(…μα στο άλλο η φρίκη μου βουβή…)
(ποιήματα που εξευμενίζουν τα βήματα
της μοίρας
για τους Ατρείδες της Φωτιάς και
της Σιωπής:
Η Κλυταιμνήστρα στην Αυλίδα,
Παραίνεση για την Ηλέκτρα,
Μονόλογος της Ηλέκτρας,
Ορέστης Ατρείδης και επιμύθιο
Ιφιάνασσα,
Χρυσόθεμη και Λαοδίκη…)
Η
θάλασσα θα ’χει δεχτεί
να
πάρει τα καράβια στο ταξίδι τους
έπειτα
απ’ το θρίαμβο της πληρωμένης Νύχτας
και
τη φρίκη της Αυγής.
Επευφημίες.
Αδιάντροπες
αφυπνισμένες άγκυρες.
Το
αίμα. Το δέος. Σιωπή.
Μετά
θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
κι
ανέφικτη θα κατεβώ λίγα σκαλιά.
Βλέμμα
οριζόντιο, λύπη οριζόντια.
Θα
’χω ανέβει στο τελευταίο δάκρυ,
το
δάκρυ που πετρώνει,
και
γίνεται αυτό που λεν οι ανήξεροι:
φαρμακερή
καρδιά.
Οι
ακόλουθοι δε θαν το δουν,
θα
βουλιάζουνε τα μάτια τους στις τύψεις·
θα
βουλιάζουνε στη λίμνη των στιγμών,
όπως
σε κάθε πίκρα τους
στηρίζουν
κάτω απ’ το θαμμένο τους πιγούνι την παλάμη
και
με την εγκαρτέρηση νομίζουν πως θα στήσουνε
ό,
τι ούτε ο θεός δεν μπόρεσε να φέρει δεξιά.
Έτσι,
να εξευμενίσουνε τα βήματα της Μοίρας.
Μα
το νόημα της ζωής μας δεν αλλάζει.
Το
ύπουλο αυτό νόημα που προχωρεί
ατσάλινη
στιγμή μες στους αιώνες,
και
δεν το μαλακώνει ο πόνος μας
που
διαφεύγει μες απ’ τις κινήσεις μας,
που
τις προετοιμάζει,
το
σκοτεινό αυτό νόημα
που
προχωρεί ακατάλυτο, αδιάφθορο και ριγηλό
μες
απ’ τις επικλήσεις μας κι από τις προσευχές μας
δε
θαν το δουν.
Θα
βουλιάζουν στην ελπίδα του καιρού.
Μα
εγώ, πέρα απ’ αυτούς, χωρίς αυτούς
δεν
θα ’μια πια αχιβάδα στην τρεχάλα της
συρμής του.
Στο
’να πλευρό μου πάντοτε η Φωτιά
μα
στ’ άλλο η φρίκη μου βουβή
θα
’χουμε δει στο ματωμένο σου κεφάλι
τη
λιμασμένη Μοίρα μου χορτάτη.
Δε
θ’ απομένει πόνος πια.
δε
θα ’ναι πια μελωδικό τραγούδι κύκνου που πεθαίνει
δε
θα ’ναι πια κλυδωνισμός τραυματισμένης νύχτας
κάτω
από ρομαντικό φεγγάρι.
Θα
μένει μόνο αυτό το τραγικό άρωμα,
η
ανείπωτα πικρή εκείνη γεύση,
αυτή
η στεγνή εντύπωση
που
αν θες, την κάνεις σιδερένιο τραγούδι
– τσεκούρι, φωτιά –
Αν
θες την κάνεις λόγχη – τσεκούρι, φωτιά –
που
λησμονιά ή μνήμη μουσική δεν γίνεται
μονάχα.
Κι
εδώ, δεν θα ’ρθει η θάλασσα να παίξει
με
τις γυμνές νεράιδες του κρυφού μου κήπου,
δεν
θα ’ρθει η θάλασσα να βρει φεγγάρι,
δεν
θα ’ρθει μπάτης πια.
Στα
ματωμένα βότσαλα τα βράδια
η
αγρύπνια μου θα τριγυρνάει
αγέλαστη
και μοναχή στους μόλους
με
τη φωνή του πυρετού
για
τα περαστικά θαλασσινά πουλιά
που
αμέριμνα θα ’ρθουν
να
φέρουν άνοιξη στο χώμα
που
το στοίχειωσε η θυσία σου.
Θα
’χω μια λύπη που θ’ αγγίζει τ’ άστρα,
ψηλή,
και κατακόρυφη.
Δε
θ’ απομένει πόνος πια.
Αυτοί,
μετά καθώς θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες
θα
βουλιάξουνε στη λήθη του καιρού.
Κι
έπειτα θα ’ρθουνε φαύλοι χρόνοι που θα
πουν
ότι
ήσουν τάχα ιέρεια στους Ταύρους,
θα
’ρθει να με λογχίσει η Ηλέκτρα.
Μ’
αν ήταν στο ’να μου πλευρό πάντα η φωτιά,
αυτό
το μέτωπο δεν ήταν πάντοτε φωλιά
πικρών
πουλιών που δεν λαλούν,
δεν
ήταν πάντοτε κυψέλη
για
στείρες μέλισσες σιωπής και συμφοράς.
…Ότι
σε πήραν σύννεφα,
ότι
είσαι τάχα ιέρεια στους Ταύρους.
Καρδιά
οριζόντια. Λύπη οριζόντια, για πάντα.
Ευθεία
γραμμή, ατέλειωτη, χωρίς υποτροπή
ως
την καρδιά του Χρόνου.
Εγώ που κράτησα στα χέρια μου
το
ματωμένο σου κεφάλι
μονάχα
εγώ μπορώ να ξέρω την αλήθεια.
(Η ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ
από τη συλλογή του του
Σταύρου Βαβούρη
ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
1950 – 1964
ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Ερμής 1977)
ΟΙ ΦΛΟΓΕΣ ΤΩΝ
ΦΡΥΚΤΩΡΙΩΝ ΦΤΑΣΑΝΕ ΠΙΑ ΣΤ’ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΒΟΥΝΑ
(ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ:
αρχαίο είδος τηλεγράφου που με φλόγες που άναβαν σε ψηλά σημεία βουνών
μετέδιναν μηνύματα και ειδήσεις.
ΕΔΩ αναγγέλλουν
την επιστροφή του στρατού του Αγαμέμνονα)
Δεν θα περιμένετε πολύ.
Δηλαδή,
η συνοδεία του αρχιστράτηγου πλησίασε.
Η Κλυταιμνήστρα
έχει γίνει ολόκληρη, μονάχα, μια κραυγή
που αν αφηνόταν θα ’σπαζε τον ουρανό κομμάτια
σαν από γυαλί.
Αυτή, την τελευταία στιγμή, σας ικετεύω,
τώρα που ο πόλεμος τελειώνει πια,
φανείτε λίγο επιεικής, λιγότερο στυγνή
κι όλα
κάτω απ’ το φως της φωτεινής πατρίδας σας
γίνονται πάλι απλά και φωτεινά∙
όλα ξεχνιόνται.
Μην αποστρέφετε το πρόσωπο,
Σε σας,
σε σας, μιλώ
πικρή
και σκοτεινή υψηλότης
δεσποινίς
Ηλέκτρα Ατρείδη.
Είδαμε και
πάθαμε να θάψουμε
ο ματωμένο παρελθόν υψηλοτάτη:
Τις ιστορίες του Θυέστη
τα παιδιά του φέτες, στο τραπέζι:
ένας ζόφος δίχως τέλος
που γέμισε τ’ ανάκτορα εφιάλτες και
κατάρα.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
στις σελ. 98-99
Μα δεν είναι έννοια αφηρημένη, βλέπετε,
η ζωή!..
[ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΕΚΤΡΑ κι άλλες
ΕΠΙΛΟΓΕΣ
από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη
ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
1950 - 1964
εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη
συγκεντρωτική έκδοση:
ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις
ΕΡΜΗΣ 1977]
ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ
ΗΛΕΚΤΡΑΣ
(από τη συλλογή
του Σταύρου Βαβούρη
ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ
ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964)
Αιφνιδίως με γοήτευε η
ιδέα πως μπορούσα
να εξωθήσω πρόσωπα και
πράγματα σαν λόγχη·
πως ήταν δυνατό να πάρω
σχήμα λαιμητόμου
πάνω από ένοχους
αυχένες
ότι μπορούσα να υψωθώ
σαν κυπαρίσσι σκοτεινή σαν πεπρωμένο ανέφικτη
Η ιδέα ότι μπορούσα να
διασχίσω αδιάφορη
μ’ ένα σκοτεινό
αδιόρατο χαμόγελο
πλήθη λυσσαλέα και
μαινόμενα εναντίον μου
με διέλυε·
Με διαπερνούσε, με
σπασμούς σχεδόν ηδονικούς, η σκέψη
πως μπορούσα να βρεθώ
στο τελευταίο σκαλοπάτι
του ικριώματος περιφρονητική
ενώ ένας όχλος
θαμπωμένος
του κάκου θα περίμενε
ως το τέλος
να ξεσπάσω σε λυγμούς.
Αιφνιδίως με γοήτευε
ναι, μ’ έκανε τρελή η
ιδέα
πως ήταν δυνατόν να
πάρω μιαν απόχρωση
τεφρού αμετάκλητου
σκιάζοντας κι
αφανίζοντας το φως του ήλιου
που τους είχε τόσο
ανάψει και μεθύσει.
ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΤΡΕΙΔΗΣ
Ναι μεν, τα κίνητρά σας ευγενή
(κίνητρα δολοφόνου ευγενικά;
Pour ainsi dire∙ Passons)
Ο φόνος όμως:
ο φόνος
επέμενε διακριτικά μα σταθερά ο εισαγγελεύς.
Η Ηλέκτρα φρένιασε, μαινόταν:
-Κι η μοιχεία;
Κι η σφαγή του βασιλιά; -
Επέσειαν απειλές και
σχετικές κυρώσεις
στ’ ατέρμονό τους πηγαινέλα
οι αυλικοί,
Παραιτήσεις,
υποδείξεις, δικηγόροι
κομφούζιο στον
Άρειο Πάγο
και κατά την ολομέλεια φυσικά στο τέλος
συμφώνως το άρθρο τάδε…
του νόμου
νόμου… (κάποιου νόμου τέλος πάντων∙
Αν ήταν δυνατό, κανείς να συγκρατήσει
παραγράφους
κι εδάφια σε τέτοιον κυκεώνα!..)
έχετε απαλλαγεί «λόγω συγχύσεως»
«πλήρους»
μάλιστα «συγχύσεως»
είν’ η διατύπωση του σχετικού εγγράφου.
Σύχγυσις πλήρης…
Ίσως, δηλαδή, λόγω βλακείας…
Όχι ίσως.
Ακριβώς!..
Τέλος στο παλάτι, κεραυνός.
Και τώρα, κατεβείτε πρίγκηψ,
Κύριε, πολίτα, Ορέστη Ατρείδη
(πώς προσαγορεύεται άραγε ένας έκπτωτος; )
Ορίστε το εισιτήριο, τ’ ανάλογο συνάλλαγμα
και τα λοιπά απαραίτητα χαρτιά σας.
Πυλάδη,
σεις, με τις σοφές σας συμβουλές
βιαστείτε:
τις αποσκευές
Το πλοίο πρέπει ν’ αποπλεύσει το ταχύτερο.
Για την προσωρινή σας – πρώτον – απομάκρυνση
δεν εννοεί να υποχωρήσει ο Εισαγγελεύς.
Όσο για το θρόνο σας και τη
διαδοχή σας – δεύτερον –
Κανείς δεν ξέρει.
Παίρνουνε χρόνια αυτά τα πράγματα.
Ίσως γυρίζοντας με της θεάς το ξόανο,
προβάλλουμε το ευγενικό προσκύνημά σας
θα ’χει λησμονηθεί κι η πλήρης σύγχυσις λιγάκι,
Ίδωμεν τέλος πάντων.
Υπάρχουν – βλέπετε – αθωώσεις
που ’ναι - περίπου - σαν καρατομήσεις
σαν καταδίκες στην εσχάτη των ποινών.
Σε θάβουν ζωντανό - πώς το λένε; - σε
διαγράφουν
κι ίσως, Ορέστη Ατρείδη, ακόμα πιο πολύ.
[από τη
συλλογή του Σταύρου Βαβούρη
ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ
ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964]
ΙΦΙΑΝΑΣΣΑ, ΧΡΥΣΟΘΕΜΗ,
ΛΑΟΔΙΚΗ
(… με το Ποίημα
αυτό κλείνει και η προσπάθεια του Ποιητή να διεισδύσει στο άγριο δράμα των
Ατρειδών:
μορφές
παράφορες και άγριες
και ανεξιχνίαστες …)
Και τώρα – μια στιγμή παρακαλώ - πριν έστω από την παύλα: εμείς
Εμείς: Η Ιφιάνασσα, η Χρυσόθεμη
κι η Λαοδίκη Ατρείδη. Συγνώμη:
του Αγαμέμνονος του βασιλιά
Αγαμέμνονος Ατρείδη. Γραμμές
θαμπές και χρώματα δυσδιάκριτα στο βάθος της τοιχογραφίας του δώματος και
τρία ονόματα συνωστισμένα σ’ ένα
ηρωικό εξάμετρο του Ομήρου:
δολώματα που δεν εδόλωσαν κανένα
τελικά. «Λαοδίκην, Ιφιάνασσαν,
Χρυσόθεμιν έχω…» Διαλέγετε και παίρνετε ηρωικέ Αχιλλέα!.. Κι έπειτα,
Έπειτα; Τίποτα άλλο δυστυχώς. Δίχως κομμούς ατομικούς και
δίχως χορικά τα καθ’ ημάς να
σχολιάζουνε σε στάσιμα Μύθων υποστάσεις
περισσότερο από πρόσωπα, Πρόσωπα
ωστόσο Πρόσωπα οπωσδήποτε και καθόλου, μα καθόλου μυθικά θα μας μετατοπίσετε υποχρεωτικά δίπλα στις στεντόρειες μορφές του πρώτου
πλάνου δεδομένου ότι χρειάζεστε απόλυτη
απαρτία αφού φωτογραφίζεται, για μια καθολική ψυχολογία κι
εξήγηση, ολόκληρη η οικογένεια Ατρείδη Συγγνώμην:
του Αγαμέμνονος του βασιλιά
Αγαμέμνονος Ατρείδη. Ο βασιλιάς κι ο
διάδοχος λοιπόν ωχρός και σαστισμένος η Ιφιγένεια και η πρωτότοκη πριγκίπισσα η Άνασσα
δεξιά κι Εμείς: η Ιφιάνασσα,
η Χρυσόθεμη κι η Λαοδίκη Ατρείδη: Υπόμνηση ονομαστική εφ’ άπαξ στην Ιλιάδα δίκην κιβδήλων νομισμάτων δίχως αντίκρισμα και δίχως αποδέκτη κι έπειτα;
Έπειτα, τίποτ’ άλλο. Δυστυχώς.
Κάπου, θα βρείτε βέβαια τη Χρυσόθεμη
σκιά θαμπή να χάνεται στα χρόνια
που θέριζε η Ηλέκτρα τσιμεντένια
ή πριν που η Κλυταιμνήστρα είχε λεηλατήσει τις ημέρες μας μέσα σε μια απεγνωσμένη ασυδοσία. Αλλού
για περισσότερα στοιχεία σχετικά με μας μη ψάξετε.
Μα εδώ, εδώ οπωσδήποτε, έτσι:
να πούμε σαν ειρήσθων εν
παρόδω; ή οκλαδόν στα πόδια της καρέκλας, όπου με μια προσποιητή αφηρημάδα αγέρωχη η Ηλέκτρα θ’ ατενίζει το άπειρο; Έστω έτσι… Άσημες
υψηλότητες εμείς: η Ιφιάνασσα, η Χρυσόθεμη κι η
Λαοδίκη Ατρείδη… Υποκλιθείτε – γι’ αυτή τη μόνη, τελευταία φορά που δευτερεύοντα υστερόγραφα διασχίζουμε τη
μοίρα σας κι απόηχα ψιθύρων φτάνουμε στα πεθαμένα αφτιά σας: Ιφιάνασσα…
Χρυσόθεμη… Λαοδίκη [από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 -
1964]
Δευτέρα, 6 Απριλίου 2026

