Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα
και τα δαιμονικά του κόσμου τούτου.
Έχω πει στην αγάπη «γιατί»
και την έχω κυλήσει στο πάτωμα.
Έγιναν οι πολέμοι και ξανάγιναν
και δεν έμεινε ούτε ένα κουρέλι
να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματά μας
και να το λησμονήσουμε.
Ποιος ακούει; Ποιος
άκουσε;
Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;
Ένα κορμί μου μένει και το δίνω.
Σ’ αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα ιερά,
όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλίπες.
Και σ’ αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ
από θάλασσα κι από κολύμπι…
[Οδυσσέας Ελύτης, από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ,
εκδόσεις Ίκαρος 1978]
Μαρία Νεφέλη:
Περπατώ μες στ’ αγκάθια μες στα σκοτεινά
σ’ αυτά που είναι να γίνουν και στ’ αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
τα νύχια μου τα μοβ σαν τα κυκλάμινα
Αντιφωνητής:
Παντού
την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό. Ν’ ακούει δίσκους
ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά
γκαμπαρντίνα. Μπρος από βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και στις
δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα.
Είναι χλωμή κι ωραία. Μ’ αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου. Σα να γίνεται
κάτι αλλού –που μόνο αυτή τ’ ακούει και
τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφιχτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα
ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.
Μαρία Νεφέλη:
Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου
’λεγε «θυμάσαι;» Τι να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα – πώς να
το πω: απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα – κει που δεν το
περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι
άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν - ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά
φαίνεται το παράκανα. Επειδή – δεν ξέρω – κάτι παράξενο έγινε στο τέλος. Πρώτα
έβλεπα το νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος. Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο
χτύπος κι η κραυγή. Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει…
Αντιφωνητής:
«Γιατί
δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν Μητροπολιτάδες»; - έτσι μου ’λεγε. Και μια
φορά, θυμάμαι, καλοκαίρι στο νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα,
πηδήσαμε απ’ τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις πέτρες και δεν
έβλεπε τίποτα.
Μαρία Νεφέλη:
Έβλεπα τα μάτια του. Έβλεπα κάτι
παλιούς ελαιώνες.
Αντιφωνητής:
Έβλεπα
μιαν επιτύμβια στήλη. Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην πέτρα. Έμοιαζε λυπημένη και
κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
Μαρία Νεφέλη:
Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε.
κοιτάζαμε κι οι δυο την ίδια πέτρα.
Αντιφωνητής:
Ήταν
ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.
Μαρία Νεφέλη:
Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη.
Αντιφωνητής:
Ήτανε
καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί. Δεν θα κρατήσεις ποτέ σου
ένα πουλί εσύ – δεν είσαι άξια!
Μαρία Νεφέλη:
Ω, αν μ’ αφήνανε, αν μ’ αφήνανε.
Αντιφωνητής:
Ποιος
να σ’ αφήσει;
Μαρία Νεφέλη:
Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.
Αντιφωνητής:
Αυτός,
αυτός που δεν αφήνει τίποτα
κόβεται
απ’ τη σκιά του κι αλλού περπατά.
Μαρία Νεφέλη:
Είναι τα λόγια του άσπρα κι είναι
ανείπωτα
κι είναι τα μάτια του βαθιά κι
ανύπνωτα…
Αντιφωνητής:
Μα
’χε πάρει όλο το πάνω μέρος απ’ την πέτρα. Και μαζί με αυτή και τ’ όνομά της
Μαρία Νεφέλη:
ΑΡΙΜΝΑ… σα να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα
τα γράμματα μέσα στο φως… ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ…
Αντιφωνητής:
Έλειπε.
Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε καθόλου.
Μαρία Νεφέλη:
ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ… εκεί, πάνω σ’ αυτό το
ΕΛ η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.
Αντιφωνητής:
Στ’
όνειρό της φαίνεται θα το ’χε δει κι αυτό για να το θυμάται.
Μαρία Νεφέλη:
Στ’ όνειρό μου, ναι. Σ’ έναν ύπνο
μεγάλο που θα ρθει κάποτε όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά. Θα
περνάνε στο δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπως σε κάτι παλιές ταινίες
ιταλιάνικες. Από παντού θ’ ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναίκες σε
μικρά μπαλκόνια να ποτίζουν τα λουλούδια τους.
Αντιφωνητής:
Ένα μεγάλο θαλασσί
μπαλόνι θα μας πάρει τόσο ψηλά, μια-δω, μια-κει, θα μας χτυπά ο αέρας. Πρώτα θα
ξεχωρίσουν οι ασημένιοι τρούλοι, κατόπιν τα καμπαναριά. Θα φανούν οι δρόμοι πιο
στενοί, πιο ίσιοι απ’ ό,τι φανταζόμασταν. Οι ταράτσες με τις κάτασπρες αντένες
για την τηλεόραση. Και οι λόφοι ένα γύρο κι οι χαρταετοί – ξυστά θα περνάνε από
δίπλα τους. Ώσπου κάποια στιγμή θα δούμε όλη τη θάλασσα. Οι ψυχές επάνω της θ’
αφήνουν μικρούς λευκούς ατμούς.
Μαρία Νεφέλη:
Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά
τα μαύρα και τα δαιμονικά του κόσμου τούτου. Έχω πει στην αγάπη «γιατί» και την
έχω κυλήσει στο πάτωμα. Έγιναν οι πολέμοι και ξανάγιναν και δεν έμεινε ούτε ένα
κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματά μας και να το λησμονήσουμε. Ποιος
ακούει; Ποιος άκουσε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;
Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ’ αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα ιερά,
όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλίπες. Και σ’ αυτό πνίγονται όσοι δεν
έμαθαν ποτέ από θάλασσα κι από κολύμπι…
Ροές της θάλασσας και σεις των άστρων
μακρινές επιρροές – παρασταθείτε μου!
Αντιφωνητής:
Έχω
σηκώσει χέρι καταπάνου στα
δαιμονικά
του κόσμου τ’ ανεξόρκιστα
κι
από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα
στον
ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα!
Μαρία Νεφέλη:
Κι απ’
τις φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα
μες στους
ανθρώπους αυτοεξορίστηκα!
ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
ο νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει
(από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, Ίκαρος 1978)
H Μαρία Νεφέλη λέει:
Ροές της θάλασσας και σεις
των άστρων μακρινές επιρροές –παρασταθείτε μου!
Απ’ τα νερά της νύχτας τ’ ουρανού κοιτάξετε
πώς ανεβαίνω
αμφίκυρτη
σαν τη νέα σελήνη
και σταλάζοντας αίματα.
Ποιητή τζιτζίκι μου εγκαταλειμμένο
μεσημέρι δεν έχει πια κανείς
σβήσε την Αττική κι έλα κοντά μου.
Θα σε πάω στο δάσος των ανθρώπων
και θα σου χορέψω γυμνή με ταμ-ταμ και προσωπίδες
και θα σου δοθώ μέσα σε βρυχηθμούς και ουρλιάσματα.
Και θα σου δείξω τον άνθρωπο Baobab
και τον άνθρωπο Plagus Carnammenti
τη γερόντισσα Cimmulius και το
σόι της όλο
το σαρακοφαγωμένο απ’ τα παράσιτα.
Θα σου δείξω τον άνδρα Bumbacarao Uncarabo
και τη γυναίκα του Ibou-Ibou
και τα παραμορφωμένα τέκνα τους
τα μανιταρόσκυλα
τον
Cingua Banga και την Iguana Brescus.
Μη φοβάσαι
με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης
θα σε οδηγήσω
και θα σου χυμήξω.
Τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου
η αλήθεια -έτσι δεν λένε;- είναι οδυνηρή
κι έχει ανάγκη να ξέρεις απ’ το αίμα σου
έχει ανάγκη απ’ τις λαβωματιές σου
απ’ αυτές και μόνο θα περάσει –εάν περάσει
κάποτες η ζωή που μάταια έψαχνες
με το σφύριγμα του ανέμου και τα ξωτικά
και τις κόρες με τους ήλιους επάνω στα ποδήλατα.
Μπρος! Ανοίξου! Φύγε!
Δίχως ρόπαλο και δίχως σπήλαιο
μες στους εξαγριωμένους βροντοσαύρους
κοίταξε να βολευτείς μονάχος σου
να εφεύρεις μια γλώσσα ίσως τσιρίζοντας
ιιιιιιιιιι.
Τότε που θ’ ακούσεις πάλι-πάλι να σου τραγουδώ
να σου τραγουδώ τις νύχτες πάνω στο ξυλόφωνο:
«Μες στο δάσος πήγα ντράγκου-ντρούγκου
μ’ έφαγαν τα δένδρα ντρούγκου-ντρου
μ’ έκαναν κομμάτια ντράγκου-ντρούγκου
μ’ έριξαν στ’ όρνια ντρούγκου-ντρου».
ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ
τέτοιαν εύστοχη δείξε αδεξιότητα και να ο Θεός!
Και ο Αντιφωνητής:
Ό,τι
να δεις – καλώς το βλέπεις
αρκεί
να ’ναι αναγγελία.
Το
ελάχιστο νέφος ουριοδρομώντας η Σελήνη
των
δένδρων ο αλιγάτορας
και
η σκυθρωπή των λιμνοθαλασσών γαλήνη
με
το πατ-πατ το μακρινό της γκαζομηχανής
αν
ο κόσμος μια για πάντα ειπώθηκε: Αναγγελία.
Ποίηση
ω Αγία μου – συγχώρεσέ με
αλλ’
ανάγκη να μείνω ζωντάνος
να
περάσω από την άλλη όχθη
οτιδήποτε
θα ’ναι προτιμότερο
παρά
η αργή δολοφονία μου από το παρελθόν.
Κι
αν επάνω μου μείνει ανεξάλειπτη
κάθε
λαίλαπα σαν εγκαυστική
θα
’ρθει το πλήρωμα των ημερών
βουστροφηδόν
θα εξαφανίσω τον εαυτό μου.
Εξόν
κι αν μήτε αυτός υπάρχει
αν
στα βάθη μέσα των ωκεανών
βυθίζοντας
οι μέρες οι ξανθές πήραν μαζί τους
μια
για πάντα το είδωλο
το
Φωτόδενδρο
με
τους χίλιους εκτυφλωτικούς των πουλιών σχίστες
και
τους Μήνες ολόγυρα στις μύτες των ποδιών
συλλέγοντας
μες τη ποδιά τους
κρόκους
μικρούς γυρίνους των αιθέρων.
Είναι
που οι άνθρωποι δεν το θελήσανε ειδαλλιώς.
Μες
στο κενό θησαύρισα και τώρα πάλι
μες
στους θησαυρούς μένω κενός.
Ω
αντίο Παράδεισοι και αζήτητες δωρεές
φεύγω
πάω κατευθείαν επάνω μου
εκεί
μακριά που βρίσκομαι.
Ήρθε
η στιγμή. Μαρία Νεφέλη
πάρε
το χέρι μου - σ’ ακολουθώ
και
το άλλο υψώνω –ιδές- με την παλάμη
αναστραμμένη
ανοίγοντας τα δάχτυλα
ένα
ουράνιο άνθος:
«Ύβρις»
όπως θα λέγαμε ή και «Αστήρ»
Ύβρις
– Αστήρ Ύβρις – Αστήρ
ιδού
το στίγμα φίλοι
πρέπει
να κρατήσουμε την επαφή.
Μη
μου γελάτε την τόση αδεξιότητα
κι
είναι το ξέρετε ενάντιος ο καιρός.
(από την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη
ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, 1978)
Ο ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ
ΕΙΜΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΥΠΟΤΑΞΕΙ (Μαρία Νεφέλη)
ΤΕΤΟΙΑ ΕΥΣΤΟΧΗ
ΔΕΙΞΕ ΑΔΕΞΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΝΑ: Ο ΘΕΟΣ (Και
ο Αντιφωνητής)
Η ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ ΛΕΕΙ: η αλήθεια – έτσι δε λένε – είναι οδυνηρή κι
έχει ανάγκη, να ξέρεις, απ’ το αίμα σου
έχει ανάγκη απ’ τις λαβωματιές σου∙
απ’ αυτές και μόνον θα περάσει – εάν περάσει κάποτες η ζωή που μάταια έψαχνες με το σφύριγμα του ανέμου και τα ξωτικά
και τις κόρες με τους ήλιους επάνω στα ποδήλατα… Μπρος!.. Ανοίξου!.. Φύγε!.. Δίχως ρόπαλο και δίχως σπήλαιο μες στους εξαγριωμένους βροντόσαυρους κοίταξε να βολευτείς μονάχος σου να εφεύρεις μια γλώσσα ίσως τσιρίζοντας ίιιιιιι
Τότε που θ’ ακούσεις πάλι – πάλι να σου τραγουδώ να σου τραγουδώ τις νύχτες πάνω στο
ξυλόφωνο: «Μες στο δάσος πήγα ντράγκου –
ντρούγκου μ’ έφαγαν τα δένδρα ντρούγκου – ντρου μ’ έκαναν κομμάτια ντράγκου – ντρούγκου μ’ έριξαν στα όρνια ντρούγκου – ντρου» ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ: Μες στο κενό θησαύρισα
και τώρα πάλι μες στους θησαυρούς μένω
κενός. Ω αντίο Παράδεισοι και αζήτητες
δωρεές φεύγω πάω κατευθείαν επάνω
μου εκεί μακριά που βρίσκομαι. Ήρθε η στιγμή. Μαρία Νεφέλη πάρε το χέρι σου – σε ακολουθώ και το άλλο υψώνω – ιδές – με την παλάμη
αναστραμμένη ανοίγοντας τα δάχτυλα ένα ουράνιο άνθος: «Ύβρις» όπως θα λέγαμε ή και «Αστήρ» Ύβρις – Αστήρ Ύβρις – Αστήρ ιδού το στίγμα φίλοι πρέπει να κρατήσουμε την επαφή. Μη μου γελάτε
την τόση αδεξιότητα κι είναι το
ξέρετε ενάντιος ο καιρός (αποσπάσματα
από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ 1978
Δευτέρα,
7 Σεπτεμβρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου