Δευτέρα 24 Ιουλίου 2023

ΚΡΑΤΗΣΤΕ ΜΕ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ’ ΟΛΑ ΤΑ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ...

 (…  μόνο δε θέλω τ’ όνειρο  που τρέμει μες στο όνειρο…)


Ουρανέ, τρέμουμε μη δακρύσεις ποτέ πάνω στα πιάνα

κι η μουσική μας ενοχλήσει το Θεό!..

Πλήκτρα γραμμούλες μείνετε στο τριανταέξι κι έξι

ποιος θα επιζήσει από τους δυο στυλό μου, εγώ ή εσύ;

Απόψε αγάπη μου αν μπορείς μην πεις δύο βλακείες

άσφαλτε κι ορατότητα δεν έχω προτεραιότητα

έλεος μέχρι απέναντι  και  τώρα εσύ σκοινάκι μου

θ’ αντέξεις ως τον τέταρτο;   θ’ ανοίξεις ασανσέρ;

η κλειδαριά γλιστράει γλυκά – καλό σημάδι αλίμονο

κι αν δε σε βρω στο σώμα σου που πριν να φύγω ανάσαινε;

εντάξει ακούγεσαι άρα ναι·  όμως θα ζεις κι ως το πρωί;

 

Μόνος μετά στην κάμαρα με φίλες σχιζοφρένιες

εύθραυστες στο κλειστό κουτί που κουβαλάω  ζαλίζομαι

εύθραυστον  φράτζιλε φραζίλ που μέσα είχε δυο τσιπς

όλα μας τα ’δωσαν κλειστά  και  μόλις τ’ αγαπήσουμε

κλειστά θα μας τα πάρουν

την ώρα που κοιμόμαστε μόνον εσάς ηνίοχοι

έχω για να κρατήσετε γερά απ’ τις μαύρες χαίτες

τα ξέφρενα άλογα  μυαλά μη μου χυθούν στο πάτωμα

και δω μες στο φαράσι μου  

τι σχήμα έχουν τα σχήματα   τι χρώμα   τα χρώματα

τι σχήμα   ποιο μέλλον ήταν παρελθόν

τι δόκανο το μέλλον

σας ικετεύω ηνίοχοι ως αύριο  το πρωί

γενναίοι των πέντε  ηρωικοί των δέκα  και  των είκοσι

κρατήστε με μακριά

μακριά απ’ όλα τα ενδεχόμενα

ή ακόμα παραδώστε με στο πιο πολύ ενδεχόμενο 

μόνο δε θέλω τ’ όνειρο   που τρέμει μέσα στο όνειρο

αν είναι  ή  όχι τ’ όνειρο

όνειρο!..

 [ΜΙΛΙΓΚΡΑΜ ΥΠΝΟΥ  από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991

κι άλλα ποιήματα από την εν λόγω συλλογή

αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΜΟΣ Α 1975 -1996, εκδόσεις Κέδρος]

 

 


Η ΟΡΘΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη  ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Επέζησα λοιπόν του βιβλίου. Εκεί είχα ένα ποίημα και για την Ερέτρεια.

Ό,τι έχω άλλωστε γράψει στην Ερέτρεια έχει γραφτεί.

Για την Ερέτρεια. Και στην Ερέτρεια βλέπει.

Ήταν τόσο προκλητικά νωχελική

αυτή η αλληλουχία των έψιλον:

σαν καναπές βελούδινος σε χρώμα βυσσινί

στυλ παλαιού, τριθέσιος

όπου ανεπαίσθητα ενώ  κάθεσαι στη μέση

γέρνεις  και  γέρνεις  και  στο τέλος

αναπαύεσαι για πάντα.

Κάτι  θα ξέρουνε τα φέρι  - δεν μπορεί.

 

Όμως ενώ το ποίημα τότε αντιγραφόταν

μια υποψία τρελή σφηνώθηκε στο νου μου

κι έτσι έτρεξα στο λεξικό να βεβαιωθώ:

ώστε λοιπόν γραφότανε με γιώτα   Ερέτρια

σαν να ’χαν κλέψει το ένα μαξιλάρι – το φινίρισμα

σαν να έχασκε γελοίος ο καναπές  και  κουτσοδόντης

ένστολος στρατηγός με τα παράσημά του

αλλά με σώβρακο!..

 

Τότε κατάλαβα πως όλα αυτά

τα ποιήματα για την Ερέτρια

έλειπε το σημαντικότερο.

Κάτι που δίχως το άκουσμα ν’ αλλάξει στο παραμικρό

θα ’ναι το στέμμα των ποιημάτων Του

όταν θα ’ρθει:

το τρίτο μαξιλάρι   το τρίτο έψιλον

Εκείνος!..

 

F/B JESUS

Ποτέ μου δεν κατάλαβα στα φέρι

από τον Ωρωπό ως την Ερέτρια απέναντι

τι νόημα έχουν βάρκες και σωσίβια.

Για ταξιδάκι τόσο δα δε μοιάζουν ειρωνεία;

 

Κι όμως βρεθήκαμε στη μέση της απόστασης

όταν απ’ τα μεγάφωνα

άρχισε ν’ ακούγεται ένα   Ποίημα

που μιλούσε για τη διαδρομή

με την Ερέτρια σύμβολο σαφές:   το τέλος!..

Ο πανικός τους πήρε και τους σήκωσε

βάρκες  κυρίες  μωρά  γεροδεμένοι νυν

υπέρ πάντων·  πήδαγαν κατά κύματα

ή για πνιγμό  ή για Ωρωπό!..

Εγώ κι ο καπετάνιος τελευταίοι…

 

Μονάχα τ’ αυτοκίνητα θ’ αξιώνονταν λοιπόν

να περπατήσουν ως το τέλος   πάνω απ’ τα νερά.

 [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]

 

ΟΔΙΚΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Όχι ταξίδια υπερατλαντικά, επιμένω·

ανύπαρκτα ταξίδια υπερατλαντικά.

Όμως εκείνα τα ολιγόλεπτα  Αντίρριο – Ρίο  και  Ωρωπός – Ερέτρια

πόσο θ’ αντέξουν;

Δε φτάνει ο γερο-Πελοπόννησος με τη Στερεά

ψάχνετε κι άλλες αφελείς αυθάδειες της ξηράς μας.

Εδώ απροκάλυπτα  φλερτάρει,  λέτε,

η Βοιωτία  με την  Εύβοια!..

Εκεί επιλήψιμα σχεδόν η Κόρινθος  χαϊδεύει

το γεροντοκρατούμενο Λουτράκι.

Χαμηλού κόστους το έργο,  μας βεβαιώνετε

αφού το πεινασμένο χέρι του Περάματος

αδράχνει τους βουβώνες του Ναύσταθμου Σαλαμίνος.

 

Οδικές γέφυρες λοιπόν· 

να τρέχουνε   κουρσάκια  κυριακάτικα

σαν μπάλες ποδοσφαίρου απ’ το ραδιόφωνο

και σα αυγά σφιχτά κεφτέδες στο ασημόχαρτο·

 

ενώστε τα λοιπόν  ενώστε τα όλα.

Μην τους αφήσετε   ούτ’ ένα υπαινιγμό

Αχερουσίας!.

 

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΝΩΧΕΛΙΚΟΥ

Αγαπητέ Μίλωνα  και  Σπύρο Λούη

γηπεδούχοι και μη  και των εν γένει στίβων

διεθνείς παιδαράδες  άρα  και  θεοί των ακτών

όπου σε συναντήσεις μας φευγαλέες

μουσείων τηλεοράσεων εκδρομών

η πίκρα μένει μόνο

σαν από χέρια που αγγίχτηκαν   σε διόδια

 

αν εμένα τα πόδια μου   είναι σαν κρεμ καραμελέ

και προφίλ η κοιλιά μου σαν μύτη γρυπή

ένα μονάχα με παρηγορεί

ενώ για σας βαθύτατα με θλίβει

 

που με τέτοιο σκαρί

θα σας πάρει καιρό   των σκωλήκων το πάρτι

ενώ εγώ   θα λιώσω συντομότατα.

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1996]

 

ΕΓΩ ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΟΥ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Σε βλέπω τώρα που γερνάς

και είσαι η μόνη εναπομείνασα

με τις παλιές εκείνες πούδρες που αντιστέκονται

με το κουμκάν της Τρίτης

το κολιέ τα σκουλαρίκια του ‘50

και μου θυμίζεις τις καλές εποχές

που όλοι οι δικοί μας ζούσαν

και ρυθμίζατε το μέλλον μου

με τόση ασφάλεια ανυποψίαστη.

Σε βλέπω και με πιάνει πανικός

να, ότι ζεις  

κι απ’ ώρα σε ώρα   ότι ραγίζεις

και σου λέω σαν να ’φταιγες εσύ

και μου απαντάς

διώχνε  τις μαύρες σκέψεις   όλοι κάποια μέρα

άντε σινεμαδάκι να ξεσκάσεις

κοίταξε το μέλλον σου.

 

Έλα λοιπόν, φύγε κι εσύ λοιπόν

φύγε να μείνω μόνος με το μέλλον μου

μια και το μόνο μέλλων μου είναι

να γίνουν όλα γύρω μου παρελθόν!..

 

ΕΛΑ ΓΙ’ ΑΠΟΨΕ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Φρόντισα όσο μπορούσα το ντεκόρ

Στον καναπέ και στις καρέκλες

εξώφυλλα των δίσκων νεκροζώντανες   οι δόξες του ‘50

Δυο τρεις αφίσες από κέντρα του καιρού

κι ήδη στο στέρεο

με παπιγιόν δυο πλήκτρα ο Γιάννης Σπάρτακος

Απέναντί του ο ξύλινος παλιός καλόγερος

με τ’ άσπρο σου λινό κουστούμι

τη μεταξωτή γραβάτα σου δεμένη στο κολάρο

το μαντίλι στο τσεπάκι

Κι ανοίγω την τζαμόπορτα:

 

Εδώ φυσάει κι είναι κρύο

Πού να ’σαι αλήθεια το βράδυ αυτό

Απόψε μου λείπεις μου λείπεις πολύ

Θα καθόμουνα πλάι σου

Κοντά στο τζάκι με φιλιά να σε κοιμίσω

Ας ερχόσουν για λίγο κι ας χανόσουν μετά

 

Ακούς, μ’ ακούς   Πατέρα;

Έλα γι’ απόψε   μόνο απόψε   λίγη ώρα!..


ΚΟΝΤΙΝΟ ΠΛΑΝΟ

Ξεκίνησε τυχαία σχεδόν

κι έγινε πια με τον καιρό   ένα μακάβριο χόμπι.

Απ’ τη φωτογραφία εκείνη μιας παλιάς γιορτής

με τους αγαπημένους γελαστούς κι αιμάτινους

περάσαμε στην πόζα πάλι μιας γιορτής

και πάλι με όλους – πλην ενός

που τώρα φιγουράριζε από πάνω μας στο κα΄δρο.

Ύστερα πέντε οι ζωντανοί και δυο τα κάδρα

τα κάδρα τρία κι οι ζωντανοί μονάχα τέσσερις

ώσπου στην τωρινή φωτογραφία

εσύ  κι  εγώ

κάτω από ένα στερέωμα μεταστάντων.

 

Παρατηρώ πως άθελά σου εδώ

σαν να ετοιμάζεις την επόμενη φωτογραφία:

δε με κοιτάς

στέκεσαι αν φας

και σίγουρα από μένα πιο κοντά στον τοίχο.

Κάπως ήδη κάδρο.

 

Όμως αν πρέπει

για ένα τέτοιο στέμμα επίγειας βασιλείας μου

να φανείς τόσο σκληρή

το στέμμα στο χαρίζω εγώ.

 

Μαζί στο κάδρο!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]

 

 

 

ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

Σοβαρός άνθρωπος να γράφει ποιήματα

για τη γιαγιά του;

Όμως, κι ας έχεις φύγει τώρα είκοσι χρόνια

εμένα με βοηθάει να θυμηθώ

πως άλλοτε θυμόμουν μυρωδιές

κινήσεις φράσεις της και τα φορέματά της

κι ότι έβαζα σημάδια στο μυαλό

για κάθε τι δικό της.

Έτσι έλεγχα τη μνήμη κάθε τόσο

νομίζοντας πως αν θυμόμουν

αγαπούσα.

 

Τώρα θυμάμαι μόνο πως θυμόμουνα.

Αγωνιζόμουνα να συνεχίσω να την αγαπώ.

Κι άρα τα πρώτα χρόνια

έστω λιγότερο   την αγαπούσα!..

 

Όπως την αγαπούσατε κι εσείς.

Όπως τους αγαπούσατε κι εσέις

πριν γίνει λίγο – λίγο

μόνη αγάπη μας   η πίκρα

όταν σκεπτόμαστε

πως πάει   δεν αγαπάμε πια!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη  ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]


ΓΑΜΗΛΙΟ ΠΕΝΘΙΜΟ ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Αγαπημένοι μου   σαράντα χρόνια και –

αγάπης σαρκοβόρας, έλξης έντρομης

τι καταλάβατε;

Άλιωτες μνήμες τώρα πια μονάχα στο δικό μου το μυαλό

καπνοί χαμένοι ο ένας απ’ την άλλη·

είναι καιρός για έναν νέο υμέναιο.

Θα ιερουργήσω εγώ·

κουμπάρος όπως είναι φυσικό   νεκρών μονάχα.

Εδώ λοιπόν:

δίχως ζηλοτυπίες βιοτικά προβλήματα τριβές

ελάτε αγαπημένοι ήσυχα – ήσυχα

ο ένας στίχος πάνω   κι η άλλη κάτω.

Έτσι θα ενώσουμε τις τύχες μας και οι τρεις

κι ο νέος σας γάμος θα κρατήσει

όσο αυτό το ποίημα.

Κι όσο θα υπάρχει   ακόμα κι ένα αντίτυπο

θα είστε μαζί

σε δυνατότητα περίπτυξης μες σε κλειστές σελίδες

μ’ ελάχιστες ελπίδες έστω διεκδικώντας

αιωνιότητα.

 

Λοιπόν φορέστε ο καθένας για τον άλλον

τις πιο καλές του μνήμες

κι ετοιμαστείτε γι’ αυτό το φέρετρο ζωής:

Στέφεται ο δούλος του θεού   τη δούλη του θεού

στ’ όνομα του Πατρός Θανάτου

το δικό μου

και του απλού αυτού ποιήματος!..

 

ΠΑΛΙΟ ΚΑΡΝΕ

Παλιά στην πόλη αυτή

τα νούμερα των τηλεφώνων   ήταν εξαψήφια

Οι αγαπημένοι μας που πια δε ζουν

δεν πρόλαβαν να γίνουν επταψήφιοι

σαν εμάς.

Καλύτερα έτσι.

Να τους θυμάστε σαν  963-969  ή  610-641

όπως θυμόμασταν τα τηλέφωνα τους στο σχολειό

τον Νικηφόρο  ή  τον Ηράκλειο

να τους θυμόμαστε

ας πούμε στην ακμή τους

με κάτι από την αίγλη   βυζαντινών αυτοκρατόρων!..

 [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]

  

Η ΦΟΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Κανείς δεν αγάπησε τα πράγματα   περισσότερο από μένα!..

Ήθελα να ’χω ένα μεγάλο σπίτι χωρίς ανθρώπους

για να βάλω μαζί με τα δικά μου

τα πράγματα των πεθαμένων.

Με τον  καιρό θα ξεχνούσα

ποια τα δικά μου  και  ποια εκείνων

κι όλα θα συνεχίζονταν περίπου αρμονικά·

τα χάδια μου με αφέλεια πια θα μοίραζα

εξίσου στα δικά μου πράγματα και στα δικά τους –

χάδια πάνω σε πράγματα  και  χάδια πάνω σε χάδια αλλοτινά!..

 

Βέβαια τα πράγματα όλα    είναι αυτάρκη!..

Όπου να πας μετακομίζοντας

όπου να τα πετάξεις   έχουν το σώμα τους

και κουβαλούν την πανοπλία των αγγιγμάτων.

Έχουνε να θυμούνται

γι’ αυτό και περιμένουν ήρεμα

στις αποθήκες  ή  στα παλιατζίδικα

το προσκλητήριο   για κείνο το μεγάλο σπίτι!..

 

Που κατοικείται μόνο από χάδια

και το ’χουν χτίσει μόνον χάδια

με υλικό   χάδια!..

 [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]

 

ΣΚΥΛΑΔΙΚΟ

(από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991)

Φίλε το ξέρω

πάντα σ’ άρεσε   το σουξεδάκι αυτό

μαζί με το λαρύγγι του  και  με το ντεκολτέ του.

Λοιπόν απόψε μες στο ουίσκι ο συνθεσάιζερ

λιώνει ολοστρόγγυλες τις φαντασίες

για να μη νιώσει ούτ’ ένας τους

πως σε κρατάω στα χέρια μου

ό,τι έμεινε από σένα

ό,τι έθρεψε το σώμα σου κάτω απ’ το χώμα

για να μη νιώσει η αηδόνα

πως σ’ έχω κόψει φρέσκον το πρωί

κι ανάμεσα στ’ ανύποπτα της πίστας

θα πετάξεις τώρα δίπλα της

να ρίξεις τις στροφούλες σου

νταλκαδιασμένο εσύ   τάφου λουλούδι!..

[από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟ ΒΥΘΟΥ 1991]

 

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΣΕ ΚΗΠΟ

(… απώτατη αφορμή για Ποίημα…)

Α. Έχω βρεθεί όπως όλοι μας σε πάμπολλα ξενοδοχεία.    Μπαίνοντας στο δωμάτιο κατευθύνομαι προς το μπαλκόνι   για να δω πού βλέπε:   σε κτίρια  στο σταθμό  ή  στη θάλασσα   σ’ ένα φουγάρο τέλος πάντων  ή  σ’ ένα βουνό   σε μιαν απώτατη αφορμή για ποίημα!..   Όμως απόψε το δωμάτιο έβλεπε σε κήπο.   Με όλο λουλούδια γαλάζια,  μοβ,  άσπρα  και  κίτρινα  και  πίσω δένδρα  ανοχτά  πράσινα  και  σκούρα δένδρα.  Έσκυψα μήπως δω κάτι οτιδήποτε άλλο·  όμως πάνου λουλούδια,  δένδρα  και  λουλούδια.   Κι ήταν αυτό   ένα ρίγος αγαλλίασης  ή  φρίκης   σαν εγώ να βρισκόμουνα μέσα σε ποίημα   άλλου!.. [από τη συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη ΠΙΑΝΟΥ ΒΑΘΟΥ 1991]

Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2023

Τρίτη 18 Ιουλίου 2023

ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 (…η ΕΠΟΧΗ αυτή θα ονομαστεί εποχή του ΑΡΟΥΡΑΙΟΥ ανθρώπου 

ή ΕΠΟΧΗ…  «Άχθος  Αρούρης»… 

δηλαδή  ΚΟΛΑΣΗ  που κανείς δεν προφήτεψε ακόμη…)


Θα ’ρθει η μέρα που και τα δένδρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο,  θροΐσματα  και  οξυγόνο!.. 

Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν!.. 

Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δένδρα… 

Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω  απ’ αυτές τις τρύπες. 

Πολλοί θα πέσουνε μέσα.  Τα χώματα θα τους σκεπάσουν.

Κανείς δεν θα φυτρώσει!..

 

Θα ’ρθει μια μέρα που οι άνθρωποι θα ’χουν ανασάνει όλο τ’ οξυγόνο, 

θα ’χουνε φάει όλους τους καρπούς της γης, 

θα ’χουνε δει όλο το φως!..

Θα σκάψουν τότε μεγάλες στοές μες στο χώμα και θα οικοδομήσουν υποχθόνιες πολιτείες. 

Εκεί, σερνάμενοι και τυφλοί, θα γεννιόνται και θα πεθαίνουν μες στον τάφο τους…

 

Θα ’ρθει μια μέρα που απ’ την πολλή απουσία αγάπης θα παγώσει το αίμα των ανθρώπων

κι οι γλώσσες τους, μοιρασμένες στην αλήθεια και το ψέμα,

διχαλωτές θα γίνουν σαν τις γλώσσες των φιδιών

κι απ’ το πολύ να ξεγλιστρούν απ’ τη δικαιοσύνη

φολιδωτά θα γίνουν τα κορμιά τους. 

Θα σέρνονται τότε συρίζοντας τη σιωπή της ψυχής τους

κι από το ίδιο το φαρμάκι τους θα πεθαίνουν!..

 

Θα ’ρθει  μια μέρα που οι άνθρωποι θα μισήσουν τόσο τον εαυτό τους,

ώστε θα σφίγγουν με τα χέρια το λαιμό τους

και θα στραγγαλίζονται μονάχοι τους. 

Λίγο πριν απ’ το τέλος θα παραλύουν και θα λύνονται τα χέρια τους.

Θα συνέρχονται και θα ξαναρχίζουν.

Αυτό θα γίνεται επ’ άπειρον και θα ’ναι η κόλαση που κανείς δεν προφήτεψε ακόμη…   (τότε… )

[ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ,  τελευταία  ενότητα στη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΛΕΚΤΙΚΑ ΤΟΠΙΑ 1983

Ακολουθούν επιλογές από τη συλλογή:

ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ 1986

όλα με αντιγραφή και επικόλληση από τη  συγκεντρωτική έκδοση:

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ Ποιήματα 1966 – 2000, εκδόσεις Νεφέλη]

 



ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Α

Μπρος στον καθρέφτη,  εγώ.

Και μέσα στον καθρέφτη, ποιος είναι αυτός που μου γυρνάει την πλάτη μέσα στον καθρέφτη, που αρνείται να είναι το είδωλό μου;

Ποιος είναι αυτός που τον φωνάζω και δεν στρέφεται, που όσο πιο πολύ τον πλησιάζω τόσο αυτός απομακρύνεται στο βάθος του γιαλού,

προς μια προοπτική απεριόριστη, άσχετη με τις περιορισμένες διαστάσεις του δωματίου μου;

Ή μήπως και δεν είναι το δωμάτιό μου αυτό,

αλλά το άυλο σκηνικό ενός ονείρου όπου μέσα του κινούμαι,

πρόσωπο ανύπαρχτο, σύμβολο αξεδιάλυτο αυτού του ονείρου

που κάποιος άλλος βλέπει και θα σβήσω μόλις αυτός ξυπνήσει;

 

Β

Μες στα ποιήματά του έδυε συχνά ένας ήλιος,

σε κάποια γωνιά τους έπεφτε, ακόμα και το καλοκαίρι, ένα πικρό πυκνό χιόνι,

σε κάποια άλλη έβρεχε αδιάκοπα.

Άνθρωποι περνούσαν άκρη – άκρη, σχεδόν απαρατήρητοι,

σκυφτοί και εύθραυστοι σαν κελύφη, κούφιοι απ’ το σαράκι του ανέκφραστου.

Παντού βασίλευε σιωπή κι οι λέξεις βρίσκονταν εκεί μονάχα για να την υπογραμμίζουν.

Πολλές φορές προσπάθησε να φωτίσει τα τοπία του, να τα στεγνώσει,

να σηκώσει το κεφάλι των ανθρώπων του προς τον ουρανό,

να φουσκώσει τους θώρακές τους με κάποιο τραγούδι.

Μάταια.

Πάντα σε κάποια γωνιά επέμενε το χιόνι, σε κάποια άλλη η βροχή

και η σιωπή ήταν το ίδιο πάντα μαλακό και γκρίζο χώμα

όπου βαδίζανε αθόρυβα οι λέξεις του.

 

Γ

Η σιωπή ποτέ δεν τελειώνει, ο ήχος ατέλειωτα.

Η σιωπή είναι δρόμος, ο μόνος δρόμος.

Ο ήχος, διαβάτης που περνάει από κει,

ηχούν για λίγο τα βήματά του κι εξαφανίζεται.

Ο δρόμος μένει.

Η σιωπή είναι αιωνιότητα.

Είναι η σκηνή όπου η εφήμερη φλυαρία υποδύεται τον αθάνατο λόγο,

μέχρι να σβήσει και το τελευταίο της σύμφωνο.

Η σκηνή μένει.

Όποιος βαθιά έχει κατανοήσει την ιδιότητα ετούτη της σιωπής

μπουκώνει το στόμα με χώμα, βουλώνει με πηλό τ’ αυτιά,

κόβει τους χτύπους της καρδιάς,

αδιαμαρτύρητα εγκαταλείπεται στην αθόρυβη λαιμαργία των ριζών.

 

Δ

Από μακριά φάνηκε κιόλας της σιωπής το δάχτυλο.

Σ’ έναν ορίζοντα που αδιάκοπα στενεύει, πρόβαλε ο κατακόρυφος δείχτης της σιωπής.

Δεν είναι απρόσμενος, ήξερα πάντα ότι από πάντα ήταν εκεί, κρυμμένος πίσω απ’ την απόσταση που λιγοστεύει αδιάκοπα, κάνοντας ορατό το αόρατο.

Δεν είναι απρόσμενα απειλιτικός·

ήξερα πάντα ότι από πάντα σφράγιζε τα χείλη της αιωνιότητας,

μέχρι που να ’ρθει η στιγμή και τα δικά μου να σφραγίσει.

Παρ’ όλα αυτά πανικοβάλλομαι.

Δεν έχω ακόμα καταφέρει και πρέπει τώρα να προλάβω να αρθρώσω την ψυχή μου,

να την πω, ελάχιστη αλήθεια που δεν πρέπει ωστόσο να πνιγεί.

Αντί γι’ αυτό, τραυλίζω μερικές καθημερινές ανάγκες, κάτι αγωνίες επιούσιες,

ενώ από μακριά φάνηκε κιόλας  της σιωπής το δάχτυλο,

ο κατακόρυφος δείχτης της, το τρομερό θαυμαστικό

που θα τελειώσει μια πρόταση κοινή κι ασήμαντη.


ΣΤ

Μα τι γυρεύω τόσα χρόνια στο κέλυφος αυτό, μέσα σε τούτο το άχρηστο κουκούλι;  

Δεμένος μ’ έντερα, πίσω από πλέγματα οστών,

πίσω από τοίχους αλλεπάλληλους σάρκας και λίπους,

τι γυρεύω μέσα σ’ αυτή τη φυλακή;

Αφού δεν ήτανε γραμμένο να ’μαι χρυσαλλίς, νύμφη φωτός,

ψυχή που σκίζει το μετάξι και περά,

ας ήμουνα τουλάχιστον νερό σ’ ένα σταμνί, σ’ ένα οποιοδήποτε δοχείο, έστω πλαστικό…

ας ήτανε τουλάχιστο γραμμένο να χυθώ,

να εξατμιστώ, να γίνω αέρας!..

 

Ζ

Κατέβηκα στο πηγάδι χωρίς σκοινί, χωρίς ασφάλεια καμιά,

έτσι, όπως ταιριάζει στους γενναίους,   

πέτρα την πέτρα ακροπατώντας, κατέβηκα στου πηγαδιού το βάθος!..

Ήταν το πάθος που μ’ οδηγούσε,

ήταν το πρόσωπό μου στον καθρέφτη του νερού που με καλούσε.

Τώρα, που μ’ εγκατέλειψαν και πάθος και δυνάμεις,

μάταια κοιτάω προς του πηγαδιού τα χείλη για ένα κάλεσμα!..

 

Η

Τι πάθος παράλογο κι ο θάνατος!..

Πλήθη ολόκληρα τον αποζητούν ξετρελαμένα,

απ’ τη στιγμή που αρχίζουν να καταλαβαίνουνε τον κόσμο τον αποζητούν,

λαχανιασμένα τρέχουν όλη τη ζωή τους πίσω του!..

Πολλοί,   οι περισσότεροι,  νιώθουν,  ότι προδίνουνε το πάθος τους αυτό,

προσφέροντάς του μόνο τον εαυτό τους,

γι’ αυτό και κάνουνε παιδιά, πολλά παιδιά, για να συνεχιστεί η θυσία!..

Άλλοι ιδροκοπώντας, με νύχια και με δόντια

σκαρφαλώνουνε σε κλίμακες ιεραρχίας,  σε πυραμίδες δόξας,

ξεσκίζοντας ψυχή και σάρκα,

σκαρφαλώνουνε ως την κορυφή μόνο και μόνο

για να βουτήξουν στο κενό με το κεφάλι προς τα κάτω…

Τι πάθος αλήθεια παράλογο…

Τυφλοί παραδέρνουμε μέσα του,

σταματάμε σαν νυχτερίδες, χτυπημένες ξαφνικά από τον ήλιο του καταμεσήμερου,

σαν μύγες πιασμένες στον ιστό της αράχνης,

ηδονικά σπαρταράμε,  ερωτικά,  πιασμένοι στο δίχτυ της.

Μα επιτέλους,

κανείς εδώ κάτω δεν πλάστηκε για την αθανασία;

 

Θ

Δεν έχουμε άλλη χώρα έξω απ’ την ενδοχώρα πατρίδα άλλη δεν έχουμε!..

Οπουδήποτ’ αλλού, ξένοι, αντίγραφα ενός διαβατηρίου, μιας ταυτότητας!..

Μόνον εντός μας εαυτοί.

Μόνον εντός μας ο ακέραιος λόγος, η καίρια πράξη.

Εκτός μας, αδέξιο τραύλισμα της ψυχής,

άκαιρες, ακρωτηριασμένες χειρονομίες!..

Κι αν είναι υψηλά και περήφανα τα μέτωπά μας,

είναι επειδή νικηφόρα υπερασπίσαμε τα ενδότερα εδάφη.

Κι αν είναι βαθιά χαραγμένα τα πρόσωπά μας,

είναι γιατί ποτέ δεν στρέψαμε  τη ράχη στις μέσα μας θύελλες.

Κι αν είμαστε απόκρημνοι κι απλησίαστοι,

είναι επειδή συχνά ακροβατήσαμε στο χείλος του μέσα μας γκρεμού!..

Κι ας έρθουν τώρα να μας κρίνουν οι κάτοικοι οδών, συνοικιών και πόλεων!..

Ας έρθουν τώρα να μας κρίνουν οι νομοταγείς πολίτες της ανυπαρξίας!..

Ας έρθουν οι ακατοίκητοι άνθρωποι!..

 

ΟΠΩΣ ΠΕΡΝΟΥΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ…

(…η ΑΝΟΙΞΗ  δεν είναι πια μουσική του Βιβάλντι ούτε ερωτική φλυαρία μελισσών με τα λουλούδια…

αλλά θλιβερή υπόμνηση ενός χαμένου παραδείσου… )

… και το ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ  δεν είναι πια μουσική του Βιβάλντι   ούτε κορμιά χρυσά  που προκαλούνε με τη λάμψη τους τον ήλιο   αλλά φρικτή επιβεβαίωση  ότι και το χρυσάφι ακόμα σκουριάζει    και το ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ  δεν είναι πια μουσική του Βιβάλντι   ούτε γλυκιά ρέμβη κοιτώντας τη βροχή πίσω απ’ το τζάμι   και θα κατακλύσει αμετάκλητα τα πάντα   και ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ δεν είναι πια μουσική του Βιβάλντι   ούτε γαστέρα όπου κυοφορούνται νέες μέλισσες, νέα λουλούδια,   αλλά ένα σπασμένο τζάμι απ’ όπου έχει περάσει η βροχή  και  κατακλυζει κιόλας τα πάντα,   όπως περνούν τα χρόνια  και  δεν υπάρχει  παρά η μουσική του Βιβάλντι   που επιμένει να μιλάει για εναλλαγή εποχών   σ’ ένα δωμάτιο κατακλυσμένο πια για πάντα απ’ το ΧΕΙΜΩΝΑ    [αποσπάσματα από τη συλλογή του Αργύρη Χιόνη ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΥΦΛΟ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ 1986 )

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2023

Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023

ΝΥΧΤΩΝΕ ΚΙ ΗΜΟΥΝ ΤΟΣΟ ΜΟΝΑΧΟΣ

 (… που νόμιζα πως ο Θεός πλησιάζει…)


Ακοίμητος στα στήθη μου καημός  

ο καταποντισμός του παραδείσου

 

Ξάφνου φωτίζει μέσα μου ο νεκρός

το σκοτεινό ουρανό του μέλλοντός μου

 

Σα να ’χει κι άλλα βήματα ο καιρός

σα να ’χει κι άλλα σκαλοπάτια ο τάφος

 

Ψυχή μου σκοτεινή καταπακτή

μυστηριώδης σήραγγα του αγνώστου

 

Στη μοναξιά των λέξεων κατοικώ

Στην έρημο των στίχων ασκητεύω

 

Εσύ στα βάθη πάντα μακρινή

-για να ’χει μιαν ελπίδα η μάταιη πτήση

 

Λίγη από λάμψη λίγη από νερό

χαμογελάς καθώς ουράνιο τόξο

 

Σελήνη ακινητεί στο μέτωπό σου

-μαρμάρου φως το μέλλον επωάζει

 

Σύρεις το σύρτη και με προσκαλείς

στο βάθος της καταπακτής χιονίζει

 

 Βαθιά σιγή δονεί την ύπαρξή μου

με καταυγάζει το πελώριο σκότος

 

Κι εσύ Μητέρα που πυροβατείς

και ξαφνικά φωταγωγείς το χάος

 

Παρατημένα σπίτια συντηρώ

δωμάτια πεθαμένων συγυρίζω

 

Πόσα ναυάγια μέσα μου χωρούν;

Πόσους νεκρούς η ανάσα μου λικνίζει;

 

Ο θάνατος ο πιο πυκνός καπνός

ο θάνατος ο κλίβανος των μύθων

 

Αιώνες λήθης στρώματα σιωπής

από τη μια στην άλλη εντάφια μήτρα

 

Γιατί λευκοφορούν οι κερασιές

Γιατί φορά ο νεκρός τα γιορτινά του;

 

Άνοιξη και τα χρώματα σκιρτούν

άνοιξη και τα σώματα θυμούνται

 

Προς τι λοιπόν η θλίψη κι ο καημός

Γέμισε πάλι φως ο λίγος κήπος!..

[κι άλλοι στίχοι από τη συλλογή του Ορέστη Αλεξάκη  ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ 1995   - αντιγραφή και επικόλληση  από το συγκεντρωτικό τόμο ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗ 1960-2009 εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011]

 

 


ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΓΗΣ

(… μυστηριώδη νεύματα του απείρου…)

Έρωτα  κηπουρέ των εγκοσμίων

 

Χρόνος  καθώς η λάμψη του φτερού

Τόπος  καθώς η πάχνη της πρωίας

 

Κι εσύ καρδιά μου που παραληρείς

συνεπαρμένη από βοή και μοίρα

 

Ω μνήμη  σπίτι που με κατοικεί

μητέρα που το στήθος μου θηλάζει

 

Κι αν τα κρυμμένα μας φανερωθούν

πόσοι θ’ αντέξουν τόση φωταψία;

 

Τώρα κι εσύ στα δόντια του καιρού

στην ερημιά του παγερού καθρέφτη

 

Μόνος  κι αυτό που πάντα σ’ απειλεί

με τη σιωπή της αιωνιότητάς του

 

Μες στο μυστήριο του τυφλού θεού

στην παγωνιά της παντοκρατορίας

 

Ώρα να ηχήσουν οι βαθιές σιωπές

να τελεσθούν οι ακραίες προσεγγίσεις

 

Όχι τον ήχο   την ηχώ ν’ ακούς

όχι το σώμα   τη σκιά να βλέπεις

 

Όπως ο λύκος έτσι κι η ψυχή

στην οιμωγή στην απεραντοσύνη

 

Μήτ’ ένα αστέρι πια στην κουπαστή

μήτ’ ένα θαύμα στην κλειστή παλάμη

 

Και τελικά δεν έμαθε κανείς  ποιος έχει το κλειδί

και τι θ’ ανοίξει!..

 

Τόσο μ’ ανησυχούσε ο χωρισμός  που ’χα ξεχάσει πως

κανείς δεν ήρθε

 

Ή μήπως  δεν υπάρχει πια κανείς;

Ή μήπως είμαι ο μόνος παραλήπτης;

 

Μιλώ γι’ αυτόν που αιώνια καρτερεί

μ’ ένα κερί λιωμένο στην παλάμη

 [από τη συλλογή του Ορέστη Αλεξάκη ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ 1995]

 

ΜΝΗΜΗ ΣΥΝΑΖΩ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ

(… στυφή τροφή για τον βαρύ χειμώνα…)

Πάλι χαράζει εντός μου παρελθόν   πάλι χιονίζει εντός μου πεπρωμένο   Τι σκοτεινός ωκεανός το φως   τι φωτεινό βασίλειο το σκοτάδι   Ακούσατε τους φλοίσβους των νεκρών;   Διακρίνατε τις λέμβους των απόντων;   Θαύμα που λέγεται σιγή του απείρου   Μηδέν που λάμπεις ως εξαίσιος λίθος   Εγκόσμια χάρη πια δεν καρτερώ  - σαν ήσυχο νερό κυλά η ζωή μου   Ψυχή μου που αναθρώσκεις στο αχανές   Σώμα μου που το χώμα σου αποδίδεις   Με προκαλούν τα δάση των ριζών   οι μαγικές πατρίδες των μετάλλων   Μακριά περ’ απ’ τα τείχη της σιωπής   ακούω ξανά τον σαλπιγκτή της νιότης [στίχοι από τη συλλογή του Ορέστη Αλεξάκη ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑ 1995 συγκεντρωτική έκδοση ΟΡΕΣΤΗ ΑΛΕΞΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗ 1960 – 2009, Γαβριηλίδης 2011]

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2023

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ