(… μέσα στων ήχων το χρυσάφι…)
Ι
Καθώς αγγίζω απαλές καμπύλες, εσοχές
κάλλους,
καθώς κρατώ το κερένιο σου σώμα που γνωρίζει
το ειδικό βάρος του κορμιού μου σαν λίμνη,
με καλάμια που λυγίζουνε και
μουρμουράνε,
έτσι
μοιάζουν τα χέρια σου.
Και τραβώ τη χαίτη σου καλπάζοντας
(οι θύσανοί της σημαδεύουν την
οσφύ)
με μικρές καμτσικιές στα ευκίνητα καπούλια·
βγάζεις μικρές κόκκινες φωνές χαράς
και
άγρια οι φτέρνες μου σπιθίζουν
στους αναβατήρες·
οι ανάερες οπλές σου άφηναν
αποτύπωμα στα όνειρα.
Και τα χέρια να συστρέφονται και να τραβάνε
τα σαπφείρινα χόρτα που τα τράβηξαν στον ουρανό.
Ανοίγει η μνήμη σα βρυσούλα
από παλιές ρωγμούλες να καπνίζει,
φέρνοντας τα χαμένα μας αρώματα.
ΙΙ
Μ’ άγγιξε κιόλας το βράδυ. Στάλες δροσιάς παντού·
σε κάθε στάλα ξύπναγε κι
ένας Μιλήσιος.
Γηραιοί θάμνοι
ξέγραφαν στο μυαλό μου
άκαπνους φθόγγους.
Καθώς ανασηκώνονταν φανέρωναν
νοήματα
του περιττού.
Τα χέρια θέριζαν
μα οι θεριστές είχανε φύγει,
σκύβοντας τώρα περασμένοι στα μυστικά της σιωπής.
Ύστερα σύννεφα λευκά σγουρές καμπύλες
που αλλάζαν χρώματα μόλις με βρύα
στεγνά
φθεγγόμενων χειλιών αγγίζανε
τη χλόη.
Ή γυριστά παράθυρα που τους φύγαν
μόλις
δροσεροί ποταμοί.
Ακούτε τρέμουν αφύλακτα μπακίρια
ερημικών
στιγμών μέσα στων ήχων το χρυσάφι.
Δώθε
τα φύλλα μια φωτιά μιλούσε
καθώς πρέπει να μιλήσει,
προσφέροντας σπονδές με τον καπνό
της.
Σα να ήταν τα παλιά της ρούχα, τα πένθιμά της
μεσοφόρια που με τ’ αλλόκοτό τους
βάρος
πέφτανε προς τον ουρανό.
Στο πλάι το παλιό μαγκανοπήγαδο.
Η αργή φωτιά της οξείδωσης
είχε μισοφάει αντιστηρίγματα και
τροχαλίες.
Πως κάνουν τα ζώα κύκλο
πήγα να γυρίσω κι άκουσα κλάματα μετάλλων.
Άκουσα τη φωνή των πεθαμένων.
Μια μεμβράνη μαθημένη να σκορπά
και να ενώνει τα πάντα μας
χωρίζει μόλις.
Κι εκεί που γείραν στο πλευρό παράξενα
ψηλώνει το χορτάρι.
Ένα μακρύ κλωνάρι μουριάς·
φθινόπωρο πώς είναι η κινούμενη χαίτη·
τόσα κλωνάρια σαν μια πυκνή
και
ομόκεντρη αγέλη ζώων,
που πάει να σκορπίζει
κι ολοένα είναι εδώ·
στον ίδιον αμετάθετον άξονα.
Χ
Απέναντι ο βοσκός να κατεβαίνει βήμα
βήμα με τη μέρα· ένας δρυς ο νους του·
σε μικρή χαράδρα κρύβει των ανέμων
τις φωνές· τριγυρισμένος
από τα μικρά του σύννεφα.
[αποσπάσματα
από τη συλλογή του Μανώλη Πρατικάκη, Η
ΛΗΚΥΘΟΣ 1995
κι άλλες
επιλογές απ’ αυτή τη συλλογή
μ’ αντιγραφή
και επικόλληση από
ΕΚΛΟΓΗ
από το ΕΡΓΟ του Ποιητή, εκδόσεις Καλέντης 2014]
ΑΦΗΝΩ ΤΩΡΑ ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ ΝΑ ΜΕ ΟΔΗΓΗΣΕΙ…
(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995)
ΙΙΙ
Δίνω
το πλευρό μου στο καλάμι.
Του
νου μου γυμνό στην πέτρα.
Ακούω
πάλι του πεύκου τον ψίθυρο:
οι
ερημιές μού άσκησαν το νου κι αφέθηκα
μαλακό
εκμαγείο των ανέμων.
Έτσι
μπόρεσα ν’ αποστηθίσω με τα μέλη μου
την
κλίση τους και τη μορφή τους.
Μορφικά
να παραστήσω εκείνο, που, ενώ
του
αφήνομαι, θέλει να μου μοιάσει.
Με το
δικό μου σώμα αφηγούνται τα έργα τους.
Στο
στέρνο μου χαράζουν το εφήμερο πέρασμά τους.
Με το
σώμα μου λύρα ψιθυρίζουν το τραγούδι
τους.
Με το
σώμα μου που το κοιμήθηκε το σώμα τους
και
πια δεν ξεχωρίζουμε μες στην ορχήστρα.
Δες, μες στα κλαδιά μου τρέμουν τα μέλη της θεάς.
Και
σου μιλώ με το πικρό, με τ’ ακαλλώπιστό
της
στόμα: η αληθινή ομορφιά είναι
η
αφάνεια. Η αληθινή αγάπη είναι η
αφάνεια.
ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΡΕΜΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΛΙΓΟ ΦΩΣ ΜΟΙΑΖΑΝΕ ΑΝΤΙΒΑΡΟ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ
IV
Εδώ σταθήκαμε στη ρεματιά·
λίγο
λυγίζοντας τα μπροστινά και σκύβοντας
τα
φορτωμένα ζώα ήπιανε νερό.
Πυκνό
το πλάνο ανεβάζει την αχτένιστη
φτέρη ως το ξεπέταγμα των ώμων μας·
κι ως
το χλιμίντρισμα των μουλαριών.
Εκεί άγνωστο δένδρο, θαρρώ υδροχαρές,
σωπαίνει
στο ελάχιστο τέμπλο, ούτε
γνωρίζω
την καταγωγή. Η ανάσα του
θαμπώνει
τον καθρέφτη κάθε μέριμνας.
Έτσι
σεμνό κι
απαρατήρητο γλιστράει
άπορο
στην άπορη αγκάλη που να
ορίζουνε
μαζί τις ερμηνείες.
Να
προχωρούν αγκαλιασμένα σε ζυμωτήν
συνεύρεση
και να
θωρείς πάνω στα φύλλα τα δάκρυα του
Θεού.
Σ’
αυτό το αγκάλιασμα φυτρώνει η μόνη μας
πατρίδα·
ερειπωμένη, φυλλοβόλα·
καθώς
ακούς τα νεογέννητα νερά να κελαηδάνε.
Αυτό
είναι παράδεισος,
[από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη, Η
ΛΗΚΥΘΟΣ 1995]
ΟΙ ΒΡΑΧΟΙ ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΜΟΥ ΕΣΤΕΛΝΑΝ ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ
ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ
(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995)
V
Είπα
πώς γίνεται και στα φιλιά μας
ομοιοκαταληκτούν
από καταβολής τα κύματα.
Με
σμίλη, με ελκόμενες πνοές η από μέσα γλύπτρια
θ’
ανοίξει το πνευστό μας σπήλαιο.
Με
ρεύματα και βογκητά.
Καθώς
ανασηκώθηκες όλη κόκκινες καμπύλες, ωσάν η θάλασσα,
με
τόσα βλέφαρα με κοίταξες.
Και οι
πέτρες γύρω στρογγυλές μέσα στο φως
οι
σιωπηλοί σου σπόνδυλοι αρθρώσανε ένα
μονοπάτι
που
τέμνεται μια με φρύγανα θανάτου
και
την άλλη με τον ουρανό.
Άφησε
να μιλήσει το νερό.
Η
τραχεία: η βιόλα· οι κυψελίδες – τσέμπαλο
με του
αέρα τα κλαδιά.
Της
αγριόχηνας το τέλειο αδιάβροχο, με ρήτρα φύσης.
Να
βγαίνει η ομιλία σαν τη φυλλωσιά.
Πως
βγαίνει ο ήχος νήμα – νήμα
από
του χαλκού τη δόνηση.
ΡΥΑΚΙΑ ΖΕΣΤΑ ΠΟΤΕ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΔΕΝ ΑΓΓΙΞΑΝΕ ΤΕΤΟΙΕΣ ΔΡΟΣΙΕΣ
VΙ
Σα να ήμουν
άρρωστος και πως ολοένα
ο
υδράργυρος· τότε μισοάνοιξες, παραμερίζοντας
τις
φυλλωσίες·
το
χέρι κάτω από ασημένια έλυτρα·
πως είναι οι καρποί του κίτρου χρυσοκίτρινοι·
και οι
μοβ θηλές σου ωραία μικρά βατόμουρα
στο
στόμα μου.
Ύστερα
ελάφια και τινάγματα παντού, λόφοι
γερτοί
σ’ αραιή πάχνη που άφησε η ανάσα του θεού.
Ακατανόητοι
λυγμοί διαμορφώνουν ένα ξέφωτο.
Σαν τα
σπαρτά να προχωράνε μες στα χάδια μας
αθέριστες
πεδιάδες όπου έρχεται να κοιταχτεί το άπειρον.
Μια
διαστολή όπου όλα είναι παρόντα,
τα
χέρια μας κυκλώνοντας
τις
εποχές και τα φιλιά μας
διασχίζοντας
τα ερημητήρια: τριαντάφυλλα
πάνω
στο φως: στο δέρμα μας, ανάγλυφα
που
χέρι άγνωστο αντιγράφει στα οστά μας.
[από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη, Η
ΛΗΚΥΘΟΣ 1995]
ΟΠΟΥ ΠΑΩ, ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΚΕΙ ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΣΤΗΘΟΣ ΤΑ ΒΟΥΝΑ
(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995)
ΧΙΙ
Από
νήπιο τα δέομαι.
Νέφη
σαν αγγελτήρια βροχής και
στρέφοντας, σα να με κάλεσε ο άνεμος:
κοιτώ
κοπάδια φτερωτών την ώρα
της
επιστροφής
Ένας
καινούργιος τρόπος προετοιμάζεται
μες
στου καιρού τις προετοιμασίες· όπου
με
όραση ασκημένη θα κινήσει το αθέατο
μέσα
στη θέα.
Ξυπνώντας
την άφωνη φράση.
Γιατί
η δίνη της γλώσσας παρασέρνει
τις
λέξεις μέσα στη θολούρα·
πως
παρασέρνει ορμητικό ποτάμι
ένα
κοπάδι κερασφόρα γίδια.
Έχοντας
λησμονήσει τις λέξεις
μπορείς
να δεις ολόκληρο τον κύκλο·
τη
χρυσή στεφάνη.
Καταπώς
κοιτούν τα σπήλαια να κοιτάξεις
το
φύτρο του σταριού να δρασκελάει
ποτάμια. Ακούγοντας τραγούδι ερωτικό
μέσα
στους θρήνους· τις μικρές σκιές
κοιτώντας
του θανάτου
πάνω
στο δέρμα της αφάπης.
Έχοντας
λησμονήσει τις λέξις· το σιωπηλό
ξετύλιγμα
του νου που ακούραστο επινοεί
και
πιάνεται στο δίχτυ του: με δάχτυλα
τυφλά
μπορείς ν’ αγγίξεις
το
απρόσκλητο ρεύμα πίσω από το φράγμα
που
λίγο – λίγο διαλύεται· την ευρυχωρία
του
κενού σαν ανάσα ενός αποφυλακισμένου
πνεύματος· το ανέγγιχτο κάτω από τη αφή.
Μπορείς
να δεις ολόκληρο τον κύκλο,
τη
χρυσή στεφάνη να κυλάει
σε
όχημα που ταξιδεύεις και δεν ξέρεις
τη διαδρομή
και
την ώρα της άφιξης·
κοίταξε
τώρα τη χρυσή στεφάνη
τσέρκι
παλιό σε μονοπάτι κυκλωμένο
από
χρυσάνθεμα
κι
αγνώριστες φωνούλες παιδιών·
αναγνωρίζουν
δύσκολα τα λείψανά τους
στη
φωνή σου.
Πρωί πάνω σε γκρεμισμένο φράχτη·
το
βλέμμα ανθίζει εκεί μονάχα που αφήνεσαι:
σπόγγος
μικρός σε απρόσωπο πυθμένα·
εισπνέει, εκπνέει·
απορροφά και τείνει
σα
στήθος τις θηλές του
για
όσο γύρω σου πεινούνε…
ΣΑΛΕΥΟΥΝ ΟΙ ΜΑΣΤΟΙ ΣΤΟ ΑΜΕΤΟΧΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ
(… φέγγουν στην απροσπάθεια…)
Φως
κανένα· μόνο εκεί στο πλάι κάτι
βαμβακιές σα μικρά συννεφάκια,
φωσφορίζοντας μόλις μέσα από τα έλυτρα.
Η πέτρα μου έδινε το άστρο της. Α!.. Πώς χαράζει!.. Πείτε του γαρμπή να λασκάρει λίγο τα δεσίματα στις νερατζούλες. Νεύω στην όστρια σα στρίψει δευτερόπριμα
στον κάβο να μου ξεκλειδώσει το
σπίτι. Μα θαρρώ πλάι στο περιστρεφόμενο
νερό διακρίνω κιόλας τους γιους μου· συνεργάζονται με τον αέρα. Θαρρώ κόρες μου είναι αυτές οι λυγερές μηλιές που παίζουν στους αγρούς. Αλλά τώρα,
Μάνα, Πατέρα μου, φωνάξτε τα παιδιά σαν πριν να μπούνε όλα μαζί στο άδειο
σπίτι. Μα επιτέλους πού θ’ ακουμπήσω
αυτή την άσπρη λήκυθο που έκλεψα καταμεσήμερο από το όνειρο και
δεν μ’ αφήνουν α κοιμηθώ τα πνευστά της
και τα φτερωτά μυρμήγκια των ύμων
της; (ΧΧΙΙΙ απόσπασμα από τη συλλογή
του Μανόλη Πρατικάκη Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995 – συγκεντρωτική έκδοση: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ
ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, Καλέντης 2014)
Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2025