(…μόνο σε σένα θα το πω παλιά θαλασσινή Σελήνη μου…)
Ήτανε στο νησί μου κάποτες κει που αν
δε γελιέμαι
Πριν χιλιάδες χρόνους η Σαπφώ κρυφά
Σ’ έφερε μεσ’ στον κήπο του παλιού
σπιτιού μας
Κρούοντας βότσαλα μεσ’ στο νερό ν’
ακούσω
Πως σε λένε Σ ε λ ά ν α
και πως εσύ κρατείς
Επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη
του ύπνου
Πώς ανάσκελα θυμάσαι βγαίνοντας ο
Ιούλιος
Μεσ’
από τις μαγνόλιες του Παραδείσου
Σ’
έβλεπα να κατεβαίνεις κει που έλαμπε η χαβούζα
Και
γυναίκα πάνου από τα σαπισμένα φύλλα
Μυριάδες
φωσφόριζες!.. Πώς μετέωρα όλα!.. Και βαθύς
Ο
θόρυβος της ρόδας μεσ’ στη νύχτα…
Ή
φορές που μου έφερνες την κουκουβάγια
Ως
μέσα στη μοναχική μου κάμαρα
Σηκώνοντας
σκιές από τα έπιπλα
Να
με τρομάξεις. Όμως τι θα πει νεκρός δεν
ήξερα
Τι
θα πει Καιρός τι Ουτοπία
Τι
το ασήμωμα της Παναγίας επάνω στα νερά
Τα
μεγάλα ιερογλυφικά στην όψη σου
Η
Αγάπη κι ο Θάνατος -να πω δεν ήξερα…
Κι
ήμουν τόσο θλιμμένος!.. Μόνο που ήταν
νύχτα
Μόνο
που έσταζαν τα φύλλα μόνο που ανεξήγητα
Είχα
μεσ’ στη Μητέρα κατεβεί
Της
ηχώς το βάθος το άπατο
Και
το μαύρο κομμάτι που αποσπούσε
Από
μέσα μου κι έριχνε μεσ’ στο πηγάδι
Και
το χώμα που έθρυβε κάτω απ’ το πέλμα μου
Σαν
παγόνι φουσκώνοντας το δενδρολίβανο
Μόνο
που αδημονούσαν μόνο που πίεζαν το στήθος μου
Ένιωθα
ν’ αναβλύζουν δάκρυα…
Μακριά
στα σπίτια με την ασημένια στέγη
Τ’
άλλα παιδιά τ’ ανέβαζε η φωνή
Τ’
ανέβαζε η φωνή τους με τη φυσαρμόνικα
Μόνος
εγώ στα σκαλοπάτια σα διωγμένος έκλαιγα
Και
σε παρακαλούσα: πάρε με πάρε με στην
αγκαλιά σου
Και
παρηγόρησέ με που γεννήθηκα!..
Όχι
που ήμουν άτυχος – θέλω να πω
Που
τα χρόνια επάνω μου δεν έπιαναν σαν το νερό
Και
τα λόγια μου μέσα στο φως πηδώντας
Όμοια
ψάρια να φτάσουν λαχταρίζανε
Μεσ’
στον άλλο ουρανό – Μα που πια κανείς – κανείς
Ν’
αναγνώσει δε γνώριζε Παράδεισο
Παλιά
θαλασσινή Σελήνη μου μόνο σε Σένα θα το
πω
Γιατί
μου ομόρφηνες τη δυστυχία – και ξέρω:
Το
παλιό μου σπίτι ακόμη κατοικώ
Και
στα ίδια τριξίματα τρομάζω
Και
τις νύχτες πάλι βγαίνοντας ο Ιούλιος
Τυλιγμένος
τη μαύρη πρασινάδα σου παραμιλώ
Έφυγαν
-έφυγαν ένας αέρας οι άνθρωποι
Στους
βαθείς κρυφούς κυπαρισσώνες
Έν’
αργό ανατρίχιασμα η συρτή που η Νύχτα
Μεσ’
στα φύλλα τραβάει όλο σπιθίσματα
Όμως
πού το «χάρμα»; Πού η «νέα ζωή»;
Αλλά
μάρτυς ήμουνα όταν στα τρίτα ύψη
Ένα
– ένα ξυπνούσαν τα λιόφυτα του αέρος
Κι
ο μισός έμενα έξω απ’ τον Καιρό
Την
κοιλάδα που μούκρυψεν ο Θάνατος
Πάλι
ν’ αντικρίσω. Τον σαπφείρινο γύρω μου
Ζωδιακό.
Έτσι
μακριά στη γη. Ροές της θάλασσας
Και
βασκανίες του καπνού των κήπων. Αλλά τι
Κόπος
ο ποιητής με τ’ αδειανά του χείλη
Ολοένα
πίσω από τη θλίψη του: το Ανείπωτο.
Πάρε
με πάρε με στην αγκαλιά σου
Και
παρηγόρησέ με που γεννήθηκα.
Ότι τόσο ελαφρύ στα φρύγανα το πάτημα ήταν
Τόσο
μπλάβα τα λουλούδια. Τόσο η στάλα των
ματιών
Ωραία μετά που η ευτυχία χάθηκε
Μακριά
μεσ’ στα θαλασσινά χαράματα
Το
φιλί που εκράτησα όσο το αστέρι μου έσχιζε
Την
πλαγιά του Αυγούστου τόσο καθαρό
Τόσο
πικρή στη φούχτα μου η γαλήνη
Τόσο
οι άνθρωποι μαύροι και μικροί
Με
το πόδι εμπρός που ολοένα παν
Παν
κατευθείαν για τον Κωκυτό
και
τον Πυριφλεγέθοντα!..
[ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ, Παλιά και
Νέα Ωδή
τέταρτο ποίημα στην ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1974]
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ
(κι άλλα ποιήματα από την ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)
Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός
Μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις
Μεσ’ απ’ τα δένδρα που σε γνώριζαν και που γι’
αυτό
Τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάζανε άνθος
Εμάς τους γύφτους άσε μας
Τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»
Τι δε νογάγαμε από γιορτή
Και τα πουλιά δε βάνουνε προσάναμ-
Μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει
Δώθε από τη φθορά πλέκομε τους κισσούς
Μακριά σου πιο κι απ’ το Α του
Κενταύρου
«Ως εν τινι φρουρά εσμέν»
Μαργωμένοι μεσ’ στον χρόνο
Κι από τραγούδι αμάθητοι
Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ’
Ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα
Τόλμησες.
Κι οι ποιμένες σ’ είδανε της Πρεμετής
Μεσ’ στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος
Τι κι αν ο κόσμος μάταιος
Έχεις μιλήσει ελληνικά
Ως «εις
τον έπειτα χρόνον»
Κι από την ομιλία σου ακόμη
Βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι
Και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε
Μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.
ΜΙΚΡΟΝ ΑΝΑΛΟΓΟΝ
(για τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα)
Τόσο μόνον
Όσο χρειάζεται για να λειάνει ένα χαλίκι ο
ρόχθος
Ή ν’ αποτυπωθεί χαράματα το ψύχος τ’ ουρανού
Στο δέρμα ενός μενεξεδένιου σύκου
Κι εκεί
Μακριά στην πούντα του καιρού
Όπου μαίνεται από τη νοτιά το μαύρο ερημονήσι
Τόσο μόνον κι εκεί: ευδοκιμεί το Αόρατο!
Αλλ’ εμείς
το χτίζουμε αλλ’ εμείς το κηπεύουμε
Αλλ’ εμείς νύχτα – μέρα το ιστορούμε
Και συχνά την ώρα που από τη λέπρα της ηπείρου
Ξεχωρίζει ανεβαίνοντας
Θεομητορική
Γη με το φρύδι δριμύ και την άκανθα του ήλιου
Σαν σε όνειρο μέσα πάλι εμείς του προσφέρουμε
Ποιος το λίθο
ποιος τη δρόσο ποιος το ουράνιο
κονίαμα
Ω γαιώδη άνθρωπε
Ιδές που ο τοκετός της νύχτας έφερε
Κύανο
και κινναβάρι πορφύρα
και ώχρα
Στείλε το βλέμμα σου ψηλά καθώς μια σκέψη οξεία
Να διασχίσει το εμπόλεμο στερέωμα
Και πες εμείς οι ασύμμετροι πως είμαστε
Τ’ αχνάρια που άφησαν – και που ακολούθησες –
Η άγρια μέλισσα
κι ο αμνός ο πενθοφόρος.
MOZART: ROMANCE
(από το κοντσέρτο για πιάνο αρ. 20, KV 466)
Όμορφη λυπητερή ζωή
Πιάνο μακρινό υποχθόνιο
Το κεφάλι μου ακουμπάει στον Πόλο
Και τα χόρτα με κυριεύουν
Γάγγη
κρυφέ της νύχτας πού σε παίρνεις;
Από μαύρους καπνούς βλέπω δορκάδες
Μεσ’ στο ασήμι να τρέχουν να
τρέχουν
Και δε ζω
και δεν έχω πεθάνει
Ούτε ο έρωτας
ούτε και η δόξα
Ούτε το όνειρο ούτε δεν ήταν
Με το πλάι κοιμούμαι - κοιμούμαι
Κι ακούω τις μηχανές της γης που ταξιδεύει
Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ
ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΪ
(κι άλλα ποιήματα από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ
στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974)
Να ’ταν η στεναχώρια να γεννούσε καν ένα πουλί
σκισιματιά που θα τραβούσε πάνου ως κάτου
μεσ’ στου μέσα κόσμου τη μαυρίλα κι αψιθιά
με τι δριμύτη απ’ τα βουνά της Κρήτης
θ’ άναβε μεσ’ στον Άδη σαν αηδονολαλιά!..
Πόρπη ασημένια Ελένη
Βρέξε βασιλικό τα χέρια σου να δροσιστώ
σα να’ χω
μεσ’ στα χάδια σου διαβάσει
τις επιστολές του Παύλου
(Σήκωσε το κλουβί
μια – δω μια – κει
κι ο ήλιος πήγαινε απ’
την άλλη
ν’ ανάψει τ’ όμορφο
κεφάλι
μια – δω μια – κει
ο ήλιος κάθε Κυριακή)
Πήραν τους τρεις ανέμους οι βοσκοί
κι εσύ τον τέταρτο τραβάς και
φέγγεσαι
που να θωρώ πίσω απ’ το σώμα σου
να τρέχουν όρη
και νησιά
του γραίγου
όλα τα ερημόλογα
και τα κατσούλια της αυλής όπου μεγάλωσες
παραδεισένια
Ελένη χώρα του Ηδυπνου
Που λέω αλήθεια πόσο πρέπει να υπόφερε ο
ουράνιος κηπουρός
για να ’βγει
τέτοια μέντα η ομορφιά σου
(Φώναζε στην αυλή ψι -ψι
ψι – ψι
κι ο γάτος σήκωσε
ποδάρι
μεσ’ απ΄τα μάτια της να
πάρει ψι – ψι
την αστραπή της τη
χρυση)
Κι όπως
παντού νυχτώνει κάποτε όμως
(ίδια μες την αγάπη)
ένα φωσάκι καταμόναχο φωνάζει «εγώ»
«εγώ»
κι ούτε τ’ ακούει κανένας μόνο
μια θύμηση ανεβαίνει σα λευκή μορφή
καταθαλάσσης
γυρισμένη
έτσι κι εσένα
Σελήνη
Ελένη αναβρυτή
Κάποιου το δάκρυ που δεν έδειξες
τη σκοτεινή καρδιά θα τιμωρεί
και δεν αντέχει
κοίτα
στο λιγούλι γιασεμί
της νύχτας όλο το δαιμονολόγι
(Κάτασπρο γιασεμί
και μυ -
και μυ –
και μυστικέ μου Αποσπερίτη
πάρτε με πάρτε με στην
Κρήτη
και μη και
μη
και μη ρωτάτε το γιατί)
ΑΠΟΨΕ ΒΡΑΔΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΟΧΤΩ
(…ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων το παλιό μου σπίτι
με τα σαμιαμίθια…)
Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω Πόρτες
παράθυρα ανοιχτά Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας Φορτίο της ερημιάς μέσα
στη νύχτα∙ Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη Τρέχοντας μες τις φυλλωσιές αστράφτουν σαν Μυστικά περάσματα πυγολαμπίδας Από βάθη ζωής αναστραμμένης Μεσ’ στο κρύο ασπράδι των ματιών Εκεί που ακινητεί ο καιρός Κι η σελήνη με το αλλοιωμένο μάγουλο Απελπιστικά σιμώνει το δικό μου∙ Ένα θρόισμα σαν από χαμένης Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό
αρχινούν: «Μη» κι ύστερα πάλι «Μη» «Μωρό
μου» «Τι σου ’μελλε» «Μια μέρα θα το θυμηθείς» «Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά» «Εγώ που σ’ αγαπώ» «Πες πάντα»
«Πάντα» Κι όπως μέσα στην
απληστία του μαύρου Που ανοίγεται στα
δυο περιβολιού Σβηστό
απανθρακωμένο Πάει και
καταποντίζεται όλο το έχει σου
Ανεβαίνει απ’ τη ψυχής τ’ απόνερα ένα
Κύμα θολό που οι φυσαλίδες του είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα
Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού Μια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το
δεις Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι
- Όλα της αγκαλιάς τα ιερά και του όρκου Τίποτα
- τίποτα δεν πήε χαμένο Απόψε βράδυ
Αυγούστου οχτώ Μεσ’ απ’ τη χλώρη
του βυθού και πάλι Το ίδιο εκείνο
ατέρμονο ανατρίχασμα Μονοθροεί και συνθροεί
τα φύλλα Μονολογεί στην αραμαϊκή του
απόκοσμου: «Παιδί παιδάκι με τα καστανά
μαλλιά» «Σου ’μελλε να χαθείς εδώ
για να σωθείς μακριά» Κι άξαφνα
σαν τα πριν και τα μετά
ιδωμένα∙ Βατές όλες
οι θάλασσες μ τα λουλούδια Μόνος αλλά
όχι μόνος∙ όπως πάντα∙ Όπως τότε νέος που προχωρούσα Με κείνη τη θέση στα δεξιά μου Και ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Βέγας Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος!.. (Ο
ΦΥΛΛΟΜΑΝΤΗΣ από τη ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ ποιημάτων στη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΤΑ
ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ 1974, βιβλίο που συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα – δημοσιευμένα ή
ανέκδοτα – που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών του]

