Πέμπτη 11 Απριλίου 2024

ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΚΑΠΟΙΟΣ ΑΣ ΠΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ…

 

(«Έτσι τελειώνει ο κόσμος. 

Όχι  μ’ έναν πάταγο αλλά μ’ έναν λυγμό» 

(T.S. ELIOT, The Holow Men)

«Και ο τρίτος άγγελος εσάλπισε,  και έπεσεν εκ του ουρανού ανήρ μέγας καιόμενος ως λαμπάς,  και έπεσεν επί το τρίτον των ποταμών  και επί τας πηγάς των υδάτων·   και το όνομα του αστέρος λέγεται ο Άψινθος· και εγένετο το τρίτον των υδάτων εις άψινθον  και  πολλοί των ανθρώπων απέθανον  εκ των υδάτων, ότι επικράνθησαν.  (Αποκάλυψις Ιωάννου  8. 10-11)

 

Ο γαρ καιρός εγγύς 

 

Ω αγέννητε γέροντα

εσύ με τα μακριά μαλλιά   με τα άκοπα νύχια

έρχεται μπόρα.

 

 Τα πουλιά τρυπώνουν στα κλαργιά

εσύ με τα μεγάλα φρύδια.

 

Είμαι μυρμήγκι στην παλάμη σου

και τα μυρμήγκια έχουν φωλιά

εσύ με τα παγωμένα μουστάκια.

Φύλαξέ με

πάρε το φόβο

να περάσει η νύχτα

εσύ με τα κατηφένια γένια.

Αγέννητε γέροντα αιώνιο βρέφος.

 

Ο καιρός εγγύς εστίν 

 

Λίγα φύλλα λίγα πουλιά

στο  τέλος του φθινοπώρου.

 

Νύχτα  ω σκοτεινέ βατήρα της ψυχής μου.

 

Τελευταίο χορτάρι   τελευταίος άνεμος  πάνω στη γη.

 

Σκοτεινή μητέρα   χτυπάει ακόμα η ζεστή σου καρδιά.

 

Ότι χρόνος ουκέτι  έσται  

 

Με τα βουβάλια με τα βαριά θηλαστικά

με την αγέλη  όχι με τα ζεύγη.

Κοινή τροφή  κοινός ο τρόμος

κι ο θάνατος μονάχα να σε ξεχωρίζει.

 

-Κι ο Έρωτας;

 

Με τα πουλιά. Με τα πτηνά  και  με τα ωοτόκα

όχι με το σμήνος ούτε δυο – δυο σαν τα τρυγόνια.

Μόνος.  Να πίνεις το νερό όπου το βρεις

κοιτάζοντας τον ουρανό χωρίς κανένα μάρτυρα

(εκτός απ’ τον κρυμμένο κυνηγό).

 

-Κι ο Έρωτας;

-Αναπαραγωγή!..      



 

Αν είναι να μιλήσει κάποιος   ας πει για την αγάπη 

 

«Αχ, αγάπη,  ας είμαστε αληθινοί   ο ένας με τον άλλο!..

Γιατί ο κόσμος που μοιάζει να απλώνεται μπροστά μας

σαν χώρα ονείρων,

τόσο ποικίλος,   τόσο όμορφος,   τόσο νέος

δεν έχει πράγματι μήτε χαρά, μήτε αγάπη,  μήτε φως,

μήτε βεβαιότητα,  μήτε ειρήνη,  μήτε βοήθεια για τον πόνο.

Κι είμαστε εδώ σαν σε σκοτιδιασμένο κάμπο

σαρωμένο από συγκεχυμένους συναγερμούς αγώνα και φυγής,

όπου άγνωρες στρατιές χτυπιούνται τη νύχτα»

(MATTHEW  ARNOLD,  Η Παραλία το Ντόβερ)

 [αποσπάσματα από τη συλλογή του Μιχάλη Γκανά  ΑΨΙΝΘΟΣ 2012  αντιγραφή  κι  επικόλληση από συγκεντρωτικό τόμο ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978-2012 εκδόσεις Μελάνι 2013]

 

ΠΟΥ ΠΑΣ ΕΣΥ ΜΕ ΤΑ ΛΕΠΤΑ ΣΦΥΡΑ Η ΡΑΔΙΝΗ 

ΕΣΥ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΤΙΑ ΛΑΓΟΝΙΑ

(  «Εγένετο σιγή εν τω ουρανώ ως ημιώριον» )

Θα βρέξει  κυμοθόη

εσύ με τ’ αμάλαγο στήθος.

 

Ας βρέξει σιταρένια

ας βρέχει όλη μέρα  κι  αύριο  και  μεθαύριο.

 

Ας φυσήξει μετά πλατυτέρα

να φέρει το τραγούδι μου σ’ εσένα.

 

Εκεί στο τρίκλωνο ποτάμι – ποταμέ βρε ποταμέ μου –

δίπλα στην πέτρα που πλένεις το μαντήλι μου.

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Μιχάλη Γκανά  ΑΨΙΝΘΟΣ 2012 αντιγραφή κι επικόλληση από συγκεντρωτικό τόμο ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978-2012 εκδόσεις Μελάνι 2013]

 

ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Ατσάραντοι και λιάροι κι' αητομάχια

συκοφάγοι και κατσουλιέρες και κοτσύφια

τσουτσουλιάνοι και τσαλαπετεινοί και τσόνοι

καλημάνες και καλατζάκια και τσιμιάλια

τσιπιριάνοι και τσικουλήθρες και σπέντζοι

τετεντίτσες και τουρλουμπούκια και κίσσες

καλοκερήθρες και σηκονούρες και ασπροκόλια

μπεκανότα και δοδόνες και κολοτριβιδόνες

ξυλοτρούπιδες και σπίγγοι και τρουποφράχτες

κοκκινονούρες και τρυγονόλιαροι και μυγουσάκια

γαϊταρίθια κα σβουρίτζια κα σγουρδούλια

θεοπούλια και μυγούδια και σπίνοι;

 

Πού είναι ο κοκκινολαίμης;

 

Πού είναι   οι συκοπούλες,  οι βουλγάρες  κι οι σιταρίθρες

τα βατοπούλια τα κουφαηδόνια κι' οι αερογάμηδες

οι φάσες και οι σπαθομύτες

τα κιρκινέζια κι' οι χαλκοκουρούνες;

Πού είναι

ο μπούφος ο χουχουλόγιωργας κι' ο κούκος

ο νυχτοκόρακας ο γκιόνης κι' ο καράπαπας;

Πού είναι

τα ξεφτέρια τα γεράκια και οι αετοί;

Πού είναι ο Ντρένιος ο Καλογιάννης και ο Μπέτος;

Πού είναι οι Μαυροσκούφηδες;

[από τη συλλογή Γιώργη Παυλόπουλου, ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ, εκδόσεις Κέδρος 2004]

 

 

ΒΡΟΧΗ  ΨΙΧΑΛΙΣΤΗ ΠΟΤΙΣΤΙΚΗ ΔΑΡΤΗ

 ( Και η φωνή αυτού ως φωνή υδάτων πολλών -  από τη συλλογή του Μιχάλη Γκανά ΑΨΙΝΘΟΣ 2012)

Υετός   ομηρική βροχή

Όμπρος   αρχαία βροχή καταρρακτώδης.

 

Βροχή  και  άλλα κατακρημνίσματα.

 

Χιων χιόνι  κοκορόχιονο  χιονόνερο  νιφετός.

Χάλαζα  χαλάζι  χαλαζόκοκκος

(σιούγκραβος στα όρη Τσαμαντά).

Υδατώδη ατμοσφαιρικά   κατακρημνίσματα

αναντάμ  παπαντάμ.

 

Προσφάτως τεχνητή βροχή

εσχάτως όξινη βροχή

προσεχώς  κά – τά – κλύ – σμός.

Κατά ζεύγη τα ζώα

κατά μόνας τα φυτά

κατά κρημνού οι άνθρωποι – αγεληδόν.

Κατά μάνα κατά κύρη.

 

Τρέχουν τα δάκρυα βροχή

Βροχή μου.

Βροχούλα μουσκεμένη.

 

ΑΠΤΕΡΗ ΠΕΤΡΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ

 (… τάδε λέξει ο έχων την ρομφαίαν την δίστομον την οξείαν…)

κι όμως πετάει.

Γυρνάει.

Γύρω από τον ήλιο

γύρω από τον άξονά της

γύρω – γύρω όλοι

όλο και πιο πολλοί

και πιο ηχηροί   πιο οχληροί

φωνασκούντες

ασχημονούντες

αναλώσιμοι   ανακυκλώσιμοι

αιωνίως.

 

-Αιωνίως;

 

«Ούτως ότι χλιαρός ει,  και ούτε ζεστός  ούτε ψυχρός,

μέλλω σε εμέσαι εκ του στόματός μου»

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Μιχάλη Γκανά  ΑΨΙΝΘΟΣ 2012 ] 

 

ΑΥΤΟΙ  ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΔΕΝ…

 (από τη συλλογή του Μιχάλη Γκανά  ΑΨΙΝΘΟΣ 2012)

… δεν σου χαρίζουν  ούτε τη νύστα τους

όλο δεν και δεν και δεν –

τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους

δεν χάιδεψαν σκυλί γιατί πουλάκι πληγωμένο

γυναίκα άσχημη και στερημένη

αυτοί παιδί μου δεν

δεν δίνουν τ' Αγγέλου τους νερό

δεν άκουσαν ποτέ

ανάκουστο κελαηδισμό και λιποθυμισμένο

δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους

το άοσμο άνθος του θανάτου

δεν είδαν - κατάργησαν τα μάτια τους –

μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα

αυτοί παιδί μου δεν

δεν ξέρουν δεν αγαπούν

ξέρουμε μόνο ν' απαιτούν

περισσοτεραπερισσοτεραπερισσοτεραπερι –

που έτσι γράφεται το μέλλον μας        

 

ΕΠΙΚΛΗΣΗ   (στην Πόπη,  αλλιώς)

Ω ριγηλό πουκάμισο αθώο ρούχο

με τις πτυχές σου φρίσσοντας  στον άνεμο

κατέβα εδώ και γίνε μου σημαία

κόκκινο μεσοφόρι αερόστατο.

 

Επικαλούμαι τη ρώμη του κορμιού της

τα στήθη τα μικρά τη στίλβη του εφηβαίου

τη φώκια των γλουτών

και τους τερμίτες των μηρών της.

 

Αυτό δεν είναι αγάπη

είναι ένα ζώο που γυρεύει την αγάπη

δεν θα τη βρει θα την παρεξηγήσει

θα αφήσει το ’να πόδι του στο δόκανο

και θα χαθεί στο δάσος

[από τη συλλογή του Μιχάλη Γκανά  ΑΨΙΝΘΟΣ 2012] 

 

 

ΛΙΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΠΕΡΣΙ ΚΑΙ ΓΛΥΚΟΣ…

 ( Και ιδού ίππος μέλας…  Και ιδού ίππος πυρρός…  Και ιδού ίππος χλωρός…  )

… γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.

Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό

μες στο Ντουμπρίνοβο του Σκουρογιάννη

(Ντουμπρίνοβο  το λεν οι χωριανοί

κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

 

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό

και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.

Νύσταζε κι η αρκούδα του Χατζή

μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

 

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί

κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη

γραμμένο της στο Γράμμο να καεί

κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

 

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·

γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.

Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού

ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι

 

Κεφάλι αλόγου σκύβει να πιει νερό.

Ίσα που πρόλαβε να δει εκτός από τη μορφή του

μιαν αλογόμυγα επάνω στα καπούλια πριν σπάσει

ο καθρέφτης της πηγής.

Ρουθούνια ανοιγμένα γεμάτες  γουλιές ήρεμη ανάσα

και μόνο τα μάτια του τρομαγμένα με το τρέμισμα

μιας σκιάς στον αέρα.

 

Ξανά

 

Αναπεπτάμενο πεδίο.  Γύρω βουνά.  Ένα άλογο πίνει νερό.

Η καμπύλη του αυχένα τόξο καλά τανυσμένο.

Αεράκι στη χαίτη όταν μαύρο πουλί περνάει ψηλά.

Η σκιά του βιτσιά στα καπούλια.

 

Ξανά

 

Χαμηλή πτήση με ελικόπτερο πάνω από τη Δρακολίμνη της Τύρφης.

Καταπράσινο οροπέδιο ανάμεσα σε χιονισμένα βουνά.

Στην όχθη της λίμνης ένα άλογο πυρρό ξεδιψάει.  Αλαφιάζται. Τρέχει.

Τρέχουν μαζί του και τ’ άλλα λευκά φαιά σίβα μαύρα

εκατόν πενήντα άλογα κάτω από ένα καπό

στον δρόμο Ιωαννίνων – Κοζάνης.

 

Πάνινα τα βουνά μέσα στην πάχνη

που τ’ ανεμίζει αύρα της θαλάσσης

και πλαταγίζουν στον λαμπρόν αιθέρα.

Σκουφάκια του χιονιού και μαύρα δάση

 

πλαγιές – καπούλια μουλαριών σφυρά  και  χαίτες

και οι οπλές των γεφυριών βαριές στο χώμα

αδιάβατα απάτητα γιοφύρια

ν’ ακούς βαθιά στην ερημιά το κλάμα της χτισμένης.

 

Ν’ ακούς τα φρένα μιας βαριάς νταλίκας

που πάει ντουγρού για τη μετωπική της

με μαύρο Fiat νευρικό και πειραγμένο

σφήνες και προσπεράσματα κι εντέλει σφηνωμένο

 

ανάμεσα στους μπροστινούς τροχούς.

Κι ο οδηγός παιδί που πάτησε διπλή γραμμή

και πάει γραμμή για του Αχέροντα τα μέρη

μέσα σε τόσην ομορφιά που αλλού κοιτάζει.

 

Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν

και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα

ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα

κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν

 

κι αηδόνια - αηδόνια λιγοθυμισμένα

και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη

που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος

και σχίζονται μεριές – μεριές και φρίσσουν

 

και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω

για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα

η φύση είναι θεία μας κατά Καρούζον

μια θεία τριχωτή και ψηλομύτα θα έλεγα

 

αλλά με πόσες τύψεις και με τον πόνο ενός παιδιού που δεν ξεχνά

τα ρόδια που το τάιζε τα μήλα στην ποδιά της

κι ένα κλωνί βασιλικό ανάμεσα στα στήθη.


ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΝΑΣΟ

 ( … μνήμη Νάσου Θεοφίλου…  )

Μια στιγμή Νάσο μη φεύγεις

τώρα που φεύγουν όλα γύρω μου

με ταχύτητα ηλικίας.

Φεύγουν  ή  έρχονται καταπάνω μου;

Θα σε γελάσω;

 

Μια στιγμή Νάσο μη φεύγεις κι εσύ

τώρα που έφυγαν τα παιδιά μας

Βρυξέλλες   Άμστερνταμ   Λουξεμβούργο

Αθήνα – η πιο ξένη πρωτεύουσα του κόσμου

Δευτερεύουσα πλέον χωρίς Δίπορτο –

ποιος τολμά να καταδυθεί εκεί κάτω

μικρές μπουκιές μεγάλες γουλιές οίνου και άρτου

νωπά βλέμματα και γέλια μέχρι δακρύων

ώσπου μας έμειναν μόνο τα δάκρυα.

 

Μια στιγμή Νάσο πού πας

τώρα που μεγάλωσα χωρίς να γίνω

αυτό που ήθελα να γίνω όταν μεγαλώσω

Ερμούπολις  Καταδυόμενη  Άγγελος Βοϊδάγγελος

Μαριάνθη  Ψωλάνθη  Ουλαλούμ…

 

Μια στιγμή Νάσο  δεν ακούς;

Δεν ακούει αγύριστο κεφάλι.

Κι αν άκουγε κι αν γύριζε να με κοιτάξει

με όλο το μπλε των ματιών του;

 

Θα έμενα στήλη άλατος στην Οδό Αθηνάς

με μια μάρκα του Φινόπουλου στα δόντια.

 

Μια στιγμή Νάσο περίμενε τον Κοσμά

κι αποχαιρέτα τον Μόλυβο που φεύγει

Μήθυμνα μακρινή και μόνη

Βαρβάκειος βουρκωμένη

φεύγουν και πάνε χωρίς τον πολιούχο τους

πέρα στις πέρα θάλασσες των ματιών σου

στις πράσινες λιμνούλες της μνήμης

 

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΕ ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ  1  και 2

(… πίνοντας έρχεται η δίψα τι νομίζεις…  πίνοντας πίκρες συνήθως μονορούφι…)

Τα σπίτια ποντισμένα στο βυθό   με φυσαλίδες αναθρώσκουσες.   Δαχτυλιδάκια γαλανά  ή μέδουσες;   Αιγαίος κόσμος πολυκύμαντος  κι  εσύ ο αυτουργός του   ο επικηρυγμένος των συμβάντων.   Μικρά συμβάντα που τα μεγαλύνεις   επινοώντας την πραγματικότητα.   Ένας δραπέτης είσαι διημερεύοντος Σαββάτου  και  χορηγός μιας ηλικίας  που επωάζεται αλλιώς σε κάθε σώμα σου.   Σώμα υπό σκιάν  και  σώμα πάμφωτο   από βαθιά πηγάδια αστεροδεικτούμενο   χτισμένο ζωντανό σε ατίθαση γεφύρια   για να περνούν αλαφροΐσκιωτοι διαβάτες.   Τις νύχτες  πάλι υδροχαρές  και αιμοφόρο   και  συγκοινωνούν με τα μικρά οικόσιτα σκοτάδια  και  τα ανέμερα μεγάλα σκότη   που μας βυζαίνουνε γλυκά   όταν καθόμαστε και γράφουμε.   Ασπρίζει τότε η σγουρή προβιά τους   από το γάλα της πληγής μας  και  φέγγει δωδεκαετής ημέρα   μέσα στα γηρατειά της νύχτας…   Πίνοντας έρχεται η δίψα τι νομίζεις;   Πίνοντας πίκρες συνήθως μονορούφι   πίνοντας γλύκες με κουταλάκι του γλυκού  -  γιατί ο φόβος του πνιγμού   φυλάει τα εύθυμα ανέκαθεν.   Πίνοντας το νερό της λησμονιάς.   (Ποια βρύση να το κάνει;)   Πίνοντας τέλος τ’ αμίλητο κρασί.   Άκου – τίποτε τόσο αμίλητο   όσο το μιλημένο.   Τόσο μουγγό  κι  ανόητο  και  ηττημένο   πως τα ’πε όλα τάχαμου   πως τα ’βγαλε από μέσα του   ενώ μπορεί να τα ’βγαλε απλώς απ’ το μυαλό του!..  [από τη συλλογή του Μιχάλη Γκανά ΑΨΙΝΘΟΣ 2012,  συγκεντρωτική έκδοση: ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 2012, εκδόσεις Μελάνι]

Παρασκευή, 12 Απριλίου 2024

Κυριακή 7 Απριλίου 2024

ΟΤΑΝ ΕΓΩ ΘΥΜΑΜΑΙ ΙΔΡΥΩ ΠΑΛΙΕΣ ΛΕΒΑΝΤΕΣ

 (… μια δυο εξηγήσεις κι απ’ την έξοδο πάλι στ’ αρτιμελή μου αγάλματα της Πατησίων…)

Αφηρημένος άνθρωπος θα  πει

ολονυχτίς να σε ξεχάσουν κλειδωμένο   σε μουσείο!..

Απ’ την τουαλέτα βγαίνοντας

ήχος κανείς και μάνταλα βαριά.

Στα μάρμαρα τα βήματά μου ποδοβολητό   της Ιστορίας:

μορφώθηκα – μορφώθηκα  

στο τέλος κούρνιασα σ’ ένα γραφείο.

Νύχτα και θα περάσει.   Αλλά με θόρυβο;

Και με κουβέντες  κι  αναστεναγμούς;

 

Αιφνίδια Έλλην τράβηξα στο διάδρομο

να σώσω την παράδοση:   στο πάτωμα

έχοντας ξεκρεμάσει  και  φορώντας

τα διπλανά ενώτια  και  διαδήματα

από το Σούνιο  τον Κεραμεικό τον Μαραθώνα

αγάλματα κυλιόντουσαν βογκώντας.

Τα μάρμαρά τους μαλακά,   σοφά τα μέλη

δίνανε χέρι βοηθείας σ’ όποιον δεν είχε.

Κόρες με το ένα στήθος τους

θεές δίχως γλουτούς πόδια  ή  αιδοίο

έφηβοι ακέφαλοι ακρωτηριασμένοι

γευόντουσαν μαζί σφοδρές τις σάρκες. 

 

Οι αρτιμελέστεροι  βοηθούσανε τις στάσεις

κι οι ίπποι οσμίζονταν το σμήγμα ταπεινά

φυσώντας το στα μάτια όσων δεν είχαν μύτη.

Τ’ αρχαία μου τα γυμνασιακά στήσαν αυτί κι ακούγαν

λόγια γλυκά στους πιο σημαδεμένους

μη τυχόν νιώσουν πως δε δίνουν – μόνο παίρνουν.

Τα ρούχα μου μαγνητισμένα λιώσαν   καταγής.

Πλησίασα ένα σύμπλεγμα   άλλο,  τρίτο

μα η Αφροδίτη  η  Άρτεμις  ή κάποιος Κούρος

διακριτικά μ’ εμπόδιζαν ν’ αγγίξω.

Ώσπου ένας έφηβος με πήρε στη γωνιά

και με θλιμμένα μάτια κάτι

«ακέραιος συ»   ψιθύρισε  και

«ημείς δε πάντες τετρωμένοι». 

 

Φως  και  κλειδιά  κι  όλοι στις θέσεις τους.

Μια δυο εξηγήσεις  κι  απ’ την έξοδο

πάλι στ’ αρτιμελή μου αγάλματα  

της Πατησίων!..

[ΚΟΡΜΑΡΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΗΣΙΩΝ  από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991 –

κι άλλα ποιήματα από την εν λόγω συλλογή

αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Α 1975 -1996, εκδόσεις Κέδρος]

 

 


ΕΓΩ  και  ΠΟΙΗΜΑ  ΕΡΩΤΙΚΟ;

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Όλα ξεκίνησαν από ένα

ταξίδι σου στη χώρα της μαμάς σου.

Στην αρχή πλύθηκα με το σαπούνι

που σε θύμιζε

τσούγκρισα δυο ποτήρια στην  υγειά μας

και χάιδεψα με το δεξί μου

το αριστερό σου χέρι μου:

νύχι αθερίνα έξω απ’ το νερό χορεύοντας

γύρω απ’ τ’ αυτάκι μου που ρίγησε.  Μετά

εποχή φθινοπώρου  ή  δάκρυα του σώματος;

Τα σεντόνια μου πάντως στο ξύπνημα

σαν πάτωμα κουρείου.

Και λεία μου η σάρκα σου

και γελοία βυζιά σου

τροφή τροφαντή του παιδιού μας

(αν είχαμε) οπότε

θηλιές για το στόμα μου

και έλα θηλή μου  και  γίνε δική μου

με τόσες ασκήσεις   σκληρής σουηδικής

κι όλο πίδακες μα

μα τι πίδακες

κι από πού   και  για πού

νιαγάρειοι.

 

Ω δεν είμαι μια τράβεστι δε είμαι

ένας  που ίσως  και  βεβαίως θα φαντάζεσαι

μον’ το καλό που σου θέλω μη γυρίσεις

σ’ αγαπώ κι άλλη γυναίκα δε χωράει

δε χωράει στη ζωή μου

 

ΚΕΦΑΛΑΚΙ

Όπως στη Ρούμελη ζουλώντας το ινιακό του αρνιού

ανήμερα Λαμπρή κάτι επιτήδειοι

ανοίγουν το κεφάλι διάπλατο

και χύνονται αχνιστές μεμιάς όλες οι νοστιμιές

μάτια μυαλά και μάγουλα

για το Κρασάκι Ανέστη

με το τσεκούρι το κρανίο σου λιάνισα

ρίμελ οστά λίγα μυαλά τα ωραία σου τσίνορα

κι ό,τι άλλο χύμα στο τραπεζομάντηλο.

Ξεμπέρδεψα είπα ξέπλυνα τα χέρια ε

συγύρισμα αύριο

και σύρθηκα αποκαμωμένος ως το στρώμα.

Με την αυγή τριξίματα από μέσα·

με το φως της μέρας

είχανε πάρει πάλι όλα τη θέση τους

κόκαλα μάτια  και  μαλλιά  και δέρμα  πασχαλιάτικα

μαζί μ’ εκείνο το φρικτό χαμόγελο συγγνώμης.

 

Άντε τώρα    τα ίδια πάλι με το τσεκούρι!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]

 

ΜΑΝΑ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΜΙΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Ν  δεν αισθανόταν καλά όπως σε κάτι ακτές

εδώ ζεστά και παρακάτω μπούζι όλο προφασιζόταν

ασαφείς αδιαθεσίες στη μέση τον στενεύανε τα παντελόνια

βρε τι έχω σβάρνα τους -  γιατρέ μου τι έχω πολύ απλά

είσθε έγκυος κύριέ μου μην τρομάζετε το ποίημα είναι

είναι και θα μείνει εντελώς ρεαλιστικό κατά τα άλλα

οι κάβλες του το τάβλι του το γήπεδό του αλφάδι

να το ρίξεις η γκόμενα να το ρίξεις οι φίλοι

γεγονόταϊιι  φημερίδεϊιις  - το έριξε

καιρός

να την πάρεις οι φίλοι  να το κρατήσουμε η σύζυγος

καιρός

φοιτητές τα εγγόνια του αυτός εκεί

ανοίγει το σπιρτόκουτο  και το βλέπει

όταν όλοι κοιμούνται.

 

ΤΡΕΙΣ  ΚΑΙ  Ο ΚΟΥΚΟΣ

Τις νύχτες πηγαίνω εκεί όπου πάνε οι τρεις και ο κούκος.   Όμως σε απλά συναχάκια, δικαίως οι τρεις με υποπτεύονται:  ο κούκος έκανε τον άρρωστο  και  κάθισε στο σπίτι.  Ασπιρίνες  ζεστά  εντριβές·  πάρε αυτό το σωματάκι  πλάσε μου ένα κουλουράκι.

Εσύ υποδύεσαι τους τρεις:  στήθη δύο  και ένα  αιδοίο!..  Αποσυμφορητικά της ρινός:  την ξέρω την χνοτίλα σας, δε μ’ αφήνετε στην αοσμία μου;   Σμπαράλια ο βλεννογόνος.  Ξηροστομία του πτώματος.  Την προσπαθείς με τσάγια με σάλια.  Και πάλι στη θέση μου εσύ,  παρά την θέσιν Γαργάρες.  Με τα βάσανα χίλια,  τριανταεφτά κι οχτώ  ψωραλέο ωσαννα.  Παλιάλογο μετά, ανάσκελα στα σανά χρεμετίζοντας.  Ώσπου πια στ’ άλογά μου όνειρά μου:  στα μέρη όπου τρεις.  Τι δε γίνεται εκεί.  Που δε λέγεται.  Διότι γίνεται.  Ως συνήθως,  σε αυστηρώς βυσσινί και ακατάλληλο βελούδο!..

Ως να φέξει ο κούκος.  Στον τοίχο.  Πως είναι η ώρα.  Και πως είμαι καλά μια χαρά  κι άντε σήκω.  Και ποιοι τρεις να τ’ αφήσω αυτά.

Και πως μόνον εκείνος.   Ο κούκος!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]

 

ΚΛΑΔΙΑ ΓΙΑ ΠΟΥΛΙΑ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Είναι κάτι κλαδιά

χορεύουν κι όταν ο άνεμος

καθόλου δε φυσά.

 

καλούν με το χορό τους τα πουλιά

που διστάζουν.

 

Είναι κάτι κλαδιά

χορεύουνε τον τρόμο τους

ανάμεσα στο βάρος και τη ρίζα

και διώχνουν όσα ζύγωσαν πουλιά.

 

Τώρα ο άνεμος έχει καθίσει πάνω τους

πουλιά πια δε ζυγώνουν στα κλαδιά

κανείς ποτέ δε γέλασε πουλιά

φαίνεται βλέπουν

ό,τι δε φαίνεται:

 

πάνω στα έρημα κλαδιά

να ’χουν ανθίσει

πουλιά.

 

ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ

Αυτό είναι το ποίημα σου Βενεζουέλα.

Είναι φτωχό.  Δεν έχει μάγκος

να κυλούν στον ουρανίσκο του

και δεν γλιστρούν φίδια  ή  πιράνχας

από τα παράθυρα των στίχων

ούτε γυαλίζουνε στον ήλιο του

φολίδες κροκοδείλων του Ορενόκου.

Μαρακαΐμπο: ακούς;  Μπρούντζου κοιλιές

σειούνται στον ήχο σου κι ασέληνες

υψώνονται φωτιές όλο υποσχέσεις

μεσ’ απ’ τα καλύβια.

Μαρακαΐμπο ακούς;  Σαν σφαίρα υπόκωφη·

ή μήπως σαν ιθαγενών σαϊτιά

μέσα απ’ τη βλάστηση;  Ζούγκλες ιαγουάρων

φοινικόδεντρα  και χουρμαδιές

εξωτικά τα πάντα  ή  και καθόλου εξωτικά

-δεν έχω ιδέα,   Υπάρχουν καν;

Κι η μουσική;  Πώς να ’ναι η μουσική;

Κάτι σαν με καπέλο νοτιοαμερικάνικο

συγκρότημα  Λος – κάπως

και λέξεις όλο  θου  και χου

απ’ τη φωνίτσα του στροβιλιζόμενου

Σπίντι Γκονζάλες.  Σάμπως σάμπα.

Με μπερδεμένα ακούσματα
περί Χουαρέζ  Μπολίβαρ  και  Ζαπάτα

με μυρουδιές καφέδων Βραζιλίας

με Ουρουγουάη, Παραγουάη  και κόκκους Νικαράγουας

Βενεζουέλα, το ποίημά σου

 

Καλό ταξίδι.  Όποιος μαλάκας

ας πάει αυτός στο αληθινό Καράκας

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]


 

COMPACT

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Είναι κάτι φορές   ελάχιστες

που είσαι βέβαιος πως τα νιώθεις   όλα

πιο πολύ από ποτέ

που θέλεις να τα πεις  ή  να τα γράψεις    όλα

αυτό που ετοιμαζότανε  κι ετοιμαζόταν

ξέρεις πως τώρα το μπορείς

το έχεις   το περιέχεις

το είσαι

ολόκληρος   ολόκληρο

όμως εκεί που πας να το

αδύνατον

σε πλημμυρίζει ίσως ακόμα αλλά

δεν ξέρεις ποιο

νιώθεις ν’ αδειάζεις

από ποιο

να σβήνει   ποιο

 

σαν τη σοφία του έμβρυου

που χάνεται    όταν βγαίνει

 

ΣΕ ΣΚΛΗΡΟ ΝΟΜΙΣΜΑ

Διερωτώμαι  αν μέσα σ’ αυτό το ποίημα

βρίσκεται η καρδιά μου.

Θήραμα είναι  και  τρέχει  -  τρέχει.

Την κυνηγούν κυνηγοί!..

 

Εγώ είμαι με τους κυνηγούς.

Στήνω δόκανα,  παριστάνει πως πιάστηκε, φεύγει.

Εγώ φταίω;

Και να σκεφτεί κανείς

πως οι ώρες αυτές  

είναι πληρωμένες   σε συνάλλαγμα δάσους!..

 

Το βράδυ μαζευόμαστε

εγώ και οι κυνηγοί

σε μια καλύβα διαβάζουμε δυνατά:

«Απουσιάζει η καρδιά σου»  μου λένε.

Και σκύβω το κεφάλι.

«Θα δοκιμάσω πάλι αύριο»  υπόσχομαι

 

ξέροντας  πως η φυσική κατάσταση

της καρδιάς μου

είναι μέσα στο δάσος

κι έξω από τα ποιήματα.

 [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]

 

Η ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΩΠΟΣ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Και αν όλα τα πράγματα έχουν ψυχή;

Αυτό το κοινότοπο μου ’ρθε

τώρα που είμαστε εδώ

ξαπλωμένος εγώ  και  ζαλισμένο

γύρω – γύρω στο πορτατίφ   ένα κουνούπι.

Πανεύκολο να το σκοτώσω.

Όμως αν η ψυχή του με κυνηγάει αιώνια

ζητώντας εκδίκηση;

Ενώ μια στάλα αίμα  και  λίγη φαγούρα

τι ψυχή έχουν;

 

Αυτά σκεφτόταν ένας  ο  οποίος θα μπορούσε να είναι δολοφόνος

αλλά δεν ήταν…

Μόνο έγραψε  και  δημοσίευσε αυτή την αλληγορία

για να μη νομίζουν όσοι του γλίτωσαν

πως γλίτωσαν για άλλους λόγους απ’ αυτούς που γλίτωσαν!..

 

Εκτός αλληγορίας

έλιωσε το κουνούπι   κι έσβησε το φως…

 

ΟΙ ΑΙΘΕΡΕΣ ΕΧΟΥΝ ΕΝΑ ΜΑΓΙΚΟ ΡΑΒΔΑΚΙ

Σκάλα ψηλή σας οδηγεί στο αεροσκάφος

ενώ το πρόσωπό σας ήδη παίρνει

μιαν ώχρα μαρτυρίου σεπτού της Ανάληψης!..

 

Αν προσγειωθείτε τελικά

 

έχετε κατεβαίνοντας

κάτι από το κενό

που εναθρωπίστηκε…

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]

 

 

ΒΙΑίΑ  ΠΡΟΣΑΓΩΓΗ ΜΑΡΤΥΡΩΝ

(Μεταξωτά γοβάκια φοράς   πατάς την καρδιά μου!.. «Γλυκιά Μαράτα»,  Κ. Κοφινιώτης)

Ψάχνοντας σαν τους πεζογράφους κι εγώ,  στοιχεία για ένα ποίημα,  έφτασα στο Λουτράκι!..  «Βλέπεις εκεί που είναι τώρα ο σινεμάς;  μου δείξανε το χώρο του παλιού Καζίνο   «αλλά το κλείσανε  ου προτού τον πόλεμο»   αυτά όλα κι όλα από το γεροντάκι.     Δεν θα ’ταν;   -  θα ’ταν απέξω φώτα οι κούρσες αμαξάδες μάντρα ψηλή για να μην βλέπουν τα παιδιά που πάντα σκαρφαλώνουνε·  και  μέσα ο κήπος:  Φυτά  και ευέλπιδες κοκότες  κι  άλλες όχι Νινέτα δίπλα στους μπουφέδες  αραιά παραπέρα Νανίνα συντροφιές στο βάθος μα συνομιλούν ο Λαπαθιώτης  κι  ο νεαρός -  ίσως ο Γκάτσος;   όλο λινά γλυκιά Μαράτα  και  κεριά μουσλίνες τρεμοσβήνουν  Ρεζεντά στ’ αεράκια της ορχήστρας.  Λίγο μετά διεθνή του Σαρλ Τρενέ  κι  Εντουάρντο Μπιάνκο  φίρμες από την Αθήνα της Ευρώπης ατραξιόν που αδρά πληρώνει  κι απ’ το παραθυράκι του γραφείου  κατασκοπεύει ο φοβερός Περίχαρος  με τα βαριά κλειδιά της μαύρης κάσας όσα θέλετε ειδικά για σας σόλο σουιβί που μόλις τίναξε το μπάνκο στο σεμέν-ντε-φερ.   Ζορό κι οι τσόχες θα γκρεμοτσακίσουν τι χαρτί  κι οι βρετανοί πολυέλαιοι πώς φλεγματικά υπομειδιούσαν  τι ήχο τα γκαρσόνια τ’ ατσαλάκωτά σλάλομ κι οι τράπουλες γαλλίδες οι κρουπιέρισσες ελπίδων  τι ήχο,  τι αρώματα  μέσα σε καπνούς που πότιζαν μασίφ  τι ξύλα επίπλων  τι ρυθμού άραγε να φορούσαν οι κυρίες  και  πώς, από ρουλέτα σε ρουλέτα, πώς σουρνότανε σα χέρια,  έτοιμος να χιμήξει εκεί στην μπίλια στα λεφτά στις μάρκες,  ο τότε καθωσπρέπει ερπετός θόρυβος από στοιχήματα προβλέψεις ικσείες δανείων προτού  Riem ne va plus ταπί ποια βουή φαλιμέντου σε μια στάλα στιγμή σαν δευτερόλεπτο αίμα του Περίχαρου  στη σκάλα το αίμα του άλλου…   Όμως έτσι δε γράφεται, δε βγαίνει.   Χωρίς ούτ’ ένα μάρτυρα,  μια έστω ασπρόμαυρη  ένα σκεύος πεταμένο πουθενά…   να το μαζέψεις να το λατρέψεις κοιτώντας το μέχρι να θυμηθείς εκείνα που αν υπήρχαν τώρα επάνω τους δεν θα ποντάριζες ούτ’ ένα στίχο  ε  ναι ας μη γράφεται,  στο ίδιο καζίνο πάντοτε χαμένος,  ποντάροντας στη νοσταλγία  κι όσων ακόμα ποτέ σου δεν έζησες!..     [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991, εδώ από τη συγκεντρωτική έκδοση ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Α  1975 – 1996, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ] 

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2024

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ