Παρασκευή 8 Σεπτεμβρίου 2023

ΕΔΩ ΜΕ ΘΥΕΛΛΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΘΑ ΞΑΝΑΡΘΕΙΣ

 (…  τυφλοί το παρελθόν βλέπουμε της ουτοπίας…)


Στραγγίζει ο ουρανός χαμηλώνει

Φωνές καταδύονται φιλτραρισμένες στο αίμα

Σαρκοβόρες εικόνες καθημερινής οδύνης

Θραύσματα έργων σκυθρωπή αυθεντία λέξεων

Σκέψεις καμένα λάδια 

 

Μονόχορδα ο θάνατος πρεσάρει

 

Εδώ   Με θύελλα στα μάτια θα ξανάρθεις!..

 

Κόβουν τον ομφάλιο λώρο

Σ’ αφήνουν αναπότρεπτα στο ρεύμα του ποταμού

Στο αίμα και τα σκουπίδια

 

Χάσματα ορύγματα της σκέψης

Οράματα αιμάτινης φαντασίας

Με την πέτρα της ευθύνης δεμένοι

Υπνοβάτες σε παλιά όνειρα

Χρήστες εθισμένοι της ιστορίας

 

Ανεπίστρεπτα ανακυκλώνουμε το μέλλον!..

 

Πονάνε τα κόκαλα,  θα πέσει ο καιρός

Απ’ τα έγκατα της γλώσσας πηδάει η πίκρα

Μεγαλώνει η σκοτεινή σκιά των λέξεων

Αγωγός απάγει τα όνειρα τα ελάχιστα

Τυφλοί το παρελθόν  βλέπουμε της ουτοπίας

Σ’ εποχή μίζερη βάζοντας ερωτήματα

 

Αρετές  και  προθέσεις αναπόδεικτα βεβαιωμένες

 

Φωνές αγαπημένες, λόγια του κάτω κόσμου βιώνουν

Αγέρας φυσάει στις εκδοχές της ιστορίας

Κι ανοίγει ξανά ο κύκλος του αίματος

 

Στο περίκλειστο δώμα το τέρας κατατρώει

 [ΣΙΩΠΗ   ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ  και  ΚΛΕΙΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ, τρία ποιήματα από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗ 2002   - αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:  ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ Χ. ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ ΕΣΧΑΤΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ Ποιήματα 1958-2010, εκδόσεις Ένεκεν 2016]  

 



ΠΑΓΩΜΕΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

(από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΗΝΗ 2002)

Κάθισε  

Στην άγνωστη ακτή κρεβατιού

Άγρια φυσούσε στο μυαλό

Κρύσταλλο πάγου ο πρωινός ουρανός

 

Αναγνώρισε το δωμάτιο

Την κίτρινη αναλογίστηκε νύχτα

Το πλέγμα των ημερών

Την αλληλουχία των σχεδιασμών  

Τη διαιώνιση των εμπειριών 

 

Την κατάρρευση των λόγων  

Την υπέρτατη θυσία των αφανών

 

Φυσάει άγρια στο μυαλό 

Καίει των πράξεων τώρα ιστορική ανοχή

 

Τον παγωμένο κοιτούσε ουρανό

 

Πρέπει απ’ εδώ ν’ αρχίσει ξανά  η παραδοχή:

Η άρνηση του αέναου τίποτε

 

ΚΑΛΠΑΖΟΥΝ Τ’ ΑΛΟΓΑ

Φως αναρριπίζει φωνές

 

Δένδρα, ομίχλη  και  ψηλά βουνά

Στη συμπαντική σιωπή της ερμηνείας

Καλπάζουν τ’ άλογα της ιστορίας

Ροές αιμορραγούν αμίλητων θανάτων

 

Μαύρα φτεροκοπάνε διαρπαγής πουλιά

Στης γλώσσας μας σέρνουν τη μοναξιά

[από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗ 2002]

 

ΑΣΤΑΘΗΣ ΑΝΕΜΟΣ

(από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΗΝΗ 2002)

Ανατολικός ασταθής άνεμος

Σκουπίζει πάχνη στον καθρέφτη

 

Αίματα πορφυρά ψυχών οράματα

Μαύρο της φθοράς σιωπή της αφθαρσίας

Βογγά το είδωλο στις ρωγμές του κατόπτρου

Όμως δύο φορές δεν γίνεται

Στον ίδιο ποταμό δεν μπαίνεις

 

Βυθίζω τα χέρια στον καιάδα του χρόνου

Κι ό,τι μένει τώρα να βιωθεί

Θα βιωθεί:

Σαν μια χούφτα άμμου στο στόμα

 

ΝΑΥΑΓΟΙ

Βαριά σκοτεινή βροχή

Στο προσκεφάλι μου φωνές

Φωνές που δεν εξαγοράζονται

Και παραμένουν βαθιά στο αίμα

Βαθιά στην εξορία της πατρίδας

 

Έσπασε ο καιρός στη σιωπή του ουρανού

Στη δικαιοσύνη μένουμε της ιστορίας

Στην πίκρα που διασχίζει τις ψυχές

Λεηλατημένων ονείρων κοινοκτημοσύνη

 

Ναυαγοί της ιστορίας κωπηλατούμε

 

ΑΚΤΗ

Νύχτα παγωμένη να φτάνει

Στους τοίχους λόγια χαραγμένα

Κόκκινα ποιήματα καπνισμένα

Τσακισμένα ποιήματα στο χαρτί

Ναυάγια τώρα στη χαμένη ακτή

 

Λέξεις καρφώνοντας της διαρπαγής

Μπουκώνει η σήραγγα της ψυχής

Κανένα μήνυμα να φτάνει πουθενά

 

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΡΑΙΝΟ

Ξυπνώ στο βάθος της νύχτας

 

Καθώς το παλιό εκείνο τραίνο ορμά

Με πάταγο διασχίζει, με τριγμούς το δωμάτιο

Σφυρίζει στους παγωμένους ατμούς η ουτοπία

 

Κόκκινες ανεμίζουν σημαίες ασυμβίβαστες

Φεύγει, πηδώ και δεν το φτάνω

Χάνονται οι προβολείς στο χιόνι

Παλιές πληγές με σφάζουν

 

Από το φως του δρόμου

Τέλος εισβάλλει η λογική του πραγματιοκού.

 

 

ΕΠΙ ΣΥΝΟΛΟΥ

Νύχτα χωρίς βυθό αμόνι

Λέξεις πορώδεις επιλιθωμένες

Σιωπηλά οξειδώνει ο χρόνος

Κι η γνώση είναι πάλι μοναξιά

 

Μεγέθη χωρομετρούμε φωτός

Διαστήματα μνήμης σκοτεινά

Δαγκώνει το παρελθόν φαρμακερά

 

Ξαναγράφουμε μ’ αίμα τις λέξεις

[από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗ 2002]

 

ΣΚΟΤΑΔΙ

(από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΗΝΗ 2002)

Όνειρα αιμορραγούν, δόγματα της ενδοχώρας

Βροχή του κάτω κόσμου

Χωράφια θερισμένα στην ερημιά

Κοράκια πετάνε χαμηλά

Στου τίποτα τη σκοτεινή βεβαιότητα

 

Όνειρα αιμορραγούν, δόγματα της ενδοχώρας

Στα άπατα βουλιάζουμε χρόνια χωρίς εξαγορά

Κι η λάσπη μας δέχεται  σαν μόνη πατρίδα

Χωρίς απάντηση να έρχεται καμιά

 

Επίγονοι λανθάνουμε άγονης λήθης

 

ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΑ

καταδικάζει ο χρόνος σαρώνει

Θρύμματα ο ουρανός μεταλλάζει

Ποντίζει η οδύνη της ουτοπίας

Στην κοιλιά πέσαμε της ιστορίας

Σε άγραφες της παλίρροιας εποχές

 

Ξερνώντας λέξεις εκπνέουν οι γραφές

 

Ποιες πράξεις τώρα εξαλλαγής

Στην ερημία να εγγράψουμε της σιωπής

[από τη συλλογή του Πρόδρομου Μάρκογλου ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗ 2002]

 

ΣΙΓΑΡΕΤΤΑ ΚΑΠΝΙΖΕΙ ΜΙΑΣ ΔΥΣΟΙΩΝΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

(… κι επικρατούν τώρα αστραφτεροί  

άπληστοι οι λογιστές  επικρατούν των Ποιητών…)

ΕΠΙ ΕΣΧΑΤΗ ΟΔΥΝΗ:  Ανοίγει η νύχτα διόδους φυγής   Διόδους ανοίγει οδύνης   Περάσματα κλειστά   Λυγίζουν τα πεύκα στη λησμονιά   Πράξεις εξαγοράζει ο χιονιάς ακυρωμένες   Γυρίζει η αυγή στραγγίζει   Λέξεις ροκανίζω, ψυχής κοράκια   Τρίζουνε τα δόντια της μνήμης   Πώς τώρα φωνή ο χημισμός του κυττάρου   Να γίνει;   ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ:  Στον μαύρο στέκει ουρανό σιωπηλός   Εκεί στα πόδια του απλώνεται η ιστορία   Βιβλία του Λένιν,  ποιήματα του Μαγιακόβσκι   Εμβλήματα με σφυροδρέπανο,  μανιφέστα ανατρεπτικά   Κι ένα βιβλίο δικό του με ποιήματα υπαρκτικά   Σιγαρέτα καπνίζει  μιας δυσοίωνης ουτοπίας   Στον μαύρο στέκει ουρανό, παγώνει   Στο κενό των λέξεων,  στον καιάδα της πατρίδας   Κάργες πετούν στη χέρσα γη της ιστορίας   Κι η απόσβεση του χρόνου τον σαρώνει   ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΝ:  Βαρύς ο ήχος των αργυρίων σημαίνει   Κι επικρατούν τώρα αστραφτεροί   Άπληστοι οι λογιστές επικρατούν των  Ποιητών   Και βλέπουμε άκριτο το παρελθόν   Ενώ ποτέ δεν θα γνωρίσουμε το μέλλον   Επικρατούν και πάλι οι αριθμοί των λέξεων   Ενώ πίσω από το άχτιστο φως   Ακούγεται τριγμός οδόντων!..        [ποιήματα από τη συλλογή του Πρόδρομου Μπάρκογλου ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΟΙΝΟΚΤΗΜΟΣΥΝΗ 2002 από το συγκεντρωτικό τόμο: ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ ΕΣΧΑΤΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ Ποιήματα 1958 – 2010, εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ]

Παρασκευή, 8 Σεπτεμβρίου 2023

Κυριακή 3 Σεπτεμβρίου 2023

ΝΑ ΔΕΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΠΟΥ ΑΛΥΧΤΟΥΣΕ ΟΛΗ ΝΥΧΤΑ…

 (… κι ας δεν υπάρχει τίποτα να ελπίσω μες στην αχανή αυτή μέρα όπου γερνάει πιο γρήγορα από  μας το μέλλον…)


Η αυγή γκρεμίστηκε στα μάτια μας

σωριάζοντας ορίζοντες και πολεμίστρες

θάβοντας το χρησμό μέσα σε παραμιλητά απολιθωμένα – αυτό ζητούσα;

 

Κι όμως ξημέρωσε.   Τι άλλο λοιπόν; 

Το παραδέχθηκαν τα σκονισμένα μάτια

κι η κατάκοπη καρδιά   κι η πικραμένη σάρκα!..

Μα εγώ ο τυφλός πάνω στα τείχη συλλογιέμαι

περάσαμε μια τέτοια νύχτα  και δεν ανάψαμε ούτε μια μεγάλη φωτιά

κι ο χρόνος μας λεηλάτησε κρυφά ξεμοναχιάζοντας μας

και δεν ξέρω   αν είναι το αίμα μας ετούτη η σκόνη

που ανεβαίνει τώρα  απ’ τις καρδιές μας

αν είναι φως αυτό το βούρκωμα του κόσμου!..

 

Κι όμως ξημέρωσε

πρέπει να δέσουμε την άγρια ελπίδα  που αλυχτούσε όλη νύχτα

να σβήσουμε όσα φώτα ξεχαστήκαν αναμμένα

έρημα φώτα απελπισμένα – όλοι μιλούνε τώρα μόνο για τις σκόνες τους…

κι ας πλύνουμε τα χέρια μας προσεκτικά,

ας φορέσουμε τα πρόσωπά μας

κι ας βγούμε στη θαμπή καινούργια μέρα!..

 

Ξανά οι τοίχοι και ξανά οι σκιές

και πάλι ο κύκλος γύρω απ’ το πηγάδι

ενώ περιπολεί στον ουρανό αδιάκοπα

στραμμένη στο κρανίο μας   η άσπρη κάννη… 

 

Καθίζηση της ιστορίας   αίσθηση βυθού

κάποτε ένας πνιγμένος ξεκολλά ανεβαίνοντας προς τα τρικυμισμένα ύψη – αυτό μονάχα

και δεν υπάρχει τίποτε   μια χειραψία  ελεύθερη  

 μια πράξη που να μη μας ξεστρατίζει 

όλο και πιο πολύ απ’ αυτό που θέλαμε

και δεν υπάρχει τίποτε να ελπίσω μες την αχανή αυτή μέρα 

Θα καρτερώ ως την άλλη νύχτα!..

 

Θα μοιραστούν ξανά οι άνθρωποι τη ζωή σαν λάφυρο

ακούω τις ζυγαριές που ετοιμάζονται

φριχτά καινούργια μέτρα   και  σταθμά

και δεν υπάρχει τίποτα να ελπίσω  στην αχανή αυτή μέρα

όπου γερνάει πιο γρήγορα από μας το μέλλον

 

Θα καρτερώ ως την άλλη νύχτα!..

[Η ΘΑΜΠΗ ΜΕΡΑ από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΚΡΥΠΤΗ 1968– κι άλλα αποσπάσματα από την εν λόγω συλλογή με αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ, ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]

 


ΕΝΑΣ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗ

(στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη  ΚΡΥΠΤΗ 1968)

Ι

Αν είναι να χαθούμε, τώρα θα χαθούμε

άχρηστα τα τηλέφωνα κι οι διευθύνσεις

εδώ μες στην παλίρροια των τοίχων

καθώς οι μέρες χαλαρώνουνε και το κορμί αραιώνει

και δεν μπορώ να ορίσω πια με αίμα το στίγμα μου στον κόσμο

 ποια επαφή   ποια επαφή

με επιθυμία η μνήμη;

 

Δεκέμβρης σκοτεινός μες στους καθρέφτες

κάνοντας τις ουλές ρυτίδες

χωνεύοντας μέσα στη σάρκα όλα τα θραύσματα της έκστασης

-γιατί να χάνονται γυρεύοντάς σε;

Δεν είμαι ούτε δραπέτης ούτε ελεύθερος

τώρα που είναι το ίδιο αν ανοίγει  ή  κλείνει η πόρτα

Δεν είναι οι πόρτες που λυτρώνουν απ’ τους τοίχους

πίσω από κάθε τοίχο που διαποτίζω  και  περνώ  άλλος  κι  άλλος  κι  άλλος

ρουφώντας τη φωνή  και  τη σκιά ανελέητα

-το κορμί μας μια ολόστεγνη σφραγίδα…

 

Κι όμως καιρός ακόμα υπάρχει

να ξαναρχίσω  ή  να παραιτηθώ

ή να υπομείνω το μαρτύριο στην απομόνωση

και μες την απομόνωση της απομόνωσης

αφού στον κόσμο τίποτα δεν γκρέμισε

μόνο κάτι ρωγμές – κλείνουν τώρα κι αυτές

μασώντας δάχτυλα που γύρεψαν μιαν άλλη αφή

και μένουν όλα ασάλευτα   ένα άλμα πετρωμένο

 

Καιρός ακόμα υπάρχει – μα ποιος μίλησε για πρόγνωση καιρού

Να συνταιριάσω αναγκαιότητα  και  ελευθερία – τι ποταπό,  τι αβάσταχτο…

Ν’ αγωνιστώ σύμφωνα με μια πρόβλεψη καιρού;

Τότε γιατί κωπηλατήσαμε ολονυχτίς πάνω στην άμμο

γιατί μας διαμέλισαν οι φάροι μες στους δρόμους

γιατί παλέψαμε μέσα στα σπάραχνα της πολιτείας

με στεναγμό ραγίζοντας το αβέβαιο;

Δεν υπάρχει πρόγνωση καιρού

δε με τρομάζει   μια νέα πραγματικότητα

ούτε της σάρκας η επαφή με το τυχαίο

ούτε η ναυτία της σκέψης

Γιατί δεν είναι το άγνωστο που μας τσακίζει

μα το φριχτό γνωστό, που πρήζεται τριγύρω και μας πνίγει

σαπίζοντας ατέλειωτα ως το άπειρο…

ΙΙ

Ακαθόριστη μένω στην αφή σου

το άγγιγμα σκοτεινό η προσέγγιση άδηλη

-πάνω από πόσο βάθος γίνεται να σκύψεις;

 

Μες σε καπνούς ματιών πνιγμένα τα πολύφωτα λουλούδια

κι οι ανταύγειες των κορμιών πάνω στους τοίχους

κι η στάθμη της σιωπής που όλο ανεβαίνει στο δωμάτιο

επιθυμία παράλυτη, κάτι σαν «μούδιασμα της δημιουργίας»  όπως λες κι εσύ

ας πιούμε ακόμα ας πιούμε,  ας τελειώνουμε το ποτήρι μας.

ας τελειώνουμε,

τι ευτελές ποτό η ευτυχία…

 

Αυτό μας έμελλε, τρεκλίζοντας να διασχίσουμε ο ένας τον άλλον δίχως ν’ ανταμώνουμε

Καλύτερα μη μου μιλάς, πάλιωσε πια πολύ τούτη η πανάρχαιη γλώσσα μας

σήμερα μονάχα οι σειρήνες κι οι προβολείς εκφράζονται σωστά στη γλώσσα τους

καλύτερα μη μου μιλάς   μην επιμένεις πως 

«και τα πιο κουρασμένα ποτάμια φτάνουν κάποτε στη θάλασσα…» - όχι,

πολλά σηκώνονται άξαφνα ολόρθα  κι  ύστερα σωριάζονται

αιώνιο θρόισμα μες τις ψυχές μας…

Α, μη με σκάβεις άλλο πια, μην ψάχνεις την αλήθεια

γιατί είμαι άσχημη είμαι γριά

όπως όλες οι δυστυχίες κι όλες οι ελπίδες

γιατί δεν είμαι ένα χαρούμενο δωμάτιο που σε πρόσμενε

μα το κελί σου  -  σκοτεινό και κρύο

τις νύχτες σ’ ένιωθα να βηματίζεις μέσα μου ανυπόταχτα

οι τοίχοι μου είναι μουσκεμένοι απ’ το αίμα σου  και  τις κραυγές σου

είμαι γεμάτη από νυχιές παραφοράς

και τώρα δε μπορώ  -  πώς θέλεις –

ν’ ασπρίσω τους τοίχους   να σκουπίσω τα αίματα

να κρεμάσω κουρτίνες στα παράθυρα

ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο   να κουρντίσω το ρολόι

χάνοντας ό,τι έχω  κι  ό,τι εσύ είσαι…

 

Γιατί είμαστε το έγκλημα που μας έγινε – αυτό είμαστε…

Α, να με γκρέμιζες

να σκότωνες όλους τους δεσμοφύλακες στον κόσμο

να μ’ ανατίναζες σκόνη  και  στάχτη τα γινόμενα

να ’πεφτες πάνω μου να κλάψεις και να κλάψεις

να ’βγαινα νέος πηλός απ’ τα βασανισμένα σου τα χέρια…

[ΕΝΑΣ ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ ΤΟΝ ΔΕΚΕΜΒΡΗ από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΚΡΥΠΤΗ 1968]

 

ΒΑΡΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

(στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη  ΚΡΥΠΤΗ 1968)

Ι

-Μέρα τη μέρα αδυνατίζεις

πες μου τι έχεις, τι σε λιώνει

άυπνος εντός μου βηματίζεις

η αφή σου επάνω μου τελειώνει

 

-Έγνοιες μας παίρνουν και μας φέρνουν

οι κάννες γύρω μας πληθύναν

μακρές αιχμαλωσίες μας σέρνουν

τρίφτηκαν οι ψυχές μας, γίναν

 

η σκόνη των πραγμάτων… - Ό,τι

σε κλέβει θέλω να το κλέψω

θα χτυπηθώ μ’ όλα τα σκότη

τα σκόρπια σου ίχνη να μαζέψω

 

Θα σπάσω τη θολή ομηρία

του χρόνου και θα κυνηγήσω

τους δρόμους να σε πάρω πίσω

από τα πέτρινα θηρία…

 

-Έχουμε γίνει σχέσεις μόνο

που τις γκρεμνάει κάθε μας πράξη

Μικρή μου αποστασία απ’ τον πόνο

ακόμα πόσο θα βαστάξεις;

 

Αγέρηδες κακοί μας δέρνουν

θύελλα και θα μα ξεριζώσει

έγνοιες μας παίρνουν και μας φέρνουν

ο έρωτας πώς να μας σώσει;

ΙΙ

Ο ένας στου άλλου την καρδιά είμαστε μπηγμένοι

πανάρχαια βέλη – κι έτσι μόνο ζούμε

όποιος τραβήξει την αιχμή πεθαίνει

αυτό ν’ αλλάξουμε μπορούμε;

 

Πάλι πικρά μιλώ για την αγάπη, πάλι

ψάχνω τυφλά το ανθρώπινο το χάσμα

ζητώ απ’ τα σπλάχνα μας μια απάντηση άλλη

ψάχνω τη ρίζα της σκλαβιάς μας

 

Μες σε καλούπια ζούμε, σ’ εκμαγεία κολλάμε

λιωμένες σάρκες,  όνειρα κι αισθήσεις

Έχουν φθαρεί όλοι οι τρόποι ν’ αγαπάμε

γραφές κι αφές έχουν ξεφτίσει…

 

Αν είμαστε έτσι αντιγραφές, επαναλήψεις

μιας αιώνιας μοίρας,  λευτεριά τι να ’ναι

ποιο πάθος που επιτέλους θα συντρίψει

την αιωνιότητα,  ποιο να ’ναι;

 

Θ’ αλλάξουμε ποτέ μας αίσθηση και μνήμη

να σπάσουμε το δίχτυ του αίματός μας

ν’ απελευθερωθεί το άχραντο αγρίμι

να βγούμε πια απ’ το λυρισμό μας…

 

Αξίζουμε μιαν άλλη χαρά και μια άλλη οδύνη

για νέα συμπλέγματα είμαστε πλασμένοι

μα αυτή η πληγή μας ζει  κι  αυτή μας σβήνει

-όποιος τρααβήξει την αιχμή πεθαίνει!..

[ΒΑΡΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  από τη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΚΡΥΠΤΗ 1968]

 

«ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΜΕ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΣΟΥ…» - ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ

(… πόσο μακραίνουν οι αποστάσεις   ανάμεσα σε όσα αγαπάμε…)

Τι φοβερός καιρός, βραχνός καιρός    σταματημένες συνομιλίες κάτω απ’ τη βροχή   η αναμονή   ο έλεγχος   μη με προδώσεις,  μη με δώσεις στους τελωνοφύλακες   πλέξε με ανάμεσα σε παραμιλητά ακατάληπτα   όπως τα δάχτυλά σου μες στα λιποθυμισμένα μου μαλλιά   λέγε με μέσα σου  και  ξαναλέγε με σαν κρυπτογραφικό κώδικα,   σαν κατάλογο παράνομων συντρόφων   μη με προδώσεις,  μη με δώσεις στους τελωνοφύλακες…  ¨ταξίδευέ με πάντα στην ψυχή σου…»  - στην ψυχή μου   πόσο μακραίνουν οι αποστάσεις   ανάμεσα σε όσα αγαπάμε…  Άδειοι σταθμοί, απαγχονισμένα φώτα   ίσκιοι που πάνω μας σκοντάφτουν   νοσταλγίες που χάσαμε   Ο βήχας θάμπωσε το τζάμι   πες μου,  οι σταθμοί δεν ταξιδεύουν   πες μου,  τι γίνανε τα δένδρα   τα φύλλα τους που πέσαν δίχως αλεξίπτωτο…  - Λέγε με μέσα σου και ξαναλέγε με… Ο βήχας θάμπωσε το τζάμι,  ω τρυφερό πρωί διαμελισμένο   μες στους τροχούς τα λάδια και τις κάπνες   στις γραφομηχανές  και  τα ασανσέρ   Τελωνοφύλακες κάναν το έγκλημα   τελωνοφύλακες κάναν το έγκλημα – και κυνηγούν εμάς αγάπη μου   - Είμαι μια κούραση  μια ομίχλη   μια έκρηξη στα σωθικα σου   μη με προδώσεις,  μη με δώσεις στους τελωνοφύλακες    ταξίδευέ με πάντα στην ψυχή σου    [3ο απόσπασμα από το ΒΑΡΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ένα ποίημα στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΚΡΥΠΤΗ 1968 – συγκεντρωτικός τόμος ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ Ποιήματα 1949 - 2006]

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2023

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ