(…ποιο αθέατο βάθος ποια μυθική νεότητα…)
Γιατί
με φώναξες και γύρισα
Καλά
έφευγα και καλά με ξεπροβόδιζαν
χωρίς
να μου κρατούν κακό τα εγκόσμια
όλα
όσα δε θέλησα να πράξω κι έπραξα
όλα
όσα θέλησα να γίνω κι έγινα
Να
’χουν αποσπασθεί τ’ αγγίγματά μου απ’ ό,τι άγγιξα
και
να με συνοδεύουν
Γιατί
με φώναξες και γύρισα
σα
δάκρυ που μετάνιωσε και δεν εκύλησε
Γιατί
να πρέπει τώρα να διανύω προς τα πίσω
όλη
αυτή την εγκατάλειψη
γέρος
ποιητής διωγμένος απ’ τους στίχους μου
κι
άγνωστος πλέον στο παρελθόν μου
να
συνάπτω πάλι σχέσεις με όσα μου συμβήκαν
Να
συνδεθώ με τι; Αναζητώντας τι;
Ποιο
αθεατο βάθος ποια μυθική νεότητα;
Μετά
από ένα τελεσμένο πεπρωμένο κι άλλο πεπρωμένο
μετά
το πλήρωμα του χρόνου κι άλλος χρόνος;
Αυτό
δεν είναι πια διασάλευση του πνεύματος
Η
υλικότητά μου διεσαλεύθη
και
δεν θα βρει ανάπαυση στον αιώνα
Να
τελειώνουμε πια με τα τερτίπια της γραφής
και της ανάγνωσης
Τα
ποιήματα συμβαίνουν.
Λοιπόν,
μπορώ να πω το τι συμβαίνει;
Το
ίδιο το ποίημα δηλαδή, όχι το κείμενό
του
Μπορώ; όχι δεν μπορώ
Κι
όχι (όπως άλλοι θα σου πουν…)
γιατί
ό,τι συμβαίνει δεν είναι παρά αυτό που τώρα εδώ κείται
αλλά
γιατί, απλά, δε μπορώ
Βρίσκομαι
μέσα στο συμβάν, αλλά πού είναι το
κέντρο;
Φωνάζω «είναι κανείς εδώ;…» Περίεργη ερώτηση
χτυπάει
κι αντηχεί στην εσωτερική επιφάνεια του κενού
Γιατί
αν δεν είναι κανείς, εγώ που ρωτάω τι είναι;
Ερώτηση
μέσα στην ερώτηση
παγίδα
μέσα στην παγίδα
κενό
μέσα στο κενό.
Αλλά
το κέντρο πού είναι;
Το
κέντρο διαρκώς διαστέλλεται
Έτσι
όλους μας εγκλείει και μας αποκλείει
κι
όλα έτσι αποκτούν υπόσταση
μόνο
καθώς απομακρύνονται κι αραιώνουν
ψυχές
και σώματα εξαχνωμένα
[πρώτο
απόσπασμα από το ΕΚΤΟΣ
στη
συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΩΣ 2003
Συγκεντρωτικός
τόμος ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ,
ποιήματα
1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]
ΕΔΕΙΞΕΣ ΜΟΝΟ ΠΕΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΘΕΑΤΟ
(αποσπάσματα από το ΕΚΤΟΣ ποίημα στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΩΣ 2003)
…Φεύγουσαν σε
είδον εγκαταλείπουσαν με σε ήγγισα
και δεν εστράφης δεν
ελέησε τα μάτια μου η μορφή σου΄
Έδειξες μόνο πέρα προς
το αθέατο
Και είδα σε τοίχους
λεκιασμένους
που κι αυτοί
διαστέλλονταν κι απομακρύνονταν
είδα τα λόγια μου. Στημένα για εκτέλεση.
«Τα λόγια σου…
Κοίτα δεν θα δεχτούν να
τους δέσουν τα μάτια…»
είπες κι εχάθης
Το «ως σεαυτόν» δεν ήτανε για μένα
Αγάπησα τους άλλους
δίχως ν’ αγαπάω τον εαυτόν μου
Χωρίς αγάπη του εαυτού
μου δεν ήμουν ούτε εγώ ούτε άλλος
ανάμεσα στους άλλους
δεν ήμουν τίποτα μέσα
στην τρικυμία της σάρκας μου
στα σαλεμενα λόγια
μου και στ’αναφιλητά του νου μου
μα έπασχα στα δράματα
των άλλων
εγώ ο χαμένος πάντα στ’
αδιέξοδά τους
εγώ των
αποχωρισμών τους ο εγακαταλειμμένος
ο παραμιλητός του πυρετού τους
Κι όλα αυτά έτσι
Για ένα ήθος
δηλαδή για μια ιδεολογία
Δεν ήταν ήθος ύβρις ήταν
Και δεν το ’βλεπες
Αργεί αλλά το βρίσκει
το κακό
άξαφνα όλα γυρνούν τ’ απάνω κάτω
πατάς τους όρκους
σου και
πράττεις τ’ αντίθετα απ’ την
πίστη σου
και μένεις στην ερημιά
της πτώσης σου
να δέρνεσαι και να
χαλιέσαι.
Αν άντεξα τη ζωή μου ω
εδώ δεν ήτανε για μένα
Και τώρα ποιος ο
αμητός;
Ω βλέμματα, ω φωνές, ω αγγίγματα που με λιχνίσατε
στ’ αλώνια της αλαζονείας και της
ταπείνωσης
κρατήστε τον καρπό
Αλλά δώστε μου πίσω το
άγανο
το άγανο που τ’ αφήσατε
του ανέμου
και χάθηκε χρυσίζοντας
προς το βαθύψηλο
ουρανό.
Δεν είναι παρά μόνο
σημαδάκια στο χαρτί
ίχνη που άγνωστο αν
οδηγούν σε μένα
αλλά συνάζονται και
συνωστίζονται, διεκδικούν το χώρο μου
δε μου αφήνουνε λευκό
κι επαίρονται
αναίσχυντα «εμείς γραφτήκαμε,
θα μείνουμε. Εσύ έζησες,
πεθαίνεις¨.
Ε όχι και όχι… Μου ’ρχεται να τα καταραστώ
(να μείνετε, να μείνετε
εσαεί στη γέεννα της γραφής
και να μην έχει ο
παιδεμός σας τελειωμό
και σπαρταράτε σε
κειμενικά δίχτυα
και να ξεσκίζεστε απ’
τα τσιγκέλια των γραφίδων
να πετσοκόβεστε σε
χειρουργεία παραναγνώσεων
πολύποδες να βγαίνουν
απ’ τα σύμφωνά σας
και φλύκταινες να σκαν
τα φωνήεντά σας
λήθη για σας να μην υπάρχει αλλά αιώνια αναπαραγωγή
σε μνήμες ηλεκτρονικές
ατέλειωτο μαρτυρία
αθανασίας…)
Να τα καταραστώ…
Αλλά κλάμα μου κι αυτά
δεν είναι;
If
we could weep words
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ στη σελ. 290 - 296
ΑΥΤΟΣ Ο ΝΕΟΣ ΠΟΥ
ΗΡΧΕΤΟ ΕΙΣ ΕΠΑΦΗΝ ΜΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΓΗΡΑΤΟΣ ΤΟΥ…
Το μέλλον έχει ένα βέβαιο τέλος
αλλά τα περασμένα εκκρεμή και
αβέβαια
και συσσωρεύονται μπροστά μας
Κάτι κακό τεκταίνεται στο χρόνο
σείεται εκ βαθέων πάει να κρεπάρει
Έλα, λοιπόν, εσύ πνεύμα του γήρατός μου
εσύ που το παρελθόν προλέγεις
έλα και πες μου
τι θα γίνει χτες τι θα γίνει προχτές
τι θα συμβεί στο παρελθόν;
Ξενιτεμένος
από τη γενέθλια μέρα μου
χωρίς χρησμό περιπλανιέμαι από σταθμό σ’ άλλον σταθμό
σε μάταιο νόστο
αλλά κανείς σταθμός δεν αγγέλλει επιστροφή
μόνο αναχωρήσεις κρώζουν τα μεγάφωνα και
αφίξεις
Πράσινο σήμα δίνοντας με το φανό τους οι
σταθμάρχες
χύνουν το κόκκινο στις ράγες
Κι ο Κλειδούχος
συγχέει κατευθύνσεις τροχιές ζώδια
πεπρωμένα
κι εκτροχιάζονται οι συρμοί των γεγονότων
Όσο πίσω κι αν πάμε δε θα συναντήσουμε μηδενική
αρχή
Αρχινισμένος από πάντα ήταν ο κόσμο
με τη σπορά και με το θερισμό
την εξουσία και την υποταγή
τον έρωτα
και την ταπείνωση του φύλου
τον θρίαμβο της ισχύος και
τη μελαγχολία της ομορφιάς
τις ανοιχτές φτερούγες των ανέμων
και τους κουπολάτες στο κουπί δεμένους
Περίλυπο το συμβάν
κι όλοι οι λαοί ηττημένοι
ΜΑ ΑΚΟΥ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΤΑ ΕΓΙΑ ΜΟΛΑ
(…λαβέ κιθάραν, ρέμβασον… καλώς κιθάρισον, πολλά άσον
ίνα σου μνεία γένηται… )
Ας με ονειδίσουν που τα παρατάω πριν από το τέρμα και
ματαιώνεται η αίσια έκβαση
και πάει στράφι της τόλμης η παραφορά κι ο
κόπος της ελπίδας Δεν είναι που
μακραίνει και μακραίνει το πλην της τελικής ευθείας και
που στρεβλώνεται Χάθηκε το ίσιο
βλέμμα κι ο λόγος ο γενναιόφρων Λοξοδρομούν τα αισθήματα Στα δίχτυα
του μυαλού σκλαβώθηκε το πνεύμα
η οθόη σκέπασε τη θέα δεν έχω
πέλαγος, δεν έχω αγνάντεμα Φεύγουν οι μέρες απ’ τους μήνες τους κι οι
μήνες απ’ τα έτη το εδώ γίνεται
αλλού κι
ό,τι ήταν χρόνος πια δεν είναι
κι ό,τι ήταν τόπος πια δεν είναι θραύση ορίων
και μεγάλη θλίψη κάτι σαν αντιγένεση Ας με ονειδίσουν όσοι προσβλέπουν στο αποτέλεσμα σ’αυτό το απόβλητο του τέλους που ρυπαίνει
τα ιερά Ας με ακυρώσουν οι κριτές στους
πίνακές τους Αλλά εσύ γενιά του
αιώνα τραγούδα μην κρεμάς τα όργανά σου στις ιτιές και
μην κολλάς τη γλώσσα στο λαρύγγι σου
Τίποτα μην μνησθείς Περίτρομη
τον τρόμο σου τραγούδα σε γήπεδα πλατείες
και στρατόπεδα με λίθο μυλικό περί τον τράχηλό σου λάβε κιθάραν,
ρέμβασον… [αποσπάσματα από το ΕΚΤΟΣ
ποίημα στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΩΣ 2003 – συγκεντρωτικός
τόμος ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ Ποιήματα 1949 - 2006]
Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2026


