραψία δίστομη

 

Όλα σαν πέτρες ζοφερά  και  κοφτερά… Σαν φεγγαρόπτρες

κι  ο Ποιητής σαν από μηχανής  Ερμής  πεζεύοντας

στης  μέρας το κατώφλι στάθηκε κι αντίκρισε

της νύχτας τα όνειρα  κι  αυτά κερματισμένα

[ΠΑΕΙ ΚΑΙΡΟΣ…  από τα ΣΚΗΝΙΚΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ,   πρώτη ενότητα στη  συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ 2004

κι άλλες επιλογές   αντιγραφή και επικόλληση από το δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο:  ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1988 – 2013, εκδόσεις Νεφέλη]

 

 


ΓΗΙΝΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

(…γνώρισα κι άλλες νύχτες εδώ κάτω γήινες…)

Τη νύχτα που έγινε ο σεισμός  και φάνηκε ο πυρήνας της καρδιάς μας κόκκινος

τη νύχτα του ληστή που έγινε κλέφτης στα βουνά κι αυτοπυροβολήθηκε

τη νύχτα του άγριου κυνηγιού μες στα διασταυρούμενα πυρά των πόλεων

του βουτηχτή που δεν επέστρεψε  του ουρανοβάτη που γκρεμοτσακίστηκε

 

Τη μια νύχτα μες στην άλλη νύχτα  ως την πρώτη  και βαθύκολπη

απ’ όπου βγήκε ο Ποιητής  και πίσω του

τελώνες  καταδότες  κι άλλοι προσωπιδοφόροι

 

ΕΚΜΑΓΕΙΟ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

Μαβί το φεγγάρι

κι ωχρή η σελήνη

 

Το φεγγάρι μαστάρι

που βάφτηκε στο αίμα

κι η σελήνη μια σπλήνα

που ένας σκύλος κυνηγημένος

την έσυρε σ’ ένα φαράγγι   τ’ ουρανού

[από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ 2004]

 

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΝΟΣΤΟΣ 

(… η πονεμένη μάνα έσβηνε στ’ αμόνι της

κι εγώ μες τη φωτιά μισοπλασμένος…)

Μπήκε στην πόλη από τη βραδινή πύλη,  του αισθήματος

βρήκα τη λίμνη στο ουρανί, χαλκοματένια  

 

ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΠΥΡΓΟΣ  

Εκεί ’ναι πύργος γυάλινος…  Και σκύβοντας  

είδες ο φάντασμα της νιότης σου να βγαίνει  

τους έρωτές σου στα στενά λησμονημένους  

τους πρώην φίλους σου χαμένους φαροφύλακες  

μισοθαμμένους μες στα φύκια  

φωνές σε ξάρτια  και  βυθούς σκέλεθρα μνήμης  

τόσα οστρακόδερμα ζωής χωρίς πτερύγια  

 

Φορτία ενός μυστηριώδους κήτους που ναυάγησε  

 

ΜΕ ΠΑΡΑΠΟΔΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ  

Και ξαφνικά μια θλίψη με κατέλαβε  

μα δεν άφησα να αιωρισθεί στα βλέφαρα  

τρέμισε μια στιγμή στους δυο κροτάφους μου 

κι απλώθηκε πισωπατώντας στα μετάφρενα  

όπως η πάχνη στις πλαγιές του Δρίσκου  

Καλύτερα!..  Μην τύχει  και  χαθώ  

όπως στα έτη της νεότητας  

που ’χε ξεσπάσει η χιονοθύελλα 

κι εγώ μ’ ένα τουφέκι σαν ραβδί  

αποκομμένος μια για πάντα    απ’ την ομάδα μου  

με παρά πόδα την ψυχή    μαρμαρωμένος  

 

ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ  

Κι αυτή η Κασσάνδρα της οδού Δωδώνης τι παραμιλεί 

και  βγάζει απ’ το λαρύγγι αιματοστάλαχτη φωνή 

 σταγονομετρημένες προφητείες;  

 

(Αύριο ο τόπος θα βαδίσει νεκραναστημένος  

μ’ άλλα συνθήματα και μ’ άλλες χειροπέδες,  είπες)

[ΣΚΗΝΙΚΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, πρώτη ενότητα στη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΓΕΝΝΥΤΡΙΕΣ 2004]

 

ΟΙ ΠΟΘΟΙ ΜΑΣ ΣΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΛΗΨΗ

(… το μυρμηγκάκι που έχει φορτωθεί ένα νταμάρι  και  τ’ ανεβάζει δια βίου στη φωλιά του   δεν είναι Σίσυφος…)

 

ΤΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ

Μια καρέκλα αναλήφθηκε

μια σκιά τοίχου μίλησε

ο πρώην νεκρός ερωτεύτηκε

ο υπολογιστής καρδιοχτύπησε

 

Έξω ένα αηδόνι τρελάθηκε

ένα εξπρές αυτομόλησε

ο σκοπός της γωνίας δραπέτευσε

μια βρύση πόνου στέρεψε

 

Εκεί ο δρόμος δεν έστριψε

μια συνοικία δεν ξύπνησε

εκεί το φεγγάρι βασίλεψε

μια σιωπή εκπυρσοκρότησε

 

ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Η γλυκιά τρικυμία του σεντονιού

κι από κάτω

τα σκυλόδοντα του βυθού

σου τα ’βγαλα ένα – ένα

είπε η γυναίκα

κι έμεινε το στόμα σου

έμεινε η μαγική

σπηλιά που φωσφορίζει

με μια γλώσσα

κοιμισμένη φώκια

 

 

ΕΥΑ

Ρόδινη λάμψη της αυγής

αχτίδα αλκυονίδας μέρας

πριν γίνεις δίσκος φλογερός

πώς καμινεύτηκες πώς έφτασες

ανάμεσα από τ’ αττικά βουνά

που ανοιγοκλείσαν σαν θυρόφυλλα

εαρινή  και παιχνιδίζοντας

με  τ΄ άστρα με τα ζώδια  με τον Βολσκ

πώς έφτασες τρελή αναλαμπή

να πορφυρώσεις το λυκόφως μου;

 

Από το λυκαυγές σου  στο λυκόφως μου

να ’ταν η μέρα μου αβασίλευτη

να ταξιδεύω ισόβια το φως σου

 

Η ΜΑΓΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ

Πυρετική οιστρήλατη τρελή

η σαρκοβόρα βούληση για αθανασία,

να κρατηθούμε απ’ τη συνύπαρξη…

 

Τι ουτοπία…

 

Όταν τα σώματά μας γίνονται

δυο γεωλογικά τοπία

έλα κοντά κυνηγημένη έλαφος

χώσου βαθιά στην τροπική μου ζούγκλα

να βγω μαζί σου μυθικός τραγέλαφος

να ξαναγίνομε η μαγική μονάδα

 

Πριν πέσει η νύχτα κι ακουστεί   η ανάταξη

και μας τυλίξει η παγωμένη λάβα

τράβα το δίχτυ ν’ ανεβεί στο φως

η εκλεκτή του κούρου

κόρη λευκώλενη

με τη μαρμαίρουσα εγκοπή

στα δυο της σκέλη

 

ΔΥΟ ΕΙΔΩΛΑ

Ψηλά σε μια προεξοχή βενετική

η δίδυμη έπαλξη της ύπαρξης

το εγώ κι απέναντι το εσύ

αντικατοπτρισμοί του είναι

και κάτω ο μαγικός της θάλασσας

ζηλότυπος καθρέφτης

 

Δυο είδωλα ν’ αλληλοϋποβλέπονται

 

Κι ανάμεσα μια κόκκινη γραμμή

ίχνη φιδιού στα πόδια των πρωτόπλαστων

 

ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

Εκεί στο χείλος του γκρεμού

πετροβολήθηκεν ο μάρτυρας

αρπάχτηκε από μια αγριογκορτσιά

τανύστηκε σ’ ένα κλαδί

σαν πιθηκάνθρωπος

έγινε σκώληξ ο ακοίμητος  και γλίστρησε

από τη δρακοντιά στον αγριοπανσέ

βγήκε απ’ την τρύπα σφύριξε σαν φίδι

μας έρριξε μια σπλαχνική ματιά που  μυρμηγκιάζαμε

φόρεσε τ’ άμφια  του τρελού

ευλόγησε τα πλήθη αφοδεύτηκε

 

Κι εμείς απ’ τις πέτρες χτίσαμε σκαλί – σκαλί

μια εκκλησία «Των Αγίων Πάντων»

 

ΕΙΚΟΝΑ             ΔΙΠΤΥΧΗ

Στυλίτης                         Βίζιτα

Είμαι ένας στύλος Η επισκέπτρια

κι εσύ                             των

ο στυλίτης μου               τάφων

κάτω ν’ αρδεύεται       βγήκε

κι εκεί πάνω              άλαλη

η κεφαλή                   είχε βραδιάσει

ν’ ασκητεύει            και δεν έπαιρνε

θεόπληκτη             απάντηση

 

ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Οι άνθρωποι

έφυγαν

βούλιαξαν  ή  πέταξαν

με τα λοφία

και τα κουρέλια τους

πέταξαν  ή  βούλιαξαν

κι έμεινε το σχήμα τους

όπως στους παλιούς

σιδερένιους σομιέδες

το βούλιαγμα των κορμιών

και τα’ άδεια κλουβιά

το χέρι

που φτερούγισε

των μονομάχων

[ΟΙ ΠΟΘΟΙ ΜΑΣ ΣΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΛΗΨΗ 2η ενότητα στη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ 2004]

 

ΤΡΙΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

(… Η Κυρία Ξένη… ο Κος Γαλανός τελείως γαλανός μες στην πισίνα κι έπλεε  και  Αυτή η γάτα που σε περιμένει ερεθισμένη…)

Η Κυρία Ξένη άνοιξε τα δυο της χέρια  κι  έτρεξε σε προϋπάντηση του Τρομερού   Ηλεκτρισμένη από τα φιλιά του  έγινε νιφάδα  κι  άρχισε να στροβιλίζεται  στα πόδια του   Ύστερα σκόρπισε στο χώμα κι αναλύθηκε σε δάκρυα θολά    Η  απειρόγαμη…   Ο Κος Γαλανός   Τελείως γαλανός μες στην πισίνα κι έπλεε…  Έμοιαζε μα άνδρα που φυλλορροώντας φώναζε   Με μάτια και με χέρια  και  με το κουρέλι ενός στηθόδεσμου για σημαδούρα κραύγαζε   «βοήθεια!...»   Φορούσε τα δυο στήθια της γυναίκας του  με τρυπημένες τις κρουστές τους ρώγες   Τις είχε διαρρήξει η ίδια για να παρακολουθεί τη μεταμόρφωσή του  αθέατη   σαν από δύο φινιστρίνια υποβρυχίως…   Αυτή η γάτα   Αυτή η γάτα που σε περιμένει ερεθισμένη   και σε τραβά ρουχνίζοντας προς το κρεβάτι  κι  ακόμα πιο βαθιά στην αμνηστία της νύχτας   έχει τα μάτια της συμβίας  τα μουστάκια του πατέρα σου   Μην της ανοίξεις γείτονα  [ΟΙ ΠΟΘΟΙ ΜΑΣ ΣΕ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΛΗΨΗ,  δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ 2004, εδώ με αντιγραφή και επικόλληση από το δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο: ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1988 – 2013, εκδόσεις Νεφέλη] 

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2024

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ