Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΕΝΟΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ – ΤΟΝ ΠΛΑΤΥ ΔΕ ΓΝΩΡΙΣΑ ΠΟΤΕ

 (…αν ήταν ίσως μια φορά μονάχα  τότες

που σε φιλούσα κι άκουα θάλασσα… (Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ)

H Μαρία Νεφέλη λέει:

Είναι πριν τον γνωρίσεις που αλλοιώνει ο θάνατος

από ζώντας με τις δαχτυλιές του επάνω μας

ημιάγριοι το μαλλί αναστατωμένο σκύβουμε

χειρονομώντας πάνω σ’ ακατανόητες άρπες. Αλλά

ο κόσμος φεύγει…

Άι άι δυο φορές το ωραίο δεν γίνεται

δε γίνεται η αγάπη.

 

Κρίμας κρίμας κόσμε

σ’ εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί

και κανείς κανείς δεν έλαχε

δεν έλαχε ν’ ακούσει ακόμη

καν φωνήν αγγέλων και υδάτων πολλών

καν εκείνο το «έρχου» που σε νύχτες αϋπνίας μεγάλης ονειρεύτηκα

 

Εκεί εκεί να πάω σ’ ένα νησί πετραδερό

που ο ήλιος το λοξοπατάει σαν κάβουρας

κι όλος τρεμάμενος ο πόντος ακούει κι αποκρίνεται.

 

Πάνοπλη με δεκάξι αποσκευές με sleeping bags και χάρτες

πλαστικούς σάκκους κοντάμετρα και τηλεοπτικούς φακούς

κιβώτια με φιάλες μεταλλικό νερό

κίνησα –δεύτερη φορά- και τίποτα.

 

Κιόλας η ώρα εννιά στον μόλο της Μυκόνου

έσβηνα μες τα ούζα και στα εγγλέζικα

θαμώνας ενός ουρανού ελαφρού όπου όλα

τα πράγματα βαραίνουν δυο φορές το βάρος τους

ενώ τεντώνεται από τα άστρα ο λώρος

να κοπεί και χάνεται…

 

Κοιμήθηκα όπως μόνον μπορεί να κοιμηθεί κανείς

πάνω σ’ ένα κρεβάτι που το ζέσταναν οι ράχες άλλων

βάδιζα λέει σε παραλία ερημική

όπου η σελήνη αιμορραγούσε και δεν άκουγες παρά

του ανέμου τα πατήματα πάνω στα σάπια ξύλα.

Ω το γόνατο μες στα νερά πήρα να φέγγω

από μέσα μου μεράκι αλλόκοτο

άνοιξα τα πόδια

σιγά-σιγά τα σπλάχνα μου άρχισαν

μωβ κυανά πορτοκαλιά να πέφτουν

με στοργή σκύβοντας τα ’πλενα ένα ένα

προσεκτικά προπάντων στα σημεία που έβλεπα

να ’χουν αφήσει ουλές οι δαγκωνιές του Αόρατου.

 

Ώσπου τα μάζεψα όλα στην ποδιά μου

δίχως να βηματίσω προχωρούσα

φυσούσε η μουσική και μ’ έσπρωχνε

κομμάτια θάλασσας εδώ – κομμάτια θάλασσες πιο πέρα.

Θε μου πού πάει κανείς όταν δεν έχει μοίρα

πού πάει κανείς όταν δεν έχει αστέρι

άδειος ο ουρανός άδειο το σώμα

και μόνο η πίκρα στρογγυλή γεμάτη

μες τη σελήνη τη μισή σαλεύοντας τ’ αγκάθια της

ένας ακόμη που δεν γίνεται ποτέ να πιάσεις

θηλυκός αχινός.

 

Επάνω κει ξύπνησα μες στο ξένο σπίτι

πασπατεύοντας μες στα σκοτεινά το χέρι μου

πάνω στο ψαλιδάκι των νυχιών έβρισκε την αιχμή.

Λύση της συνεχείας του δέρματος

η αιχμή λύση της συνεχείας του κόσμου.

Εδώθε ο χαμός – εκείθε η σωτηρία.

Εδώθε το mercurochrome το tensoplast

εκείθε το θηρίο λυμαίνοντας τις ερημιές

ουρλιάζοντας δαγκάνοντας

σούρνοντας μέσα στους καπνούς τον ήλιο.

(ΠΑΤΜΟΣ  από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, Ίκαρος 1978)

 


 

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ  

(από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, Ίκαρος 1978)

Και ο Αντιφωνητής:

Κι είναι από τότες λέω – είναι η ίδια η θάλασσα

φτάνοντας μες τον ύπνο μου που ’φαγε την σκληρή την πέτρα

κι άνοιξε τ’ αχανή διαστήματα. Λόγια που έμαθα

σαν περάσματα ψαριών πράσινα

με γαλάζια κιμωλία χαρακωμένα

παραμιλητά που ξυπνητός ξεμάθαινα

και πάλι κολυμπώντας ένιωθα κι ερμήνευα

Ιωάννης των ερώτων

μπρούμυτα

στις κουβέρτες κρεβατιού επαρχιακού ξενοδοχείου

με το γλόμπο γυμνό στην άκρη από το σύρμα

και τη μαύρη κατσαρίδα σταματημένη πάνω απ’ τον νιπτήρα.

Προς τι προς τι να ’σαι άνθρωπος

ο βαθμός της πολυτέλειας μες στο ζωικό βασίλειο

τι μπορεί να σημαίνει

εξόν κι αν έχει ώτα ακούειν

μη φοβού α μέλλεις πάσχειν.

 

Εγώ δεν φοβήθηκα

εγώ διόλου ταπεινά όμως υπέμεινα

εγώ τον θάνατο είδα τρεις φορές

εγώ με διώξανε απ’ τις πόρτες έξω.

 

Αν έχεις ώτα ακούειν. Εγώ άκουσα

βουή σαν από πελαγίσιον κόχυλα

και στρέφοντας μέσα στο φως άξαφνα είδα

τέσσερα μελαψά στην όψη αγόρια

όπου φυσούσαν κι έσπρωχναν έσπρωχναν κι έφερναν

κομμάτι γης στενό ζωσμένο στην ξερολιθιά

όλο-όλο εφτά ελαιόδενδρα

κι ανάμεσό τους γέροντας έμοιαζε βοσκός

το πόδι του ξυπόλυτο πάνω στην πέτρα.

 

«Εγώ είμαι» μου είπε «μη φοβάσαι

κείνα που ’ναι γραφτό να πάθεις».

Και το χέρι το δεξί τεντώνοντας

μου ’δειξε μες την απαλάμη του τα εφτά βαθιά χαράκια:

«Τούτες είναι οι θλίψες οι μεγάλες

κι αυτές θα γραφτούν στο πρόσωπό σου

όμως εγώ θα σου τις σβήσω με το ίδιο τούτο χέρι

που τις έφερε».

 

Και μεμιάς πίσω απ’ το χέρι του είδα –φάνηκε

συρφετός πολλών αλαλιασμένων από τρόμο ανθρώπων

όπου φώναζαν κι έτρεχαν έτρεχαν κι έσκουζαν

«Ιδού έρχεται ο Αβαδδών ιδού έρχεται ο Απολλύων».

Ένιωσα ταραχή μεγάλη κι όργητα

με κυρίεψε. Αλλ’ ο ίδιος συνέχισε:

«Κείνος που αδίκησε ας αδικήσει ακόμη. Κι ο βρωμιάρης

ας βρωμίσει περισσότερο. Κι ο δίκαιος

πιο δίκαιος ας είναι». Κι επειδή αναστέναξα

με γαλήνη απέραντη άπλωσε το χέρι

αργά πάνω στο πρόσωπό μου

κι ήταν γλυκύ σαν μέλι αλλά πικράθηκαν τα σωθικά μου.

 

«Δει σε πάλιν προφυτεύσαι επί λαοίς και εθνεσι

και γλώσσαις και βασιλεύσι πολλοίς»

είπε και βγάζοντας λευκές φωτιές έσμιξε με τον ήλιο.

 

Τέτοιο το πρώτο μου όνειρο που ακόμη

να το χωρίσω απ’ τις φωνές της θάλασσας

και να το σώσω καθαρό δε γίνεται.

Δε γίνεται μέσα στα λόγια τ’ όνειρο.

Το ψέμα μου είναι τόσο αληθινό

που ακόμη καιν τα χείλη μου.

[Οδυσσέας Ελύτης, από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

 

ΧΑΡΑΞΟΥ ΚΑΠΟΥ ΜΕ ΟΠΟΙΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΠΑΛΙ ΣΒΗΣΟΥ ΜΕ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ  (Η Μαρία Νεφέλη λέει…)

(…Και ο  ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ: είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι…)

H Μαρία Νεφέλη λέει:

Μέρα τη μέρα ζω - πού ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.

Το ’να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ’ άλλο μου τα ισιώνει.

 

Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη

και να ’μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη»

 

Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης

 η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης

 

Δε πα ’να ξενυχτάς – να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους

ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους

 

Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο

και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο

 

Έτσι που αν στ’ αλήθεια ο Έρωτας είναι καταπώς λεν

«Κοινός Διαιρέτης»

εγώ θα πρέπει να ’μαι  η Μαρία Νεφέλη  κι  εσύ  φευ  ο Νεφεληγερέτης

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΦΤΑΝΕΙΣ ΠΙΟ ΣΥΝΤΟΜΑ ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ

(… μόνο που ’ναι πιο δύσκολο…)

Κι από τη φύση…

Αλλά θέλει να ξέρεις  να της αφαιρέσεις

την αγκίδα της… )

 

Και ο Αντιφωνητής:

 

Α τι ωραία να ’σαι Νεφεληγερέτης

(…να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου

να μην σε νοιάζει αν αρέσεις ή όχι

τίποτε…)

Απερίσπαστος νέμεσαι την αντιδημοτικότητα

έτσι, με γενναιοδωρία, σαν να διαθέτεις

νομισματοκοπείο και να το κλείνεις

ν’ απολύεις όλο το προσωπικό

να κρατάς μια φτώχεια που δεν την έχει άλλος κανείς

εντελώς δική σου.

Την ώρα που μες τα γραφεία τους απεγνωσμένα

κρεμασμένοι απ’ τα τηλέφωνά τους

παλεύουν για’ να τίποτα οι χοντράνθρωποι

ανεβαίνεις εσύ μέσα στον Έρωτα

καταμουτζουρωμένος αλλ’ ευκίνητος

σαν καπνοδοκαθαριστής

κατεβαίνεις απ’ τον Έρωτα έτοιμος να ιδρύσεις

μια δική σου παραλία

 

χωρίς λεφτά

 

γδύνεσαι όπως γδύνονται όσοι νογούν τ’ αστέρια

και μ’ οργιές μεγάλες ανοίγεσαι να κλάψεις ελεύθερα…

[κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, Ίκαρος 1978 εφημερεύουν σήμερα στο ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ μου ]

 

ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΣ ΑΕΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΓΑΛΗΝΗ ΠΟΥ ΒΡΙΚΟΛΑΚΙΑΣΕ  (Μαρία Νεφέλη)

(και ο Αντιφωνητής) ΑΝ ΔΕΝ ΣΤΗΡΙΞΕΙΣ ΤΟ ΕΝΑ ΣΟΥ ΠΟΔΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙΣ ΝΑ ΣΤΑΘΕΙΣ ΕΠΑΝΩ ΣΟΥ

Η ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ ΛΕΕΙ:  η αιχμή λύση της συνέχειας του κόσμου.  Εδώθε ο χαμός – εκείθε η σωτηρία.   Εδώθε το mercuchrome    το tensoplast   εκείθε το θηρίο λυμαίνοντας τις ερημιές  ουρλιάζοντας   δαγκώνοντας       ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ: Τέτοιο το πρώτο μου όνειρο  που ακόμα ναν το χωρίσω απ’ τις φωνές της θάλασσας  και  να το σώσω καθαρό δε γίνεται.   Το ψέμα μου είναι τόσο αληθινό   που ακόμη καιν τα χείλη μου   (αποσπάσματα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ 1978

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΤΕΝΟΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ – ΤΟΝ ΠΛΑΤΥ ΔΕ ΓΝΩΡΙΣΑ ΠΟΤΕ

  (…αν ήταν ίσως μια φορά μονάχα  τότες που σε φιλούσα κι άκουα θάλασσα… (Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ) H Μαρία Νεφέλη λέει: Είναι πριν τον γνωρίσ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ