Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2023

ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΑΠΟΨΕ ΛΑΓΝΕΣ ΨΥΧΕΣ ΝΑ ΚΥΝΗΓΗΣΩ

 (… θέλω σε κάτι άδολο ν’ αφιερωθώ…)


Τρέμισμα πεταλούδας πάνω σε χείλη αυστηρά

βελούδινη τρικυμία που κοιμίζει ναυάγια

τρυφερός αέρας μιας νύχτας όπου η σελήνη καίει

ρίγος από δέρμα σπάνιο  κι από μαλλιά

σαν φτέρωμα ενός εβένινου κύκνου

μάτια θλιμμένα κοιτάζοντας το χορό  

που τελώνια στήνουν   γύρω από την τρελή Οφηλία.

 

Δεν θέλω απόψε λάγνες ψυχές να κυνηγήσω

θέλω σε κάτι άδολο ν’ αφιερωθώ,

τόσο  αθώο που να μην τολμώ   πάθος να φανερώσω!..

 

Άστρα σεμνά,  στο καθαρό διάστημα της νύχτας

θέλω απόψε για την αγάπη μου να λάμψω

ίδιος με σας που τρέμετε   νηφάλια,  παγωμένα,

έστω κι αν είσαστε από κοντά  

ήλιου ολοκαυτώματα!..

 

Σ’ ένα υπόγειο σκοτάδι βυθιζόμουν

σπίθες τρεμόσβηναν παντού

δεν είχα σώμα

 

ένιωθα νους μετέωρος   μέσα στο σύμπαν!..

 [ΟΝΕΙΡΟΙ,  ΠΛΗΘΟΣ ΨΥΧΡΟ  και  ΟΡΥΧΕΙΟ, τρια ποιήματα από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994

κι άλλες επιλογές απ’ αυτή τη συλλογή

αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο: ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο]

 

 


ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΚΥΚΝΟΥ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994)

Ασήμι, πίσω από τα σύννεφα ήταν ο ήλιος

σταγόνες – κρύσταλλο – στα φύλλα είχαν δέσει

μες στη θαμπή διαφάνεια των υδρατμών του κήπου

αργόσχολα περιπλανιόμουν  κι αντίκρισα

της λίμνης το στιλβωμένο δάπεδο,

σκηνή θεάτρου

 

Ερχότανε γλιστρώντας στο νερό,

ένα στολίδι από λευκό χαρτόνι,

για κάποιον αυτοσχέδιο χορό αντικρύ μου

διέγραψε τροχιά προσηλωμένος

στο κέντρο της ματιάς μου

στύλωσε πάνω της το μαύρο βλέμμα

-με κοίταζε βαθιά με κάρφωνε

στ’ άσπρα ντυμένη   η νύχτα.

 

Ήταν αυτό που έψαχνα εδώ και χρόνια∙

ατσάλινη και παγερή μια γοητεία

αιχμάλωτο κρατώντας με σ’ ασφυκτική σαγήνη

το σμίξιμο το ξαφνικό δυο καταγμάτων που έβλεπαν

τον εαυτό τους πρώτη φορά

σαν σε καθρέφτη.

 

Αδύνατο τα μάτια μου να στρέψω

Να κόψω την κλωστή του βλέμματός του∙  όταν

στη λόχμη ακούμπησε

τριγμός   -  αστραπιαία

γύρισε αυτός αλλού,  σπασμωδικά

τινάχτηκα όπως ξυπνά,

νεκρός,  ο υπνοβάτης.

……………………

Επίσημα ταξίδευε

μες στων νερών τα σκηνικά

εγώ τα πόδια μου έσερνα με γόνατα κομμένα

πηγαίνοντας προς τη βουή της πόλης που ακουγόταν

γεμάτη φλόγα και ορμή

πίσω απ’ τα δένδρα.

 

ΣΚΙΡΤΗΜΑ

Την ώρα που ένα πλήθος στροβιλίζεται

βρέθηκα να περνώ στη λεωφόρο

μέσα σε λεύκες και ιτιές

από τον άνεμο του πρωινού

παρασυρμένος.

 

Και ξαφνικά,   τα μάτια μου μεθώντας

με το παιχνίδισμα ίσκιων μαβιών που έριχναν

στα πρόσωπα  των διαβατών τα δένδρα,

ο ουρανός ψηλά  ήταν βαθύχρωμος

κι ο ένας ήλιος αγνός τα πράγματα έδειχνε

ακριβώς όπως είναι,

 

αισθάνθηκα πως δεν είμαι πια εγώ

τυχαία λεπτομέρεια στο συρφετό μιας πόλης

αλλά ότι διέσχιζα έναν θρίαμβο

που γύρω μου αλάλαζε και σπαρταρούσε

ότι περνούσα νικητής  μες  από λεύκες  και  ιτιές

τον έρωτα πηγαίνοντας να κατακτήσω!..

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994]

 

ΑΝΑΝΕΩΣΗ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994)

Αγροί με τα παράφορα λουλούδια

με σας η απόγνωση μοιάζει πιο ταιριαστή

αφού οι χυμοί σας οδυνηρά οργιάζουν

καθώς η ύλη πλάθει  και  πάλι πλάθει

χρώματα,  όνειρα, μορφές,

ενώ τα σύννεφα ιχνογραφούν ψηλά

χάρτες ρευστής αιωνιότητας

και το γαλάζιο κυανό

κρύσταλλο απομένει.

 

Θλίψη είναι η ζωντάνια του πιο ευφρόσυνου σπασμού

τώρα που η άνοιξη σαν όλεθρος βγαίνει,

σπέρνοντας γύρω σπαραγμούς ολάνθιστου πολέμου,

και στον ορίζοντα πουλιά

με τάξη αγγέλων σχηματίζοντας

επιγραφές  το διαλαλούν

πως ήρθε πια ο καιρός όλα ν’ αλλάξουν

και να τελειώσει μια για πάντα

η χαρμόσυνη αυτή Καταδίκη

 

ΔΡΥΑΔΑ

Η κρήνη ανάβρυζε νερό

από τα μαύρα χείλη μιας βακχικής θεότητας

ενώ στη μέση της πλατείας

ορμώντας έβγαινε απ’ το χώμα

όλο χυμούς και τράνταγμα

η φτελιά.

 

Κι όσο ο άνεμος φυσούσε  και  το νερό κελάρυζε

τόσο εκείνη έσφυζε από δαιμόνιο,

ώσπου θαρρείς πια δεν ήταν δένδρο

αλλά Δρυάδα ριζωμένη στα γραφικά πλακόστρωτα!..

 

ΨΗΦΙΔΩΤΟ

Απόψε ο κήπος δεν έχει βάθος

κάθε σημείο του είναι ένα χρώμα,

κι όλα μαζί τα σημεία συνθέτουν

μια κουρτίνα βαρύτιμη,  κεντημένη με πέτρες

που τα μάτια ναρκώνει

και  κανείς δεν μπορεί να τη σύρει!..

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994]

 

ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994)

Του νερού άνθη αγγελικά!.. Λουλούδια πλωτά στις λίμνες των πάρκων, σκιρτά ο νους μου και σας παρασταίνει, όχι στην τεχνητή ετούτη μίμηση δρυμού στο κέντρο της πολιτείας, αλλά στις φυσικές σας διαμονές, τις υδάτινες κρύπτες.

Τι αραχνοΰφαντα πλάσματα βλασταίνει ο βάλτος!.. Ποιους θεούς, ποιες  νύμφες, ποιους πνιγμένους σκεπάζετε, κανείς ποτέ δεν θα μάθει.  Όμως εγώ τις ώρες εκείνες – όταν κουρασμένος από φιλίες  κι  αισθήματα νοσταλγώ μια ζωή που να μην είναι ανθρώπινη – με σας γυρεύω να ομοιωθώ,  γιατί ριζωμένα  σ’ έναν καθρέφτη πλέετε απρόσιτα, χωρίς τα γήινα δεσμά, τον ουράνιο θόλο κοιτώντας κατάματα.

 

ΕΠΙΧΡΥΣΟ

Άφησα πίσω μου το δρόμο

και χώθηκα μέσα στο κίτρινο των  σπάρτων

εκεί όπου το κάθε τι υπήρχε

μόνο  και μόνο λαμπερό για να φαντάζει

 

Κι είπα:  «Ό,τι κι αν είδα ή έζησα

και μέσα μου πικρό απόσταγμα έχει μείνει

χάνεται τώρα σβήνει

εδώ που ο κόσμος  δεν είναι παρά κόσμος,

ένα στολίδι επίχρυσο που μοναχά θαμπώνει»

 

ΠΡΩΙΝΗ ΑΥΡΑ

Η γραφίδα χαράζει πάνω στ’ άσπρο χαρτί

κυανές βαθυγάλαζες  φράσεις.

 

Κι εγώ γράφω σκυμμένος, στο τραπέζι ακουμπώντας,

κι οι λέξεις πυκνώνουν  - ένα πέλαγος μπλάβο –

νιώθω τώρα να γέρνω σε μια κουπαστή καραβιού

κι αγναντεύω κοπέλες με στυγνή ομορφιά

να φωλιάζουν στα βράχια,  να παφλάζουν στο κύμα,

να γλιστράνε  στις πράσινες πέτρες, να βουτούν στο νερό

και να σβήνουν σαν λιωμένο ασήμι,

πρωινό,  πλησιάζοντας σε νησιά ναρκωμένα

μες στα ρίγη της θάλασσας στην καρδιά του Αυγούστου.

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994]


Η ΣΕΙΡΗΝΑ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994)

Μέσα στο πράσινο πετράδι,

γλυκό νερό που σκλήρυνε στον ήλιο

ζει μια σειρήνα!..

 

Τα μάτια της   

βλέπουνε πάντοτε την ωμότητα

τα χέρια της

είναι για πράξεις εκλεπτυσμένες  κι  ακατονόμαστες

τα μαλλιά της

μοιάζουν κλωστές πολύτιμου ατσαλιού

κι η ουρά της

ψηφιδωτό πολιτισμού υπερκόσμιου!..

 

ΕΡΗΜΟΣ

Γυμνά, βλέπω τα πόδια μου στην παραλία

καθώς βυθίζονται στην άμμο τη ζεστή

κι ο νους μου πάει στα βήματα του ερημίτη

-χνάρια που κατευθύνονται στο αχανές –

πάνω στην επιφάνεια της τέφρας

που όλο αλλάζει ο άνεμος

χαλνώντας  και  ξανά πλάθοντας λόφους.

 

 Στο γαλάζιο νερό που δεν πίνεται

στο χρυσό έδαφος που δεν σπέρνεται

στο απόλυτο φως που τυφλώνει

βλέπω ως πέρα ένα κενό

μες στους ατμούς της λαύρας.

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994]

 

 

ΧΡΥΣΟΜΑΛΛΟ ΔΕΡΑΣ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994)

Αστραφτερό παιχνίδισμα που κρύβει

τα βάθη του υδάτινου θηρίου

είναι από κίτρινο τη μέρα

τη νύχτα είναι από λευκό χρυσάφι

-οφθαλμαπάτη θησαυρού πάνω στο κύμα!..

 

ΦΩΣΦΟΡΙΣΜΟΣ

Το φως γεννά η φωτιά

που είναι μαζί καταστροφή και θάμπος

-η πτήση του Φαέθωνα, στροβίλισμα ψυχής

γύρω απ’ τη λάμψη στο ταβάνι

που την μαγνητίζει εωσότου την κάψει.

 

Όμως όταν πέσει η νύχτα, κάποιες φορές,

η θάλασσα  ή  μες τη λίμνη

άστρο κρυφό η πυγολαμπίδα

μ’ ένα υποκύανο φέγγος

που δε γεννά η φωτιά

με καθηλώνει.

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994]

 

ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

(… σα μια γυναίκα που κρατά   την αναμμένη λάμπα…

Έξω  αρχίζει να βρέχει…

Απλώνει δειλά στο τραπέζι το φως  και αθόρυβα φεύγει,

χωρική που μυρίζει θυμάρι  κι αγριλιά νοτισμένη…- ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ)

Βγαίνοντας από το ναό αφήσαμε πίσω   τη χάβρα των θορύβων της λατρείας,  των θυμιατών τους κρότους  και  των ψαλμών λυγμούς   κάτω από τη λάμψη του πολυελαίου   εμπρός στις μαύρες ασημωμένες ζωγραφιές   και πήγαμε ως την άκρη του προαύλιου   εκεί όπου σάλευε με δροσερές ριπές   ένα πλατάνι!..  Ριζωμένο βαθιά μες την πέτρα   να σηκώνει στις βαριές του φτερούγες   το στερέωμα για αιώνες ψηλά   σπαρταρώντας  -  η σκιά του μας σκέπασε,   μια σπηλιά με ψιθύρους.   Μα δεν ήταν το ρίγος αυτό ανατρίχιασμα φύσης.   Ήταν μια σκέπη στεναγμών  και  θρόων,   όχι ταγμένη να πει το μέλλον,   αλλά όποιος στεκόταν στον ίσκιο της έμελλε   μιαν ατέρμονη  κι  άξεστη προσευχή   ν’ ανασάνει με τρόμο,  σκοτεινή ικεσία.   Μες στο ναό συνέχιζε ο ήχος της λατρείας   ο πρόσκαιρος αλαλαγμός∙   όμως εδώ πια δεν υπήρχαν   προσφορές  κεριά   θυμιάματα  το σούρουπο βάραινε κιόλας   κάνοντας πιο βαθύ το μουρμούρισμα της σιγής   τον καημό του κόσμου   που έτρεμε,   ανέμιζε   πλατάγιζε ψηλά   στα κλαδιά αιωνόβιου δένδρου [ΤΟ ΠΛΑΤΑΝΙ από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 1994, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ, Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ]

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2023

Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023

ΤΟΤΕ, ΑΙΦΝΙΔΙΑ, ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ

 (… στην άλλη όψη,  στην άλλη ηλικία,  σκοτεινός…)


Η Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης κίτρινη

Εκτός συνόρων

Σε φόντο χάρτη παρακείμενο.

Ο πρόπαππος, γενειοφόρος, ο σοφός Κρης

Στη μέση στον αόριστο.

 

Γύρω, οι δέκα μαθητές

Άκαμπτοι στα σκληρά κολάρα τους,

Μαύροι, πιο μαύροι στο τετελεσμένο μέλλον!..

 

Πίσω,  ορθές,   Αχνές σαν εκτοπλάσματα

Με το αστρικό τους σώμα μόνο

Κι ενδύματα αχειροποίητα,   Ποδήρη,  από σύννεφο,

Οι πέντε διδασκάλισσες, γκρίζες στα γκρίζα!..

 

Η έκτη, η πρεσβύτερη, πατά στη γη

Κρατώντας ράβδο εξουσίας,

Στην κεφαλή της οικοδόμημα βαρύ, θολά μαλλιά,

Στάχτη  και  κίσσηρη·  προ – προγιαγιά μου!..

 

Μπροστά, στο άσπρο χώμα στ’ άσπρα χόρτα,

Στις άσπρες πέτρες, καθισμένα τα παιδάκια

Έκθαμβα,  εκατόν εφτά χρονών!..

Χωρίς χαρακτηριστικά.

Με μακριές ριχτές ποδιές  και  με μποτίνια.

Πισω απ’ τη φωτογραφία,  

Τα ονόματά τους καλλιγραφημένα,  τα μενεξεδιά:

Άγγελος,   Έκτωρ,   Αντιγόνη,   Πέτρος,   Δημήτριος

Ελένη,   Αθηνά,  Ιωάννης,  Παναγιώτης,  Αλεξάνδρα!..

 

Στην  άκρη,  ένας λυπημένος σκύλος,  άυλος  κι  αυτός

Κι ανώνυμος!..

 

Ιδού, ο Μωυσής  Πίσω από τη φωτογραφία

Έρχεται·    Περνά την έρημο με το λαό του

 

Άπατρις,   ορφανός,   ταμένος!..

 

Κάποτε ορατή η θύραθεν Καππαδοκία

Τρέμει  οφθαλμαπάτη  και  εξαερώνεται!..

 

Τότε, αιφνίδια,  εκείνος

Εμφανίζεται στην άλλη όψη

Στην άλλη ηλικία, σκοτεινός, με τη σημιτική κατατομή του.

 

Για λίγο σηροτρόφος το επάγγελμα,

Σπόρια μαύρα της καταστροφής   Στο μικροσκόπιο.

Ανεστραμμένες   Σάλες μεγάλες σκοτεινές  και  δροσερές

Φύλλα μουριάς στρωμένα ικριώματα!..

 

Γέρνει και αφουγκράζεται

Κόψεις μεταξωτές    Το συνεχές ροκάνισμα του χρόνου!..

 


[Ο ΜΝΗΣΤΗΡΑΣ, Ομαδική Φωτογραφία Σκοτεινή, είναι το εισαγωγικό ποίημα στη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999 και αμέσως μετά

 η ΕΚΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡΣΑΚΕΙΟΥ… με τις πέντε διδασκάλισσες, γκρίζες στα γκρίζα...  

Στον τίτλο της ανάρτησης Ο Μωυσής

εκείνος που εμφανίζεται στην άλλη όψη   στην άλλη ηλικία,  σκοτεινός κι αυτός…

ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ έχει κι άλλες σκοτεινές φωτογραφίες έτσι όπως καταχωρήθηκαν στο Μικρό Ανθολόγιο της ποιήτριας ΤΙΜΑΛΦΗ εκδόσεις ΡΟΕΣ 2007:

 Η ΚΛΕΑΝΘΗ, Αθέατη σχεδόν παρατηρεί το μέλλον η γιαγιά…  

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠ’ ΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ,   Ο ΠΑΥΛΟΣ,    

Η ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΗ ΣΕ ΚΗΠΟ ΜΕ ΡΟΔΟΔΑΦΝΕΣ ΚΑΙ ΑΤΜΟΥΣ,  

Ο ΑΝΤΩΝΗΣ και η ΗΡΩ με ΟΠΛΑ.  ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΟΙ…

ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΟ ΑΡΝΙ ΣΤΗΝ ΙΚΑΡΙΑ, Άσπρο με λίγο μαύρο, τρεμάμενα πόδια,  Τρεμάμενη ολόκληρη η φωτογραφία

ΜΕ ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΕΛΟΥΔΙΝΟ ΠΑΛΤΟ ΣΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ,   

ΠΑΛΙΑ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΑΠΟ ΓΙΟΡΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ, ΣΑΝ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΔΙΑΛΥΘΕΙ  

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΩΝ, ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΚΛΟΥΒΙ ΜΕ ΤΟ ΙΝΔΙΚΟ ΧΟΙΡΙΔΙΟ  και  επιμύθιο με

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ!.. Με πολύ μαύρο.   Σε καμιά ημερομηνία γνωστή.   Σαν να αφουγκράζομαι κάτι αδιανόητο]

 

Η ΚΛΕΑΝΘΗ

( από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999)

Αθέατη σχεδόν παρατηρεί το μέλλον η γιαγιά.

Σεμνή παιδίσκη η Κλεάνθη, κόρη της Καλλιόπης.

Τον Μωυσή  δεν τον γνωρίζει ακόμα,

Τίποτα δεν γνωρίζει.

Το μαύρο βλέμμα της βαθιά στον ίσκιο

Φωλιασμένο.

Λυμένες οι κορδέλες της.

Σκέφτεται κάτι αλμυρό  ή  αφρισμένο.

Στο μεταξύ στην επιφάνεια   Λεκέδες υγρασίας

Μαγικές εικόνες όπου, ίσως.    Τα μωρά

Αυτού του εξαφανισμένου είδους,   Άδηλα

Προαναγγέλλονται!..

Αναρριχώνται  μισοσαρκωμένα,  μπλέκονται

Υφέρπουν,   Αιωρούνται πλημμελή!..

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΠ’  ΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ

Κίτρινα άμμου,  γκρίζα τέφρας

Άλως δίκοχη.

 

Ο Λύσανδρος  χωρίς τα στρογγυλά γυαλιά

Χωρίς το μέλλον του.

 

Στα κάτω άκρα

Καμένη η εικόνα από όλμο μέλλοντα.

 

Πίσω του η Δόξα

Πίσω του η μούλα – όχι η θαυμαστή: η αμερόληπτη.

 

Τι να απόγινε;

Τι να απόγινε το φθινοπωρινό τοπίο,

Το πεύκο με τις κάμπιες

-Το ξέρω  πρέπει να υπήρχε ένα πεύκο –

 

Οι αόρατες οι μύγες,  οι κομπάρσοι,

Οι αόρατες ψυχές;

[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΠΑΛΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ ΤΙΜΑΛΦΗ, Μικρό Ανθολόγιο, εκδόσεις ΡΟΕΣ 2007]

 

Ο ΠΑΥΛΟΣ

(από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999)

Με παντελόνια ως το γόνατο,

Αμήχανος

Σα να το ξέρει

Πως τώρα που τον βλέπω είναι νεκρός.

Νεκρός όχι δεκατριών, ενήλικος.

Πενήντα χρονών και

 

Ντρέπεται… θα ’θελε να φύγει!..

 

Επίσης μοιάζει λίγο κακιωμένος.

Σαν να ξέρει   Πως του ’χω πάρει τ’ όνομα.

Πως έπαιξα παιδί μα τα γυαλάκια

Και τους δοκιμαστικούς σωλήνες του.

Πως κάποια μέρα έσπασα

Τη ζυγαριά κενού αέρος.

 

Και φταίω εγώ

Που χάθηκε το μέλλον του   Οι μνήμες και τα οστά του!..

 

Η ΔΟΛΟΦΟΝΗΜΕΝΗ ΣΕ ΚΗΠΟ ΜΕ ΡΟΔΟΔΑΦΝΕΣ ΚΑΙ ΑΤΜΟΥΣ

Κορίτσι χωρίς μάτια, όλο μια σκιά.

Το φόρεμα, θα ’ταν μεταξωτό.

Σκούρο, βαρύ μεταξωτό,

Όλο σσσς  και ψιθυρισμούς

Αμέτρητα κουμπάκια σιντεφένια

Απ’ το λαιμό ως τον ποδόγυρο

(Τι κουμπωμένα μυστικά, τι σφίξιμο)

Άλλα κουμπάκια στα μποτίνια – δε διακρίνονται!..

 

Ο κήπος θέλει να αναληφθεί!..

Η φούστα θέλει ν’ ανεμίσει, το κορίτσι αδρανεί

Στο αναπόδραστο.

 

Έντεκα έμβρυα κάτω

Απ’ τη φούστα την πολύπτυχη.

Θα ζήσουν τα εννιά  (δε διακρίνονται…)

Θα παντρευτεί το δολοφόνο της   (δεν τον γνωρίζει…)

 

Μια σφαίρα στο λαιμό, μια στην κοιλιά!..

Θα έχει ήδη ξεκινήσει απ’ το μέλλον

Η τροχιά τους  (δε διακρίνεται…)

 [από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΠΑΛΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ ΤΙΜΑΛΦΗ, Μικρό Ανθολόγιο, εκδόσεις ΡΟΕΣ 2007]

 

Ο ΑΝΤΩΝΗΣ και η ΗΡΩ με ΟΠΛΑ

(από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999)

Κι οι δυο ζωσμένοι φυσεκλίκια

Σταυρωτά στο στήθος.

Κρατώντας όπλα

Ωραίοι, χαμογελάνε

 

Ακίνητοι.  Χωρίς προοπτική.

Σαν να εμφανίζονται

Αιφνιδια

Σ’ ένα χαρτί καμένο!..

 

Φαίνονται πολύ άγουροι.

Τα ωχρά πουκάμισά τους    Θα ’χανε χρώμα χακί.

Στην καφετιά φωτογραφία   Όλες οι αποχρώσεις της σκουριάς:

Του φόβου,  της αλαζονείας,   Των χωμάτων,

Του σκοτωμένου αίματος,

Της ίριδας του δαίμονα

 

Δεν νίκησαν κανένα εχθρό.

Χαμογελάνε!..

 

ΝΕΟΓΕΝΝΗΤΟ ΑΡΝΙ ΣΤΗΝ ΙΚΑΡΙΑ

Άσπρο με λίγο μαύρο, τρεμάμενα πόδια

Τρεμάμενη   Ολόκληρη η φωτογραφία

Ο  Αντώνης πίσω του σκυφτός

Κι αυτός σε μοίρα αρνιού  (το ξέρει…)

Πίσω, διαγώνια ραγισμένος τοίχος,

Ξεχαρβαλωμένο, κρεμασμένο παντζούρι.

Στραβοβαλμένες,  Πέτρες ασβεστωμένες,

Ανάμεσα στ’ αρχαία χαμομήλια ξεκινάνε·

Σημειώνουν με ευκρίνεια το τυφλό

Το μονοπάτι αριστερά   Το προς τη δόξα,

 

Λοξός ο ουρανός στο βάθος,

Τίποτα δεν πάει καλά!..

[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΠΑΛΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ ΤΙΜΑΛΦΗ, Μικρό Ανθολόγιο, εκδόσεις ΡΟΕΣ 2007]

 

ΜΕ ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΕΛΟΥΔΙΝΟ ΠΑΛΤΟ  ΣΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

(από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999)

Τρέχω με τα χεράκια ανοιχτά. Γύρω,

Σκορπίζει το κοπάδι έντρομο

(Δεν είν’ αληθινός ο πανικός -

Για τη φωτογραφία υποκρίνονται,

Για την αιωνιότητα).

Γελάω  (δεν είναι αληθινό το γέλιο –

Είναι μονάχα πανικός προς τα εμπρός).

 

Φοράω το καλό μου το παλτό:

Ιδιότροπος γιακάς,   Κουμπιά ντυμένα με καφέ βελούδο.

Κάποτε ήταν της γιαγιάς   Μετά της Έλλης, ύστερα δικό μου

Βασανισμένο σε πολλές μετενσαρκώσεις

Μεταποιήσεις  και  μετακομίσεις.

Ένα  κουμπάκι του υπάρχει, κάπου, ακόμα.

 

Άνθρωποι πέρα δώθε, σκοτεινοί.

(Δεν είναι η ζωή τους,   Υποκρίνονται περίπατο)

Στο βάθος φέγγει ο Άγνωστος.

Τόξο το άφθαρτο του σώμα επί τας.

 

Α, των μαρμάρων η λευκότητα,

Της μέρας, των περιστεριών,

Του άγνωστου.

 

Λένε, αυτά τα περιστέρια γίναν σαρκοφάγα!..

 

ΠΑΛΙΑ, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ, ΑΠΟ ΓΙΟΡΤΙΝΟ ΤΡΑΠΕΖΙ.  ΣΑΝ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΔΙΑΛΥΘΕΙ

Στο επόμενο καρέ

Πέφτει η ασφάλεια, σπάει το σπίτι με το θάνατο.

 

Καταμεσής του δείπνου, άηχα

Θα συντριβούν οι τοίχοι.

 

Τα μαύρα, τα ληθαργικά τετράποδα της σάλας

Χρόνια αιχμάλωτα

Τρίζοντας δάσος, άνεμο αναστενάζοντας,

Θα ελευθερωθούν

Θα αποδράσουν απ’ την ύλη τους στο χάος.

 

Θα ξεκολλήσουν

Οι σάρκες από τα καθίσματα

Το νόημα της ζωής από τα πιάτα.

 

Ύστερα, θα κοπούν και τα καλώδια με τις φωνές.

 

Δε θα χτυπήσει το ρολόι

Και θα μείνει ασάλευτος ο χρόνος

 [από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΠΑΛΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ ΤΙΜΑΛΦΗ, Μικρό Ανθολόγιο, εκδόσεις ΡΟΕΣ 2007]

 

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΩΝ,  ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΚΛΟΥΒΙ ΜΕ ΤΟ ΙΝΔΙΚΟ ΧΟΙΡΙΔΙΟ

(από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999)

Ήταν κι αυτός ο τελευταίος απ’ το είδος του,  θυμάμαι.

Γλίτωσε τα πειράματα, το άσπρο φως,

Το βλέμμα του έσταζε από σύριγγα,

Το τρίχωμα του κρύο του θανάτου.

Άφωνος, ούτε να γρυλίσει,

Ούτε να κουνήσει την ουρά – δεν είχε –

Δίνοντας σημάδι άφεσης,

Έστω συνενοχής, δαίμονα κατοικίδιου.

Δε σάλευε.

Σώμα μεγάλο, συνεσταλμένο

Παράξενη θητεία.

Ποια Γουινέα να θυμόταν άραγε το κύτταρό του;

 

Άφησα το κλουβί με ανοιχτή την πόρτα

Στο διπλανό οικόπεδο με τις τσουκνίδες.

Ούτε φαϊ,  ούτε νερό   Ούτε σκυλιά να τον ξεσκίσουν.

Δε βγήκε έξω

Προς τη φριχτή ελευθερία.

Πρώτη φορά έσκουζε τότε

Και τον άκουσα χρόνια μετά!..

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝ ΚΙΝΗΣΕΙ.   ΜΕ ΠΟΛΥ ΜΑΥΡΟ 

(… σε καμιά ημερομηνία γνωστή.  

Σαν ν’ αφουγκράζομαι κάτι αδιανόητο…)

Προχωρώ.

Μετατοπίζεται με κόπο ο βαρύς αέρας.

Ακατάπαυστα,   Λαβαίνουν οι σκιές σχήματα ιδεών.

Άγνωστα είδη,  σαρκοφάγα –

Πρέπει να βιαστώ.

 

Κρύο Σαββάτου, ξημερώνοντας Τετάρτη,

Οσμή Παρασκευής,  κακό σημάδι.

Νύχτες σε κύκλο,  συνεχόμενες

Και ανοιχτές στον κάτω κόσμο.

Τέλος του χρόνου.  Πρέπει να βιαστώ

Να παραδώσω το γραφτό μου.

 

Πρέπει να βιαστώ.  Όλο και πιο δυνατά

Ακούγεται.   Όλο και πιο δυνατά,

Να κλαίει με λυγμούς ένα παιδί

Πεσμένο μπρούμυτα στο παρελθόν!..

[από τη συλλογή της Παυλίνας Παμπούδη ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ 1999  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΠΑΛΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ ΤΙΜΑΛΦΗ, Μικρό Ανθολόγιο, εκδόσεις ΡΟΕΣ 2007]

 

και κάποια ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΣΑ Παυλίνας Παμπούδη

(… από μια συνέντευξη που δίνει η ποιήτρια στον εαυτό της…)

«Τότε, Παρασκευή ίσως  Μ’ έκοψαν πάλι,   Πρόχειρα, παιδί από χρόνο∙   Φιόγκο από μυαλό  Φόρεμα άλλο μέγεθος (…) Χεράκια παγωμένα με μολύβι  Έπρεπε γρήγορα να μεγαλώσω πάλι Δε χωρούσα στο χαρτί μου.  Έπρεπε να γυρίσω το χαρτί  Πίσω στο δέντρο (…) Έπρεπε   Ζωντανό  Να μοιραστώ στα φύλλα».   «Άρχισα, όπως και όλοι οι λαοί στην αυγή της ιστορίας τους με προφορική ποίηση (…) Μετά, τα πράγματα ακολούθησαν τη φυσική τους εξέλιξη. Ανακάλυψα τη φωτιά και κάηκα, μετά τον τροχό κι έπεσα από το ποδήλατο, μετά τη ζωγραφική και λερώθηκα, μετά τη μουσική και με έδειραν και, τέλος, τη γραφή και την ανάγνωση στις οποίες μπόρεσα να παραμείνω πιστή μέχρι σήμερα – εφόσον αυτές είναι οι μόνες μοναχικές ενασχολήσεις που ούτε κάνουν θόρυβο ούτε λερώνουν».

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2023

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ