Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Η ΠΟΡΤΑ ΠΟΥ ΑΝΟΙΞΕΣ ΜΕ ΤΟΣΟ ΠΑΘΟΣ ΑΝΟΙΞΕ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Πουλιά μαύρες σαΐτες της δύσκολης πίκρας

δεν είναι εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό

πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος

ξέρετε τις σπηλιές του, το δάσος, τους βράχους του;

Έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες

ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του

κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του.

 

Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δένδρα

κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του

τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του

το στόμα της γριάς με τα σάπια δόντια του

τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους

την αστραπή, τον  κεραυνό, τη βροχή του

τη μακριά ηδονή το γαλαξία του

[Ο ΟΥΡΑΝΟΣ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη

ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948

Στον τίτλο της ανάρτησης στίχοι από το ποίημα Η ΠΟΡΤΑ,

τελευταίο σ’ αυτή την ανθολόγηση

Κι άλλα ποιήματα απ’ αυτή τη συλλογή αντιγραφή κι επικόλληση

από τη συγκεντρωτική έκδοση:

ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ  ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1945  -  1871, ΚΕΔΡΟΣ 1977]:

 

ΤΑ ΧΩΡΙΣΜΕΝΑ,  Το ποτάμι το όνειρο τα σπιρούνια κι ο φόβος σκορπιστήκαν σ’ αυτό το λιβάδι…

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ,  Αυτό τον άνθρωπο κανείς δεν τον εσκότωσε…

ΟΡΥΧΕΙΟ,  Σου γράφω μέσα από μια στοά νυχτερινή φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα…  (να με θυμάσαι… είμαι ο…)

Ο ΔΥΝΑΤΟΣ,   Καθρέφτης κρεβάτι γιασεμί  στάχτες τσιγάρων  δάκρυα  κόκκινο από χείλια στα σεντόνια…

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ,  Δε δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών  και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους…

ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ,   Η κιθάρα παίζει μόνη μες τη βάρκα

Ο ΓΑΜΟΣ,   Ένα περίστροφο που εκπυρσοκρότησε μέσα σ’ ένα σύννεφο από καρδιές…

ΠΕΤΡΟΣ,  Πάλι τι κανιβαλισμός αυτή την Άνοιξη…

Ο ΑΕΤΟΣ, Την ώρα που κοιμάται ένας αϊτός  πέφτει μες το κρεβάτι της νεκρός…

Η ΠΟΡΤΑ, Η Πόρτα που άνοιξες με τόσο πάθος άνοιξε στο θάνατο

(επιμύθιο) ΥΔΡΑ  και  ΩΡΟΔΕΙΧΤΗΣ,   Το αίμα μου το κρέμασαν πάνω στα κλαδιά,  το ρίξαν μες τη θάλασσα   και  από ψηλά μέσα στα χέρια της είδα  να ζουν  και να πεθαίνουν τα πουλιά…

 

 


ΤΑ ΧΩΡΙΣΜΕΝΑ 

(από τις ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ του Μίλτου Σαχτούρη, ποίημα αφιερωμένο στον Ανδρέα Εμπειρίκο)

Το ποτάμι το όνειρο τα σπιρούνια κι ο φόβος

σκορπίστηκαν σ’ αυτό το λιβάδι

κι η ωραία γυναίκα με τη βέργα του πάθους

τυραννάει τα μάτια της τυραννάει την ψυχή της

να γυρίσει το άλογο στη φωνή της φοράδας

τα σπιρούνια να βρούνε τα πόδια

να φορέσει τη μάσκα του ο μεγάλος ο φόβος

το ποτάμι ν’ αφήσει σ’ άλλο ρέμα το αίμα του

και τ’ όνειρο να γεμίσει μ’ άλλο φως την καρδιά της

την καρδιά τη δική της και των άλλων ανθρώπων

 

Κι ο γενναίος θεός ο σκληρός εραστής της

που γυρίζει τα βράδια με μεγάλα καράβια

να ριχθεί στα σοκάκια μ’ ένα άσπρο μαντίλι

μες τη νύχτα με τα δένδρα και τ’ άστρα

να τη βρει σ’ ένα δρόμο να τη βρει σ’ ένα σπίτι

με γνωστούς  μάνες – γριές κι αδύναμα αγόρια

να τη βρει στην πληγή στο σημάδι του πάθους

όταν μόνη σηκώνει τη βέργα

για να σμίξουν και πάλι μαζί στο λιβάδι

το ποτάμι  το όνειρο   τα σπιρούνια  κι  ο φόβος!..

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Αυτό τον άνθρωπο κανείς δεν τον εσκότωσε

δεν ήταν φύλακας του λιμανιού

δεν ήτανε πολεμιστής στη μάχη

μέσα σε τραίνα έφερνε θηρία σιδερόφρακτα

κι απάνω στα ψηλά βουνά φώλιαζεν η καρδιά του

κάποτε το αίμα του θα μιλήσει

και τότε μαύρα σκοτεινά πουλιά θα πνίξουνε τα σύννεφα

γενάτοι μαύροι αγέρηδες θα ζώσουνε τον κάμπο

θα τραγουδήσουν οι αχλαδιές την ιστορία του

μέσα στο σπίτι της φωτιάς με τ’ άγρια θεριά

τα φλιτζάνια του θανάτου πάνω στα τραπέζια

κουρτίνες δίχως ήλιο λυχνάρι και κρύα λόγια

λυχνάρι και κρύα φιλιά δίχως αγάπη

με τα αισχρά κορίτσια της σιωπής

που κάθε βράδυ κλείναν τα παράθυρα

που κάθε βράδυ σταύρωναν τον Ύπνο

που κάθε βράδυ σκίζαν τρώγαν τα φουστάνια τους

πέφταν ανάσκελα και φτύναν τα όνειρά τους.

 

ΟΡΥΧΕΙΟ  (στις ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ του Μίλτου Σαχτούρη)

Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μια στοά νυχτερινή

φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα

ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεκτικά

ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει

εγώ πάλι   άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι    άλλοτε

πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές

γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει

 

Στο σπίτι

χτες

καθώς άνοιξα τη ντουλάπα  έσβησε   γίνηκε

σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί

τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει

φοβάμαι  κι έχω κρύψει τα πιρούνια και τα μαχαίρια

τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σαν στουπί

το στόμα μου άσπρισε και με πονάει

τα χέρια μου είναι πέτρινα

τα πόδια μου είναι ξύλινα

με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά

δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν    μάνα

 

Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές

όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα

 

Να με θυμάσαι…  (…ίσως να είμαι ο…)

 

Ο ΔΥΝΑΤΟΣ

Καθρέφτης   κρεβάτι   γιασεμί

 

στάχτες τσιγάρων δάκρυα

κόκκινο από χείλια στα σεντόνια

η ηρωίδα απελπισμένη μέχρι θανάτου

καθρέφτης    κρεβάτι

 

ένας άνδρας δίχως πόδια

σε μια καρέκλα με ρόδες

με ρόδινες ανταύγειες ο ήλιος

στον τοίχο

στο πάτωμα   φρίκη   ένα φιλί

 

Καθρέφτης

 

ο δυνατός άνδρας είναι στο ταβάνι

γυμνάζει τα όνειρά του

με πάθος

κατεβαίνει κλείνει το παράθυρο

σκοτεινιάζει

 

Κραυγή

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948]

 

ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ   

(στις ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ του Μίλτου Σαχτούρη,  ποίημα αφιερωμένο στον Οδυσσέα Ελύτη)

Δεν δίνω αίμα στις φλέβες των πουλιών

και τα ποτάμια μου κρατήσαν τα νερά τους

επάνω στα ψηλά βουνά τρεις βίγλες έχω στήσει

μεσ’ στη σπηλιά μου φύλαξα τους αετούς

 

Ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου

με τις  γαλάζιες κορδέλες στο λαιμό σας

ελάτε βγείτε με το φεγγάρι στην καρδιά

σα θα σηκώσω την ταφόπετρά μου

 

Αργοπεθαίνουν γύρω μου τ’ άλλα πουλιά

ελάτε βγείτε στον κάμπο περιστέρια μου

ελάτε βγείτε σφαγμένα περιστέρια μου

 

ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ

Η κιθάρα παίζει μόνη μες τη βάρκα

ενώ η σκιά του βαρκάρη βηματίζει στην ταράτσα

φώτα προδοτικά θ’ ανάψουνε σε λίγο

πνίξανε τις τρομπέτες μεσ’ στα φύκια

η άγρια γυναίκα ξεπροβάλλει απ’ τα νερά

λάμπουνε τ’ άσπρα σκέλια της

δίνεται στο φεγγάρι  και  στο ναύτη μες στα βράχια.

 

Οι άλλοι ναύτες προχωρούνε  δύο - δυο

είναι χλωμοί και παγωμένοι στον ιδρώτα

σε λίγο θα αντηχήσουν πυροβολισμοί

μία  δύο  τρεις

τρεις   πρέπει να πηδήξουνε ταράτσες

τρεις   πρέπει να σφυρίξουνε φορές

για να βρεθούν στην ώρα.

 

Αν ένας άνθρωπος ριχθεί μεσ’ στο νερό

οι ναύτες θα τονέ χτυπήσουν

τ’ άστρα θα του τσακίσουνε το μέτωπο

τα ψάρια θα τον αγαπήσουν

τα πρόβατα θα πέσουν από πίσω του

 

Θα γεννηθεί και θα πεθάνει μες τους πόνους

 

Ο ΓΑΜΟΣ

Ένα περίστροφο

που εκπυρσοκρότησε

μεσ’ σ’ ένα σύννεφο

από καρδιές

ένα αυτοκίνητο από λουλούδια

με πολλά όμως γέλια

ένα αυτοκίνητο

σα μεσ’ σε τάφο

σα μεσ’ σε θάλασσα

μεσ’ απ’ τα κύματα

μεσ’ στους καπνούς

προβαίνουν δάχτυλα

και δαχτυλίδια

μαύρα κεφάλια

τα χείλια ανοίγουν

και ψιθυρίζουν

χαμογελούν

η γριά   ο γέρος

χαμογελούν

για τα στεφάνια

για τα φορέματα

για τη λεβάντα

για τα ψωμιά

και τα κουφέτα

για τα αυτοκίνητο

που πρώτα στάθηκε

για τ’ αυτοκίνητο

που όρμησε χάθηκε

για το περίστροφο

που εκπυρσοκρότησε

μεσ’ σ’ ένα σύννεφο

από καρδιές

 

ΠΕΤΡΟΣ

Πάλι τι κανιβαλισμός αυτή την Άνοιξη

λουλούδια καταβρόχθισαν τις μέλισσες

πουλιά τους ’φάγαν τα εντόσθια τα γεράκια

το τριαντάφυλλο έμεινε ολομόναχο

κι ο μενεξές μεταμορφώθη σε κηδεία

 

Δεν έχω άλλα λουλούδια να σου φέρω

όμως μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός

φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω

θα ’χω το σπίτι μου πάνω σ’ ένα σύννεφο

θ’ ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο.

 

Σήμερα ακόμα είμαι ένας πλοηγός

συνένοχος για τις λάσπες τα λεμόνια

τους  τενεκέδες στο νερό μεσ’ το λιμάνι

τρελαίνω τη σειρήνα σπέρνω το αίμα μου

φορώ γυαλιά από πέτρα και με λένε Πέτρο

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948]

 

Ο ΑΕΤΟΣ   (στις ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ του Μίλτου Σαχτούρη)

Την ώρα που κοιμάται

ένας αϊτός

πέφτει μεσ’ στο κρεβάτι της

νεκρός

την ώρα που κοιμάται

ένα περιστέρι

κουρνιάζει στο δεξί της χέρι

 

Τον αετό

τα ματωμένα δάχτυλά της

ρίχνουν

στον γκρεμό

το περιστέρι

τα ματωμένα δάχτυλά της

σφίγγουν

ρίχνουν στο πανέρι

 

Την ώρα που ξυπνάει

ένας αϊτός

στέκεται στο κρεβάτι της

ορθός

την ώρα που ξυπνάει

ένα μαχαίρι

της κόβει το δεξί της

χέρι

 

Η ΠΟΡΤΑ

Η πόρτα που άνοιξες με τόσο πάθος

άνοιξε στο θάνατο

και δεν μπορούν να τον σκεπάσουν

τα ζαχαρένια μάγουλα του κοριτσιού

πίσω απ’ την πόρτα

πίσω απ’ την πόρτα το κορίτσι γδύνεται στον άνεμο

τα κυπαρίσσια ψιθυρίζουνε μια προσευχή χιονιού

βογγάει λυγάει τα κλαδιά ο βοριάς ο μαύρος

οι ξυλοκόποι χάθηκαν στη θάλασσα

χλωμά καΐκια κατέβασαν τις σημαίες τους

σάλπιγγες στο βυθό σημάνανε το τέλος

ενώ στο λιμάνι βγαίνουν κυριακάτικο περίπατο

γυναίκες μες στα μαύρα σέρνουν τ’ αγόρια τους

πεταλωτές παιδεύουνε τ’ άμοιρα τ’ άλογά τους

άγριες λατέρνες μαχαιρώνουνε τα ντέφια τους

παιδιά πουλάνε κοκοράκια κόκκινα σα χιόνι

καράβια και πουλιά σφυρίζουν φεύγουνε

κατάρτια ανοίγουν δρόμο ανάμεσα από τα άστρα

η πόρτα που άνοιξες με προσοχή

έχει άλλες χίλιες πόρτες πίσω της

πίσω από κάθε μία και μια κραυγή

πίσω από κάθε μια κι ένα στητό κορίτσι.

 

ΤΟ ΑΙΜΑ ΜΟΥ ΤΟ ΚΡΕΜΑΣΑΝ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΛΑΔΙΑ…

(…το αίμα μου το ρίξαν μεσ’ στη θάλασσα…)

τ’ άγρια λουλούδια   τα βαμμένα δόντια   τα πικρά φιλιά   τα ψάρια τα καράβια μεσ’ στη θάλασσα   μέσα στο αίμα το δικό μου χτίσαν τη φωλιά   από το αίμα το δικό μου βάψαν τα πανιά   από το αίμα το δικό μου πέταξαν φτερά   όλα τα φοβερά πουλιά μέσα στη θάλασσα…   Από ψηλό βουνό είδα τη θάλασσα   μέσα στα χέρια της είδα   να ζουν και να πεθαίνουν τα πουλιά   κι εγώ έφεγγα ψηλά σαν άστρο   ήμουν ένα άστρο   με δάκρυα και με καρφιά   και γύρω μου ψάρια και σκάλες   σκάλες ν’ ανέβουν να διώξουν   την καρδιά μου  σκάλες για να κατέβω εγώ   για να ξεσκίσω την καρδιά της θάλασσας…   [ΥΔΡΑ  και  ΩΡΟΔΕΙΧΤΗΣ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948]

Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020


Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΣΤΟ ΕΝΑ ΠΛΕΥΡΟ ΜΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ Η ΦΩΤΙΑ

  (…μα στο άλλο η φρίκη μου βουβή…) (ποιήματα που εξευμενίζουν τα βήματα της μοίρας   για τους Ατρείδες της Φωτιάς   και   της Σιωπής: ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ