Κυριακή 23 Απριλίου 2023

ΕΝΑΣ ΜΕΤΕΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΤΟΥ ΚΕΝΟΥ

 (… με σταγόνες ονείρων στο φεγγάρι σαν το υφαίνουν αραιά νέφη εξουσιάζοντας το θαύμα…)


Πέρα στους Ιουνίους των προγόνων θέρισα τους γαλανούς συλλογισμούς

τη μαύρη νύχτα που μ’ έζωνε θάλασσα χρυσών ανέμων …

 

Πόσοι άγγελοι φτερουγισμένοι και πόσο νερό στη δίψα

κι η κάθε πράξη μου σαν χαραυγή στους κοπετούς

να διαλύεται η εναστροσύνη…

γιατί δεν έχει απόσταση ως του Χριστού το σώμα

όμορφη νύφη παχουλή των ουρανίων… 

 

Κόκκινο  σύννεφο μικρό σαν έρημο ψαροκόκαλο

πάρε, πάρε μακριά το φθινόπωρο.

Σκοτάδι που βγάζει ο αιματωμένος  Ιησούς…

 

Ω ανθρώπινη φύση κι αγάπη

που μυροβόλησε απ’ τον αφάγωτο Σπαραγμένο

για λίγη ζέστη στα κόκαλα ο θνητός αναγαλλιάζει

λαλεί το στήθος υη ελπίδα το φουντώνει στα πελάγη

με κρουνοφόρους υετούς ως τη μεγάλη περιπέτεια.

Σα γάμος είναι ι θάνατος και σαν την πεταλούδα 

γυρίζω τις πράξεις απ’ τον ήλιο γοερά

και πλουτίζω το κίτρινο

ξηλώνω τις πράξεις απ’ τις ώρες

και τις βαφτίζω σ’ όλα τα δευτερόλεπτα

που τα ’χει δικά της η άγρια πίστη.

Γιατί έχτισα το ναό μου σε τρεις γοητείες

έρωτας   πόνος   αθανασία

  

Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου

«η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις»

γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα

(φενάκη, φρεναπάτη; ταραχώδη κύματα; είναι εκδορές, απλά γδαρσίματα;):

πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα»,

ο Νίκος Καρούζος τα λέει «ενθύμια φρίκης».

Για του λόγου το αληθές… ΤΥΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ από τη συλλογή του Ο ΥΠΝΟΣΑΚΟΣ 1964, αντιγραφή και επικόλληση από τον πρώτο συγκεντρωτικό τόμο: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1961 – 1978, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία

 


ΜΕΤΕΩΡΟΣ ή ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΣΤΗ ΖΟΥΓΛΑ

(από τη συλλογή  του Νίκου Καρούζου Ο ΥΠΝΟΣΑΚΟΣ 1964)

Μ’ αγιασμένο στήθος την καρδιά να πάλλει

καθώς ο ήλιος ανέρχεται σε παρθένα φυλλώματα

και διαγράφει κύκλους η ανία του φωτισμένου

σα γεράκι στον αέρα που μισεί

πήρα το δρόμο με τα φύλλα τα ιερά θύμησην έχοντας την αγάπη.

Δεν ήτανε δρόμος

ούτε θέλησα τη μητρική αλληλογραφία των ωρών

ακόμη δεν προσπέρασε κανείς τον ίσκιο του

δεν έφτασε στο ξέφωτο κρατώντας το δίκαιο ζυγό της αναπνοής.

Το ένα ζούδι περισσεύει αντίκρυ στο άλλο

συγχέεται στα δένδρα ο Αστερισμός

οι φυτικές ηγεμονίες

μάχονται με καταληψία

υγρές λεγεώνες πλημμύρισαν τη μορφή σου Κύριε.

Χτύπησα δυνατά τους φλοιούς ανοίγοντας τις φλέβες

ώσπου δεν βρήκα πουθενά τα τρόπαια.

Κι όμως ήρθε φωνή τις ρίζες αντηχώντας

εμένα τον ίδιον αντηχούσεν η φυλακή του καρπού

με καθρέφτες από χυμούς και καλή πρασινάδα

μια ηχώ βγαλμένη απ’ τα στήθη

και τα ζώα έβλεπαν ολόκληρη τη φωνή σταματημένα.

Λέγοντας η κατηγόρια είναι η κατηγόρια του ίσκιου για τον ίσκιο

έγραψα το όνομα: Ιησούς

έγραψα: Έλληνας

άγγιζα το όνομα κι ήτανε μονάχα φύλλα…

 

Πόσοι άγγελοι φτερουγισμένοι και πόσο νερό στη δίψα

είδα τους φρέσκους αετούς

είδα τον Υιό να καίγεται σε διάφορες φλόγες

κι η κάθε πράξη μου σαν χαραυγή

στους κοπετούς να διαλύεται η εναστροσύνη.

 

Βλέπω τα ζώα κι αισθάνομαι τις θείες ομοιώσεις

αξόδευτη νοσταλγία ο λιγοστός

θόρυβος απ’ τη σαύρα που χάνεται στη βλάστηση

μ’ ένα χρωματιστό πουλί αφιέρωμα στο δένδρο

κι επάνω κελάηδημα της μοναξιάς εξουσιάζοντας το θαύμα.

Δάσος απόρθητο κι ο θάνατος  η τάξη του δάσους

αγγίζω τη νωπή βάψη στους κορμούς

των δένδρων απ’ τον ήλιο γκρεμισμένο

κι ένα ελάφι πλησιάζω ταξιδεύοντας τα χέρια μου.

Θύμηση που είναι το φεγγάρι σαν το υφαίνουν αραιά νέφη

νύχτες αλλού ψηλότερες απ’ τ’ αστέρια μου

νύχτες αλλού μεγάλες όσο κι ο πόνος.

Ένας μετέωρος άγγελος στο μαύρο του κενού με σταγόνες ονείρων

όπου λάμπουν ερήμωση στο μέτωπό του

θα κρατήσει τ’ ωφέλιμο δρεπάνι πριν η φωτιά της αγάπης

φορώντας το τελευταίο προσωπείο ο χρόνος τον αποτεφρώσει.

Και θα κόψει τις ατραγούδητες φυλλωσιές

που θεριεύουν, αλήθεια, με τους αγέρηδες

για ν’ ανεβώ στο κρύο πόχει ο Θαλερός απάνω απ’ τους χειμώνες.

 

Έντυσα τη χελώνα και λαμπερά τη βλέπω στολισμένη

πέρα στους Ιουνίους των προγόνων

θέρισα τους γαλανούς συλλογισμούς

όταν η νύχτα γεμάτη παράθυρα

και την ατμώδη μιλιά των δένδρων όταν

η μαύρη νύχτα μ’ έζωνε από θάλασσα χρυσών ανέμων

εγώ φώναξα κλεισμένος αστερόφυλλα: Θυσία

και δεν έφερε καρπό η φωνή μου

δεν έφερε δρόμους.

Χελώνα στον κήπο της αγάπης άγια μου χελώνα

τραγούδησε, τραγούδησε

γιατί δεν έχει απόσταση ως του Χριστού το σώμα

όμορφη νύφη παχουλή των ουρανίων.

 

Στη λήθη που ’χε ρημάξει το άδειο

δεν έζησα τη δικαιοσύνη της ύαινας

υπήκοη στο δεσμό της  με τ’ αστέρια ενώ

στάζοντας η τρομαγμένη εφηβική

νύχτα των φυλλωμάτων

ο φυτικός πλούτος παραφρονούσε μες στον άσκοπο χρόνο.

Έφτασε ως τα έγκατα όπου ξεχνιέται απ’ τα δόντια η λεία

το σύγκορμο τραγούδι γυρεύοντας

ό,τι κι ο μυκηθμός του νερού σ’ αφανέρωτους ήχους μας κρύβει.

Αχ πώς αγγίζοντας ένα καλώδιο της βροχής

να μεταδώσεις ηλεκτρισμό των επιθυμιών ως τα ουράνια…

Τώρα κλειδώθηκαν οι ταπεινοί για πάντα

δίχως ελπίδα με τα ρούχα ποτισμένα χιόνι.

Σήκωσε κύμα το αίμα των ανθρώπων

τώρα που βασιλεύει νύχτα κίτρινη στον κόσμο

και κρατούν αστραπές τα χέρια.

Όμως την ουσία του δένδρου με ποθούμενον ήλιο πως έχω πεινάσει

περνώντας ανάμεσα από ζαρωμένους ελέφαντες

όπως φυτεύουν σε αργά βήματα τα πόδια τους

τρέμω τη λεοπάρδαλη

και χαράζω σε φύλλα την ορατή καταγωγή μου

σαν κουτό τραγούδι νιώθω την Άνοιξη στα πιο πικρά δευτερόλεπτα

κι όταν το δάκρυ λυγά στην άκρη του ματιού

και μέσα του σπιθίζει τ’ όνειρο μόνος που είμαι…

Κι απ’ το φως η δική μου φυλλωσιά κρεουργημένη.

Σκόνη των αστεριών οπού μας έπλασες με τη φωνή στη γλώσσα

φανερώνοντας όγκο φλούδα τροχιά στον πλανήτη μας

και πύρινα σπλάχνα  για ονειρομαχίες

διαιώνια σκόνη που έχτισες ναούς η μόνη

γιορτάζει το ειδύλλιο στα δένδρα με τους σπίνους

κι έχει τ’ άγριο δάσος χαρωπά ώρς-ώρες προβλήματα.

Τι δοξασμένο πράσινο τι απουσία…

Ο αγγελόφωνος όρθρος μες στο πήλινο κορμί

καθώς ασπρίζει η νύχτα

κι υμνολογιέται μόνο του το μύχιο φεγγάρι με τ’ αηδόνια

λέει στον ουρανό για τόσους πόνους τόσες θλίψεις

όπως αλλόκοτος στην πάχνη και στις ηλιοχαραμάδες

από βόρειες ζέστες υψωμένε ως τ’ άστρα

με θάρρος βλέπεις εμπροστά και λες: ο άγριος δρόμος ονομάζεται σιγή.

Χλωρίδα δύσκολη και πανίδα τυφλή στα χρόνια τ’ αρίφνητα

να είμαστε, να είμαστε χωρίς εξήγηση

και μες στο φως η μύγα η μακροπόδα να υφαίνεται

σε βρώμικα σε σκονισμένα φύλλα

καθώς απ’ τις νυχτόχαρες ανθήσεις πέφτει στους γρύλους τ’ όνειρο…

Να είμαστε κι άλλη χαρά δεν έχει, γλυκέ μου έλληνα.

 

Θάνατος έρωτας ελευθερία η κλίμαξ

αδελφική φορά των βαθμίδων απάνω

αδελφική προς τον ¨Αδη

ο δρόμος είναι μονάχα ένας

αρχαίος των ελλήνων.

Απ’ το θάνατο βγαίνουν ωραία μυστήρια

και του άνθους το μέγεθος

η φιλία των όντων υψωμένη στον ήλιο

για να λάμπει μόνη της η ομορφιά των κρίνων.

 

Εδώ σιγή ως τα πλάτη επαινώντας το θείον όστρακο.

Η αμαρτία εξουσιάζει και τους σπόρους εξουσιάζει τ’ αστέρια

κι ανάμεσα σε δυο βροχές μαθαίνω το δένδρο, βγάζει το φως

αλλ’ όχι το φτηνό φως στα ξύλα των δημοσίων λαμπτήρων

άψητο φως θυμίζοντας την Πολιτική το Κράτος και τον εύκολο τρόμο.

Τι αρμονία που έχει το φίδι

νιώθω την άγνωστη λαλιά περνώντας απ’ τα γελαστά μάτια του

περνώντας από ένα κύμα σπίθες ολόιδιες στα φανερεία της ψυχής

όπου η λάμψη βασιλεύει μόνη και τ’ όνειρο βραχύ

δίχως τον ήλιο και δίχως φεγγαράδα χωρίς ευωδιασμένο στερέωμα

κι έχει χαθεί το παράφορο πράσινο γύρω μου σα να ’χει σβήσει

της γης η μοίρα στη χύτρα μιας φτερωτής

μάγισσας που’ ναι ντυμένη στ’ άσπρα με λεμονανθούς

στο στόμα μοσχοκάρφι

κι αντί για ζώνη πορφυρή

αίμα προβάτου την τυλίγει ως ακίνητη

στα χέρια να κρατά σκυλοθυμάρι.

Με ποιαν αύρα έρχεται ο έρωτας απ’ το φίδι κι ευωδιάζει το Απόλυτο

ήχος δεν ακούγεται λουλουδιών, δεν έχει περιστέρια

βαθύ και μονάχο το απρόκοφτο ζουζούνι στη λευκότητα

κι όχι εδώ στα μαχόμενα φύλλα να ζήσουν

ενάντια στα ζώα ενάντια στ’ ανθρώπινα χέρια

σε τι ξαστεριά καίγεται ο πίδακας του Αίματος κι η φων΄

που ακούω, στο σκουλήκι να μπεις για ν’ αλλάξει ο ήλιος

τρέξε στον ιδρώτα της μεγάλης ταραχής.

Το φίδι αστράφτει δυο φορές

από νοσταλγία τετραπέρατη για τον αετό, πώς ανεβάζει

τους χυμούς η κούραση της γης κι έχουμε τ’ άνθη πώς αναρίθμητα

τόση μουσική μες την ορφάνια των δροσοσταλίδων

άσπρες ειδήσεις τραγούδησα κι ας μην ανατρέφω χαμηλή ελπίδα

πώς φτάνει στους νεκρούς πώς φτάνει στους καρπούς

η κρυαδερή του τάφου δυνατότητα το χώμα που είναι αταξίδευτο

κι ο θάνατος ο ταξιάρχης μια γαλάζια διαδοχή

σαν όταν δρασκελά το ένα πόδι εμπρός απ’ το άλλο.

Τι βλέπεις ακόμη στην πρασινισμένη στέρνα και χάνεις

ώρες με τα βατράχια να επιμένουν στο μυστήριο που ’χει κουκούλα του

ο στερνός Κωμικός ο κοκαλιάρης απ’ όλη την ακούρευτη γαλήνη

ο κεντημένος στην πλευρά στα πόδια και στα χέρια

σηκώνοντας τον τάφο ψηλά στη θεϊκή καταιγίδα

με νήπια στην αγκαλιά στην κόμη όλο σπουργίτια

ο μέσα δρόμος της εικόνας του μύρμηκα

δίστομη ευτυχία ξημέρωμα στους αόρατους αυλούς…

Όμως κινούνται κωμικά

χυδαίοι πίθηκοι βρωμίζοντας τα δένδρα

μακρόχερες αρπαχτικοί.

Πώς είναι το κακό σαν το λειρί του κόκορα

τι σάλπιγγα που είναι το κακό…

Συνάντησα τους σκύμνους να λούζονται στο γερο-ήλιο

πιο πέρα θα ’βρω και τ’ αρνί σφαγμένο, έλεγα

την εκκλησιά τη ρείπωσαν οι κρεοφάγοι

με τις βαριές από σιδερόξυλο πόρτες

άχρηστο θα ’ναι σαν ηλιοβασίλεμα

τ’ αρνί στην έρημη φωνή του άχρηστου το άχρηστο

μα θα το πάρω στα στήθη και θα τρέχω, θα τρέχω

απορώντας άντικρυ στον ουρανό, πώς θα χαθούν εδώ και τα οστά

μες στη θερμή σφαίρα…

Όμως τον κάτω φόβον όποιος έχει στα δύστυχα φρένα

χύνεται δίχως κίνδυνο βαθύ προς το ρυθμό της νύχτας

ανοίγοντας τα χρόνια σαν όμορφα λουτρά

δεν έχει τέλος ο πόλεμος κι ο Ιησούς δεν έχει τέλος

γιατί να βλέπω και να ’μαι το σκοτάδι;

Μητέρα ερημιά και συντροφιά των άστρων

εσύ πέρα από την Άνοιξη και τα μηδαμινά χελιδόνια

σε πόθησα τόσα χρόνια και τόσα ηλίθια εικοσιτετράωρα

ο αντίμαχος είμαι στα πράγματα κι αυτά τι ξένα στη ρίζα μου

σε πόθησα μητέρα ερημιά καθώς ο ατυχής κροκόδειλος

άθλια στο κλουβί φυλακισμένος βράδυ σ’ ένα λούνα παρκ

είχαν επιδέσμους βάλει στα πληγιασμένα του πόδια…

Πού είναι η τόση πατρίδα

το βασίλειο του αίματος – από λήθαργο τραγουδούσε ο κροκόδειλος-

το βροχερό βασίλειο στα τροπικά παραμύθια του Όντος.

Κι ολοένα τραγουδούσε: Φέρνω φόβο, φέρνω φόβο

μη δεν είναι όμως εργασία και το αίμα

μη δεν είναι όντως εργασία κι η αγάπη;

Ολοένα τραγουδούσε το θηρίο κι εγώ του πετούσα λέξεις

τις λέξεις ανασταίνω, είπα, τα σύννεφα γεμίζω με βροχή

τώρα δεν αντικρίζω πέρ’ απ’ τα λιγοστά μου μάτια

δεν ακούω τη θεσπέσιαν αυγή

πάλι γυρίζει ο τροχός του Υιού με τις ορμές

απ’ τη σκληρότητα πηγαίνω στη σκληρότητα.

Μπορεί να σώζει ένα μοναστήρι π’ αναπνέει τις μέρες και δεν τις μετρά

ή με θανάτους ωσάν τα σταφύλια πατώντας τις επιθυμίες

οι μοναχοί την ουράνια χαίρονται μέθη.

Μπορεί καν να σώζει το μνημονικό μου

στους λειμώνες πίσω της ηλικίας.

Τα πρώτα μου χρόνια σε πόση ευτυχία…

Βαθιά η ανάμνηση στα χείλη με τη γεύση της Μεγάλης Παρασκευής

χαλβάς κι ελιές δώρα της νεφέλης

το αθώο μαρούλι του καλού ζώου μέσα μας

μεγάλη συννεφιά της μέρας η σεμνοχρωμία.

Μπορεί να σώζει πάλι μόνο ο ασκητής

όταν το στήθος καθαρίζει με φωτιές στην αιχμηρή αιθρία.

Σιγή  ως τα πλάτη…

Θυμήσου πως ο Διόνυσος ήτανε αγρότης αξύριγος

με δαίμονες βλαστικούς ολόγυρά του και λαμπρά τ’ αμπέλια

κι ο άλλος οίστρος ο σταχυοβότρυς ο γιος της Μόνικας

ο Αυγουστίνος ιερός όσο και το χορτάρι μες τον ήλιο

κι άλλοι, κι άλλοι πόσοι αυτάδελφοι του Κατσικοπόδαρου

Ευφραίμ ο θρηνητικός με τα μάτια δίχως ρίζα πουθενά

σπαράζοντας άγρια δευτερόλεπτα

έχει ξεχάσει τα χέρια του

Αλέξανδρος των Ακοιμήτων είδε το θάνατο

και πρόσταξε τη χαραυγή μια μέρα να μην έρθει

τη νύχτα διπλασιάζοντας

Συμεών ο Στυλίτης κεραυνώνει ερπετά και τ’ αδειάζει σε λάμψεις

με τη δροσιά του σπαραγμού με χίλια χρόνια γάμου.

Θυμήσου ένα βράχο θαλάσσιο

σαν ιατρική παράσταση εγκεφάλου

σαν προσευχή της ύλης αυλακωμένος ο βράχος

έλεγες ακόμη σωτηρία τον έρωτα κι η πλάση

βαθιά κόκκινη σε πλημμυρούσε.

 

Χάθηκε η παρθένα η όμορφη.

Την έβλεπα να περπατεί στα γαλανά της δένδρα.

Σαν ίσκιος προικισμένος άστρα και ποιος κορυδαλλός ο λαιμός της

έσυρε δυόσμους μέσα στο νερό

μοσχοβολούσε ο ήχος απ’ τα χέρια της

κι ο ήλιος, βασιλεύοντας, Θεία Ευχαριστία.

Πώς λάμπει στη ή λησμονιά η όμορφη

και τ’ άνθη διασταυρώνουν την κίνησή της!

Ο ήλιος αύριο πάλι θα ’βγει ο αθώος πλούτος

όλη η αίγλη της γεωμετρίας είναι ο κύκλος, είπα

μία μέρα, κι εκείνη αμίλητη σαν αναστεναγμένη

στα γόνατα κατάκοπη έφερε το κεφάλι

όμοια καθώς να ’κλεινε ο ουρανός την πύλη

με τον ακράτητο καρπό ανάμεσα στα χείλη

και τα ξανθά μαλλιά της κύματα

στους ώμους γοερά θρηνούσαν.

Ώχρανε γύρω η ζωή κι απ’ τον καιρό των ζώων Άδης

εβγήκε σκοτεινός. Έτσι γλυκιά και μόνη

των αγγέλων η όμορφη

την ευωδιά στον κόσμο είχε αυξήσει.

 

Βρέχει πολύ και μπερδεύει σε κυκεώνα τα φυλλώματα

ορμή και μάτια το φόνο ταγίζουν

η πείνα βασίλισσα και ο βίος ολούθε κλοπή

συμφέροντα των ανέμων.

Όμως έχω ζεστά αεροπλάνα εκεί που ζητωκραυγάζει

ένα χρωματιστός αθώος τη χαραυγή με κελαηδήματα

και την αθρόα μετανάστευση των ταράντων…

Τι έμεινε πλην απ’ τ’ αστέρια;

 

Πολλά χιλιόμετρα νύχτας κι αλίμονο σαν ανοίξει η τρύπα

της μαυρίλας. Όλα τα ζώα κι όλα τα ζούδια κρύβονται για

το γλιτωμό. Θ’ αντικρίσω τον ήλιο; Βρέθηκα εδώ μ’ ένα

χειρόγραφο, το χειρόγραφο της αιχμαλωσίας. Άρχισε κιο-

λας να σπάζει ο κορακάτος ουρανός. Είδε και πώς γκρε-

μίζεται ο άγγελος στα στήθη.

 

Μπήκα στο θαλάμι της καταιγίδας μη γνωρίζοντας πια

και δένδρα και ζωή

μονάχα κρότους φοβερούς ακούγοντας

και το Ουαί στην ιερή σύγχυση της μοίρας

οι στριφτές κραυγές απ’ τα’ αγρίμια πώς κομματιάζουν τη νύχτα

κι η νύχτα μ’ έρωτα θέλει το θεό

για να χυθεί στη γκρέμιση το θέλημά του και να λάμψει

γαλήνιο το λευκό μεγάλο φως πέρα

ψηλά και πέρα απ’ τον πλόκαμο της αστραπής που έχασε τις ρίζες

και πέφτει τρόμος ουράνιος στο χώμα.

Βλέπω Κύριε φτερωτό κρυάρι την οργή σου

δεν έχει όρια τ’ αστροπελέκι

σε βλέπει κάθε λιοντάρι κι ο λιγνός μύρμηγκας

κι η φεγγαρική αηδόνα στα βατόμουρα της συμφοράς.

Τόσο μακριά σωζότανε το φεγγερό ελάφι

και τα βασανιστήρια έμεναν ακόμη στα μάτια του

ίχνη ονείρου και ρυθμός της ολοένα τύχης.

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ

Έρχομαι υγιής απ’ την Άνοιξη μ’ ένα πεύκο στα στήθη και διαλαλώ

πως ο χρόνος είναι ο τάφος του νου μες στις ουράνιες οροφές και λάμπει  τ’ αδιέξοδο

με τις εννέα λάμπες του Πλωτίνου για τις εννέα διαύγειες τις χρωματιστές

ο εργαζόμενος στους οισοφάγους

και λάμπει τ’ αδιέξοδο

Η αγωνία ευωδιάζει στον ίασμο με τη φεγγαρόπετρα

κι ο μεγάλος ακούγεται οδυρμός, ο δίδυμός του Κοπετός κι η εποχή των θρήνων.

Ώρα χαράς η ώρα κατακέφαλη

καθώς είτε κοιμάμαι είτε βαδίζω στρέφοντας τ’ αστέρια σα βίδες

είτε ξυπνώ είτε γράφω ποιήματα

γύρω απ’ το κορμί μου είναι πάντα ο αόρατος ξυλουργός.

[από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΥΠΝΟΣΑΚΚΟΣ 1964, πρώτος συγκεντρωτικός τόμος: ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1961 -1978, ΙΚΑΡΟΣ]

 

ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΤΗ ΦΥΣΗ ΚΙ ΑΝΕΒΗΚΕ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

(…νοών ο ων…

αφόρητο πάθος το μυστήριο και βρόχος η βροχή για κάθε βαρυχειμωνίτη… 

Η θάλασσα υποκρίθηκε τον Αδάμ;    Όλα πεσμένα κι όλα στη νύχτα…

ΤΥΧΗ ΤΡΙΤΗ στη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΥΠΝΟΣΑΚΚΟΣ 1964 )

1

Μοίρες χιλιάδες μεσ’ στο ουράνιο σκοτάδι

δάκρυα   το αόμα κόκκινο

που χύνει ο λύκος της μαύρης ηλικίας

ιδέες μαινάδες μεσ’ στου νου το βράδυ

η ανθρώπινη λαλιά

τα συστήματα των φιλοσόφων όπως ανατολές με περιβόλια

φορβάδες της ομορφιάς οι γλώσσες

η αναγκαιότητα της μητέρας

τα ποιήματα δρόμος

και τα επτά στη ζήση αμαρτήματα

ο δυόσμος

το βλέμμα που πάει στ’ αστέρια

ένας θεός μεγάλος   ενδοκρινής

κι ο διάβολος με σιγή και διάρκεια οπλισμένος

απ’ τη θάλασσα έρχονται

2

Πολύς ο τρόμος

η χαρά γεννήτρια των άστρων

ευτυχίες απ’ τα κύματα…

Πολύς έρωτας και χιλιόγλωσσα δάση

φυτικές φυλές ολοσκότεινες

από ηφαίστεια ζωής απ’ τους πυθμένες

ένας παράξενος υπερπληθυσμός

θέλει το παν κραυγάζει Παν

και τα πρώτα μυθόζωα τους αγκαθωτούς

όγκους αναπτύσσοντας

έξω στον ήλιο τυχαίον απ’ αιώνες

οι άγνωστες χλόες μόλις

τ’ αρχικά δένδρα   και  τα ερπετά

με πόδια σαν αργά κλαδιά του τρόμου

θα υψώσουν έχοντας τ’ όνομα χρόνος

μεγάλη μόνη ελευθερία

σε θεόν ανάμεσα και στο χώμα

τα πουλιά

3

Σφάζω δευτερόλεπτα σ’ ένα υπόγειο μπαρ

είναι σαν ειρωνεία στο ποτήρι ο αφρός της μπύρας

και πίνω καπνίζοντας

αισθάνομαι τα χείλη φανταστικά στο φανταστικό πρόσωπό μου

βλέπω μια κατσαρίδα να μεγαλώνει, να μεγαλώνει

τρώει τις νύχτες τα χαρτάκια των λογαριασμών

ονειρεύομαι στον τάφο της χαράς υπερκειμένης

πρέπει να φτερουγίσει στα χέρια μας η ανατολή σαν κορασίδα

πέρ’ απ’ τα νέφελα που χαστουκίζει ο ουρανός

νε γαλάζια κομμάτια τρομερού φωτός

να μην αντηχήσουμε τις δίκαιες ορμές οι διχαλόψυχοι

σαν αποφράδες μήτρες ω ζώα υπέρτερα

να χαιρετήσουνε το κρεοφάγο ήλιο πετώντας.

Κουράζεται να υπάρχει στο στήθος η αιωνιότητα

κι ο κόσμος τραγουδά με τους κατακλυσμούς

μια ύαινα έχει τελειότητα   κερδισμένη σε χρονικά

διαστήματα κίτρινης εποποιίας  μέσ’ στα κόκκινα.

Ω κραυγή της ψυχής απ’ τον κεραυνό κομμένη

σαν καρπός είσαι γρήγορος

που τον κοκκίνισε η μικρόκοσμη φλόγα .

Κι η κραυγή τον απόρρητο σπόρο δοξάζει.

Χαίρε ραββί,   χώμα η φωνή μας

στην εικοστή εποχή του κενού.

Με βάγια στρώθηκε ο δρόμος για να περάσει το υδάτινο γαϊδούρι

που σ’΄έφερε στη νύχτα των ηλεκτρονίων.

Ιδού λοιπόν ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα

κάθε πόλις ολημέρα δαγκώνει

με τα δόντια των μηχανών

είναι μάζες ποσότητες η φορά κι η ενέργεια

και το νερό που γίνεται κρασί στο γάμο της Κανά

ελαττώσεις αυξήσεις αριθμοί με ησυχία των ίσκιων

έχουν τα όνειρα ξεκλειδώσει με γοερά κλειδιά

περάσματα φρικτής ελευθερίας ο νέος υπερπληθυσμός.

Και τα πρώτα θηρία βρυχιούνται στα πλάτη

σφυρίζουν επίγειες εγκαταστάσεις

οι στιλπνοί λαβύρινθοι των συσκευών

οργάνων και μηχανημάτων

ευτυχίες απ’ τα ραδιοκύματα…

Ο Πυρηνικός Δαίδαλος ηχεί την πλούσια γλώσσα

ο Πυρηνικός Ίκαρος αγκαλιάζει την ακάλεστη πράξη

μ’ αποστάσεις από νεκρά εκατομμύρια

κι η χαρά μυήτρια των ανθρώπων

όπου μεγάλη μόνη ελευθερία

σε θεόν ανάμεσα και σε χώμα

τα πουλιά!..

4

Μοίρες χιλιάδες μέσα κι αξόδευτο σκοτάδι

ένας κρωγμός μετάλλων η νέα μουσική

σα δένδρο η αιθέρια ελπίδα θροϊζει

και το κλάμα των ανθρώπων έχει φως

απ’ την ανοιχτή τούτη Άνοιξη των βροχών

εκεί ψηλά φέρνει αναστάσεις η Πυρηνική Μητέρα

σε χειμώνα τραγουδήσαμε σε χειμώνα

ο Ιησούς έχει ανάγκη από σκάφανδρα κοσμοναυτών

οι μέρες της επιστημονικής χαράς τον προσφωνούν

ΧΑΙΡΕ Ο ΑΝΑΒΑΤΗΣ

ο Ιησούς ανεβαίνει στον ύμνο λησμονώντας το τέρας της βίας

αίμα πολύ στις δεξαμενές του φόνου

και θ’ απομείνει στο πανάρχαιο χώμα της Γης

η λήθη.

Να πληθύνουμε τ’ άνθη ως τα δυσθεώρητα κρεμαστά

φαράγγια σαν τα λούζει ο Μόνος αλλόφρονα με δέσμες ηλίων

εμείς οι της δουλείας ανωφερείς

εμείς οι πρώτοι του ορατού Γαλαξία

των αιμάτων αιχμάλωτοι

και των οράσεων ιδρυτές

οι ναυπηγοί του θείου τράγου.

5

Μεσ’ στα δάση της ελπίδας φυσά ο παράφορος άνεμος

ως το ανέλπιστον ωμέγα της ταραχής

μεσ’ στα δάση του νου κυλιέται το άλογο της υπερηφάνειας

αγγίζουμε τ’ αστέρια!..

Μεσ’ στον χειμώνα των φτωχών

ο σπαθιστής Ανώνυμος ανασπά τους κεραυνούς

ανοίγοντας τις αγγελίες για το πολύχρωμον

έπος της Διαδφρομής

και στροβιλίζονται οι ραγδαίες περιφέρειες

είναι ταξίδι της πλούσιας βροχής

αγγίζουμε τ’ αστέρια!..

Κι όμως

ποτέ δεν θ’ αντικρίσουμε τον Πατέρα.

Είν’ αυτός που βγήκε απ’ τα κλήματα

με τη συμφορά στο μέτωπο και σφαγμένη αγάπη…

6

Ψηλά στην καθάρια νύχτα τραγουδά το άσπρο ποτάμι

ψηλά στη νύχτα είναι ο δρόμος της Παναγίας και πάει στα όνειρα

είναι ο Γαλαξίας η λιπαρά οδός των ελλήνων

και πάει στη θάλασσα της Κρίσεως

και πάνε τόσες ψυχές

κουβαλώντας η κάθε μια τις δικές της πράξεις

άσπρο ελεγείο που καθρεφτίζεται στην ήσυχη ροή του Ιορδάνη

και μ’ ένα όνειρο σαν από αετό

ψηλά το γήινο ποτάμι έχει την κοίτη

7

Κόκκινο  σύννεφο μικρό σαν έρημο ψαροκόκαλο

πάρε, πάρε μακριά το φθινόπωρο.

Σκοτάδι που βγάζει ο αιματωμένος  Ιησούς…

8

Ο ήλιος είναι διχασμός και πόλεμος, είναι κι εχθρός των άστρων

είναι σα γέροντας με τη φωτιά γενειάδα χωρίς άνεμο

και στον ουράνιο αγρό πηγάδι για τις φλόγες

έρωτας στην ανατολή κι αγάπη προς τη δύση

το αίμα που τον απειλεί χάνεται στο σκοτάδι.

Σπαραγμένη μέρα σαν τον Πενθέα σαν τα σφάγια

τι να τον κάνουμε τον ήλιο μεσ’ στο αίμα

και τα χαράματα γιατί μονάχος να τ’ αποστηθίσω;

Φτωχά και τρίφτωχα μάτια

γυρεύω τον Πατέρα πέρ’ απ’ το φωστήρα

και δεν έχει μάτια κανένας

ούτε τα δένδρα που είναι πιο σοφά κι απορεμένα

φωνάζω στις γάτες ο Πόνος φωνάζω στα σκυλιά

μήπως εκείνα βλέπουν τίποτα

κι όλα τα ζώα που σύντυχα βαθιά τα ρώτησα μήπως εκείνα

κι όταν ένα ελάτι βουνίσιο αγριεύει στο ψήλος θα τυφλώνεται

και πάλι ο ήλιος περιγελαστής αόμματος με το μπαστούνι μαύρο

ή τραπεζίτης του πυρός μιλώντας τη γλώσσα μας

ο φωτοδότης και κάτοχος του χρυσίου.

 

ΔΡΟΣΕΡΟ ΚΑΙ ΑΣΠΡΟ ΜΕΛΛΟΝ

(… εδώ στην Ελλάδα χαιρόμαστε τις εποχές με τον γαλάζιο Δία…)

… βλέπω, βλέπω, ποια τύχη να βλέπω   γυναίκες με τα μάτια δροσίζουν το χορτάρι   όλο κανέλα και μοσχοκάρφια πώς ευωδιάζουν οι όμορφες   νύφες αραιές είναι τα ρόδινα νέφη των Νοεμβρίων   εξαϋλώσεις ποταμών πεδιάδων εμβρύων   ο βοτανισμός του ορίζοντα και τα ονειρόδενδρα   που ’χει πλύνει για πάντα ο θαλάσσιος όμβρος   κι η Μαριάμ η γοργόνα σταματώντας αργυρά πλοία με πορφυρογέννητους κι ο λαμπρός φούρναρης ο θεός   απλώνοντας τη χερούκλα για να βλασταίνει το γέλιο.   Ένας χλωρός αέρας σπρώχνει το θάνατο στην ποντικόπετρα   ένας αέρας διώχνει με σφυριγμούς τη δυστυχία   στο μεγάλο τετράγωνο της πείνας   απ’ την Ευρώπη κι απ’ την Αφρική  κι απ’ την Ασία κι απ’ την Αμερική αέρας – αέρας     είναι ο ανθοφόρος Βάκχος με το κοντάρι του του Αι – Γιώργη   και τεντωμένες οι σημαίες απ’ το μεγαλείο που φυσά   στους καιρούς νε χειμώνα της Εξουσίας.   Ανεβαίνει πτηνό σαν πίδακας κρατώντας του Χριστού βραχιόνι   χλοερό μέλλον ο κόσμος ακράτητος   ο κόσμος ηλιακός   απ’ το φεγγάρι φτερούγισαν οι ασημένιες χιλιετηρίδες   απ’ το σκοτάδι γκρεμίζεται η χαμηλή οδύνη   στα φλογοβάραθρα της λησμονιάς μεσ’ στο σκοτάδι πάντα.   Ο χρόνος φουντώνει τα Έθνη τις Επιστήμες τις λεύκες   Τέχνη και Δικαιοσύνη μεγάλες κερήθρες της ψυχής   Ιδανικά  Μητέρες  Οράσεις  Ύμνοι   κι ο ήλιος όχι πια ένας σκύλος   μονάχα φως ατάραχο   που ωριμάζει με περιστροφές το θείο φρούτο.   Και τη νύχτα να·  ο Γαλαξίας   όλο ρέει στην άγρια φυλλωσιά των ουρανών   ο κόσμος αλλάζει και χορεύουν οι δρόμοι!..    [ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΤΗ ΦΥΣΗ κι ΑΝΕΒΗΚΕ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΥΠΝΟΣΑΚΚΟΣ 1964 από τον πρώτο συγκεντρωτικό τόμο ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1961 – 1978 Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία]

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2023

Κυριακή 16 Απριλίου 2023

ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΧΙΜΑΙΡΑ…

 (… αλλά χειροπιαστή πραγματικότης…

σαν φόρμιγξ δονούμενη σε βουνό που στις πλαγιές του βόσκουν κορασίδες…)


Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ’ τον ήλιο

Με την απόκρημνη λαλιά του τηλεβόα 

Ολκάδος που συνήντησε τον νεαρό τιτάνα

Με ρίγανη στα χείλη του κι ολόκληρη την χώρα

Μέσα στο στήθος του!..

 

Το ρήμα κρυσταλλώθηκε και φέγγει

Κι ακόμα τρέχουν τα κορίτσια

Μεσ’ τα πλατειά φουστάνια τους

Στις δροσερές μαρμαρυγές της άσπιλης ημέρας

Μέσα σε ρίγος που γελά καθώς ξανθή γοργόνα

Σ’ ένα καράβι ορθόπλωρο που πλέχει

Στον ουρανό της θάλασσας με τα μεγάλα μάτια.

 

Φωνές θερμές γλυκειές παιδίσκες των ερώτων

Πάνω στη γη κι επί των χόρτων ή στα φύλλα

Βιβλίου γιομάτου δένδρα πράσινα σαν παραθύρια

Που βλέπουν προς την άνοιξι

Χωρίς απροσδιόριστη φενάκη μα με πλήθος

Πολύχρωμων παλμών μεταξωτής αιώρας

Σε κάστρο δόξας μυρμηκιάς με πλούσια ζώνη

Σφιγμένη δυνατά στη μέση της ημέρας.

 

Πλατειά τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα!..

 [ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ από την ενότητα ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ στη συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου ΕΝΔΟΧΩΡΑ –στίχοι από το ποίημα ΑΡΣΙΣ ΝΕΦΕΛΗΣ στον τίτλο της ανάρτησης κι άλλα ποιήματα  που γράφτηκαν από το 1934 ως το 1937 και τυπώθηκαν  σε συλλογή το 1945 σε 470 αριθμημένα αντίτυπα από τις εκδόσεις του περιοδικού ΤΕΤΡΑΔΙΟ!..]

 


Ακολουθούν επιλογές  από την ως άνω ενότητα, εδώ από τη συγκεντρωτική έκδοση του ΓΑΛΑΞΙΑ: Ανδρέα Εμπειρίκου Ποιήματα: Υψικάμινος και Ενδοχώρα 1969

ΠΟΙΗΜΑΤΑ που ανθολογούνται – ΤΙΤΛΟΙ και πρώτοι στίχοι: 

ΑΡΣΙΣ ΝΕΦΕΛΗΣ   Φάτνη αποκοιμίζει τα θηρία 

ΑΥΞΗΣΙ  Καμιά φορά συμβαίνει να φιλεί κανείς το χέρι μιας πρωινής ανταύγειας

ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΙΣ  Γραμματικέ με το χαρτί και με το καλαμάρι…

ΥΨΙΠΕΔΟΝ ΤΗΣ ΔΙΕΛΕΥΣΕΩΣ  Πουλιά στον αέρα και τρωκτικά στις τζέπες του καιρού…

ΤΟ ΓΑΛΑ ΤΟΥ ΑΙΓΙΑΛΟΥ  Στην χώρα που ανθούν στις αμμουδιές οι κόρες…  και

ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ   Ω Υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις…

 

 

ΑΡΣΙΣ ΝΕΦΕΛΗΣ

(από την ΕΝΔΟΧΩΡΑ Ανδρέα Εμπειρίκου, ενότητα ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ)

Η φάτνη αποκοιμίζει τα θηρία

Που μετανάστεψαν και τώρα παραμένουν

Γαλήνιοι παγετώνες στη σιγή τους

 

Στην κορυφή τους σκαρφαλώνουν κάθε μέρα

Ερευνηταί και κυνηγοί κρυστάλλων

Τα ρόδα της σπουδής των εκκολάπτονται

Καθώς υψώνονται και προσπαθούν να σπάσουν

Τον θόλο του στερεώματος

Με τα βαριά κτυπήματα των αξινών τους.

 

Και τίποτε σε αυτόν τον κόσμο

Δεν είναι πλέον χίμαιρα

Αλλά χειροπιαστή πραγματικότης

Σαν φόρμιγξ δονούμενη στο βουνό

Που στις πλαγιές του βόσκουν κορασίδες.

 

Ιδού ο βοσκός

Και ιδού που δέχεται την μάστιγα του ανέμου

Δαφνοστεφής ιχνηλατών τους θρόμβους

Και δρέπων τους γυμνούς καρπούς των κορασίδων

Πρώτος αυτός και πίσω του το πλήθος

Στην πιο φαεινή στην πιο καλή στιγμή

Που την ζυγίζουν με την στάθμη νέου κόσμου

Οι προεστοί την ώρα που αλαλάζουν

Τ’ άνθη των κήπων κι οι κραυγές των εορταζόντων.

 

ΑΥΞΗΣΙ

Καμιά φορά συμβαίνει να φιλεί κανείς

Το χέρι μιας πρωινής ανταύγειας

Στην σιωπή του πανοράματος

Που ακινητεί με στόμα σφραγισμένο

Πριν να ξυπνήσει η πόλις με τα χίλια σιντριβάνια

Και τις αδέσμευτες λουόμενες φωνές

Που εκπέμπουν αίφνης στον αιφνίδιο ήλιο

Οι πρωινοί καθαρισταί των δρόμων.

 

Έτσι λοιπόν οι κόποι μας δεν πήγανε χαμένοι

Σηκώνουνε τους πέπλους των και δείχνουν

Τα δυνατά τους μπράτσα εξογκωμένα

Ν’ απλώνονται προς την καρδιά της πόλεως

Σαν μάγοι της ανατολής και να σηκώνουν

Τα δάχτυλα των κοιμισμένων ένα - ένα

Προς την γιομάτη μυρωδιές αλληλουχία

Των καϊκιών που πλέχουν μεσ’ τους δρόμους

με θησαυρούς και τρόφιμα

Μεμακρυσμένων τόπων σαν το βλέμμα

Μιας ρεμβαζούσης γυναικός!..

 (από την ενότητα ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ - συλλογή ΕΝΔΟΧΩΡΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου)

 

ΕΠΑΛΗΘΕΥΣΙΣ

(από την ΕΝΔΟΧΩΡΑ Ανδρέα Εμπειρίκου, ενότητα ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ)

Γραμματικέ με το χαρτί και με το καλαμάρι

Πότε θα στείλεις την ευχή της κόρης

Μ’ ένα παλμό του στήθους της μ’ ένα λουλούδι

Που το κρατούσε ανάμεσα στα χείλη

Πριν να το βάλει μες το γράμμα της για να το στείλει

Στον άνδρα που τον σκέπτεται στα ξένα.

 

Καιροί καλοί σαν μήλα του Σεπτέμβρη

Στους εραστάς πηγαίνουνε τα φρούτα

Των κήπων και των ασπασμών

Της ανδρικής και της γυναικείας συσχετίσεως

Πάσης μορφής του έρωτος.

 

Τα χλιμιντρίσματα μεταβιβάζουν τις δονήσεις

Λεπτών χαδιών μέσα σε χρώματα ποικίλα

Πιο δυνατά κι απ’ τα αρώματα

Πιο εκφραστικά κι από τα μύρα

Της μοίρας με τ’ απίστευτα στολίδια

Που λάμπουν καθώς λάμπουνε και τ’ άστρα

Ενώ γλυκύ πλατάγισμα κυμάτων

Σπρώχνει τη βάρκα της διαβάσεως μιας λίμνης

Πλήθος πλωτές καλύβες την καλύπτουν

Και μοιάζουν με πολίχνες των φιλιών

Που δίνουν στους περάτες οι μανάδες

Με τα κορίτσια τους κρυμμένα

Στο βελουδένιο φως της τρυφεράς σαρκός των.

 

ΥΨΙΠΕΔΟΝ ΤΗΣ ΔΙΕΛΕΥΣΕΩΣ

Πουλιά στον αέρα

Και τρωκτικά στις τζέπες του καιρού

Κάθε καρδιά χτυπά στα στήθη

Καθώς σφυρί που τραγουδά

Περιστροφές αιλούρων κι ερωτευμένων γυναικών

Στην χλόη και στις όχθες

Των ποταμών με τα σταχτιά βαπόρια.

 

Όλα στη γη θέλουν αγάπη και στοργή

Τα πάντα μοιάζουν στη βαθύτερη πηγή τους

Τα κύτταρά μας τα επισκέπτονται οι μέλισσες

Τα ονείρατά μας κατοικούν μεσ’ στις ψυχές μας

Και λούονται μεσ’ στα ποτάμια

με πληθυσμούς και με αγέλες

 

Όλα στη γη θέλουν αγάπη και στοργή

Είμαστε κλώνοι με πεφτάστερα μπλεγμένα μεσ’ τα φύλλα

Της λεωφόρου που μας έρχεται και κατευθύνει

Τα γάργαρα συμπλέγματα των πανηγύρεων

Σε κάθε στροφή του δρόμου μεσ’ στο δάσος

Με τα πολύχρωμα πουλιά και τα μαμούνια

Που φτερουγίζουν μεσ’ στα γέλια των παιδιών

Και τα τζιτζίκια που αγάλλονται στη ζέστη

Και προκαλούνε στύσεις στους πατέρες

Και προκαλούνε στύσεις στους υιούς

Μπροστά στις εξαδέλφες και τις φίλες

Μέσα στα σμήνη των παλμών των οδοιπόρων

Πόθοι αγοριών και πόθοι κορασίδων

Πόθοι ανδρών και πόθοι γυναικών

Τρούλοι ψηλοί και ουρανομήκεις καπνοδόχοι

Ζητωκραυγάζουν την ανάγκη των ερώτων

Μέσα στις πόλεις και τους κάμπους

Μέσα στα δάση και τα όρη

Μέσα στους βάτους και τις πέτρες

Πίδακες της ανέμποδης αναπηδήσεως

Και πύραυλοι που δεν μαραίνει ο χρόνος την αλκή τους

Ζητωκραυγές κι ακατανόητα τραγούδια

Κραυγάζουν την ανάγκη των ερώτων

Με τα κουτιά τους ανοιγμένα

Με τα κόκκινα χείλη τους βρεγμένα

Με τα γαλάζια βλέφαρα ανοιχτά

Προς τα πελάγη και τον γαλαξία

Του στήθους και του σπέρματος που αναβλύζει.

 (από την ενότητα ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ - συλλογή ΕΝΔΟΧΩΡΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου)

 

ΤΟ ΓΑΛΑ ΤΟΥ ΑΙΓΙΑΛΟΥ

(από την ΕΝΔΟΧΩΡΑ Ανδρέα Εμπειρίκου, ενότητα ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ)

Στην χώρα που ανθούν στις αμμουδιές οι κόρες

Τάστρα ξυπνούν και φέγγουν άναυδα την νύχτα

Στιλπνά σαν μουσαμάδες των ψαράδων

Ενώ τ’ αστέρια της θαλάσσης πλησιάζουν

Πρώτα λευκά και σχεδόν άχρωμα

Έπειτα κόκκινα και ζωηρά

Με τα πλοκάμια των σφαδάζοντα

Για το εφηβαίον και για τα στήθη

Των νεανίδων

 

Οι αμμουδιές είναι διάστικτες από κογχύλια

Μ’ ένα φιλί λησμονημένο μεσ’ στα βότσαλα

Μ’ ένα πουλί που κούρνιασε στα στήθη

Κόρης γλυκειάς που του μιλάει και λέγει

Πουλί καλό πουλί χρυσό πουλί λαμπρό μαντάτο

Χαϊδεύοντας το στα βυζιά της με λαχτάρα

Σαν χαϊμαλί της ηδονής ή σαν αγόρι.

 

Ο ουρανός είναι διάστικτος από πετράδια

Βάρκες με δίχτυα και ψαράδες πλησιάζουν

Για να ψαρέψουν πριν ο ήλιος τους προφτάσει

Τις κόρες της Ανατολής και της Ευρώπης

Άσπρα κορίτσια ή μελαψά

Κορίτσια έτοιμα για τα ταξίδια.

Κορίτσια έτοιμα για τους λωτούς

Κορίτσια έτοιμα για τις παλάμες

Και για τα βέλη των ανδρών

Και για τα βέλη του ηλίου

Τώρα που αρχίζει κι ανατέλλει

Ροδίζοντας τα κορφοβούνια

Χρυσίζοντας τις αμμουδιές

Ενώ βουίζουν οι σπηλιάδες

Κι η θάλασσα βαθιά στενάζει

Και ψιθυρίζουνε τα φύλλα

Και τιτιβίζουν οι κορυδαλλοί

Ραμφίζοντας μαστούς και ρώγες

Τώρα που ο ήλιος ξεπροβάλλει

Και ντύνει τις κόρες μ’ άσπρα ρίγη

Τώρα που αρχίζουν τα τζιτζίκια

Και γδύνονται οι λογισμοί

Και βάφονται όλα τα λουλούδια

Με πράσινο με κρεμεζί

 

ΚΥΝΗΓΗΤΕΣ ΤΗΣ ΓΟΗΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ…

(… του προορισμού  που πάει μα δεν στέκει

όπως δεν στέκουν τα κύματα μήτε και τα τραγούδια μας

για τις γυναίκες που αγαπάμε…)

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις   Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες   Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων   Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες   Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια   Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες   Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες   Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.   Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις   Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.   Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις   Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους   Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους   Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε   Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς   Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.   Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις   Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω   Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα   Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα   Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε   Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.   Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις   Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν   Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος   Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες   Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα   Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας   Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.   Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις   Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης   Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει   Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας   Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη   Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα   Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη   Κι όπως στο χέρι του η στιλπνή κι αλάνθαστή του σπάθα.   Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις   Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων   Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου   Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν   Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια   Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις   Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.   Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις   Θαρρώ πως τα ταξίδια μας συμπίπτουν   Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις   Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη   Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη   Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις   Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς   Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια   Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια   Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.   Ω υπερωκεάνιον τραγουδάς και πλέχεις   Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές   Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά   Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια   Για να γευθούν τον έρωτα μαζί μας   Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια   Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους   Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν   Οι στεριανές κοπέλες τα μαλλιά τους.   Ω υπερωκεάνιον τραγουδάς και πλέχεις   Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας   Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα   Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών   Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια   Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω   Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη   Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια   Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων   Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει   Όπως δεν στέκουν τα χαράματα   Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη   Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών   Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.
   (ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ από την ενότητα ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ - συλλογή ΕΝΔΟΧΩΡΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου)

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2023

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ