Κυριακή 6 Μαρτίου 2022

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ ΣΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΩΝ ΑΝΕΜΩΝ…

(… αν δεν γελάσει, πρόκειται να βρέξει άνευ ορίων άνευ όρων…)

Ένα κορίτσι στο παράθυρο κρυφά δίνει τα στήθη της στα περιστέρια…

Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δε χάνεται,

 μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων,

μεσ’ στα γαλάζια βλέφαρα και τη λευκή την μπλούζα

που φάνταζε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός…

 

Προστρέχουν πάντα τα νερά, τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες

και μια ριπή ξαφνιάζει τα πουλιά.

 Όμως δεν θύμωσαν τα περιβόλια.

Βόλια χαράς σφυρίζουν μεσ’ στα φύλλα,

είναι τα μήλα κόκκινα κι ένας διαβάτης κόβει μερικά...

 

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα.

Η χάρη τους είναι ψηλή περικοκλάδα που σφίγγει τα μελλούμενα και τη ζωή μας μέσα στ’ αστέρια!..

 

Μιας εποχής που δεν μαραίνεται στον χρόνο,

μιας εποχής τρανής γαλανομάτας, με ελιές της Καλαμάτας στα μαλλιά της…

[κτερίσματα στίχων από την ενότητα Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ 1934  της ΕΝΔΟΧΩΡΑΣ του Ανδρέα Εμπειρίκου – στην ίδια ενότητα και το ποίημα που με τίτλο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΡΕΤΟΝ,  μνημονεύει και τιμά το Ασύγκριτο πουλί της Οικουμένης και πρωτεργάτη των υπερρεαλιστών]:

 

Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης

Στέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλάϊων

Με στιλβηδόνα και με σθένος και με πάθος καταμεσής στον βράχο της σποριάς σου

Ηρωικό πουλί της οικουμένης που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων

Δεν ταξινόμησες ποτέ καμιά φενάκη

Μα τη φωνή σου σήκωσες στην γαλανή αιθρία.

Φανατικό πουλί της οικουμένης

Γερό στην πάλη και πολύκαρπο στη σημασία

Όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγοκλείνεις

Πάντα με βεβαιότητα το μάτι.

 

(κατακλείδα): ΡΑΜΦΟΣ ή Η ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Η πόλις εδραιώθηκε και στέκει

Μέσα στη δόξα της καθώς καθρέφτης του καιρού της

Οι μιναρέδες της λογχίζουνε και δρέπουν

Τα σύννεφα της ηδονής.

 

Η πόλις σκόρπισε τα δώρα της στο νάμα

Μιας εποχής που δεν μαραίνεται στο χρόνο

Μιας εποχής τρανής γαλανομάτας

Με ελιές της Καλαμάτας στα μαλλιά της.

Ακολουθούν κι άλλα ποιήματα από την ίδια ενότητα

«Δόξα σε μας και στις γυναίκες μας και δόξα στα παιδιά μας

(Ανδρέας Εμπειρίκος ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ  και ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Γαλαξίας πρώτη έκδοση Υψικαμίνου 1934,Ενδοχώρας 1945)

 

 

ΣΚΟΠΙΑ

(κι άλλα ποιήματα από την ενότητα Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ 1934 της ΕΝΔΟΧΩΡΑΣ 1945 του Ανδρέα Εμπειρίκου)

Κρατάμε μεσ’ στα χέρια μας τα πρόσωπά μας

Και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις

Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται

Στην κάθε μας ματιά.

 

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα

Η χάρη τους είναι ψηλή περικοκλάδα

Που σφίγγει τα μελλούμενα και τη ζωή μας

Μέσα στ’ αστέρια.

 

ΤΑ ΜΟΥΡΑ

Σημαδεμένη απ’ το πρωί θα περιμένει

Ορθή στη νύχτα κάθε ψηλαφήσεως

Αγαπητή σφαδάζουσα και μ’ έναν ήχο

Στο βάθος της σιγής που λιγοστεύει

Κι έπειτα αυξάνει την ψιχάλα των ωρών.

 

Το φέγγος σαν σουραύλι της αιθρίας

Γεμίζει με τα στάχυα του τα δαχτυλίδια

Που τα φορούν γυναίκες κρεμασμένα

Ανάμεσα στα στήθη τους κι ανάμεσα

Στα δροσερά φυλλώματα της ευτυχίας.

 

ΜΕΡΟΣ ΠΟΜΠΗΣ

Το ρίγος των ενιαυτών δεν είναι παραπέτασμα

Είναι τριαντάφυλλο με λεμονιές στα χείλη

Είναι κουμπί σε φόρεμα βελούδινο

Και βάσις των οικίσκων μιας πολίχνης.

 

Κάποτε πιάνουν τα ζαρκάδια τα παιδιά

Και γρήγορα τα παρατούν

Γιατί διασκεδάζουν περισσότερο

Να βλέπουν τα κουδούνια της ανοίξεως.

 

Το ρίγος των ενιαυτών σκορπά τη ζάχαρη

Στα χείλη που φιλούν την οπτασία

Μια συναυλία στη ζωή και στα σοκάκια της

Κι έπειτα πάλι τα σφυρίγματα

 

ΚΟΡΗ

Το σπίτι βρίθει από χαρά

Καθώς λαγήνι πλήρες γάλακτος στον ήλιο

Ένα κορίτσι στο παράθυρο κρυφά

Δίνει τα στήθη της στα περιστέρια.

 

Γιομάτα σφύζουν τα βυζιά

Και στέκουν όρθιες οι ρώγες

Τα πιπιλίζουν τα πουλιά

Κι αίφνης το γάλα ξεχειλίζει.

 

ΤΟ ΧΕΡΙ

Ψιλή κραυγή και συνεχώς αποψιλούται

Σαν μίσχος μιας νεάνιδος στον άνεμο

Φεύγουν τα πέταλά της ένα –έ να

Μεσ’ την ανταύγεια του φουστανιού της.

 

Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δεν χάνεται

Μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων

Μεσ’ τα γαλάζια βλέφαρα και την λευκή της μπλούζα

Που φάνταζε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός

 

Η ΑΚΡΗ

Η λησμοσύνη απλώθηκε στην αμμουδιά

Κι όλα τα ψάρια θα ’ρθουν να χαϊδέψουν

Τα ολόξανθα μαλλιά της και το στήθος

Μεσ’ το γαλάζιο ψίθυρο των ντροπαλών κυμάτων

 

Και να που σπάζουν τώρα τ’ αντιστύλια

Κι ανθούνε στις μαντήλιες τα φιλιά

Που δίνουν μεσ’ στο σκότος στα κορίτσια

Οι ταυρομάχοι με τις κίτρινες χλαμύδες.

 

ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΠΑΛΑΜΗ

Φλοιέ της Γης

Δέξου τα παραμύθια μεσ’ τα δένδρα

Δέξου την επιδέξια τρυφερότητα

Που σου προσφέρουν οι ερασταί.

 

Λίγα φλουριά πουλιούνται το πρωί

Μα πάμπολλα το μεσημέρι και το βράδυ

Φλοιέ της γης μην το φοβάσαι το σκοτάδι

Μας φέρνει πάντα την αυγή

Κρυμμένη στα φτερά των πίππων.

 

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΔΕΙΚΤΟΥ

Βρέφη κρατούν ιππόδρομο στα χέρια

Μικρές σταγόνες πέφτουνε στον ήλιο

Από το μέλι βγήκε ο προφήτης

Που μας συμβούλεψε να μείνουμε στο ρίγος

Της ικεσίας των αχνών εκφορτωμάτων.

 

Πότε θα φύγω το καλλίτερο φανάρι

Μια προσβολή να φέρει στο σαράφη

Μια δέησι στα κύτταρα του χρόνου.

 

ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ

Προστρέχουν πάντα τα νερά

Τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες

Και μια ριπή ξαφνιάζει τα πουλιά

 

Όμως δεν θύμωσαν τα περιβόλια

Βόλια χαράς σφυρίζουν μες τα φύλλα

Είναι τα μήλα κόκκινα

Κι ένα διαβάτης κόβει μερικά

 

ΟΧΘΗ

Είμεθα στην όχθη σαν προβλήτες

Τα χέρια μας απλώνονται στον ουρανό

Και κατεβάζουν τα πουλιά

Και τα κελεύσματα των οδοιπόρων.

 

Μια γυναίκα κάποτε μας σταματά

Αν δεν γελάσει πρόκειται να βρέξει.

 

ΒΛΑΣΤΗΣΗ

Στα χέρια μας ακμάζουν τα παιδιά μας

Και παίζουν με την κόμη μας

Κι ακούνε τη λαλιά μας.

 

Η κεφαλή μας ζει

Μαζί με τους κορμούς μας

Δόξα σε μας και τις γυναίκες μας

Και δόξα στα παιδιά μας

 

ΤΑ ΒΕΛΗ

Ένα κορίτσι σ’ ένα κήπο

Δυο γυναίκες σε μια γλάστρα

Τρία κορίτσια στην καρδιά μου

Άνευ ορίων άνευ όρων.

 

Μια παλάμη σ’ ένα τζάμι

Μια παλάμη σ’ ένα στήθος

Ένα κουμπί που ξεκουμπώνεται

Ένα βυζί που αποκαλύπτεται

Ενώ ο τοξότης με τα βέλη

Λάμπει ψηλά στον ουρανό

Άνευ ορίων άνευ όρων.

 

Η ΠΡΟΕΞΟΧΗ

Το βύθισμα του κόρακος στο διάστημα

Συμπαρασύρει τα νερά των ποταμών

Κυλούν οι βράχοι στις φιάλες

Και το κρασί μετουσιώνεται.

 

Τα σμήνη των βεγγαλικών μεσ’ τα μπουκέτα

Παλίρροια των αναμνήσεων σε μια στιγμή

Θέατρον πλήρες κόσμου που αλαλάζει

Η κάθε ανάμνηση στην καταχνιά

 

ΕΝΟΡΑΣΗ

Το ακροατήριον βοά και περιμένει

Δέθηκε χθες και πρόπερσι στην κορυφή του

Η νέα μηχανή με τα πανέρια

Των αρωμάτων και των νυχτερινών βλυσμάτων.

 

Το ακροατήριον βοά και περιμένει

Με την ευχή του θερινού του πέπλου

Βέλα σιγής και βέλη της οράσεως

Απανωτά στα κρόταλα της εσοδείας

 

ΘΛΑΣΙΣ

Σήμερα τήκονται τα χελιδόνια

Βάναυση λύσσα που μεθά τους οργωτάς του πόνου

Τώρα που τα παιχνίδια των αιλουροειδών

Προδίδουν την διάθεσι της ώρας.

 

Α τα καημένα τα χελιδόνια

Τήκονται αδίκως μεσ’ τον ήλιο

Σε μια φωτιά που ανάψανε με ρούμι

Οι τυμβωρύχοι.

 

Α τα καημένα χελιδόνια

Την μοίρα τους την είπε ψίθυρος

Τσιγγάνας με μαστούς παλλόμενους

Πριν πέσει ο ήλιος στα ξανθά πλεμάτια

Των αλιευτικών της ανοιχτής θαλάσσης.

 [Ανδρέας Εμπειρίκος, ποιήματα από την ενότητα Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ 1934  συλλογή  ΕΝΔΟΧΩΡΑ πρώτη έκδοση 1945]

 

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΠΟΤΕ ΜΑΣ ΣΤΑΜΑΤΑ. ΑΝ ΔΕΝ ΓΕΛΑΣΕΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΒΡΕΞΕΙ:

Ένα κορίτσι σ’ ένα κήπο   Δύο γυναίκες σε μια γλάστρα    Τρία κορίτσια στην καρδιά μου    Άνευ ορίων άνευ όρων…   Η πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε κατά την ερμηνεία που της δίνουμε κάθε φορά που επιτυγχάνουμε στα ζάρια.   Και ιδού που επιτυγχάνουμε και πάλι, αφού τα ζάρια πέσαν στην κοιλιά μιας γυναικός   Μιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης κατόπιν κολυμβήσεως στην άμμο.   Αυτή η γυναίκα καθώς λεν οι θρύλοι, είχε το θάρρος να περάσει μοναχή της   Γυμνή με στέαρ των κολυμβητών στο σώμα   Μια θάλασσα πλατειά και φουσκωμένη από τους στεναγμούς του γλυκασμού πολλών αγγέλων…    Είμεθα στην όχθη σαν προβλήτες.    Τα χέρια μας απλώνονται στον ουρανό και κατεβάζουν τα πουλιά και τα κελεύσματα των οδοιπόρων...    Μία παλάμη σ’ ένα τζάμι    Μία παλάμη σ’ ένα στήθος    Ένα κουμπί που ξεκουμπώνεται    Ένα βυζί που αποκαλύπτεται    Ενώ ο τοξότης με τα βέλη λάμπει ψηλά στον ουρανό    Άνευ ορίων άνευ όρων!..  [ΣΤΕΑΡ  από την ενότητα Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ  της ΕΝΔΟΧΩΡΑΣ  του Ανδρέα Εμπειρίκου, με στίχους κι από τα ποιήματα ΟΧΘΗ και τα ΒΕΛΗ -  ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΣ  και ΕΝΔΟΧΩΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Γαλαξίας πρώτη έκδοση Υψικαμίνου 1934,Ενδοχώρας 1845]

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2022

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΑΔΙΑΚΟΠΑ Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΑΝΤΑ

 

Μέρα στιλπνή αχιβάδα της φωνής που μ’ έπλασες

Γυμνόν να περπατώ στις καθημερινές μου Κυριακές

Ανάμεσα απ’ των γιαλών τα καλωσόρισες

Φύσα τον πρωτογνώριστο άνεμο   Άπλωσε μια πρασιά στοργής

Για να κυλήσει ο ήλιος το κεφάλι του

Ν’ ανάψει με τα χείλια του τις παπαρούνες

Τις παπαρούνες που θα δρέψουν οι περήφανοι άνθρωποι

Για να μην είναι άλλο σημάδι στο γυμνό τους στήθος

Από το αίμα της αψηφισιάς που ξέγραψε τη θλίψη

Φτάνοντας ως τη μνήμη της ελευθερίας.

 

Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα

Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά

Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα

Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε    Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

 

Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη   Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή

Ο ουρανός μου είναι βαθύς και ανάλλαχτος

Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα

Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.

[τρίτο απόσπασμα από τη συλλογή  του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ, πρώτη έκδοση 1943  και άλλα αποσπάσματα από αυτή τη συλλογή  εδώ αντιγραφή και επικόλληση από την Πέμπτη έκδοση ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία 1974]



 


ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΙΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ  

(πρώτο απόσπασμα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ 1943)

Δεν ξέρω πια τη νύχτα φοβερή ανωνυμία θανάτου

Στο μυχό της ψυχής μου αράζει στόλος άστρων.

Έσπερε φρουρέ γα να λάμπεις πλάι στο ουρανί

Αεράκι ενός νησιού που με ονειρεύεται

Ν’ αναγγέλλω την αυγή από τα ψηλά του βράχια

Τα δυο μάτια μου αγκαλιά σε πλέουνε με το άστρο

Της σωστής μου καρδιάς: δεν ξέρω πια τη νύχτα.

 

Δεν ξέρω πια τα ονόματα ενός κόσμου που μ’ αρνιέται

Καθαρά διαβάζω τα όστρακα τα φύλλα τ’ άστρα

Η έχτρα μου είναι περιττή στους δρόμους τ’ ουρανού

Εξόν κι αν είναι το όνειρο που με ξανακοιτάζει

Με δάκρυα να διαβαίνω της αθανασίας τη θάλασσα

Έσπερε κάτω απ’ την καμπύλη της χρυσής φωτιάς σου

Τη νύχτα που είναι μόνο νύχτα δεν την ξέρω πια.

 

ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ  -ΙΙ-

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή

Πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες

Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος

Τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους

Της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά - σιγά

Και πλάι απ’ το νερό που στάζει συλλαβίζοντας

Ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο!

 

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές

Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα

Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’ αυτιά του

Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του

Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης

Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα

Σταλμένο από τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε:

 

Ω σώμα του καλοκαιριού γυμνό καμένο

Φαγωμένο από το λάδι κι από το αλάτι

Σώμα του βράχου και ρίγος της καρδιάς

Μεγάλο ανέμισμα της κόμης λυγαριάς

Άχνα βασιλικού πάνω απ’ το σγουρό εφηβαίο

Γεμάτο αστράκια και πευκοβελόνες

Σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας!

 

Έρχονται σιγανές βροχές ραγδαία χαλάζια

Περνάν δαρμένες οι στεριές στα νύχια του χιονιά

Που μελανιάζει στα βαθιά μ’ αγριεμένα κύματα

Βουτάνε οι λόφοι στα πηχτά μαστάρια των νεφών

Όμως και πίσω από όλα αυτά χαμογελάς ανέγνια

Και ξαναβρίσκεις την αθάνατη ώρα σου

Όπως στις αμμουδιές σε ξαναβρίσκει ο ήλιος

Όπως μεσ’ στη γυμνή σου υγεία ο ουρανός.

 

IV

Πίνοντας ήλιο κορινθιακό

Διαβάζοντας τα μάρμαρα

Δρασκελίζοντας αμπέλια θάλασσες

Σημαδεύοντας με το καμάκι

Ένα τάμα ψάρι που γλιστρά

Βρήκα τα φύλλα που ο ψαλμός του ήλιου αποστηθίζει

Τη ζωντανή στεριά που ο πόθος χαίρεται

Ν’ ανοίγει.

 

Πίνω νερό κόβω καρπό

Χώνω το χέρι μου στις φυλλωσιές του ανέμου

Οι λεμονιές αρδεύουνε τη γύρη της καλοκαιριάς

Τα πράσινα πουλιά σκίζουν τα όνειρά μου

Φεύγω με μια ματιά

Ματιά πλατιά όπου ο κόσμος ξαναγίνεται

Όμορφος από την αρχή στα μέτρα της καρδιάς.

 

ΠΟΙΟ ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙ ΑΚΟΜΗ ΑΝΕΡΑΣΤΟ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΗ ΜΕΛΙΣΣΑ –V -

Ο άνεμος βρίσκει μια παρέα φυλλώματα κυματιστά

Η στεριά σκαμπανεβάζει

Στον αφρό των χόρτων οι μουριές ανοίγουν τα πανιά

Το τελευταίο ταξίδι μοιάζει με το πρώτο - πρώτο.

 

Ω να σπάσουν οι πέτρες να λυγίσουνε τα θυμωμένα σίδερα

Ο αφρός να φτάσει ως την καρδιά ζαλίζοντας τα θεριεμένα μάτια

Η θύμηση να γίνει ένα κλαδάκι δυόσμου αμάραντο

Κι από τη ρίζα του να ορμήσουν άνεμοι γιορτής

Εκεί  να γείρουνε το μέτωπο

Τα αστραφτερά μας πράγματα να ’ναι κοντά

Στην πρώτη απλοχεριά του πόθου

Η κάθε γλώσσα να μιλεί την καλοσύνη της ημέρας

Ήμερα να χτυπάει στις φλέβες ο παλμός της γης.

 

VI

Χτυπήσανε τη μέρα σε καλή μεριά

Ξύπνησε το νερό μέσα στο χώμα

Κρύα φωνή νεογέννητη

Που σμίγει από μακριά τη γειτονιά των βρύων

 

Με χάδι από λιοτρόπι δεν φοβάται

Το περιβόλι μήπως βγει στην άβυσσο

Χέρι με χέρι παν οι ερωτευμένοι

Όταν χτυπάνε οι καμπάνες του ήλιου.

 

Υγεία ηχώ φοράδα

Πέταλο και φτερό πλαγιάς

Σύννεφο και χορτάρι αθέριστο

Γλαυκές οργιές του ανέμου

 

Λοξά τ’ ανήλικα πουλιά

Παν να σημάνουν άνοιξη στα σύννεφα

Κι όσα η χαρά ποτές δεν ονομάτισε

Τώρα διψούν την ευτυχία του κόσμου.

 

Δίψα του κόσμου η αντρική στολή σου πάει

Θα πας να βρεις τη θηλυκή σου κοίτη

Αναποδογυρίζοντας ένα λιβάδι

Έναστρο που του φύγαν οι ανεμώνες

 

ΚΑΤΩ ΣΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΤΟ ΑΛΩΝΑΚΙ  - VII -

(από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ 1943)

Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι

Στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα

Ιδρώνει ο ήλιος τρέμει το νερό

Φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε

Στάχια ψηλά λυγίζουνε τον μελαψό ουρανό.

 

Με χείλια μπρούτζινα κορμιά γυμνά

Τσουρουφλισμένα στο τσακμάκι του οίστρου

Εε! εε! Τραντάζοντας διαβαίνουν οι αμαξάδες

Στο λάδι της κατηφοριάς τ’ αλόγατα βουλιάζουν

Τ’ αλόγατα ονειρεύονται

Μια πολιτεία δροσερή με γούρνες μαρμαρένιες

Ένα τριφύλλι σύννεφο έτοιμο να χυθεί

Στους λόφους των λιγνών δενδρών που ζεματάν τ’ αυτιά τους

Στα ντέφια των μεγάλων κάμπων που χοροπηδάν τις καβαλίνες τους

 

Πέρα μεσ’ τα χρυσά νταριά κοιμούνται αγοροκόριτσα

Ο ύπνος τους μυρίζει πυρκαγιά

Στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει

Απ’ τη μασχάλη τους γλυκά στάζει το μοσχοκάρυδο

Κι η άχνα πιωμένη με βαριές χτυπιές παραπατά

Στην αζαλιά στην έλισσα και στη μοσχοϊτιά!

 

VIII

Έζησα τ’ όνομα το αγαπημένο

Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς

Στον ρόθρο της ισόβιας θάλασσας.

 

Εκείνοι που με λιθοβόλησαν δεν ζούνε πια

Με τις πέτρες τους έχτισα μια κρήνη

Στο κατώφλι της έρχονται χλωρά κορίτσια

Τα χείλια τους κατάγονται από την αυγή

Τα μαλλιά τους ξετυλίγονται βαθιά στο μέλλον.

 

Έρχονται χελιδόνια τα μωρά του ανέμου

Πίνουν πετούν να πάει μπροστά η ζωή

Το φόβητρο του ονείρου γίνεται όνειρο

Η οδύνη στρίβει το καλό ακρωτήρι

Καμιά φωνή δεν πάει χαμένη στους κόρφους του ουρανού.

 

Ω αμάραντο πέλαγο τι ψιθυρίζεις πες μου

Από νωρίς είμαι στο πρωινό σου στόμα

Στην κορυφή όπου προβάλλει η αγάπη σου

Βλέπω τη θέληση της νύχτας να ξεχύνει τ’ άστρα

Τη θέληση της μέρας να κορφολογάει τη Γη.

 

Σπέρνω στους κάμπους της ζωής χίλια μπλαβάκια

Χίλια παιδιά μέσα στο τίμιο αγέρι

Ωραία γερά παιδιά που αχνίζουν καλοσύνη

Και ξέρουν ν’ ατενίζουν τους βαθιούς ορίζοντες

Όταν η μουσική ανεβάζει τα νησιά.

 

Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο

Στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς

Στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

 

Ο ΚΗΠΟΣ ΕΜΠΑΙΝΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ  ΒΑΘΥ ΓΑΡΥΦΑΛΟ ΑΚΡΩΤΗΡΙ

(… το χέρι σου έφευγε με το νερό να στρώσει νυφικό το πέλαγος   το χέρι σου άνοιγε τον ουρανό…)

Άγγελοι μ’ έντεκα σπαθιά   πλέανε πλάι στ’ όνομά σου   σκίζοντας τ’ ανθισμένα κύματα   κάτω μπατέρναν τα λευκά πανιά   σ’ απανωτές σπιλιάδες γρέγου   Μ’ άσπρα τριανταφυλλαγκάθια   έραβες φιόγκους προσμονής   Για να μαλλιά των λόφων της αγάπης σου έλεγες:   Η χτενίστρα του φωτός   είναι πηγή στη γη που διασκεδάζει.   Κλέφτρα σαΐτα σκάνδαλο του γέλιου   Ω εγγονούλα της γρια-λιακάδας   Μεσ’ απ’ τα δένδρα πείραζες τις ρίζες   Άνοιγες τα χωνάκια του νερού   ραβδίζοντας της λησμονιάς τα τζίτζιφα.   Ή πάλι νύχτα μ’ άσωτα βιολιά   μέσα στους μισοχαλασμένους μύλους   κρυφομιλούσες με μια μάγισσα   Στους κόρφους σου έκρυβες μια χάρη   που ήταν το ίδιο το φεγγάρι.   Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί   Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα   Για το δικό σου το χατίρι   Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα   βαθύ γαρύφαλλο ακρωτήρι    [ένατο απόσπασμα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ 1943]

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2022

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ