(… άρχισε η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα μ’ αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο σι σι σι… εσύ εσύ εσύ…)
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση μου
'μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ εσύ!..
Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ, όλη τη
νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος, αξημέρωτη ανάγκη
εσύ,
βραδύγλωσση βροχή, σαν πρόθεση
ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί και λέει
μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη, το άλλο σαν
μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ' αυτή της τη μεροληψία όλο εσύ, εσύ,
εσύ,
σαν όλα τ' άλλα να 'ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ!..
[Το ποίημα ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ ανήκει
στη συλλογή της Κικής Δημουλα ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ
ΚΟΣΜΟΥ, πρώτη έκδοση 1971]
Το συναίσθημα της μοναξιάς από την απουσία ενός αγαπημένου προσώπου
αναδύεται μέσα από τη μελαγχολική ατμόσφαιρα του ποιήματος.
Η ποιήτρια, δημιουργώντας μια υποβλητική ατμόσφαιρα, δίνει στο πραγματικό
μια άλλη διάσταση:
ο μονότονος ήχος της βροχής που
ακούγεται μέσα στη νύχτα,
καθρεφτίζοντας τη συναισθηματική της κατάσταση,
μεταμορφώνεται στη λέξη που εκείνη επιθυμεί να προφέρει…
ΕΣΥ _ ΕΣΥ _ ΕΣΥ
Η βροχή και τα πάθη της επανέρχονται και σε πολλά άλλα
ποιήματα της Δημουλά και είναι η αφορμή και για άλλα διαζευκτικά συναισθήματα
κι απορίες λυρικές:
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να
μεγαλώνουμε;
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς του τελευταίου
φύλλου.
Αποδελτιώνονται ενδεικτικά τα παρακάτω ποιήματα:
Miltawn των 100 MG, Το ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΝ Ή και
ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ από τη συλλογή ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1971
ΠΛΑΓΙΟΣ ΤΡΟΠΟΣ, ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η ΒΡΟΧΗ , ΠΟΣΟ ΩΦΕΛΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ
και ΜΙΑ ΜΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΩΙΝΟΥ από τη συλλογή ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ 1963
Έξοδος με την ΑΠΟΡΙΑ ΘΕΟΥ για το ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ:
«… πώς αντέχουμε οι άνθρωποι να λέμε πέρασε η ώρα…
μετά λείπει ολόκληρο κομμάτι από το σχέδιο,
δεν ξέρουμε τι απέγινε
κι επανέρχονται πάλι τα γύψινα λουλούδια, οι γύψινοι ερωτιδείς
που ξεκαρδίζονται στα γέλια
γι’ αυτή την επανάληψη»!..
MILTAWN ΤΩΝ 100 MG
(από
τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 1971)
Ετοιμάζει βροχή ο ουρανός και ο συγκρατημός.
Πρέπει να κλείσω τα παράθυρα
κάθε σημείο διαρροής του σθένους μου.
Θ’ ανοίξω το ραδιόφωνο,
να πνίξω της βροχής τη φωνή
με διαφημίσεις αδιαβρόχων και μονώσεων.
Θα ασχοληθώ με πράγματα στεγνά,
όπως είναι το πρόσωπό μου στα χέρια ενός καθρέφτη.
Θα ταπεινώσω τη βροχή,
θα τη φωνάξω τήξη υδρατμών όλο κι όλο.
Θα την μισήσω στην ανάγκη,
όπως τη μισούν οι χαλασμένες στέγες
κι οι τρύπιες ώρες της αναμονής στο
δρόμο
βράδυ.
Δεν είναι για μένα αυτό το παρασύρον
είδος.
Ας την πάρουν τα δένδρα που θέλουν να
πίνουν,
οι ποιητές που απορροφούν το
απερίσκεπτο.
Γιατί αν αφεθώ και την κοιτάξω
θα ξεθαρρέψει εκείνη η έμμονη ιδέα
πως η βροχή είναι ένα θα ’ρθω εξάπαντος,
εκτός βεβαίως απροόπτου,
ότι η βροχή είναι το απρόοπτο που σου έτυχε.
Όχι δεν βγαίνω στο παράθυρο.
Θέλω να περισώσω αυτόν το θάνατο
που με θανάτους κέρδισα.
Θέλω να βγάλω τα miltawn ασπροπρόσωπα.
ΤΟ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΝ
ή
Μ’ έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τώρα να εξαρτιέμαι από
σταγόνες.
Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας
μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.
Στεγνή στέκομαι ανάμεσα
στα δυο ενδεχόμενα: βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα:
βροχή ή δάκρυα, έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο το ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.
Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δεν βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά
μου.
Εγώ ή μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους
χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.
Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση
σκιάς του τελευταίου φύλλου.
[από τη συλλογή
της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, πρώτη έκδοση 1971]
ΚΙ ΑΛΛΑ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ
(από άλλες συλλογές της Κικής
Δημουλά)
ΠΛΑΓΙΟΣ ΤΡΟΠΟΣ
(από τη συλλογή της Κικής Δημουλά
ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ 1963)
Να έπεφτε η βροχή ραγδαία,
ευχόμουν. Να ξεσπάσει.
Θα μέναμε έτσι πιο πολύ
μέσα στη στοά. Στην
πρόφαση.
Στο βάθος «Μπαρ»·
καφέδες ποτά, πίκρες εν μέθη.
Πιο κει «Ραφείον»,
καλλιτεχνικά της ζωής σας γυρίσματα,
μαντάρισμα του κενού σας άψογο.
«Γραφείο μεσιτικό» πιο
πέρα,
πωλήσεις, αγορές,
ευκαιρίες αισθημάτων,
αιωνιότητες.
Κι εδώ που πιο πολύ
σταθήκαμε,
της κάθε ανάγκης η
βιτρίνα:
Χρωματιστά σαπούνια,
κορνίζες για διαρκείας
πρόσωπα,
αλυσιδίτσες να τις σπάζει
το ασυγκράτητο,
φανταχτεροί αναπτήρες
προσάναμμα στο βλέμμα σου,
κι άφθονα καθρεφτάκια
να ’χω το πρόσωπό σου
ισάριθμες φορές.
Γι’ αυτό ευχόμουν…
Μα η βροχή κι εσύ
ενάντια στην ευχή μου πέφτατε.
ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η ΒΡΟΧΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟ
ΩΦΕΛΟΥΝ ΟΙ ΑΓΝΩΣΤΟΙ (… βροχερό Σαββατοκύριακο σ’
εκδρομή…)
Η μέρα είχε λόγους να
βρέξει…
Η πλατεία του τόπου
έδειξε κατανόηση μεγάλη
τη συνεπήρε το άδειο και
το άηχο…
Λοιπόν η μέρα ήταν
μάλλον για τέτοιους
χώρους:
«Σφαιριστήρια – Τα τυχερά Παιχνίδια».
Αίθουσα μεγάλη
-για τις μεγάλες κινήσεις
της τύχης -
σκισμένη σε παράθυρα
με θέα προς μαγειρείον και ποδηλατάδικο.
γεμάτη εγκλήματα ωρών,
κι άνδρες του τόπου,
της Κυριακής, και της κλειστής πλατείας.
Και από σένα, νεοφερμένε
άνδρα.
Με την απότομη έκφραση
δίνεις λαβή στην έκσταση·
καθώς μια εξ ύψους
παραφωνία
μπαίνεις στην αίθουσα
με μπότες λαστιχένιες ως
τα γόνατα
-κάθε σου βήμα κι ένα
τρόπαιο -
μ’ ένα πουκάμισο
ξεκούμπωτο
απ’ την καρδιά και επάνω,
καθόλου κυριακάτικος μήτε καθημερινός,
κάπως σαν να έχεις
παραπέσει
μες τη βαθιά αίσθησή μου.
Στέκεις μπροστά στο music box,
ρίχνεις δραχμή κι αίσθημα παίζει
σκληρός που
είναι ο χωρισμός
-σαν μια καταστροφή του
νοητού είσαι-
δραχμή και αίσθημα
σιγανοψιχάλισμα
(η μέρα, εξάλλου, είχε λόγους να βρέξει)
-σαν αγωγιάτης του
παράξενου είσαι -
άλλη δραχμή και αίσθημα
one day the
rain came
για λογαριασμό μου τώρα,
τι είμαι ασφαλώς
ένας από τους κύριους
λόγους
που είχε η μέρα να βρέξει.
ΜΙΑ ΤΕΤΕΩΡΗ ΚΥΡΙΑ ΚΑΤΑΜΕΣΗΣ ΤΟΥ
ΠΡΩΙΝΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
(… προσπάθεια μάταιη να χτυπηθεί
το νόημα με όποια μετάθεση των λέξεων, με όποια αποδέσμευσή τους…)
Βρέχει…
Μια κυρία εξέχει στη βροχή μόνη πάνω
σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι.
Κι είναι η βροχή σαν οίκτος
κι είναι η κυρία αυτή σαν ράγισμα στη
γυάλινη βροχή.
Το βλέμμα της βαδίζει στη βροχή,
βαριές πατημασιές καημού τον βρόχινό
του δρόμο γεμίζοντας.
Κοιτάζει…
Κι όλο αλλάζει στάση, σαν κάτι πιο
μεγάλο της,
ένα ανυπέρβλητο, να ’χει σταθεί
μπροστά σ’ εκείνο που κοιτάζει.
Γέρνει λοξά το σώμα παίρνει την κλίση της βροχής
χοντρή σταγόνα μοιάζει –
όμως το ανυπέρβλητο μπροστά της πάντα.
Κι είναι η βροχή σαν τύψη.
Κοιτάζει… Ρίχνει τα χέρια έξω απ’ τα
κάγκελα τα δίνει στη βροχή
πιάνει σταγόνες
φαίνεται καθαρά η ανάγκη για πράγματα
χειροπιαστά.
Κοιτάζει…
Και, ξαφνικά, σαν κάποιος να της έγνεψε
«όχι», κάνει να πάει μέσα.
Πού μέσα –
μετέωρη ως εξείχε στη βροχή και μόνη
πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι
[ποιήματα για τη ΒΡΟΧΗ από
τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ 1963]
ΑΛΛΟΙ ΛΕΝ ΩΣ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΑΛΛΟΙ
ΦΟΒΟΥΝΤΑΙ ΔΙΑ ΒΙΟΥ
(… άρχισε ψύχρα το γύρισε ο καιρός σε αναχώρηση…)
Η πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη ξοδεύτηκε
σε κάποια υδρορροή.
Ως χθες ακόμα όλα έρχονταν:
ζέστες, η διάθεση για φως, λόγια πουλιά, πλαστογραφία ζωής.
Γονιμοποιούνταν κάθε βράδυ τα
φεγγάρια,
πολλοί διάττοντες έρωτες
ήρθαν στον κόσμο τον περασμένο μήνα
Τώρα, η γνωστή ψύχρα κι όλα να φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, η διάθεση για φως.
Φεύγουν τα πουλιά, ακολουθούν τα
λόγια,
η μια ερήμωση τραβάει πίσω της την
άλλη
με λύπη αυτοδίδακτη.
Ήδη αποσυνδέθηκε το φως από την
επανάπαυση
κι από τις καλημέρες σου.
Τα παράθυρα ενδίδουν.
Το χέρι του μεταβλητού κλείνει τα
τζάμια,
άλλοι λεν ως την άνοιξη, άλλοι φοβούνται δια βίου!..
Κι εσύ τι κάθεσαι;
Καιρός να μπεις κι εσύ στα αλλαγμένα.
Να γίνεις ό,τι αναρωτιόμουν πέρυσι:
«Ποιος ξέρει τ’ άλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρός να γίνεις «τ’ άλλο μου
φθινόπωρο».
Άρχισε ψύχρα.
Ρίξε στην πλάτη σου ένα ρούχο
αποδημίας!..
[ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ
ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, πρώτη έκδοση
1971]
ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ και
ΝΥΣΤΑΓΜΕΝΑ ΑΣΤΡΑ
(…γυμνά κοιμούνται τα όνειρα πιο
μέσα…)
Στην πλατεία Κουμουνδούρου ετοιμόρροπα μεσάνυχτα και νυσταγμένα άστρα. Συρτός χορός των σκοταδιών στην Ευριπίδου κι οι γύψινες γιρλάντες των σπιτιών χάνουν το σχέδιο τους και το ψάχνουν μ’ ένα μυστήριο αχ που αναστενάζεται. Ζεσταίνονται οι γλάστρες στα μπαλκόνια, γυμνά κοιμούνται τα όνειρα πιο μέσα. Κάπου εκεί τριγύρω κι ανεμπόδιστα, τραγουδιστά κι αθώα ροχαλίζει ένας χωρισμός. Στις ταράτσες στρώνει για ύπνο μια καλοκαιριάτικη προδιάθεση για λύπη. Για σένα όλα τούτα ένα μπαλκόνι μόνο κάθεσαι και διδάσκεις τη θέση των άστρων. Έδειξες πρώτα τη μεγάλη Άρκτο, ύστερα τη μικρή και κύλησες μετά στον Πολικό αστέρα. Ξέρει καλά το χέρι σου την άγονη γραμμή των λάμψεων. Μπαίνει αργά στους όρμους του φωτός, των σκοταδιών τις ξέρες αποφεύγοντας. Όπου συναντηθεί με διάττοντα παραμερίζει, αφήνει να περάσει πρώτα η πτώση. Ξεκινάει πάλι, ξυστά περιπλέει εκείνα τα μικρά, τα σχεδόν βουλιαγμένα στο πολύ μακρινό, αγαπημένα άστρα, που έχουν μια παρουσία διακοπτόμενη, φάροι μοναξιάς. Σ’ αυτά τα βουλιαγμένα άστρα κοντοστέκει το χέρι σου, φορτώνει από το ένα μακρινότητα και την πηγαίνει σ’ άλλο. Ξεκινάει πάλι, δείχνει, αρμενίζει, μοιάζει κατάρτι ουράνιου καϊκιού να βγαίνει του Θεού η απορία: Πώς αντέχουμε οι άνθρωποι; Πώς αντέχουμε οι άνθρωποι να λέμε πέρασε η ώρα. Στην Πειραιώς ξελαρυγγιάζεται ένας κόκορας για να πει ξημερώνει. Στην Ευριπίδου οι γύψινες γιρλάντες των σπιτιών βρίσκουν το σχέδιο τους: γύψινα λουλούδια, γύψινοι ερωτιδείς αφηρημένοι, μετά λείπει ολόκληρο κομμάτι απ’ το σχέδιο, δεν ξέρουμε τι απόγινε, κι επανέρχονται πάλι τα γύψινα λουλούδια, οι γύψινοι ερωτιδείς που ξεκαρδίζονται στα γέλια γι’ αυτή την επανάληψη [ΑΠΟΡΙΑ ΘΕΟΥ από τη
συλλογή της Κικής Δημουλά ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, πρώτη έκδοση 1971]
Τρίτη, 28 Μαρτίου 2023