Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025

ΑΦΥΛΑΚΤΑ ΜΠΑΚΙΡΙΑ ΕΡΗΜΙΚΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ

 (… μέσα στων ήχων το χρυσάφι…)

Ι

Καθώς αγγίζω απαλές καμπύλες,  εσοχές  κάλλους,

καθώς κρατώ  το κερένιο σου σώμα  που γνωρίζει

το ειδικό βάρος του κορμιού μου    σαν λίμνη, 

με καλάμια που λυγίζουνε  και  μουρμουράνε,

έτσι  μοιάζουν τα χέρια σου.

Και τραβώ τη χαίτη σου καλπάζοντας

(οι θύσανοί της σημαδεύουν την οσφύ) 

με μικρές καμτσικιές  στα ευκίνητα καπούλια·

βγάζεις μικρές κόκκινες φωνές   χαράς 

και  άγρια οι φτέρνες μου   σπιθίζουν στους αναβατήρες·

οι ανάερες οπλές σου άφηναν αποτύπωμα   στα όνειρα.

Και τα χέρια να συστρέφονται  και να τραβάνε

τα σαπφείρινα χόρτα   που τα τράβηξαν στον ουρανό.

Ανοίγει η μνήμη σα  βρυσούλα 

από παλιές ρωγμούλες να καπνίζει,

φέρνοντας τα χαμένα μας αρώματα.

ΙΙ

Μ’ άγγιξε κιόλας το βράδυ.  Στάλες δροσιάς   παντού·

σε κάθε στάλα ξύπναγε  κι  ένας  Μιλήσιος. 

Γηραιοί  θάμνοι  ξέγραφαν στο μυαλό μου 

άκαπνους φθόγγους.

Καθώς ανασηκώνονταν φανέρωναν νοήματα 

του περιττού.

Τα χέρια  θέριζαν  μα  οι θεριστές είχανε φύγει,

σκύβοντας τώρα  περασμένοι στα μυστικά   της σιωπής.

Ύστερα σύννεφα λευκά σγουρές καμπύλες

που αλλάζαν χρώματα μόλις με βρύα στεγνά

φθεγγόμενων χειλιών  αγγίζανε   τη χλόη.

Ή γυριστά παράθυρα που τους φύγαν μόλις

δροσεροί ποταμοί. 

Ακούτε τρέμουν αφύλακτα μπακίρια ερημικών

στιγμών μέσα στων ήχων το χρυσάφι.

Δώθε  τα φύλλα  μια φωτιά μιλούσε

καθώς πρέπει να μιλήσει,

προσφέροντας σπονδές με τον καπνό της.

Σα να ήταν τα παλιά της ρούχα,  τα πένθιμά της

μεσοφόρια που με τ’ αλλόκοτό τους βάρος

πέφτανε προς τον ουρανό.

Στο πλάι το παλιό μαγκανοπήγαδο. 

Η αργή φωτιά της οξείδωσης 

είχε μισοφάει αντιστηρίγματα  και  τροχαλίες.

Πως κάνουν τα ζώα κύκλο

πήγα να γυρίσω κι άκουσα κλάματα   μετάλλων.

Άκουσα τη φωνή  των πεθαμένων.

Μια μεμβράνη μαθημένη να σκορπά

και να ενώνει τα πάντα    μας χωρίζει μόλις.

Κι εκεί  που γείραν στο πλευρό παράξενα

ψηλώνει το χορτάρι.

Ένα μακρύ κλωνάρι   μουριάς·

φθινόπωρο πώς είναι η κινούμενη   χαίτη·

τόσα κλωνάρια  σαν μια πυκνή 

και  ομόκεντρη αγέλη  ζώων,

που πάει  να σκορπίζει

κι ολοένα είναι εδώ· 

στον ίδιον αμετάθετον άξονα.

Χ

Απέναντι ο βοσκός να κατεβαίνει βήμα

βήμα με τη μέρα·  ένας δρυς ο νους του·

σε μικρή χαράδρα κρύβει των ανέμων

τις φωνές·  τριγυρισμένος

από τα μικρά του σύννεφα.

[αποσπάσματα   από τη συλλογή του Μανώλη Πρατικάκη, Η ΛΗΚΥΘΟΣ  1995

κι άλλες επιλογές  απ’  αυτή τη συλλογή

μ’ αντιγραφή και επικόλληση από

ΕΚΛΟΓΗ από το ΕΡΓΟ του Ποιητή, εκδόσεις Καλέντης 2014]




 

ΑΦΗΝΩ ΤΩΡΑ ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ ΝΑ ΜΕ ΟΔΗΓΗΣΕΙ…

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995)

             ΙΙΙ

Δίνω το πλευρό μου στο καλάμι.

Του νου μου γυμνό στην πέτρα.

Ακούω πάλι του πεύκου τον ψίθυρο:

οι ερημιές μού άσκησαν το νου  κι  αφέθηκα

μαλακό εκμαγείο των ανέμων.

Έτσι μπόρεσα ν’ αποστηθίσω με τα μέλη μου

την κλίση τους και τη μορφή τους.

Μορφικά να παραστήσω εκείνο,  που,  ενώ

του αφήνομαι,  θέλει να μου μοιάσει.

Με το δικό μου σώμα αφηγούνται   τα έργα τους.

Στο στέρνο μου χαράζουν το εφήμερο   πέρασμά τους.

Με το σώμα μου λύρα   ψιθυρίζουν το τραγούδι τους.

Με το σώμα μου που το κοιμήθηκε το σώμα τους

και πια δεν ξεχωρίζουμε μες στην ορχήστρα.

Δες,  μες στα κλαδιά μου τρέμουν τα μέλη της θεάς.

Και σου μιλώ με το πικρό,  με τ’ ακαλλώπιστό της

στόμα:  η αληθινή ομορφιά είναι

η αφάνεια.  Η αληθινή αγάπη είναι η αφάνεια.

 

ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΡΕΜΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΛΙΓΟ ΦΩΣ  ΜΟΙΑΖΑΝΕ ΑΝΤΙΒΑΡΟ ΤΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ

             IV

Εδώ   σταθήκαμε στη ρεματιά·

λίγο λυγίζοντας τα μπροστινά  και  σκύβοντας

τα φορτωμένα ζώα  ήπιανε νερό.

Πυκνό το πλάνο ανεβάζει την αχτένιστη

φτέρη  ως το ξεπέταγμα των ώμων μας·

κι ως το χλιμίντρισμα των μουλαριών.

Εκεί   άγνωστο δένδρο,  θαρρώ υδροχαρές,

σωπαίνει στο ελάχιστο τέμπλο,  ούτε

γνωρίζω την καταγωγή.   Η ανάσα του

θαμπώνει τον καθρέφτη κάθε μέριμνας.

Έτσι σεμνό  κι  απαρατήρητο γλιστράει

άπορο στην άπορη αγκάλη  που να

ορίζουνε μαζί τις ερμηνείες. 

Να προχωρούν   αγκαλιασμένα σε ζυμωτήν συνεύρεση

και να θωρείς πάνω στα φύλλα   τα δάκρυα του Θεού.

 

Σ’ αυτό το αγκάλιασμα φυτρώνει η μόνη μας   πατρίδα·

ερειπωμένη,  φυλλοβόλα·

καθώς ακούς τα νεογέννητα νερά   να κελαηδάνε.

Αυτό είναι παράδεισος,

[από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη, Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995]

 

ΟΙ ΒΡΑΧΟΙ ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΜΟΥ ΕΣΤΕΛΝΑΝ ΑΛΛΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995)

             V

Είπα πώς γίνεται και στα φιλιά μας

ομοιοκαταληκτούν από καταβολής τα κύματα.

Με σμίλη,  με ελκόμενες πνοές  η από μέσα γλύπτρια

θ’ ανοίξει το πνευστό μας σπήλαιο.

Με ρεύματα  και  βογκητά.

Καθώς ανασηκώθηκες  όλη κόκκινες καμπύλες,  ωσάν η θάλασσα,

με τόσα βλέφαρα με κοίταξες.

Και οι πέτρες γύρω στρογγυλές μέσα στο φως

οι σιωπηλοί σου σπόνδυλοι αρθρώσανε  ένα μονοπάτι

που τέμνεται μια με φρύγανα θανάτου

και την άλλη με τον ουρανό.

 

Άφησε να μιλήσει το νερό.

Η τραχεία:  η βιόλα·   οι κυψελίδες – τσέμπαλο

με του αέρα τα κλαδιά.

Της αγριόχηνας το τέλειο   αδιάβροχο,  με ρήτρα φύσης.

 

Να βγαίνει η ομιλία σαν τη φυλλωσιά.

Πως βγαίνει ο ήχος  νήμα – νήμα

από του χαλκού τη δόνηση.

 

ΡΥΑΚΙΑ ΖΕΣΤΑ ΠΟΤΕ ΤΑ ΧΕΙΛΗ  ΔΕΝ ΑΓΓΙΞΑΝΕ ΤΕΤΟΙΕΣ ΔΡΟΣΙΕΣ

             VΙ

Σα να ήμουν άρρωστος και πως ολοένα

ο υδράργυρος·  τότε μισοάνοιξες,  παραμερίζοντας

τις φυλλωσίες·

το χέρι κάτω  από ασημένια έλυτρα·

 πως είναι οι καρποί του κίτρου χρυσοκίτρινοι·

και οι μοβ θηλές σου   ωραία μικρά βατόμουρα

στο στόμα μου.

Ύστερα ελάφια  και τινάγματα παντού, λόφοι

γερτοί σ’ αραιή πάχνη  που άφησε η ανάσα   του θεού.

Ακατανόητοι λυγμοί   διαμορφώνουν ένα ξέφωτο.

Σαν τα σπαρτά να προχωράνε μες στα χάδια μας

αθέριστες πεδιάδες  όπου έρχεται   να κοιταχτεί το άπειρον.

Μια διαστολή  όπου όλα είναι παρόντα,

τα χέρια μας κυκλώνοντας

τις εποχές  και  τα φιλιά μας

διασχίζοντας τα ερημητήρια:  τριαντάφυλλα

πάνω στο φως:  στο δέρμα μας,  ανάγλυφα

που χέρι άγνωστο αντιγράφει    στα οστά μας.

[από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη, Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995]

 

ΟΠΟΥ ΠΑΩ, ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΚΕΙ ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΣΤΗΘΟΣ ΤΑ ΒΟΥΝΑ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995)

             ΧΙΙ

Από νήπιο    τα δέομαι.

Νέφη σαν αγγελτήρια  βροχής  και

στρέφοντας,  σα να με κάλεσε ο άνεμος:

κοιτώ κοπάδια φτερωτών την ώρα

της επιστροφής

 

Ένας καινούργιος τρόπος προετοιμάζεται

μες στου καιρού τις προετοιμασίες·  όπου

με όραση ασκημένη θα κινήσει το αθέατο

μέσα στη θέα.

Ξυπνώντας την άφωνη φράση.

Γιατί η δίνη της γλώσσας παρασέρνει

τις λέξεις μέσα στη θολούρα·

πως παρασέρνει ορμητικό ποτάμι

ένα κοπάδι κερασφόρα γίδια.

 

Έχοντας λησμονήσει τις λέξεις

μπορείς να δεις ολόκληρο τον κύκλο·

τη χρυσή στεφάνη.

 

Καταπώς κοιτούν τα σπήλαια να κοιτάξεις

το φύτρο του σταριού να δρασκελάει

ποτάμια.  Ακούγοντας τραγούδι ερωτικό

μέσα στους θρήνους·  τις μικρές σκιές

κοιτώντας του θανάτου

πάνω στο δέρμα της αφάπης.

 

Έχοντας λησμονήσει τις λέξις·  το σιωπηλό

ξετύλιγμα του νου που ακούραστο επινοεί

και πιάνεται στο δίχτυ του:  με δάχτυλα

τυφλά μπορείς ν’ αγγίξεις

το απρόσκλητο ρεύμα πίσω από το φράγμα

που λίγο – λίγο διαλύεται·  την ευρυχωρία

του κενού σαν ανάσα ενός αποφυλακισμένου

πνεύματος·   το ανέγγιχτο   κάτω από τη αφή.

Μπορείς να δεις ολόκληρο τον κύκλο,

τη χρυσή στεφάνη να κυλάει

σε όχημα που ταξιδεύεις  και  δεν ξέρεις   τη διαδρομή

και την ώρα της άφιξης·

κοίταξε τώρα   τη χρυσή στεφάνη

τσέρκι παλιό σε μονοπάτι κυκλωμένο

από χρυσάνθεμα

κι αγνώριστες φωνούλες παιδιών·

αναγνωρίζουν δύσκολα τα λείψανά τους

στη φωνή σου.

Πρωί   πάνω σε γκρεμισμένο φράχτη·

το βλέμμα ανθίζει εκεί μονάχα που αφήνεσαι:

σπόγγος μικρός  σε απρόσωπο πυθμένα·

εισπνέει,  εκπνέει·   απορροφά  και  τείνει

σα στήθος τις θηλές του

για όσο γύρω σου πεινούνε…

 

ΣΑΛΕΥΟΥΝ ΟΙ ΜΑΣΤΟΙ ΣΤΟ ΑΜΕΤΟΧΟ ΠΕΡΠΑΤΗΜΑ

(… φέγγουν στην απροσπάθεια…)

Φως κανένα·  μόνο εκεί στο πλάι κάτι βαμβακιές σα μικρά συννεφάκια,  φωσφορίζοντας μόλις μέσα από τα έλυτρα.   Η πέτρα μου έδινε το άστρο της.    Α!.. Πώς χαράζει!..  Πείτε του γαρμπή να λασκάρει  λίγο τα δεσίματα στις νερατζούλες.   Νεύω στην όστρια σα στρίψει δευτερόπριμα στον κάβο   να μου ξεκλειδώσει το σπίτι.   Μα θαρρώ πλάι στο περιστρεφόμενο νερό   διακρίνω κιόλας τους γιους μου·   συνεργάζονται με τον αέρα.   Θαρρώ κόρες μου είναι αυτές οι λυγερές   μηλιές που παίζουν στους αγρούς.   Αλλά τώρα,  Μάνα,  Πατέρα μου,  φωνάξτε τα παιδιά   σαν πριν να μπούνε όλα μαζί στο άδειο σπίτι.   Μα επιτέλους πού θ’ ακουμπήσω αυτή   την άσπρη λήκυθο  που έκλεψα καταμεσήμερο    από το όνειρο  και  δεν μ’ αφήνουν α κοιμηθώ τα πνευστά της  και  τα φτερωτά μυρμήγκια των ύμων της;    (ΧΧΙΙΙ απόσπασμα από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Η ΛΗΚΥΘΟΣ 1995 – συγκεντρωτική έκδοση: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, Καλέντης 2014)

Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2025

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2025

ΤΑ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΛΕΞΕΙΣ

 (… στους πίνακες απλώνονται χρώματα μυστικά…):


όταν ανθίζει κρύβεται 

και  με τους ήχους χάνεται

το κάτι αυτής της άλλης μουσικής

και  εμφανίζονται σκιές   θρυμματισμένα σύμβολα

ίχνη  που οδηγούν σε νέα αινίγματα 

και η σιγή   

η απόλυτη πυκνότητα

το ανέκφραστο λυτρωτικό σαν μοίρα 

σαν πατρίδα

 

αν είναι να χαθούμε για πάντα στο σκοτάδι

τότε γιατί ανοίγει μέρα και νύχτα ο ουρανός 

γιατί η ψυχή μας δειλά προφέρει τα μυστικά φωνήεντα

γιατί αλάνθαστα γνωρίζει την πατρίδα. 

αν είναι να μοχθούμε για πάντα στο σκοτάδι 

γιατί   ο δρόμος με τα χίλια αινίγματα

η μουσική   τα χρώματα   η ποίηση  γιατί

αν είναι να χαθούμε για πάντα στο σκοτάδι 

τότε γιατί μας δόθηκε το φως 

 

κι έμεινα μόνος  

με το γαλάζιο έλεος

της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου

γαλάζιο   ωκεανός  και  σιωπητήριο

γαλάζιο που με γέννησε

με φώτιζε  και  με σκοτείνιαζε

που ακτινοβολούσε  και  φτερούγιζε

έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο

σαν αντίο στα μάτια σου

μητέρα

 [ΟΤΑΝ ΑΝΘΙΖΕΙ ΚΡΥΒΕΤΑΙ,  ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ  και  ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ  ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ,  τρία  ποιήματα

από τη  συλλογή του Τόλη Νικηφόρου

ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999.

κι άλλες επιλογές  από την ίδια συλλογή έτσι όπως ανθολογήθηκαν στη συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων:  Τόλης Νικηφόρου ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ, Επιλεγμένα Ποιήματα 1966-2017, εκδόσεις Ρώμη]


 


ΜΑΘΗΤΕΙΑ 2

(κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999)

και πάλι υπέβαλα στο άγνωστο

τις πέντε αισθήσεις μου  και  την ψυχή μου

και έγινα δεκτός στην πρώτη τάξη

του σύμπαντος σχολείου της αγάπης

τα τραύματά μου γράφοντας σαν όνομα

στο εξώφυλλο της καθημερινής ζωής

είναι καλός για άνθρωπος   λένε οι δάσκαλοί μου με τον τρόπο τους

μια φλαμουριά που αγγίζει το μπαλκόνι μου

ένα γιατί που περπατάει νωχελικά στον ήλιο

θα μάθει γρήγορα   όσα μπορεί να μάθει

κι εγώ επιμένω

αφού δεν έχω  πού αλλού να πάω

μερόνυχτα εγκύπτω

και λέω πως συνεχίζω τις σπουδές μου

σ’ αυτό το πρώτο  και  πιο δύσκολο σχολείο

απ’ το οποίο δεν προβλέπεται αποφοίτηση

 

ΚΙ ΟΣΟ ΠΛΗΣΙΑΖΕΣ ΗΣΟΥΝ ΕΣΥ

δένδρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά

και κάτω απ’ τις κραυγές των γλάρων   το ωδείο

στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα

κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας

κάποτε φάνηκες

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.

στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις

κι ύστερα έφυγες.

κι όσο,  χρόνο το χρόνο,  στο βάθος σβήνεις

τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου.

μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα

πως είσαι δεκαοχτώ χρονών

κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα

πηγαίνεις στο παλιό ωδείο

σε λεν  Σιμόνη

κι αγαπιόμαστε τρελά

 [από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999]

 

ΛΕΠΤΗ ΠΟΛΥΧΡΩΜΗ ΚΛΩΣΤΗ

(κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999)

από τα παιδικά σου χρόνια    ξύπνησες πλάι μου

και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις

με τις οικείες κινήσεις των χεριών σου

με χώρες μακρινές   να φτερουγίζουν στην ανάσα σου.

ξύπνησες πλάι μου με θαύματα μικρά

και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις

λεπτή πολύχρωμη κλωστή

που με κρατάει ακέραιο   πάνω απ’ την άβυσσο

 

ΕΥΤΥΧΙΑ

σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα  ή  μέλλοντα

με κάτι από γαλαξίες στο βλέμμα σου

στην κίνησή σου  κάτι από γατάκι  ή  τίγρη

στο φόρεμά σου κάτι από το φως

σε κάποιαν άλλη εποχή πρέπει να ζήσαμε μαζί

σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω

ξέρω  όταν χαμογελάς  κάθε ρυτίδα σου

κι όταν σωπαίνεις ξέρω

το σκοτεινό βελούδο των ματιών σου

σε νιώθω τώρα μέσα μου να αναδύεσαι

γεύομαι  και  μυρίζω κάθε σου τόπο μυστικό

είσαι ο αρχικός μου κωδικός

ψυχή αιώνια  παρούσα  και απρόσιτη

 

ΣΤΗΝ ΚΙΝΟΥΜΕΝΗ  ΑΜΜΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

κι αν κάποτε περάσουμε τ’ αγκαθωτά συρματοπλέγματα

τα πλαγιομετωπικά πολυβολεία του χρόνου

κι αντικρίσουμε πάνω απ’ τα μνήματα

σαν όνειρο να λάμπει η πολιτεία του χρυσού

για πάντα στην κινούμενη άμμο της ψυχής μας

απροσπέλαστο    θα παραμένει  το μυθικό Ελντοράντο

[από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999]

 

 

ΣΕ ΑΚΥΜΑΝΤΑ ΝΕΡΑ 

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου  ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999)

καθώς η θάλασσα έρρεε  προς την αμμουδιά

η σκάλα με τα βαποράκια απτόητη

προχωρούσε στ’ ανοιχτά

ξεχείλιζε στις κουπαστές ο κόσμος

κι εγώ από τις χαραμάδες

βυθιζόμουνα  σε ακύμαντα νερά

Μπαξέ Τσιφλίκι  μήνα καλοκαιρινό

κι ενώ μακριά αχνά χαμογελούσε η πόλη

και πίσω μου αντηχούσαν μουσικές

 

ΛΑΜΠΟΥΝ ΣΑΝ ΔΑΚΡΥΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ένα μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο

μόνος στον κόσμο

ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά στο τζάμι

δένδρα για τα παιδιά   καράβια για τα όνειρα

ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους

παραμονή

και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας

στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

 

ΜΟΥ ΦΑΝΗΚΕ ΠΩΣ ΔΑΚΡΥΣΕ ΤΟ ΦΩΣ

αυτή την άνοιξη μου φάνηκε

στα μάτια των παιδιών πως δάκρυσε το φως

είναι μεγάλη η γειτονιά μας

κι έχει πολλά παράξενα ονόματα

όμως το φως δεν το γνωρίζει.

δεν ξέρει καν το φως από σημαίες  και λάβαρα.

το φως μιλάει τη δική του γλώσσα

και τη μιλάει καλύτερα

όταν αστράφτει στα μάτια των παιδιών.

κι αυτή την άνοιξη

καθώς ξεκίνησε γυμνό

για τη μοναχική πορεία στο άγνωστο

μου φάνηκε στα μάτια των παιδιών

πως δάκρυσε το φως

[από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999]

 

ΕΔΩ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ 

(από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου  ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999)

μια φορά  κι ένα καιρό   στα βάθη της ανατολής

ζούσε ένας ήλιος μόνος.

σχεδόν παράνομος

με την πυρακτωμένη του καρδιά

προορισμένος ν’ ανατέλλει    να φωτίζει

πάντα να βρίσκεται στον ουρανό

και να τα βλέπει όλα.

 

είπε η γιαγιά του κόσμου

γι’ ακόμα μια φορά θλιμμένη.

εδώ τελειώνει κάπως πρόωρα

αυτό το παραμύθι

ώρα να πάτε για ύπνο.

ε,  όπως πάντα,

ο ήλιος έζησε καλά  κι εμείς βεβαίως   καλύτερα

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΩΣ ΓΛΙΣΤΡΟΥΣΕ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ

απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο

το τελευταίο φως γλιστρούσε κατακόκκινο

και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα

ανάμεσα στην πόρτα  και  το πάτωμα.

απελπισμένο

σαν κάτι να ζητούσε  

σαν κάτι να ήθελε να πει   στα παιδικά μου μάτια.

όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του

αγνοούσα  τη φωνή του

κι έμεινα εκεί αμίλητος

να το κοιτάζω εκστατικά να αργοσβήνει

κάτω απ’ την πόρτα

στο δωμάτιο του βάθους

[από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999]

 

 

ΕΖΗΣΑ ΧΡΟΝΙΑ,  ΔΙΑΒΑΣΑ   ΤΑΞΙΔΕΨΑ  όμως  ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΜΑΘΑ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ…

(…  λοιπόν,  μπορείτε να μαζέψετε τα ζάρια

για μας τέλειωσε πια το παιχνίδι  και 

χάσαμε,     όπως ήταν φυσικό,  τα πάντα… )

τι είναι αυτός ο δρόμος  και  πού βγάζει   ίσως τα μάτια μου να θάμπωσαν   ίχνη ζωής κρυσταλλωμένα στις σελίδες   κάτω απ’ το φως όσα κοιτούσα και δεν έβλεπα   εκείνοι που πολύ αγάπησα   ανίδεοι σαν κι εμένα    έζησα χρόνια και δεν πήρα απάντηση   γι’ αυτό που αστράφτει μέσα μου   αυτό που μου ’δωσε ζωή και με σκοτώνει   έζησα χρόνια  και  δεν έμαθα    λοιπόν, μπορείτε να μαζέψετε τα ζάρια   για μας τέλειωσε πια το παιχνίδι    και χάσαμε,  όπως ήταν φυσικό,   τα πάντα   ήδη χαράζει  και  οι σιερήνες μας καλούν   για ένα τελευταίο καφέ στην παραλία   πάνω απ’ τους γλάρους  και  τα πλοία   έξω απ’ το γκρίζο φράγμα του κυματοθραύστη   βραχνά οι σειρήνες μας καλούν   μες στην ομίχλη   είμαι όσα μου δόθηκαν   μια στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε   ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα   ήχους που κάποτε στον άνεμο σκορπίζω   με το δικό μου όνομα   γράφω για το δικό σας πόνο   που ούτε δικός μου είναι  ούτε δικός σας   δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ   γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν   γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι   τώρα απομένει να επιστρέψω   εκεί που κάποτε ξεκίνησα   να επιστρέψω εκεί που οφείλω   το εγώ που είμαι   και  ποτέ δεν γνώρισα   [ΕΖΗΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΜΑΘΑ,  ΒΡΑΧΝΑ ΜΕΣ ΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ  και   ΕΙΜΑΙ ΟΣΑ ΜΟΥ ΔΟΘΗΚΑΝ, τρία ποιήματα από τη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου ΓΑΛΑΖΙΟ ΒΑΘΥ ΣΑΝ ΑΝΤΙΟ 1999 εδώ με αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση: ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΔΕΟΥΣ επιλεγμένα ποιήματα 1966 – 2017]

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2024

ΘΕΛΩ ΝΑ ΦΥΓΩ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΜΑ ΩΣΤΟΣΟ ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΟΥ…

  (… θε μου τι απέραντο παντού   και   τι βάθος γκρεμός το απέξω…   - Ο ΑΜΝΗΜΩΝ, ΑΓΑΘΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ) (… έφυγε κι ο πατέρας στα εκατό του ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ