(… ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται…):
να ’μασταν, λέει
τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο
δένδρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται.
ή μήπως να ’μασταν
εκεί ψηλά τα κεραμίδια πλάι στην καπνοδόχο
την ώρα που όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός
κι ύστερα λέει
να φύτρωναν κόκκινα
κατακόκκινα φτερά στους ώμους μας
στα μάτια μας ένας κιτρινισμένος χάρτης για τον ουρανό.
να ταξιδέψουμε πέρα απ’ τον πόνο και το θάνατο…
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
γράφω τους στίχους που
ανακάλυψα
στα μυστικά αρχεία του
κόσμου
με τα πρωτόγονά μου
σύμβολα
καταχωρώ την προαιώνια
μουσική
και οι μέλλοντες αιώνες θα
συνθέτουν με αστραπές.
σαν άνεμος στην πέτρα της
ερήμου γράφω
τα ονόματα που δεν προφέρονται.
βυθίζομαι στο απρόσιτο
να ανιχνεύσω τις δικές μου
λέξεις
το δέος μέσα μου ιχνηλατώ
να ζωγραφίσω το δικό μου
φως
ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΝ ΔΕΝΔΡΟ ή ΣΑΝ
ΠΟΥΛΙ
υπάρχει μέσα μου ένα φως
καμιά φορά σαν δένδρο ή σαν
πουλί
ή ξέφτι απ’ το γαλάζιο στο περβάζι σου.
υπάρχει μέσα μου ένα φως
που όλα τα ξέρει κι όλα
τα αισθάνεται
μοναχικό που ταξιδεύει απ’
την αρχή του χρόνου
που αστράφτει μέσα στη
μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίνεται
ΔΕΙΛΟ, ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ,
ΑΒΑΦΤΙΣΤΟ
κείνο το κάτι
το τρελό και το
δεν ξέρω τι
κείνο το μυστικό,
το θαύμα!..
αυτό είναι μέσα μου
δειλό, βαθύ
γαλάζιο, αβάφτιστο,
ένα παιδί που δεν μεγάλωσε
κάτι θνητό που αρνείται να
πεθάνει
[κι άλλα Ποιήματα από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου
ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002
όπως ανθολογήθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση
ποιημάτων:
Τόλης Νικηφόρου ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ, Επιλεγμένα Ποιήματα
1966-2017, εκδόσεις Ρώμη]
Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ
(από τη συλλογή του Τόλη
Νικηφόρου ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ
ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002)
Παρασκευή μήνα Νοέμβρη
με το ζώδιο του σκορπιού,
καθώς πυκνά σκοτείνιαζε
στις παρυφές του Ολύμπου,
σχίστηκε σαν από σεισμό η
γη στα δύο
κι από τον Άδη ορθώθηκε
περήφανος και
σκυθρωπός
μπροστά μου ο Πλούτων
μου φαίνεται πως ξέχασες
ποιος είσαι
είπε βαριά, ενώ το αράπικο χρεμέτιζε
και δάγκωνε με αφρούς τα
χάμουρα
κι ο Κέρβερος ήρθε
κουνώντας την ουρά
και μου ’γλειφε τα χέρια.
άλλο δεν έχει από το λίγο
του αυτός ο ξένος τόπος
κι είναι καιρός που η μάνα
σου
(εδώ μαλάκωσε ελάχιστα το
αψύ του βλέμμα)
γύρισε στην πατρίδα και
σε περιμένει.
σήκωσε το δεξί του χέρι
απότομα
κι έπεσε νεκρική σιγή
τριγύρω.
είσαι ψυχή
κι η θέση σου είναι δίπλα
μου, με τις ψυχές
ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ, 2
ξυπόλυτη
κάτω απ’ την άσπρη
νυχτικιά που της πηγαίνει,
η Σοφία γέρνει και
σκαλίζει
το χώμα στη μεγάλη γλάστρα
κατάξανθος στα τρία και
κάτι χρόνια του
ο Νικολίνος σηκώνει κάστρα
με τους κύβους του
ενώ ο πατέρας σοβαρός
του ρίχνει κάπου – κάπου μια
έκπληκτη ματιά
πίσω απ’ την κυριακάτικη
εφημερίδα.
στο μάρμαρο ξαπλώνει τη
φουντωτή ουρά του
ένα πάντα από τα δάση της γαλήνιας
σεκόια
κόκκινοι σκίουροι
γλιστράνε στο πεζούλι
και ο αλήτης γάτος γλείφει
απολαυστικά
δίπλα στα κάγκελα
τα πέλματα και τ’
άσπρα του μουσούδια
και βέβαια κανείς ούτε
στιγμή δεν έφυγε
είναι κι όλοι οι άλλοι εδώ
ακόμη αόρατοι όπως κι εγώ
σε κάποια μυστικά διάσταση
του χρόνου
κάποτε όμως σηκώνει από το
κέντημα
τα μάτια η μητέρα
και τότε όλοι
εμφανιζόμαστε σ’ ένα γαλάζιο φως!..
ΒΟΛΤΑ ΣΤΙΣ ΡΑΜΠΛΑΣ* Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ, 1
αργά χθες βράδυ ξαφνικά
συνάντησα στις ράμπλας τ’ ουρανού
τον φοιτητή Καλιάγεφ παρέα
με τον Ντουρρούτι να τα πίνει
ενώ η Ούρλικε στο
παραδίπλα τραπεζάκι
ζωγράφιζε με τη σκιά της
μια τίγρη μες στα σύννεφα
δώρο στην Έζρα και
τον Βλαντιμίρ
εκεί που έπιανα μια ψάθινη
καρέκλα να καθίσω
βγήκε από την πόρτα ο
πανάγαθος
σέρνοντας πίσω του, όπως το
συνηθίζει,
και μια ταξιαρχία γαλαξίες
άντε να πάνε τα φαρμάκια
κάτω, είπε,
βάζοντας στο γραμμόφωνο
ένα βαρύ ζεϊμπέκικο
και μοίρασε τα καραφάκια
με το τσίπουρο
απ’ το κρυφό του αμπέλι
κουράστηκε ο πατέρας, ρε παιδιά,
μ’ αυτόν τον χαλασμό εκεί
κάτω
πρόσθεσε με γλυκό χαμόγελο
ο Ιησούς
λες και παρηγορούσε πάλι τους
απελπισμένους,
κι από την άλλη, του λείπει αυτός ο άκαρδος ο αυτόνομος
και είναι άγριο πράγμα ο
παράδεισος
χειμώνα καλοκαίρι με τα
χερουβίμ!..
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΡΑΜΠΛΑΣ,
κεντρικός δρόμος στις ισπανικές πόλεις. Στη Βαρκελώνη, η Ramnla de las Flores αρχίζει
από την Πλατεία της Καταλωνίας και
καταλήγει στο λιμάνι, στο άγαλμα του Κολόμβου και το πλοίο Σάντα Μαρία
ΒΟΛΤΑ ΣΤΙΣ ΡΑΜΠΛΑΣ Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ, 3
αργά χθες βράδυ ξαφνικά
μες την ομίχλη
είδα στις ράμπλας
τ’ουρανού
λουλούδια και μικρά πουλιά
μάτια να λάμπουν.
κι έναν αρχαίο
φιλόλογο και πάλι
όρθιο
να διδάσκει άγνωστα
κείμενα
σαν υποσχέσεις ή
αινίγματα.
χαμογελούσε κι έγραφε
στα δάχτυλά του έλιωνε η
κιμωλία του χρόνου
κι απ ’τα ανοιχτά παράθυρα
οι έφηβοι
είχαν ήδη δραπετεύσει και
ταξίδευαν
αργά χθες βράδυ ξαφνικά
είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα
για πάντα αμετάφραστη τη
λέξη ελευθερία
[από τη συλλογή
του Τόλη Νικηφόρου ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002]
ΑΔΕΣΠΟΤΑ
(από τη συλλογή του Τόλη
Νικηφόρου ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ
ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002)
τ’ αδέσποτα σκυλιά
τ’ αδέσποτα παιδιά
οι αδέσποτες ψυχές.
άγριες, φωτεινές, ευάλωτες.
όχι ότι δεν έχουν κύριο
και αφέντη
μόνο που αιώνες τώρα
απουσιάζει εκείνος
στην άλλη άκρη του
ουρανού.
τα αδέσποτα σπάνια
ξεγελούν τη θλίψη τους
στήλη καπνού στις κόρες
των ματιών τους
που αναθρώσκει από μια
μακρινή πατρίδα
ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ Η
ΕΦΗ
εκεί που πήγαινα
βαρύς και μόνος με τα
χρόνια μου στην Εγνατία
ανάμεσα σε χωρικούς και
μαγαζάτορες
βγήκε και
πάλι ξαφνικά
μέσα στα χρώματα μπροστά
μου η Έφη
κι έγειρε να
σκουπίσει με τα μάτια της
τη μελανιά απ’ το παλιό
μου μπικ στο μέτωπό.
ένα δειλό πορτοκαλί αχνοχάραζε στα χείλη της
κι ένα βαθύ γαλάζιο τ’ ουρανού
είχε σκαλώσει στα μαλλιά της.
σφιχτά κρατώντας τα βιβλία
στο λευκό πουκάμισο
η ίδια εκείνη Έφη απ’ τα
δεκαοχτώ
το ίδιο σκονισμένο
απομεσήμερο
τα ίδια εκείνα μάτια
μέσα στη θλίψη μου
χαμογελούσαν
ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΜΥΤΕΡΟ ΚΑΡΦΙ ΚΑΙ
ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ
μια έρημη σοφίτα μακρινή
μέσα στη θλίψη τ’ ουρανού
είναι η ψυχή μου.
γεμάτη άχρηστα αντικείμενα
μια ψάθινη καρέκλα
ένα ποδήλατο με τρύπια
λάστιχα
μια κόκκινη ξεφουσκωμένη
μπάλα.
κι ένα σωρό θαμπές φωτογραφίες
απ’ τους αρχαίους ενοίκους
της
όμως δεν κρύβει πλάσματα
επικίνδυνα
κι ούτε ένα μυτερό
καρφί και σκουριασμένο
μια έρημη σοφίτα μακρινή
μια λέξη ανείπωτη είναι η
ψυχή μου
ένα μοναχικό παράθυρο
που κάποτε φωτίζεται μέσα
στη θλίψη τ’ουρανού
[από τη συλλογή
του Τόλη Νικηφόρου ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ 2002]
ΣΤΙΣ ΙΔΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
ΕΠΑΝΕΡΧΟΜΑΙ ΜΟΝΟΤΟΝΑ
(… αυτές που έκαναν κουρέλι οι
αιώνες
οι
ίδιες λέξεις από μέσα μου αναβλύζουν… )
κόκκινο και βαθλυ γαλάζιο επανάσταση
αγάπη, όνειρο και θαύματα του κόσμου χώμα στον ουρανό και
μυστικά, ελευθερία και πάνω απ’ όλα η πατρίδα που είναι φως
και πάνω απ’ όλα η ψυχή μου
που είναι φως στις ίδιες λέξεις
επανέρχομαι μονότονα στο αίμα μου και
στο άγνωστο που είμαι!.. για
πρώτη κι έσχατη φορά θα απονεμηθεί
δικαιοσύνη στον ουρανό θα σβήσουν τα
μεγάλα φώτα στα μάτια μας θα σβλησει η
λάμψη στα στήθη ο πόνος τα γράμματα θα εξατμιστούν και οι σελίδες θα επανακτήσουν τη λευκότητά
τους στην αρχική αθωότητα το άγιο σκοτάδι θα μας εξισώσει όλα θα ξαναγίνουν χώμα όλα θα παραμείνουν ανεξιχνίαστα και
θ’ απλωθεί μπροστά μας το μεγάλο
τίποτα και
η απόλυτη ελευθερία!.. [ΠΡΟΔΟΜΕΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ και
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ δύο ποιήματα από τη
συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΕΝΑ ΛΙΒΑΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΠΟΥ ΟΝΕΘΤΕΥΕΤΑΙ 2002 εδώ με αντιγραφή και επικόλληση από τη
συγκεντρωτική έκδοση: ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ επιλεγμένα ποιήματα 1966 –
2017]
Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου