Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023

ΚΟΚΚΙΝΟ ΞΕΦΤΙ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 (… την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας…):


λάμψεις πολύχρωμες και μαγικές κραυγές

ένα κόκκινο ξέφτι στο κατώφλι του κόσμου

 

δεν βλέπω    δεν σημαίνει δεν υπάρχει

πίσω απ’ την όρασή μου   ρέουν ηφαίστειοι ποταμοί

φτεροκοπούν χίλια πουλιά

υφαίνεται με θαύματα   το μαγικό χαλί του κόσμου

 

στρώματα αλλεπάλληλα καλύπτουν

τα μυστικά που γεννηθήκαμε γνωρίζοντας

το άπειρο που εμπεριέχεται στο κύτταρο

το αιώνιο στο προσωρινό   η μουσική στη νότα

 

φως που υπερβαίνει την ταχύτητά του

ήχος που υπερβαίνει    τη μέγιστη και την ελάχιστη έντασή του

θνητός που υπερβαίνει τη φθορά του

 

λάμψεις πολύχρωμες και μαγικές κραυγές

ένα κόκκινο ξέφτι στο κατώφλι του κόσμου

 

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας

 

εισπλέει αθόρυβα   στις γκρίζες γειτονιές του κόσμου

ο μέλλων χρόνος ως πέλμα αιλουροειδούς

 

ελεύθερο   το πάνσοφα αθώο βλέμμα των νηπίων

στον παρελθόντα χρόνο εναποθέτει

τα πορφυρά ενδύματα της εξουσίας

 

από το άλφα ως το ωμέγα

ευθύς τα γράμματα ενώνονται και ενοποιούνται

στο σχήμα του ήλιου ανατέλλουν τα παράθυρα

αρχαίοι λινοτύπες   συνθέτουν τίτλους με λευκά πουκάμισα 

και κάτω από τα υψωμένα χέρια

το αύριο έκθαμβοι αναγγέλλουν στους εξώστες

κορίτσια αστραφτερά σαν χελιδόνια

με το άπειρο ολοζώντανο στα μάτια τους

στις στέγες αιωρούνται   και τα ερωτικά προαύλια

φωτιά από σύννεφα απλωμένη στα μαλλιά τους

και σιωπηλά αναδύονται στο φως

 

έφηβοι κωπηλάτες λάμνουν   το πυροτέχνημα κορμί

και  στο γαλάζιο εξακτινώνονται

ενώ  τριγύρω τα περίπτερα   λικνίζονται στη μουσική

που ηδονικά τις χαραμάδες διαστέλλει

 

παρέκει ούτε μια μοίρα αστέρι μου

λιγότερο ούτε ένα στίχο από τον ουρανό

[ΚΟΚΚΙΝΟ ΞΕΦΤΙ ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ μαζί με το ποίημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997 κι άλλα ποιήματα από την ίδια συλλογή έτσι όπως ανθολογήθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ, Επιλεγμένα Ποιήματα 1966-2017, εκδόσεις Ρώμη]

 


ΑΦΥΤΟΣ, 1

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997)

ανάμεσα σε δυο κόκκινες στέγες

το σιωπηλό πράσινο της συκιάς

διαλέγεται με τους κυματισμούς του γαλάζιου

ως τη θαμπή υπόνοια  της μακρινής ακτής

ως το βάθος του ουρανού που ψηλαφούν οι υδρατμοί

ως τις αστραφτερές ζωντανές ανταύγειες

που βασιλεύουν κάτω από την επιφάνεια

 

λευκά πλεούμενα διασχίζουν το αόρατο φως

μαύρες σαΐτες διαγράφουν απροσδιόριστα σχήματα

πάνω από την επίκληση των δένδρων

πάνω από την πελεκημένη πέτρα

τρυφερή όπως το δέρμα και το άγγιγμα

 

στους λόφους αιωρούνται νότες

απ’ τα αρχαία έγχορδα της παραλίας

όπως φόρεμα πολύχρωμο που θροΐζει στο χόρτο

ένα ξένος μαθαίνει να συλλαβίζει τη γαλήνη

ένα παιδί απλώνει τα παιχνίδια του στο χώμα

 

οι απαντήσεις βρίσκονται όπως πάντα εδώ

και χαμογελούν με καλοσύνη

σε χιλιάδες μάταια ερωτήματα.

 

ΑΦΥΤΟΣ, 2

είναι γλυκό το φως

αιώνες που ωρίμασε στην απουσία

και αναδύεται τώρα σε αρχαία ερείπια

 

αστράφτουν γύρω τα ταπεινά του κόσμου

φύλλα ζουζούνια αγριόχορτα

μια σαύρα ακίνητη στο πρόσωπο της πέτρας

σαν προσευχή η μοναχική γυναίκα

στον δρόμο που ανεβαίνει προς τα μνήματα

ανάμεσα σε ξαφνικά λιλά και κίτρινα

 

είναι γλυκό το φως

μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι

και η μικρούλα έρημη εκκλησιά

με το θαμπό της κόκκινο

[από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997]

 

ΜΑΘΗΤΕΙΑ, 1

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997)

μαθαίνω μια ζωή την αλφαβήτα

γλιστράω στην επιφάνεια των γραμμάτων

με την παρήγορη ψευδαίσθηση

ότι θα φτάσω στο ωμέγα κάποτε

όπου ενεδρεύει όμως αναπόφευκτα

το ωκεάνιο και πάλι άλφα

 

με τις καμπύλες του   τον κύκλο του

τον πρώτο κι ίσως τελευταίο βηματισμό του

τις απροσμέτρητες στον χωροχρόνο   διαστάσεις του

 

γύρω από το άλφα περιστρέφομαι

στο αιμοσφαίριο αυτό βυθίζομαι

όπως σε προαιώνια μήτρα

πύλη του κόσμου και του Άδη

έσχατο όριο της δικής μου επίγνωσης

 

η αρχή της μαθητείας μου δεν έχει τέλος

 

ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟ

προσεύχομαι με τις ανεπαρκείς μου λέξεις

με τη θαμπή μου όραση

σφίγγοντας το κενό στο στήθος μου

 

προσεύχομαι στις ρίζες μου

στον παντοκράτορα ήχο

από το μαντολίνο του παππού

που απλώνεται κρυστάλλινος

από την Ιωνία και τη Μαύρη Θάλασσα

και θρυμματίζει τον ιστό της μοναξιάς

 

προσεύχομαι σε μια ανατολίτισσα   του ήλιου αχτίδα

που υπόσχεται το αυριανό τραγούδι

στην όποια αλήθεια παραλλάσσεται

μέσα στις τελευταίες αυταπάτες μου

 

προσεύχομαι ο ελάχιστος

στο μέγιστο που δεν γνωρίζω

 

προσεύχομαι στο ακατανόητο

όμως μια πέτρα ταπεινή, μια στάλα αίμα

απ’ όλους τους κοινούς ανθρώπους ένας

προσεύχομαι στο ακατανόητο

με την πνοή που εκείνο φύτεψε μέσα μου

αυτή που γνώρισε τον πόνο

και ξέρει την σιωπή να αποδέχεται

αυτή που ακατανίκητη πεθαίνει

 [από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997]

 

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΟΣ ΑΝΤΑΡΤΗΣ

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997)

πρώτα με τον Απρίλη και την άνοιξη

με μεσογειακά νησιά

με μέρες στρογγυλές σαν το παλιό ψωμί

απρόσκλητο   το συνεργείο του χρόνου

μεθοδικά ερείπωσε το πρόσωπό της

μην παραλείποντας και το ωραίο κορμί

τα άλλοτε όρθια στήθη

 

θροΐζοντας και τρεμοπαίζοντας

έτσι έσβησε το πρωινό χαμόγελό της

 

στις γκρίζες λόχμες των ματιών

η εξαίσια λάμψη εκείνη

άοπλη τώρα κρύβεται

σαν τελευταίος καταζητούμενος αντάρτης

 

ΝΑ ΜΗ ΦΟΒΑΣΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

γαλήνια και σιωπηλά

όταν θα διαπλέετε τα άγνωστα νερά

σφιχτά στα δόντια σας κρατήστε

ένα μικρό αγαπημένο ποίημα

σαν νόμισμα αστραφτερό

για τον ψηλό και σκοτεινό πορθμέα

 

γιατί το ποίημα είναι ένα αχ

που αποκρυπτογραφεί με τρόπο μαγικό

το μυστικό εξαίσιο όνομα

μέσα στον πέτρινο ήχο του θανάτου

 

γιατί το ποίημα είναι ένα φως

που στιγμιαία αναδύεται από την απουσία

κι η τελευταία του λάμψη

είναι το πρώτο άλφα της αγάπης

 

γιατί το ποίημα είναι μουσική

από τα έγχορδα του κάτω κόσμου

που ζωγραφίζει με διαδοχικά φωνήεντα

μικρές σκιές από το πρόσωπο του απείρου

 

γιατί το ποίημα είναι εσύ

το ποίημα είναι εγώ

αυτό που μας συνθέτει και μας υπερβαίνει

 

να μη φοβάστε λοιπόν το θάνατο

όταν στα δόντια κρατάτε την ψυχή σας

για το ψηλό και απόμακρο πορθμέα

που αιφνιδίως μέσα στο σκότος   θα χαμογελάσει

 [από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997]

 

 

ΟΥΤΟΠΙΑ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΛΟΥΣΤΡΟΥ

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997)

κάθεται σταυροπόδι σ’ ένα σύννεφο

βουτώντας το πινέλο του

στο κασελάκι με τα χρώματα

το κασελάκι  με τις λέξεις

με τον τζιλά και τ’ άλλα εκρηκτικά

και βάφει κόκκινα τα υποδήματα

κάθε περαστικού θεού

κόκκινο – κόκκινο και μαύρο

ένα παιδικό μπαλόνι

 

με την απρόσεκτή του κίνηση

τα θαμπωμένα μάτια του

από του ήλιου την εγγύτητα

τα πάντα κάποτε αναποδογυρίζουν

και τότε στάζει ο ουρανός   μυριάδες άστρα

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΟΜΙΚΡΟΝ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ μ.Χ. ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ

ξεχύνεται από τα υψώματα στη θάλασσα

σαν κατρακύλι με το όμικρον του ονείρου

ανηφορίζει από τη θάλασσα στον ουρανό

σαν προσευχή με τη θαμπή φωνή του πλήθους

 

όχι κούφια και άφωνη

σαν τις πολύχρωμες κραυγές των διαφημίσεων

όχι φτηνή και χρήσιμη

σαν πλαστικό ουροδοχείο

όχι τυφλή   για τα παιδιά της

για τα δένδρα και τους ποιητές

για καθετί παράλογα που ανθίζει

 

εβραία σκλάβα αρμένισσα

ανατολίτισσα ρωμιά τουρκάλα

κοινότητα της αρετής και της παιδείας

επέμεινε ο ανώνυμος εκείνος ζηλωτής

κρατώντας τη στιγμή μετέωρη

πάνω από τα παρελθόντα και τα μέλλοντα

πριν εξακόσια τόσο χρόνια

 

παγκόσμια πόλη ελληνική

αρσενική σαν τον βαρδάρη της

σαν τα ρεμπέτικα τραγούδια και τα καλντερίμια της

γυναίκα σαν την απεραντοσύνη

και σαν τον ήλιο στον φιλόξενό της κόλπο

μεθυστικά  όταν βασιλεύει

 

παγκόσμια πόλη μακεδονική

με το διπλό άλφα της αγάπης

κυβόλιθο στην Εγνατία Οδό

με το δικό της ουρανό Ναζίμ στα μάτια σου

κόρη της Ιωνίας

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας στα κάστρα της

ψυχή της προσφυγιάς

 

καμένη κουρσεμένη ανίκητη

 

κοινότητα της αρετής και της παιδείας

που δεν δανείζεται αλλά δωρίζει

που ζωγραφίζει χαμογελαστές καμπύλες

στην ανθισμένη από το χώμα Παναγία Χαλκέων

με το αβέβαιο άρωμα της ουτοπίας

πατρίδα   με ανοιχτές τις πύλες απροσπέλαστη

 

κοινότητα της αρετής και της παιδείας

αρχαίο καράβι με κομμένες άγκυρες

μες στο νωχελικό παράθυρο της παραλίας

για το ατέλειωτο ταξίδι στο απρόσιτο

πέρα ως πέρα φωταγωγημένο

από τα μάτια των παιδιών

 [από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997]

 

ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ, 1

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997)

αβιταμίνωση

είναι όρος των στατιστικών δελτίων

η πείνα εξωραϊσμένη   αποπροσωποποιημένη

όπως θα τόνιζε και κάποιος διανοητής

λέξη χωρίς εικόνα

 

ένα παιδί είναι μονάκριβο

ένα παιδί πεθαίνει κάθε δευτερόλεπτο

με την κοιλιά πρησμένη

μάτια που δεν χωράνε πια στις κόγχες τους

σε χώρες που ονομάζονται εξωτικές

πεθαίνει στο κατώφλι του σπιτιού μου

 

όταν πεθαίνει ένα παιδί

πέφτει βαθύτατο σκοτάδι το ξημέρωμα

βρέχει μεγάλα δάκρυα λαμπερά

πέτρινα γίνονται τα φύλλα και τα δένδρα

 

όταν πεθαίνει ένα παιδί

ταράζεται ο ύπνος των αρχαίων νεκρών

κι από τη γη αναδύονται τα πρόσωπά τους

ενώ σαν χάλκινο πουλί

ο άνεμος τοξεύεται στο χώμα

 

όταν πεθαίνει ένα παιδί

οι λέξεις και οι φωνές συντρίβονται

τριγύρω ο κόσμος καταρρέει

 

ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΙΝΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ, 2

αποχαιρέτησε    το κόκκινο και το βαθύ γαλάζιο

το βιολετί μέσα στο σύθαμπο του ελαιώνα

αποχαιρέτησε    το  πρώτο φρρρ και χσσς του ανέμου

τα φύλλα που αιφνίδια ασημώνει   αποχαιρέτησε

τα ερημωμένα δίπλα πρόσωπα

τον χάρτινο ήχο του νερού

στην πέτρινη αυλή της γειτονιάς σου

 

με μια σύριγγα καρφωμένη στη φλέβα

αποχαιρέτησε τον κόσμο

 

πριν από σένα   θα ’χει πεθάνει το όνειρό σου

η αυταρχική πορφύρα και τα κούφια λόγια

σαν τα σκυλιά πριν από σένα

θα έχουμε πεθάνει όλοι

 

αποχαιρέτησε λοιπόν τον κόσμο

άνοιξε τις μεγάλες πύλες της αβύσσου

να μην υπάρχει πια έλεος για κανένα

 

να γίνει στάχτη και να σκορπιστεί στο χώμα

ο λόγος και το φως του κόσμου

[από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997]

 

 

ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ, 1

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997)

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου

απλώνω τα σπασμένα δάχτυλα

και της χαϊδεύω τα μαλλιά

της γράφω παραμύθια

της ψιθυρίζω ποιήματα

και τη φιλάω τρυφερά στα μάτια

λες και είναι ένα μικρό παιδί

ζεστό καυτό   και με τον εφιάλτη από τον ύπνο τρομαγμένο

 

λες και είναι το δικό μου το παιδί

λες και είναι όλα τα παιδιά του κόσμου

που αξίζουν ένα θαύμα καθημερινό

όπως το βότσαλο όταν αστράφτει

με χίλια χρώματα στα διάφανα νερά

και ζουν μέσα στο ψέμα και τον θάνατο

 

κρατάω την ανθρωπότητα στην αγκαλιά μου

να τη ζεστάνω και να ζεσταθώ κι εγώ

και της μιλάω για ν’ ακούσω ζωντανή φωνή

και κλαίω

 

ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΕΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΑΘΩΟΣ

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος

μικρός, λεπτός κι αγέρωχος

ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

 

αν το παιδί πράγματι είχε πει

ο βασιλιάς είναι γυμνός

μετά την πρώτη έκπληξη

τον πρώτο ίσως θαυμασμό και φθόνο

θα επέπιπτε ως είθισται η εξουσία

με τους λακέδες και τις πόρνες της

να το κατασπαράξει

 

ως είθισται αιώνες τώρα

 

καμία έκπληξη λοιπόν

όταν καλείται η αθωότητα να απολογηθεί

καμία έκπληξη όταν δοξάζεται η ατιμία

ούτε ίχνος παραπόνου

γι’ αυτά και τα χειρότερα

να βλέπουμε μονάχα και να ξέρουμε

και να μην επιτρέπουμε την αυταπάτη

 

και να κρατάμε ακέραια

στο στήθος μας την έκρηξη

 

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος

μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος

ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

 

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

από τις λέξεις μου να απομείνει

ό,τι ακριβώς θα απομείνει κι από μένα

 

με τα δικά του γράμματα

το χώμα θα προφέρει την ανυπαρξία

στο εγώ μου δίνοντας ακριβοδίκαια

τις ρεαλιστικές του διαστάσεις

 

από ψυχή όμως και τίποτα

θ’ αναδυθεί κάποτε εκθαμβωτικός στο χάος

ένας καινούριος γαλαξίας

 [από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997]

 

ΠΟΙΗΜΑ ΕΝΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΟΜΑΥΡΗ ΑΝΕΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 1997)

Τα ποιήματα αυτής της συλλογής, στην ενιαία ιδανική τους μορφή, ως παράδοξα και γοητευτικά κουάρκ, εγγράφηκαν στον πυρήνα του σύμπαντος από απρόσιτο και ακατανόητο δημιουργό πριν περίπου δεκαπέντε δισεκατομμύρια χρόνια.   Με την μεγάλη έκρηξη και την αρχή του χρόνου, εκσφενδονίστηκαν ως θραύσματα στο διάστημα και από τότε προκαλούν τη διαστολή του σύμπαντος, μεταλλάσσονται και ταξιδεύουν γεννώντας γαλαξίες, άστρα και πλανήτες, τη θάλασσα, πέτρες και φύλλα, τα μάτια του πάνθηρα, εσάς κι εμένα.   Αυτούσιος όμως ο αρχικός τους κωδικός καταχωρήθηκε με μουσικά σύμβολα στη θεμελιώδη αιθέρια ύλη του σύμπαντος ή Ακασικά Γραπτά, που ως γνωστόν περιέχουν το σύνολο της ιστορίας του κόσμου, στα κεφάλαια με τίτλο «φωνές παιδιών», «αποχρώσεις της ουτοπίας» «η κίνηση του ανεξακρίβωτου» και «το φως του πριν και του μετά»    Από την εποχή του homo erectus και παλιότερα, έγιναν προσπάθειες να διατυπωθεί με κάποια σαφήνεια η εκρηκτική τους προέλευση και η αλήθεια τους. Οι απόπειρες αυτές, έως την εντελώς πρόσφατη του παρόντος βιβλίου, προσέκρουσαν στη δυσκολία επικοινωνίας με την αιθέρια ύλη και στην ίδια την κατάσταση του ανθρώπου.   Οι περισσότεροι απ’ όσους τόλμησαν το απαγορευμένο εξαφανίστηκαν χωρίς ίχνη. Αναφέρονται μερικά συμβολικά ονόματα των άλλων ανά τον κόσμο, από τον 6ο π.Χ. αιώνα ως το μέλλον, που φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν και το έργο τους αποσιωπήθηκε, συκοφαντήθηκε ή παραποιήθηκε στα επίσημα ιστορικά βιβλία. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του κινέζου αγρότη, που ανακάλυψε δυσανάγνωστους και εξαιρετικά δραστικούς παπύρους σε βορειοανατολική επαρχία της τεράστιας επικράτειας. Επικηρυγμένος από τους μανδαρίνους, κατέφυγε ημιθανής σε ερημική νησίδα της γης του Πυρός για να κάνει ε τα ποιήματα περίεργα σινιάλα σε θαλασσινά πουλιά που χτίζουν τις φλιές τους στα βράχια.   Το 1871 όμως στο Παρίσι και το 1936 στη Βαρκελώνη, φωτεινά κορίτσια κέντησαν τα ποιήματα με μαύρη κλωστή σε κόκκινα μαντίλια για να τυλίξουν οι διαδηλωτές το μέτωπό τους σ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου ή να γεμίσουν τα όπλα τους και να επιδέσουν τα τραύματά τους.   Στην αδυναμία τους να συλλάβουν τη βαθύτερη υπόσταση των γοητευτικών κουάρκ στον πυρήνα του σύμπαντος και στο ίδιο τους το σώμα, όλοι όσοι είχαν τη μεθυστική εμπειρία της στιγμιαίας επικοινωνίας με την αιθέρια ύλη, κατάφεραν μονάχα να προφέρουν ένα ψι και ένα χι που στην ατελή μας γλώσσα συνοψίζουν τα απαγορευμένα μυστικά και την ταυτόχρονη εντολή στον άνθρωπο να τα ανακαλύψει.   Όπως είναι φυσικό, εκτός από την πληθώρα των άλλων βραβείων που της έχουν απομείνει υποθετικοί φορείς της απόλυτης επιλογής του ποιητή, η συλλογή πρόσφατα τιμήθηκε με το Ελάχιστο Νεανικό Χαμόγελο σε συνδυασμό με το Δειλό Κούνημα της Ουράς σε γειτονιά της Άνω Τούμπας Θεσσαλονίκης με ομόφωνη απόφαση της Διαπλανητικής Ολομέλειας των ειδών όλων των εποχών.   Μετά το πέρας της τελετής, το σώμα της ποιητικής συλλογής αλλά και του ίδιου του ποιητή παραδόθηκε στην υψικάμινο του απείρου και επανήλθε στις αρχικές του διαστάσεις για να αποτελέσει και πάλι την πρώτη ύλη κάθε μελλοντικής απόπειρας να εκφραστεί το απόλυτο.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2023

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2023

ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ ΠΩΣ ΕΓΡΑΦΑ ΚΑΠΟΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 (… τίποτα όμως δεν θυμόμουν εκτός από ένα στίχο μονάχα:

«ονειρεύτηκα πως έγραφα κάποτε ποιήματα…»)


Θυμάμαι πήρες λίγον άμμο

τον κράτησες στο χέρι σου

κι ύστερα τον άφησες   να χύνεται σιγά

στην ανοιχτή παλάμη μου.

 

Στον μέλλοντα λοιπόν αιώνα

θα μείνει λίγος άμμος   με τη δική μας την αφή

κι ο άνεμος που θα φυσάει

όπως το απόγιομα εκείνο του Οκτώβρη

θα τον πηγαίνει εδώ κι εκεί   όλο θα τον πηγαίνει…   (ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ)

 

 Όλη τη νύχτα χόρευε

τώρα κοιμόταν   πάνω στο πάτωμα γυμνή.

Από το ανοιχτό παράθυρο

ένας αέρας έπαιρνε τα πέπλα της

τ’ ανέβαζε στον ουρανό

και τ’ άφηνε να πέσουν   στη θάλασσα που ταξιδεύαμε!.. (ΤΑ ΠΕΠΛΑ)

 

 

Τα λόγια που έλεγε    στις ωραίες γυναίκες

έμοιαζαν με ποιήματα   που δεν τα έγραψε ποτέ.

 

Οι άγραφοι στίχοι του   σπανίως τις άγγιζαν.

 

Μα σαν περάσουν τα χρόνια   θα τους θυμηθούν!..

– το ήξερε

και γριούλες πια   θα λένε πως κάποτε

υπήρξαν κι αυτές νέες!..  (ΟΙ ΑΓΡΑΦΟΙ ΣΤΙΧΟΙ)

 

 [τρία ποιήματα από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997 με ένα ΣΤΙΧΟ ΕΝΥΠΝΙΟ στον τίτλο της ανάρτησης!..  



 

Και άλλες επιλογές από την ίδια συλλογή εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1943 -2008, Κίχλη:

1.   Η ΣΙΩΠΗ… είναι μια άγνωστη

2.   ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ Σήκωσα το σεντόνι κι ήταν πάλι γυμνή…

3.   ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ Στον ύπνο του απόψε θα περάσει ένα τρένο…

4.   Η ΑΝΘΕΙΑ Ήταν η Φαμπιόλα η Κολομβιάνα στην Καρθαγένη… 

5.   ΤΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ Δουλεύαμε και οι δυο στην ίδια Εταιρεία…

6.   ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ Είπα σε μια Γύφτισσα θέλω να γίνω γύφτος…

7.   ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ Μια Κυριακή απόγιομα ένα νεκρός φαντάρος…

8.   ΔΕΝ ΞΑΝΑΚΟΙΤΑΞΑ Κατεβαίναμε από το βουνό…

9.   ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΣΙΔΕΡΑ στην αυλή του σιδεράδικου κοίταζε τρία σύννεφα… 

10.               ΜΗΝΜΠΑΙΝΕΤΕ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ Είμαι ο συγγραφέας είπε… 

11.               Ο ΠΟΙΗΤΗΣ και το ΠΟΙΗΜΑ Ξαφνικά το Ποίημα σκόνταψε κι έπεσε πάνω στ’ αγκάθια… και ΕΠΙΜΥΘΙΟ Η Μνήμη μαζί με το ΘΕΩΡΗΜΑ του Ποιητή

 

 

Η ΣΙΩΠΗ

(στην Αυγή – Άννα Μάγγελ  από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997)

Η Σιωπή είναι μια άγνωστη

που έρχεται τη νύχτα.

Ανεβαίνει τη σκάλα

χωρίς ν’ ακούγονται πατήματα

μπαίνει στην κάμαρα

και κάθεται στο κρεβάτι μου.

Μου φοράει το δαχτυλίδι της

και με φιλεί στο στόμα.

Τη γδύνω.

Μου δίνει τότε τις βελόνες

και τα τρία χρώματα

το κόκκινο το μαύρο και το κίτρινο.

Κι αρχίζω να κεντάω

πάνω στο δέρμα της

όλα όσα δε σου είπα

και ποτέ πια δε θα σου πω.

 

 

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ

Σήκωσα το σεντόνι

κι ήταν πάλι γυμνή στο πλάι μου

και πριν χαθεί

γύρισα να την κοιτάξω

και μη με κοιτάζεις μου είπε

δεν είμαι το σώμα που αγάπησες

αλλά εκείνο που θέλεις να θυμάσαι

κι εκείνο που δεν μπορείς να θυμηθείς

κι εκείνο που νομίζεις πως θυμάσαι

[από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997]

 

 

ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

(από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997)

Στον ύπνο του απόψε θα περάσει ένα τρένο.

Θα το ακούσει να σφυρίζει από μακριά

και καθώς θα μπαίνει ολόφωτο στην κάμαρά του

αυτός θα τρέξει στο ταμείο των ονείρων.

Υπάλληλος της νύχτας θα είναι ο εαυτός του.

Θα του ζητήσει μια θέση για Παρίσι

και βέβαια θα πληρώσει μ’ ένα Ποίημα –

τη μόνη μονέδα που κρατά. Κι ο άλλος

αντί για εισιτήριο θα του δώσει

ένα λευκό τριαντάφυλλο

που θα της φέρει απόψε στη Μονμάρτη.

 

Rue du Mont Cenis αριθμός 52

θα χτυπάει θα χτυπάει μα κανένας δεν θ’ ανοίγει.

 

 

Η ΑΝΘΕΙΑ

Ήταν η Φαμπιόλα η Κολονβιάνα στην Καρθαγένη

και η Κάρμεν η φωτιά στο Σαλβατόρ

και η φτωχή Αλίσια στην Περέιτα.

Ήταν η Ηραχίλντα το μανεκέν στο Σάντος

και στο Μπουένος Άιρες η Ρίτα η χορεύτρια

και στο Πουέρτο Μοντ η Γκλόρια η Χιλιανή.

Ήταν η Ρεγγίνα στο Ρίο ντε Τζανέιρο

και η Τουρκάλα η Οιά στη Σμύρνη

και στο Ταγγάρ της Σενεγάλης μια μαύρη Μαριάννα.

 

Όλες ωραίες μέσα στη νύχτα.

 

Μα το μυαλό μου εμένα δεν ξεκόλλαγε

από την Άνθεια

από τα μάτια και το σώμα της Άνθειας.

 

 

 

ΤΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ

Δουλεύαμε κι οι δυο στην ίδια Εταιρεία

αυτή στο λογιστήριο κι εγώ στο ασανσέρ.

Ήμουν μικρός μα ποθεινός πολύ

και κείνη αρραβωνιαστικιά του διευθυντή.

Ένα πρωί που ανεβαίναμε τη φίλησα

και φτάσαμε στον ουρανό

και κόλλησε το ασανσέρ στα σύννεφα

και δεν μπορούσα να το κατεβάσω.

Κι αν ξέρω κάτι από λογιστικά

πόσο στοιχίζει ένα φιλί και πόσο το πληρώνεις

εκείνη μου το έμαθε.

[από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997]

 

 

ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ

(στην Ανθή από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997)

Είπα σε μια Γύφτισσα

θέλω να γίνω γύφτος

να σε πάρω

 

Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ

χόρτα πικρά χωρίς αλάτι

κι έπειτα να πλαγιάσεις;

 

Μπορώ της λέω

 

Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις

χωρίς να κλαις από το κρύο

πάνω στην παγωμένη λάσπη;

 

Μπορώ της λέω

 

Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη

να μου ανάψεις το κορμί

και να το κάνεις στάχτη;

 

Αυτό κι αν το μπορώ της λέω

 

Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου

να τη ρίχνεις στο κρασί σου

για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;

 

Όχι αυτό, δεν τον μπορώ της λέω

 

Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.

 

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟ

Μια Κυριακή απόγιομα

ένας νεκρός φαντάρος

μπήκε στον κινηματογράφο

πέντε με εφτά.

 

Κάθισε μόνος σε μιαν άκρη

στο πίσω μέρος του εξώστη

χωρίς κανένας να τον βλέπει

κι έκλαιγε ήσυχα στα σκοτεινά.

 

Το έργο ήταν αισθηματικό

κάποτε το είχε ξαναδεί

μαζί μ’ ένα κορίτσι

πάνε σαράντα χρόνια.

 

Μια Κυριακή απόγιομα

πέντε μ’ εφτά

πριν φύγει για το μέτωπο

[από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997]

 

 

ΔΕΝ ΞΑΝΑΚΟΙΤΑΞΑ

(από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997)

Κατεβαίναμε από το βουνό

ήταν άνοιξη πόλεμος ακόμη

καθίσαμε αποσταμένοι στην πλαγιά

δίπλα μας τα όπλα μας πάνω στο χορτάρι

κοίτα μου λέει ο Γιάννης.

Βούιζε κάτω το ποτάμι

και την είδα εκεί να πλένει

σήκωσε το φουστάνι της ψηλά

το έδεσε γύρω από τη μέση

κι έλαμπαν τα πόδια της μέσα στα νερά.

Τ’ άνθη και τα πουλιά μας λίγωναν

και πάλι μου λέει ο Γιάννης κοίτα.

Σήκω του λέω να φύγουμε

δεν έχουμε καιρό θα μας προφτάσουν.

Και πια δεν ξανακοίταξα.

 

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΣΙΔΕΡΑ

Το παιδί του Σιδερά

στην αυλή του σιδεράδικου

κοίταζε τρία σύννεφα

 

Το ένα ήταν που τους πιάσανε

το άλλο ήταν τρένο

το τρίτο η χαράδρα

 

Το παιδί του Σιδερά

μπήκε στο σιδεράδικο

σήκωσε το σφυρί

 

Χτύπησε τρεις φορές

και το αμόνι ράισε

κι έσπασε το σφυρί

 

Και τ’ άκουσαν στα σύννεφα

οι σύντροφοι κι ο Σιδεράς

και χαμογέλασαν πικρά

[από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997]

 

 

ΜΗΝ ΜΠΑΙΝΕΤΕ ΑΠΟΨΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

(από τη συλλογή του Γιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997)

Είμαι ο συγγραφέας, είπε

Είμαι ο σκηνοθέτης, ο ηθοποιός κι ο θεατής.

Είμαι κάποιος που θα υποδυθεί

όλα τούτα τα πρόσωπα

Είμαι εγώ που σας παρακαλώ

μη μπαίνετε απόψε στο Θέατρο

Αυτός είναι και ο τίτλος του έργου

Μη μπαίνετε απόψε στο Θέατρο

Είμαι τέλος ο φύλακας

που θα κλείσει τις πόρτες

μετά την παράσταση

και θα με ξεχάσει ολομόναχο

μέσα στο σκοτάδι.

 

Ήρθε η ώρα είπε

να σηκώσω την αυλαία.

Καληνύχτα.

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ και το ΠΟΙΗΜΑ

-Ι-

Ξαφνικά το ποίημα σκόνταψε

κι έπεσε πάνω στ’ αγκάθια.

Το κοίταξε σχεδόν αδιάφορος

είχε κουραστεί πια να το προσέχει.

Την ίδια νύχτα στον καθρέφτη

είδε το σώμα του γεμάτο αγκάθια

-ΙΙ-

Χιόνιζε. Το ποίημα ξεπαγιασμένο

του χτύπησε την πόρτα.

Έτρεξε και του άνοιξε, το πήρε

και το ζέστανε στην αγκαλιά του.

Μα σαν ζεστάθηκε άρχισε να τον τυλίγει

γύρω στο λαιμό και να τον πνίγει.

-ΙΙΙ-

Μια μέρα το ποίημα τρελάθηκε

βγήκε από τα μέτρα του.

Όσο κι αν προσπάθησε να το κρατήσει

εκείνο πάντα ξέφευγε σε κόσμους άλλους.

Σε μια στιγμή κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια

και τότε το δέχτηκε όπως ήταν.

V-

Σ’ αγαπώ είπε στο ποίημα

και το αγκάλιασε παράφορα.

Εκείνο δεν μίλησε.

Τον φίλησε στο στόμα ξέροντας

πως πάντα το ξεχνούσε

για χίλια άλλα ποιήματα

-V-

Κάποια νύχτα το ποίημα περίεργο

μπήκε κρυφά στην κάμαρα του ποιητή.

Τον βρήκε να κοιμάται ήσυχος

έσκυψε πάνω του και το παρατηρούσε.

Είδε τότε τα χαρακτηριστικά του να χάνονται

τη μορφή του να γίνεται άγνωστη

 

Η ΜΝΗΜΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

(… δεν ξέρει αν κοιτάζει το είδωλό της ή μιαν άλλη όμοια πεταλούδα… - Η ΜΝΗΜΗ)  

Το ένα ήταν όνειρο μιας γυναίκας   το άλλο ήταν όνειρο ενός άνδρα.  Μια νύχτα μπήκαν σε μια κάμαρα και γδύθηκαν κι αγαπήθηκαν πολύ   και σμίξανε για πάντα σ’ ένα όνειρο.   Τώρα όμως δεν το έβλεπαν   μήτε η γυναίκα μήτε ο άνδρας   επειδή κι οι δυ μαζί   δεν μπορούσαν πια να δουν   το ίδιο όνειρο.   Μπορούσαν μόνο να το φανταστούν   αγκαλιασμένοι στο σκοτάδι!..  [ΘΕΩΡΗΜΑ από τη συλλογή του Γιιώργη Παυλόπουλου ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ 1997]

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2023

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ