Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΡΟΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ ΜΑΚΡΙΝΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ, ΠΑΡΑΣΤΑΘΕΙΤΕ ΜΟΥ

 Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα

και τα δαιμονικά του κόσμου τούτου.

Έχω πει στην αγάπη «γιατί»

και την έχω κυλήσει στο πάτωμα.

Έγιναν οι πολέμοι και ξανάγιναν

και δεν έμεινε ούτε ένα κουρέλι

να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματά μας

και να το λησμονήσουμε.

Ποιος ακούει;    Ποιος άκουσε;

Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;

Ένα κορμί μου μένει και το δίνω.

Σ’ αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα ιερά,

όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλίπες.

Και σ’ αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ

από θάλασσα κι από κολύμπι…

[Οδυσσέας Ελύτης, από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

 


Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Μαρία Νεφέλη:

Περπατώ μες στ’ αγκάθια μες στα σκοτεινά

σ’ αυτά που είναι να γίνουν και στ’ αλλοτινά

κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα

τα νύχια μου τα μοβ σαν τα κυκλάμινα

 

Αντιφωνητής:

Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό. Ν’ ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα. Μπρος από βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ’ αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου. Σα να γίνεται κάτι αλλού  –που μόνο αυτή τ’ ακούει και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφιχτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.

 

Μαρία Νεφέλη:

Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου ’λεγε «θυμάσαι;» Τι να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα. Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα  – πώς να το πω: απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα – κει που δεν το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν - ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά φαίνεται το παράκανα. Επειδή – δεν ξέρω – κάτι παράξενο έγινε στο τέλος. Πρώτα έβλεπα το νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος. Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει…

 

Αντιφωνητής:

«Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν Μητροπολιτάδες»; - έτσι μου ’λεγε. Και μια φορά, θυμάμαι, καλοκαίρι στο νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα, πηδήσαμε απ’ τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα.

 

Μαρία Νεφέλη:

Έβλεπα τα μάτια του. Έβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες.

Αντιφωνητής:

Έβλεπα μιαν επιτύμβια στήλη. Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην πέτρα. Έμοιαζε λυπημένη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.

Μαρία Νεφέλη:

Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε. κοιτάζαμε κι οι δυο την ίδια πέτρα.

Αντιφωνητής:

Ήταν ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.

Μαρία Νεφέλη:

Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη.

Αντιφωνητής:

Ήτανε καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί. Δεν θα κρατήσεις ποτέ σου ένα πουλί εσύ – δεν είσαι άξια!

Μαρία Νεφέλη:

Ω, αν μ’ αφήνανε, αν μ’ αφήνανε.

Αντιφωνητής:

Ποιος να σ’ αφήσει;

Μαρία Νεφέλη:

Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.

Αντιφωνητής:

Αυτός, αυτός που δεν αφήνει τίποτα

κόβεται απ’ τη σκιά του κι αλλού περπατά.

Μαρία Νεφέλη:

Είναι τα λόγια του άσπρα κι είναι ανείπωτα

κι είναι τα μάτια του βαθιά κι ανύπνωτα…

Αντιφωνητής:

Μα ’χε πάρει όλο το πάνω μέρος απ’ την πέτρα. Και μαζί με αυτή και τ’ όνομά της

Μαρία Νεφέλη:

ΑΡΙΜΝΑ… σα να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα τα γράμματα μέσα στο φως… ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ…

Αντιφωνητής:

Έλειπε. Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε καθόλου.

Μαρία Νεφέλη:

ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ… εκεί, πάνω σ’ αυτό το ΕΛ η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.

Αντιφωνητής:

Στ’ όνειρό της φαίνεται θα το ’χε δει κι αυτό για να το θυμάται.

 

Μαρία Νεφέλη:

Στ’ όνειρό μου, ναι. Σ’ έναν ύπνο μεγάλο που θα ρθει κάποτε όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά. Θα περνάνε στο δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπως σε κάτι παλιές ταινίες ιταλιάνικες. Από παντού θ’ ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναίκες σε μικρά μπαλκόνια να ποτίζουν τα λουλούδια τους.

 

Αντιφωνητής:

Ένα μεγάλο θαλασσί μπαλόνι θα μας πάρει τόσο ψηλά, μια-δω, μια-κει, θα μας χτυπά ο αέρας. Πρώτα θα ξεχωρίσουν οι ασημένιοι τρούλοι, κατόπιν τα καμπαναριά. Θα φανούν οι δρόμοι πιο στενοί, πιο ίσιοι απ’ ό,τι φανταζόμασταν. Οι ταράτσες με τις κάτασπρες αντένες για την τηλεόραση. Και οι λόφοι ένα γύρο κι οι χαρταετοί – ξυστά θα περνάνε από δίπλα τους. Ώσπου κάποια στιγμή θα δούμε όλη τη θάλασσα. Οι ψυχές επάνω της θ’ αφήνουν μικρούς λευκούς ατμούς.

 

Μαρία Νεφέλη:

Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και τα δαιμονικά του κόσμου τούτου. Έχω πει στην αγάπη «γιατί» και την έχω κυλήσει στο πάτωμα. Έγιναν οι πολέμοι και ξανάγιναν και δεν έμεινε ούτε ένα κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματά μας και να το λησμονήσουμε. Ποιος ακούει; Ποιος άκουσε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας; Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ’ αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα ιερά, όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλίπες. Και σ’ αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ από θάλασσα κι από κολύμπι…

Ροές της θάλασσας και σεις των άστρων μακρινές επιρροές – παρασταθείτε μου!

 

Αντιφωνητής:

Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα

δαιμονικά του κόσμου τ’ ανεξόρκιστα

κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα

στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα!

 

Μαρία Νεφέλη:

Κι απ’ τις φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα

μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα!

 

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

ο νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει 

(από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, Ίκαρος 1978)

H Μαρία Νεφέλη λέει:

Ροές της θάλασσας και σεις

των άστρων μακρινές επιρροές –παρασταθείτε μου!

Απ’ τα νερά της νύχτας τ’ ουρανού κοιτάξετε

πώς ανεβαίνω

αμφίκυρτη

σαν τη νέα σελήνη

και σταλάζοντας αίματα.

 

Ποιητή τζιτζίκι μου εγκαταλειμμένο

μεσημέρι δεν έχει πια κανείς

σβήσε την Αττική κι έλα κοντά μου.

Θα σε πάω στο δάσος των ανθρώπων

και θα σου χορέψω γυμνή με ταμ-ταμ και προσωπίδες

και θα σου δοθώ μέσα σε βρυχηθμούς και ουρλιάσματα.

Και θα σου δείξω τον άνθρωπο Baobab

και τον άνθρωπο Plagus Carnammenti

τη γερόντισσα Cimmulius και το σόι της όλο

το σαρακοφαγωμένο απ’ τα παράσιτα.

Θα σου δείξω τον άνδρα Bumbacarao Uncarabo

και τη γυναίκα του Ibou-Ibou

και τα παραμορφωμένα τέκνα τους

τα μανιταρόσκυλα

τον Cingua Banga και την Iguana Brescus.

Μη φοβάσαι

με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης

θα σε οδηγήσω

και θα σου χυμήξω.

Τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου

η αλήθεια -έτσι δεν λένε;- είναι οδυνηρή

κι έχει ανάγκη να ξέρεις απ’ το αίμα σου

έχει ανάγκη απ’ τις λαβωματιές σου

απ’ αυτές και μόνο θα περάσει –εάν περάσει

κάποτες η ζωή που μάταια έψαχνες

με το σφύριγμα του ανέμου και τα ξωτικά

και τις κόρες με τους ήλιους επάνω στα ποδήλατα.

 

Μπρος! Ανοίξου! Φύγε!

Δίχως ρόπαλο και δίχως σπήλαιο

μες στους εξαγριωμένους βροντοσαύρους

κοίταξε να βολευτείς μονάχος σου

να εφεύρεις μια γλώσσα ίσως τσιρίζοντας

ιιιιιιιιιι.

 

Τότε που θ’ ακούσεις πάλι-πάλι να σου τραγουδώ

να σου τραγουδώ τις νύχτες πάνω στο ξυλόφωνο:

«Μες στο δάσος πήγα ντράγκου-ντρούγκου

μ’ έφαγαν τα δένδρα ντρούγκου-ντρου

μ’ έκαναν κομμάτια ντράγκου-ντρούγκου

μ’ έριξαν στ’ όρνια ντρούγκου-ντρου».

 

ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ

τέτοιαν εύστοχη δείξε αδεξιότητα και να ο Θεός! 

Και ο Αντιφωνητής:

Ό,τι να δεις – καλώς το βλέπεις

αρκεί να ’ναι αναγγελία.

Το ελάχιστο νέφος ουριοδρομώντας η Σελήνη

των δένδρων ο αλιγάτορας

και η σκυθρωπή των λιμνοθαλασσών γαλήνη

με το πατ-πατ το μακρινό της γκαζομηχανής

αν ο κόσμος μια για πάντα ειπώθηκε: Αναγγελία.

 

Ποίηση ω Αγία μου – συγχώρεσέ με

αλλ’ ανάγκη να μείνω ζωντάνος

να περάσω από την άλλη όχθη

οτιδήποτε θα ’ναι προτιμότερο

παρά η αργή δολοφονία μου από το παρελθόν.

Κι αν επάνω μου μείνει ανεξάλειπτη

κάθε λαίλαπα σαν εγκαυστική

θα ’ρθει το πλήρωμα των ημερών

βουστροφηδόν θα εξαφανίσω τον εαυτό μου.

 

Εξόν κι αν μήτε αυτός υπάρχει

αν στα βάθη μέσα των ωκεανών

βυθίζοντας οι μέρες οι ξανθές πήραν μαζί τους

μια για πάντα το είδωλο

το Φωτόδενδρο

με τους χίλιους εκτυφλωτικούς των πουλιών σχίστες

και τους Μήνες ολόγυρα στις μύτες των ποδιών

συλλέγοντας μες τη ποδιά τους

κρόκους μικρούς γυρίνους των αιθέρων.

 

Είναι που οι άνθρωποι δεν το θελήσανε ειδαλλιώς.

Μες στο κενό θησαύρισα και τώρα πάλι

μες στους θησαυρούς μένω κενός.

 

Ω αντίο Παράδεισοι και αζήτητες δωρεές

φεύγω πάω κατευθείαν επάνω μου

εκεί μακριά που βρίσκομαι.

 

Ήρθε η στιγμή. Μαρία Νεφέλη

πάρε το χέρι μου - σ’ ακολουθώ

και το άλλο υψώνω –ιδές- με την παλάμη

αναστραμμένη ανοίγοντας τα δάχτυλα

ένα ουράνιο άνθος:

«Ύβρις» όπως θα λέγαμε ή και «Αστήρ»

 

Ύβρις – Αστήρ Ύβρις – Αστήρ

ιδού το στίγμα φίλοι

πρέπει να κρατήσουμε την επαφή.

Μη μου γελάτε την τόση αδεξιότητα

κι είναι το ξέρετε ενάντιος ο καιρός.

(από την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη

ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, 1978)

 

Ο ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΥΠΟΤΑΞΕΙ  (Μαρία Νεφέλη)

ΤΕΤΟΙΑ ΕΥΣΤΟΧΗ ΔΕΙΞΕ ΑΔΕΞΙΟΤΗΤΑ  ΚΑΙ ΝΑ: Ο ΘΕΟΣ (Και ο  Αντιφωνητής)

Η ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ ΛΕΕΙ:  η αλήθεια – έτσι δε λένε – είναι οδυνηρή  κι  έχει ανάγκη, να ξέρεις, απ’ το αίμα σου   έχει ανάγκη απ’ τις λαβωματιές σου∙  απ’ αυτές και μόνον θα περάσει – εάν περάσει  κάποτες η ζωή που μάταια έψαχνες  με το σφύριγμα του ανέμου  και τα ξωτικά  και  τις κόρες  με τους ήλιους επάνω στα ποδήλατα…   Μπρος!.. Ανοίξου!.. Φύγε!..  Δίχως ρόπαλο και δίχως σπήλαιο  μες στους εξαγριωμένους βροντόσαυρους  κοίταξε να βολευτείς μονάχος σου   να εφεύρεις μια γλώσσα ίσως τσιρίζοντας   ίιιιιιι  Τότε που θ’ ακούσεις πάλι – πάλι να σου τραγουδώ  να σου τραγουδώ τις νύχτες πάνω στο ξυλόφωνο:   «Μες στο δάσος πήγα ντράγκου – ντρούγκου   μ’ έφαγαν τα δένδρα  ντρούγκου – ντρου  μ’ έκαναν κομμάτια ντράγκου – ντρούγκου   μ’ έριξαν στα όρνια ντρούγκου – ντρου»    ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ: Μες στο κενό θησαύρισα και τώρα πάλι  μες στους θησαυρούς μένω κενός.   Ω αντίο Παράδεισοι και αζήτητες δωρεές  φεύγω πάω κατευθείαν επάνω μου  εκεί μακριά που βρίσκομαι.   Ήρθε η στιγμή.  Μαρία Νεφέλη πάρε το χέρι σου – σε ακολουθώ  και το άλλο υψώνω – ιδές – με την παλάμη αναστραμμένη ανοίγοντας τα δάχτυλα ένα ουράνιο άνθος:  «Ύβρις» όπως θα λέγαμε  ή και  «Αστήρ»   Ύβρις – Αστήρ   Ύβρις – Αστήρ  ιδού το στίγμα φίλοι  πρέπει να κρατήσουμε την επαφή.  Μη μου γελάτε  την τόση αδεξιότητα  κι είναι το ξέρετε ενάντιος ο καιρός  (αποσπάσματα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ 1978

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2026

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΜΕΝΑ ΚΑΘΕ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ

 (… να μοιάζομε πότε τ’ αειθαλή  και  πότε τα φυλλοβόλα…)

Τα περισσότερα απολογίες αζήτητες και άλλα νάρκισσοι:

φριχτά επιμύθια, πληχτική διανόηση –

τα γνωστά και τα δηλωμένα.

Και όμως υπήρχε τόσος βρασμός ζωής

σ’ εκείνες τις κρίσιμες ώρες μας,

όπως τις ξεφυλλίζει τώρα ο χρονοδείκτης. 

Όχι η κρεβατοκάμαρα,  αλλά η εξαγορά της ψυχής μας

μες στην πλήθουσα αγορά με τα γυμνά της κατάστιχα.

Εκεί χτυπήθηκα με δικούς   και εκεί διασταυρώθηκα

με τους ξένους.

Κι ούτε αυτοκαθρεφτισμοί  ούτε πόζες,

για τον αναγνώστη του μέλλοντος.

Παρά το αγιάζι του χρόνου,

που μου παίρνει τα ρούχα  και  με αγλαΐζει σαν άγαλμα

ή με ερειπώνει.

Να μοιάζομε πότε τ’ αειθαλή  και  πότε τα φυλλοβόλα!..

[ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ στη  συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004]

 

ΠΡΟΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Δεύτερος συγκεντρωτικός τόμος:  

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1988 – 2013, εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ

κλείνει με τους ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ, που αναφέρονται, μεταποιητικά, στα πιο νευραλγικά  βιώματα της εποχής.

Αφήνοντας σαν δέρματα ένα – ένα πίσω μου τα σήματα

της διακεκομμένης μου πορείας που θα άρχιζε

όπως άρχισε  (Από την ύπαρξη…):

Ξημέρωνε κι ο δρόμος  μ’ έφερε στα χείλη

ενός μισοθαμένου πηγαδιού κρυφού κι αμίλητου

από χρόνια, μπορεί από τη λίθινη εποχή.

Και ξαφνικά μια βίαιη ροπή, που σάρωνε από πάνω του

σαν φύλλα φθινοπωρινά τόσες στιβάδες γεωλογικής ζωής, μου το αποκάλυψε.

Μάτι της γης που κοίταζε και πέρα απ’ τη ζωή, προς το διάστημα.

Με τη μονόπτερη πληγή ανοιχτή στην επιφάνεια,

φιλί αστεριού που κόπηκε στα δύο,

σαν ρήγμα που έσμιγε  και χώριζε το μέσα και το έξω της ζωής.

Και τότε σκύβοντας επάνω από τα φιλιατρά,

αντίκρυσα στην τρικυμία του βυθού

τα πρώτα μου χαρακτηριστικά αλλοιωμένα.

Ο σιαμαίος αδελφός σου, είπα στην ύπαρξη,

που με τη γέννηση αποκόπηκε απ’ τη μήτρα 

κι από τότε συνεχίζει εκεί κάτω την υπόγεια διαδρομή του. 

Σαν ένα σώμα την αφώτιστη σκιά του.

 

Και θα τελείωνε, περνώντας πέρα από την κρίσιμη τομή

που παρακάτω περιγράφεται, όπως και τελείωσε 

(Από την ύπαρξη στη συνύπαρξη): 

 

Γιατί  ήρθε ο μήνας ο σκληρός - ο Απρίλης δίχως λάμψη –

ξαφνικά  κι ακούστηκε ο θόρυβος συρτός κι υπόκωφος

να δυναμώνει  και  να τρίζει ο τάπητας των λεωφόρων

κάτω από τις ερπύστριες.

Σαν κροταλίες κυλιόμενοι από τα βόρεια προάστια προς το Σύνταγμα.

Κι όλη η ζωή μου σ’ ανακύκληση, με τις παλιές επισταθμίες πίσω σε ανασύνταξη…

 



ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ,  ΤΟΤΕ…

(πρώτο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα  ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004)

Στις ίδιες αφύλακτες διαβάσεις, Ισαύρων. Τσιμισκή και Βουλγαροκτόνου. Από την κορυφή του Λυκαβηττού αραιωμένες ριπές πολυβόλου.  Έλυσε τα δάχτυλα και τρέχοντας πρώτη θερίστηκε στη μέση της λεωφόρου.  Κι αυτός όρθιος να ουρλιάζει, δίπλα σε δυο τραμ από χτες πλαγιασμένα στο ύψος Ιπποκράτους – Καλλιδρομίου.  Γύρω του οι σφαίρες βροχή, αλλά καμιά δε γάζωνε τη φωνή του. Με το μπουφάν της στα χέρια του, ώσπου τον περιμάζεψε η τελευταία περίπολος.

Πέρασε καιρός από τότε και μια μέρα στην άχαρη επαρχία του ξύπνησε με τη μνήμη τους:

Ήμουν και δεν ήμουν εκεί

σ’ αυτά και τα πέρα βουνά

η καρδιά μου μια σύνθλιψη

σαν το Ζαγόρι μετέωρη

που το ’καψε η Κατοχή

κι άλλοτε πάλι σε γάζωνε

μια ριπή του Λυκαβηττού

φωνή μου της μαύρης ασφάλτου.

Φτηνός μεταπράτης η  έμπνευση, ούτε κουβέντα για δημοσίευση.

 

Τα λίγα μπουφάν τότε λάφυρα νυχτερινά απ’ τους Γερμανούς, τώρα παζαρεμένα μέρα μεσημέρι με την οκά στο Μοναστηράκι.

 

Και αυτά τα σκατόπαιδα βουίζοντας σαν τις μύγες γύρω απ’ τις πληγές μας, αλωνίζοντας σαν τα πουλάρια τ’ αδέσποτα σε ξένα λιβάδια. Άλλοτε, έκανες την αυτοκριτική σου;  λέγαμε. Τώρα, έκανες σωστά την κοινωνική σου ανάλυση;  ειρωνεύονται.  Έτσι βουίζοντας ανάμεσα σε μένα και σε μένα, ανάμεσα σε μένα και την εποχή μου. Σαν καταλύτες.  Ούτε την αδυναμία της στρατευμένης καρδιάς μου δεν σέβονται. Βγαλμένα δυο φορές απ’ τα σπλάχνα μου, τ’ άτιμα.

 

Βγαλμένα τα μέσα έξω και ξαναραμμένα με το βελονάκι της ψιλής διαλεκτικής. 

 

Σώνει και καλά να κάνει τη δήλωσή της κι η ίδια η ιστορία!..

 

Η ιστορία χωρίς εμάς χωρίς τη δική μας – τη σωματική μας -  παρέμβαση, δεν υπήρχε. Θα έμενε κοίτη ξερή χωρίς καταρράκτες και ξαφνικά τους στημένους υδατοφράχτες της.  Χωρίς την οργιώδη της βλάστηση και από την αντίπαλη όχθη τους φανατικούς υλοτόμους της. Και τότε, ακαριαία, αποχτά παρουσία και κατατρώγει τους δράστες της.  Γίνεται εκείνη ο δράστης  κι  εμείς τ’ άβουλα  ή φαντασμένα φερέφωνά της: ο βιαστής και νομέας, ακόμη και του προσωπικού μας πεδίου.  Και τέλος, το σώμα της και το σώμα μας ασύμπτωτα μεταξύ τους, σαν δυο ξένα εν ψυχρώ ενεργούμενα.

Αυτή είναι η ιστορική αλλοτρίωση, φίλε μου. Πιο πολύ από των Γάλλων υπαρξιστών του συρμού, που από παλιά ερμηνεύεις  και εξακολουθείς να παρερμηνεύεις.

 

Ας εξαιρούσες τουλάχιστον τον Καμύ, που μίλησε καθαρά για εξανάσταση.  Είπε – κι εμείς το νοιώσαμε στο πετσί μας – αλλά εσύ πώς μπορείς να το φανταστείς πως υπήρξε ευτυχισμένος εν τέλει ο Σίσυφος;

 

Παραμερίστε, έρχεται ο δεινός λαθοθήρας – ο μεθεόρτιος.  Μιλά για λάθη και προδοσίες. Και λοιπόν;  Τι είναι η νεότητα,  ο έρωτας, η καθημερινή πάλη, η ίδια η ζωή;  Προφητική ντιρεκτίβα και τέρμα: ο παράδεισος;  Ας ήσουνα Ιταλός,  ας ήσουνα Γάλλος να το παζαρέψεις  ή  να το μεθοδεύσεις.  Και πάλι μια μέρα θα σου ’χε φορεθεί ο γκωλισμός  κι  η χριστιανοδημοκρατία καπέλωμα.  Κι απάνω απ’ τη Βάρκιζα  ο ζαχαρωμένος Μπερλιγκουέρ.  Ενώ τώρα έχεις πίσω σου μια αναφαίρετη αφετηρία.  Η ιστορία για σένα τελειώνει και ξαναρχίζει από κει:

 

Ο ημεροδείκτης δείχνει Δεκέμβρης

το ρολόι σταμάτησε στο ’44.

[από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ  2004]

 

ΝΑ ΔΩΣΩ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΣΤΟΥΣ ΚΛΕΠΤΑΠΟΔΟΧΟΥΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

(δεύτερο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα  ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004)

Επί πρωθυπουργίας του Σκόμπυ, υπαλληλίας του Παπανδρέου  και των άλλων λακέδων.

 

Κατά μήκος της λεωφόρου Αλεξάνδρας τα χτήρια με λαβωματιές ακόμα ανεπούλωτες απ’ τις σφαίρες. Τόσα σχέδια Μάρσαλ, αυτές τις τρύπες γιατί δεν τις φράξατε;  Δεν βλέπετε που, χρόνια και χρόνια μετά, μπαινοβγαίνει από κει και τρομάζει τους μισθωτούς σας το φάντασμα της Ελευθερίας;

 

Τα ψυχοσάββατα των νεκρών, διαβατήρια εξαγοράς για τη λήθη δεινών κυβερνώντων. Οι χθεσινοί νεκροί ξεπερασμένοι απ’ τις εποχές, οι μεγάλες εποχές από τους μικρούς επιζήσαντες.

 

Ο χθεσινός Δεκέμβρης και τα αυριανά θύματά του:  αυτός ο ακαριαίος και εκείνα τυμπανιαία.

 

Από την πλευρά των Αμπελοκήπων με προτεταμένα τα στεν ανέβαινε έρποντας μια διμοιρία ιερολοχίτες, σαν τους τερμίτες της Αφρικής

 

Στις φυλακές Αβέρωφ πρόσωπα χέρια χωνιά σιδερόφραχτα.

 

Στο Κολωνάκι ένας γκαζοτενεκές του νερού δυο χρυσές.

 

Ο Τσώρτσιλ στη «Μεγάλη Βρετανία», ανάμεσα από δυο πούρα, τους μάζεψε και πάλι τους έδιωξε, ανασηκώνοντας τους ώμους του ταυρωπός, κατά το μέρος της Μεγάλης Αρκούδας.  Με τις αιμορροΐδες και το αλκοόλ μες στα μάτια, στο φόρτε τους.

 

Γύρισε τελευταίος ο ποιητής Εμπειρίκος  και  ανεξίκακος πάντα κάθισε κι έγραψε ένα ποίημα που το ονόμασε  «Ο Δρόμος». Όπως αν δεν του είχε συμβεί, θα είχε γράψει μια «Ουτοπία της Επανάστασης» κι αν είχε τραβήξει και πέρα απ’ τα Κρώρα, θα ’χε τελειώσει  και  εκείνος τη «Θηβαϊδα» του.

 

ΝΑ ΔΟΚΙΜΑΣΩ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΩ…

(τρίτο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα  ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ 2004)

Αυτά που ζήσαμε σ’ όλη την καύση τους τότε  κι  αυτά που ξαναλέγαμε χτες και προχτές με πεσμένη την πρώτη θερμοκρασία τους.  Κι όμως γυρεύοντας κάτι, πέρα από την ευκολία της εντολής  ή τη σιγουριά της συνήθειας.  Πέρα από τις γωνίες των κομματικών αποφάσεων – αυτά τ’ αγκωνάρια.  Κι απ’ τα σακατεμένα  τηλεφωνήματα -  αυτά τα κενά.  Συνεχίζω τ’ άλλα φύλλα πορείας μου.  Τ’ άγραφα,  τα περιττά,  τ’ ανεπίδοτα.

Αυτά συνεχίζω…

 

Τω καιρώ εκείνω, λοιπόν…  Τόσοι μυστικοί της Ασφάλειας, ξαφνικά ραβδοσκόποι. Η αξίνα τους έπεφτε διάνα, ανέβαζε μέρες και μέρες τα πτώματα.  Γύρω -γύρω τα φλας, οι ξένοι ανταποκριτές, οι ιατροδικαστές, ο κύριος Λήπερ.  Όλοι τους καλεσμένοι  και  πίσω απ’ τους κρανοφόρους με  τις ασφυξιογόνες τους μάσκες το πλήθος των αστών να ωρύεται. Ακόμη κι οι εργάτες τ’ άγρια χαράματα, τραβώντας για  τη δουλειά τους, μπρος στα περίπτερα της Ομόνοιας κρατούσαν τα ρουθούνια στις χούφτες τους απ’ τη δυσοσμία των τίτλων με τα πηχυαία τους γράμματα στα τρίστηλα και τετράστηλα των εφημερίδων.

Οι εφημερίδες με τ’ άηχα τροχισμένα γλωσσίδια τους…

 

Η αλήθεια διάτρητη από νικητές  κι  από νικημένους στις μέρες μας μύριζε πτωμαϊνη.

 

Ο Γεωργούλας, ο ριμινίτης, ήρθε και με  βρήκε σε μια χαλάρωση του ’46.  Κρατούσε δυο πάκα χειρόγραφα και τα κράδαινε, γράμματα χοντρά  κι απελέκητα  σε ό,τι στρατσόχαρτα έβρισκε.  «Όλη η Μέση Ανατολή καμωμένη σενάρια», έλεγε και μου τα ΄δειχνε. «Το Ελ Αλαμέιν, η στάση του ναυτικού, το σύρμα κι άλλα πολλά».  Πυρετός για το χρήμα και  για τη δόξα.  «Συναρπαστικά επεισόδια»!..  φώναξε. Να  τους ρίξω μια σβέλτη ματιά, να τα χτενίσω όπου χρειάζεται, να μιλήσω και σε  καμιά κινηματογραφική εταιρεία. Τον κοίταζα με θλίψη και μέσα μου αναλογιζόμουν:  Η οικογένειά του, κυνηγημένη, άφησε τα δίπατα στην πατρίδα κι ήρθε και χώθηκε δυο μέτρα κάτω απ’ τη γη στα Πετράλωνα.  Κι αυτός γιατί δραπέτευσε μες στην Κατοχή για την Αφρική  και κινδύνεψε;  Για να ’χει να εμπορεύεται;  Και τι να επενδύσει ο αγαθός και αγράμματος!..

 

Πλευρισμένος έξω απ’ το κίνημα ασκούσε αζημίως την κριτική του στο σώμα του ζωντανού μας ονείρου.  Τώρα την ασκεί απ’ την έδρα του στα φανταστικά σώματα των έργων της τέχνης.  Ευαισθητοποιήθηκε και ο κύριος Χρύσανθος…

[από τη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ  2004]

 

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΚΑΘΕ ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΖΟΤΑΝ ΥΠΟΠΤΟΣ 

(…κι ο κάθε ερωτευμένος κάτι σαν λιποτάχτης. 

Κι ο πρώτος αντιρρησίας αιρετικός,

ο αιρετικός δαχτυλοδεικτούμενος,

πιο βαμμένος κι από προδότης… )

Μετά τη Βάρκιζα σε κάθε γωνία και πόρτα εξόδου της Νομικής, της Φιλοσοφικής, του Χημείου, δύο – δύο οι ροπαλοφόροι.  Κι ο παθών, απ’ την εξορία του, έγραφε:

 

Πάνω στις πλάτες μας πίθηκοι σπάζουν καρύδες!..

 

Κι εμείς μπρος στα μάτια τους με τα δυο κορμιά μας χαράξαμε συνωμοτικά το σύμπλεγμα της αγάπης. Με τ’ αγκωνάρια τους  φράξαμε στα κρυφά τις δύσκολες μέρες και νύχτες μας. Κάθε εγκοπή τους και μια άφωνη γλώσσα που αραβουργούσε τοπία: κρυπτογραφήματα των κορμιών και τοπία μετά τη μάχη.

 

Δεν έβρισκες χέρι ν’ απλώσεις  και  να πιαστείς, αν δεν δήλωνες καθαρά πού ανήκεις!..

 

Η απόλυτη πίστη πώς μπορεί να οδηγεί στη μισανθρωπία,  η απέραντη ανθρωπιά να γίνεται συνενοχή για το έγκλημα;  Εκείνη φραγμός στους αποσυνάγωγος και αυτή ασυδοσία για τους εξωμότες και τους τραμπούκους…

 

Στους προθαλάμους και όχι στα παρασκήνια εκκολάπτονται τώρα καινούργιοι Ηρακλίσκοι  και  στους δρόμους υπό μάλης τα ρόπαλα και τα κλάξον δαιμονιώδη…

 

Τους «αποχίτες»!..  Τι λέξη και πώς πρόλαβε έτσι γρήγορα να σιτέψει!.. Κύριοι συντάκτες του Ιστορικού Λεξικού, μην τύχει και μείνει αθησαύριστη.

 

Ήμουν δευτεροετής όταν άρχιζε η πρώτη εποχή των προγραφών. Από τότε προγραφή και σπουδές δύο κύκλοι παράλληλοι. Και τους ένωνε, υπόγεια διάβαση, η ποίηση.

 

Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΤΕΘΛΑΣΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΕΩΝ

Χωμένοι στα φοιτητικά σπουδαστήρια διαβάζαμε πλατωνικούς διαλόγους και απόκρυφα κείμενα. Όπως παλιότερα, τη Γυναίκα της Ζάκυθος  και τον Μακρυγιάννη…

 

Ξημέρωνε με ανακοινωθέντα και νύχτωνε με σήματα μορς 

(…στους μεσότοιχους  και κρυφούς φωτισμούς από καύτρες τσιγάρων άγνωστων φίλων…)

Ψηλά σκοτείνιαζε ο εμφύλιος για όλους μας… Χαθήκαμε, βρεθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε, σκορπίσαμε.  Σε κάμαρες φοιτητικές, σε στέκια λογοτεχνικά  ή  σε καμιόνια.  Οι νύχτες άσπρες και  οι μαύρες τρύπες μας. Αυτός που έφευγε άφηνε στη συντροφιά τη μαύρη τρύπα του. Κι όπου στραφούμε βλέμματα ξεφεύγοντας το βλέμμα μας  και βήματα πίσω  από το βήμα μας, ταχύνοντας κοφτά και παρατεταμένα…

 

Κάθε επιζών και μια περγαμηνή καρβουνιασμένη  κι άλαλη  και τα ποιήματά μας κολοβά  κι ακρωτηριασμένα σαν φραγκμέντα.

 

Ένας ακόμη χρονοδείκτης φυλλοβόλος.

 

Ένας Λεβιάθαν της μισής Ελλάδας είχε καταντήσει η πρωτεύουσα.  Ένας Λεβιάθαν από κατακόμβες, που κατάτρωγε τ’ απόκληρα παιδιά της. Σε κάθε πολυκατοικία στοιβαγμένες οικογένειες κυνηγημένων από την επαρχία. Σε ημιυπόγεια και υπόγεια με την οσμή του πετρελαίου στα ρουθούνια, δίπλα στο καζάνι του καλοριφέρ τις νύχτες να ζεσταίνονται. Τη μέρα οι άντρες περιπτεριούχοι και οι γυναίκες θυρωροί σε πολυκατοικίες.  Και τότε οι ρόλοι πότε -πότε, στα μουγκά, να αντιστρέφονται. Κατέβαινε απ’ το ρετιρέ του τέταρτου ο αστός να πάρει τη «βαμμένη» εφημερίδα του  ή  την κρυφή αλληλογραφία με τη «φίλη» του  κι ένιωθε τώρα απ’ τις αριστερές αλύγιστες ματιές τους να στυνομεύεται…

 

«Ο παλαιοστιχουργός που γύρισε από τα βουνά», κάπως έτσι σε χαρακτήρισε σε μια λογοτεχνική του επισκόπηση ο Καραντώνης.

 

Κι όμως δεν τους ξεχνούσες τους προπολεμικούς ομοτέχνους σου…

 

«Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς θεού όχι συγκινήσεις κι υπερβολές  κι απελπισίες», όπως διαβάσαμε μετά στο Μπολιβάρ. Ένα ποίημα που μας μιλούσε άμεσα και μας περνούσε ελληνικότητα στην άλλην εποχή και γλώσσα.  Που για πολύ διάστημα απέφυγε να θεσμοθετηθεί  και να ενταχθεί με τ’ άλλα κεκραγάρια στις εθνικές  γιορτές και επετείους.  Κάτι που δεν απέφυγε το Άσμα… του Ελύτη.

 

Το allezretour του χρόνου, η μόνη γραμμή της μνήμης που μας ταξιδεύει.  Ο ίδιος φάρος περιστροφικά για ναυαγούς του χθες και μελλοντικούς ναυτιλομένους… 

[αποσπάσματα από την τέταρτη, πέμπτη και έκτη ενότητα  στη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΙΚΤΕΣ  2004]

ΟΙ ΣΥΓΚΥΡΙΕΣ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ ή  Η ΦΡΕΝΑΠΑΤΗ ΤΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ;

(…αλλά ποιος μπήκε τότε να εξερευνήσει τα άδυτα…)

Σε κάθε δόγμα μέσα κι έξω ένας πειρασμός, μες στις ιδέες μας διπλά δοκιμασμένοι. Εκεί που φύτρωνε η καινούργια μας  φωνή  και  ποίηση…      Σε μια διάλειψη του χρόνου ανταμώσαμε τρεις τέσσερις φορές σ’ ένα πατάρι ο Αργυρίου, ο  Κατσαρός, ο Πολυδούρης  (αδελφός της άμοιρης ποιήτριας, μα μαθηματικός αυτός)  και εγώ.  Στόχος, και όλης της γενιάς την εποχή εκείνη, η έκδοση ενός περιοδικού.  Να γράψουμε του Κλείτου να μας στείλει μεταφράσεις – έστειλε ποιήματα του Σπένσερ.  Μέσω του Παπαδίτσα να βρεθεί ο Κακναβάτος.  Μας έδωσε απόσπασμα   απ’ το Τετραψήφιο.  Τα «Σημειώματα» τα γράφαμε εγώ, ο Αργυρίου και ο Πολυδούρης.  Πρότεινα μάλιστα να τα ονομάσουμε «Σαρδόνια». Ο Κατσαρός το επικρότησε ενθουσιωδώς  - δεν εισακούστηκε…       Ο Ελυάρ, πριν δύο χρόνια στην Αθήνα… Θυμάμαι, η σάλα του «Αττικόν» κατάμεστη κι ο κόσμος ως τα πεζοδρόμια της Σταδίου.  Τον προσφωνούσε ο Σικελιανός ως πρόεδρος της «Εταιρείας».  Κι αυτός για ποια ερχόμενη ευτυχία του «εμείς» μέσα από  την ποίηση μιλούσε;   Η συντεχνία όλων των τάσεων εκεί παρούσα… Θυμάμαι ακόμη τον Βιγιόν, τους τροβαδούρους και τον Ραμπελαί στην πρώτη συγκεντρωτική μετάφρασή τους.  ΄τσι αναγνωρίσαμε τις απαρχές, πίσω  απ’ τη μόνιμη λατρεία μας ως τότε του Μπωντλαίρ  ή  του Ρεμπώ  και των λοιπών «καταραμένων».  Θυμήθηκα και πάλι τον Βιγιόν, όταν δοκίμασα κι εγώ να μεταφράσω ύστερα από χρόνια Ιαμβογράφους: εκείνον τον αλήτη της Λυδίας, τον Ιππώνακτα. Ξαναθυμήθηκα τους τροβαδούρους, με τα προβηγκιανά ποιήματα του Πάουντ. Κι αργότερα πάλι τον Ραμπελαί…  Σαν να ταξίδευα σε κάποια μαγικά, πρωτοφανέρωτα για μένα,  ορμητήρια!..  Στο μεταξύ από πολύ νωρίς – τα οφέλη της αγγλοκρατίας μας!.. άρχισε να εισάγεται αθρόα και η αγγλοσαξονική λογοτεχνία, μεταφρασμένη τώρα από τους μεταπολεμικούς, τον Σπάνια και τον Κύρου…   Ο Ιανός της ποίησής μου από τότε προπομπός με δύο πρόσωπα,  τον Μαγιακόφσκι  και τον Έλιοτ…  [από το όγδοο απόσπασμα στη συλλογή του Γιάννη Δάλλα ΧΡΟΝΟΔΕΚΤΕΣ 2004 -  εδώ με αντιγραφή και επικόλληση από το δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο: ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1988 – 2013, εκδόσεις Νεφέλη]

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ