Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΠΙΣΤΟΤΕΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΕΙΛΩΤΑΣ

 (…φρενιασμένος για τα ενδόμυχα κι ωστόσο δεν επωμίζομαι ούτε λέξη…)


…η ψυχή σας άλλωστε δεν δείχνει φτερούγισμα

γύμνια θεοτική θα ρητορέψω

καταναλίσκοντας ερμηνείες κι αντίδια της πατρίδας μου

χορταρικό της άρρωστης μάνας μου   με μπόλικο λάδι

με τυρί και νερό παγωμένο στους μονότονους ήλιους.

Πολιορκήθηκα από φτηνή διασημότητα ίσως / ή όχι; /

αισθάνομαι έτσι κι αυτό μου φτάνει

στερήσεις λαμπερές μου η στράτευση στο Απόλυτο

δεν είμαι κανένας ενσυνείδητος

διαστέλλω την Άνοιξη προς τη θλίψη με τη θέλησή της

αχ πόσο λυπήθηκα αύριο που δεν έγινα συνθέτης και εγώ

να ’γραφα άναυδες κυκλοθυμικές σελίδες

τόσο τη μίσησα τη μηχανή τα χημικά μαστιγώματα

η πλάτη μου τα ’χει καλά με την κακοκαιρία.

Μιλώντας ελληνικά προς όλες τις κατευθύνσεις

ανακαλύπτομαι ολοένα μέσα απ’ τα φωτοστέφανα όντας

ο πιο μεγάλος απερίσκεπτος μιας δικής μου Παταγονίας

κρύο τεράστιο να σου πέφτει η μύτη

δεν υπάρχω όμως ωσάν τροχός που υποφέρει τους κύκλους –

εξοργίστηκα τώρα

[ΚΥΒΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ από τη συλλογή του Νίκου Καροούζου

Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980

Κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από αυτή τη ΣΥΛΛΟΓΗ,

εδώ από το συγκεντρωτικό  Β  τόμο:

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ  ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979 – 1991, ΙΚΑΡΟΣ Εκδοτική Εταιρία]




 

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΤΗΣΕΩΣ  (από την ίδια συλλογή)

Ήμουνα τόσα χρόνια στο αεροπλάνο νοσοκόμος

πυραχτωμένος επάνω σε εκατοστά βηματίζοντας

αιώνες εκθαμβωτικός εγώ ο ασπροκίτρινος

ο άπληστος από άνθηση ισορροπιστής ανάμεσα

σε τροχιές γερακιών και κοράκων

εξέχοντας ως θηλή θανάτου κατά το άναυδο

φανοστάτης η γλώσσα πόσο φως που μηρύκαζε

νωτιαίος θεός συγκρατούσε τα γέλια του

με των άστρων το ρεζιλίκι

πλάνητες βαρυδαίμονες κολλούσαμε τη μύτη μας

στα χνωτισμένα τζάμια  του φλεγόμενου παράδεισου

δε βλέπαμε παρά μονάχα του Ολύμπου τον ανάπηρο

να παίζει κλαίγοντας με το φυσερό του

σε τσουχτερό κι αδάκρυτο καταχείμωνο ο παλιόγυφτος

τον είδες; - πάει το σάλιο ο γελοιοδέστατος

να πάψει να στομώσει τη φωτιά που άναψε μόλις.

 

ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΜΑ 

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Κανένας απολύτως απέναντι στην κορασίδα με τα σπιθούρια

όπου το κρέας της αγροίκησε μουσική…

Μας λείπουν τα λιπόθυμα τρόφιμα η πνευστή ταπείνωση

κι όμως πίνοντας ούζο διατείνομαι φόνο της σχετικότητας

βροχθίζω συναισθήματα υελώδη γιομάτος ανασφάλεια υπέρτερος

ασπαίρει παρονομαστής όπου χάρηκε

την αριθμητική μου καρέκλα.

Τραυλός κι αμέριμνος εγκαινιάζω τύμβους αναστήματος

ερχόμενος από βροχές με ωμά πανωφόρια

τρεχάτους παραλογισμούς ανίκανες οθόνες βαγγελίστρες

διέξοδος ω προάνθρωποι δεν υπάρχει απ’ αλάβαστρο

τυλιχτείτε απλά και μόνο με το στομάχι σας ευανάγνωστο στα δάση

επανάσταση τώρα πια σημαίνει να απουσιάζουμε απ’ όλα

διαβάζοντας διαπύηση κι αντικρίζοντας το φως

όπως εκείνοι οι κακομοίρηδες Λουκάς και Κλεώπας.

Τρομαχτική μας ερημότητα ο συμφυρμός και η σύγκραση

καθώς η βλοσυρή απόστροφος τυγχάνει θάνατος

εκείθε με τα όρνια η άρνηση πλασμένη από όμορφο αλεύρι

 

ΛΕΚΤΙΚΟ ΟΙΔΗΜΑ

Φύρερ Πογλάβνικ απαράμιλλε στην ιταμότητα Ντούτσε

Κοντουκατόρ Καουντίλιο

θεριά από τσιγαρόχαρτο που φάγατε

μηδέν ασυνήθιστο

με βουλιμία μεγάλης αμαξοστοιχίας

αν και αγνοούσατε συλλήβδην την ταχύτητα

σκυλόδοντα της Ιστορίας

τενεκέδες από μιλιταριστικά / ας πω κι εγώ την ψευτολέξη / απωθημένα

ο θάνατος ωστόσο σας απαλαίνει

με παράσημα – λειχήνες απάνω στο στήθος σας από Στραβίνσκυ

διωγμένος από έμορφους στίχους και παρηχήσεις

με λάθη παχύδερμα καρφωμένα στην παρεγκεφαλίδα σας

κι ωστόσο μοιραζόμαστε την ανυπαρξία

με άλαλον Ιησού με Βούδα με Σωκράτη

με όλους τους ακράτητους πεθαμένους

ψηλαφώντας ανήξερα μάρμαρα στα γιγαντόσωμα.

Η μουσική σας υπήρξε υδροπλάνο

νεκρώσιμη ακρίδα οπού ασθμαίνει ακόμη

στα μετεωρολογικά δελτία.

Σοπράνο η φιλοδοξία στο σημαιοστόλιστο σεργιάνι.

Σήμερα είναι ήδη χτες του πληχτικού σας μέλλοντος

ναυτίλος η ενόραση και οι τένοντες

τα ανατομικά πεντάγραμμα του αριθμητικού μου απείρου

 

ΘΝΗΣΟΥΣΕΣ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ  

Έξαρση κι άκαρπη μεταρσίωση σε πρίγκιπα

φέγγει χιτώνας από μακρινή και συσκοτισμένη πίκρα

παμπάλαιος της ιχνογραφίας ο κρίνος με την άσπιλη στύση

καθρέφτης η κοκκινίλα σου θάλπει το χιόνι πάλι στα γλαυκά του

τη βέβηλη θερμή ρομφαία σου νεανικά την καταχνιάζει

βαρέθηκα πια τις πνευστές μου καταστάσεις έχουν ερήμωση

κι αν κάτι τώρα δα αναπόλησα τους νόμους προσπερνώντας

του πλούτου είναι ο θλιβερός επίλογος της φτώχειας η αφετηρία

μηδενικά ποιήματα σε συλλαβές τα άμοιρα εγκλωβισμένα

τι θέλουν ετούτες οι άχαρες πινελιές τον άκαρδο καιρό δε μεταδίδουν

εκκρίσεις πάνε στη φθορά κι έρχονται στην υγεία ως φτεροκοπήματα

υποθέτω πως είμαι ο πιστότερος των ανωτέρων μαθηματικών είλωτας

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

 

ΤΟ ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΣΤΙΧΟΥΡΓΗΜΑ

(από τη συλλογή Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Σκοντάφτοντας ενυπάρχουμε στην άπεφθη κίνηση

και κάπου εκεί για λίγο ευαγγέλιο

θαμποχαράζει ο καταγάλανος Τειρεσίας

γυναικωτός αόμματος ιερομάντης μαστοφόρος

με νότες από ηχολαλία στα μάγουλά του

τυρβάζει σ’ ένα χιλιόγραμμο ανάγλυφα συγκροτημένο

σέρνει τα δάχτυλά του στο χαρτί και ψέλνει

κανένας μουσικός δεν του συμπαραστάθηκε στα μάτια του

τον Οιδίποδα τον αγκάλιασε μια μέρα καιόμενος

εκείνος τα ’χασε τυφλός επίσης κι απροσπέλαστος

τυρβάζει πάντα τυχερός ο Τειρεσίας

εκτιμημένος απ’ τους έντρομους θιάσους ωσάν έρημος ρόλος

απώλεια όντας με σάρκα γιομάτη φλογίτσες ακατόρθωτες

το μίασμα του έρωτα της μάνας

απολαμβάνοντας τόσους αιώνες πιο πριν απ’ τους ψυχιάτρους

τα σπιτικά της ανάσκελης Θήβας τρομοκρατώντας

δολιχοδρόμος που έπαιζε κρυφτούλι με τον Απόλλωνα

πότε - πότε έπαιζε και κουτσό και ντρίλια.

Δεν είχε στην ψυχή του πλάνημα σαλέματα στα φρένα

πλάνης με ράκη από φως υμνούσε το περήφανο σκοτάδι

βροτός που δεν τον χάρηκαν τον κοκκαλιάρη τα σκουλήκια

μ’ ένα παλιόραβδο στα χέρια του φαγκότο

σαρίδια δεν τα συλλογίστηκε (του Δαμοκλή την αιτιοκρατία)

ο ίδιος είχε μελανιάσει από έλλειψη διαιρέτη

τσακώθηκε πολλές φορές με την ευκλείδεια γεωμετρία

-το πιστεύετε;-

 

ω τλάμον ω τλάμον

ιώ των θνητών γενεές

όπου εγώ με τηλεοπτικό nihil

εσάς εξισώνω.

 

ΦΩΝΑΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ

Αυτός ο αγέρωχος Αύγουστος…

Φρικώδης του μεγάλου θέρους αναφώνηση

ο τέττιγας που γίνεται ελέφαντας κοινοτοπίας

προβοσκίδα η υπνώττουσα σκιά μεσ’ στο χορτάρι

τις νύχτες τρέχουν οι κομήτες που δεν είδαμε

διάττοντες πότε-πότε χαλαλίζουν το φως από πλήξη

κανένα σχίσμα δεν υπήρξε τρομερότερο –

είναι ο άνθρωπος και η φύση.

Ας αυτοσχεδιάσουμε ας πίνουμε καφέδες κάνοντας: Α!..

 

ΤΥΜΒΟΣ  

Εκείθε πέρα στην άξεστη γενέτειρα

στ’ ανοιξιάτικα ξέφωτα της ηρεμίας

δεν την αντέχεις εύκολα την άνθηση

της Ήρας οπού δεν κρατιέται τη νυμφομανία –

πας να πεθάνεις από το άρωμα των πορτοκαλιώνε.

Εκείθε πέρα θυμόμουνα μια μέρα περιδιαβάζοντας

ωσάν άρρωστος απ’ αρίφνητην ύπαρξη

τα φιλιά της αβύσσου μη χορταίνοντας: τις πνοές με τα μύρα,

θυμόμουνα την παλιά συγχωριανή μου την Τελέσιλλα

όπου σκάμπαζε η θεότρελη να συναλλάζει

τη λαμπράδα του στίχου με μιαν άτρομη σπάθα

τέτοια βαθιά κι ακόρεστη γυναίκα μες στο ένδοξο Άργος

τηνέ θυμόμουνα θρυμματίζοντας το ρόδι της ομιλίας

κι έλεγα μέσα μου πόσος έρωτας άραγε ναν της έλειψε

μη γνωρίζοντας τους πλημμυριστούς

μ’ ένα αήττητο πράσινο πορτοκαλιώνες…

Κι ωστόσο τίποτα κανείς δεν χάνει (το πιο σπουδαίο).

Τ’ ανθρώπινα είν’ ανέκαθεν πλήρη.

Στην Ελευσίνα σήμερα οργιάζουν από λάμψεις

τα βιομηχανικά μυστήρια.

Βακχεύει η πολιτική και λάμπει η σελήνη.

Πεθαίνουμε γεννιόμαστε μπαινοβγαίνουμε στο Κοσμικό Κλάμα.

Γι’ αυτό κι εγώ μ’ ένα τσεκούρι τα ’χω ρημάξει τα νοήματα

κρεουργημένα κι άταφα τ’ αφήνω μες στα έρημα δάση.

Σταφύλι λέω ναν την κάνω την πραγματικότητα –

έμπα σ’ αυτό το ιερό δευτερόλεπτο, ρίξε κλαριά

κι άλλα κλαριά στην ανεξέλικτη φωτιά

ρίξε μ’ αυτά στη φλόγα της

και τον πελώριο βλάκα τον Προμηθέα.

Η οπλή του Κένταυρου τα μεσάνυχτα

σπιθίζει στο φυτρωμένο στερέωμα.

Είναι ώρα να διώξεις όληνε τη σκέψη απ’ το κορμί σου·

είναι ώρα τα κατάμαυρα κι ανύπαρχτα φτερά σου να βλαστήσεις.

Το φως είναι μόνο εικόνισμα

η τραχηλιά της νύχτας :το φεγγάρι

Πάρε χαμό στα χέρια σου και πλάσε

τη ζωή που σε θάνατο δεν πλαγιάζει

Της σιγής το μονοπάτι μοιάζει να ’ναι ο φαλλός του Βούδα.

Στον κόσμο που βαθιά υπάρχουμε διάδημα η φρίκη.

 

Η ΚΟΥΦΙΑ ΠΥΡΚΑΓΙΑ

Τι ημέρες κι εκείνες της αγάπης…

Κάθε σου τηλεφώνημα γλυκόλαλο

τι ομορφιά μεγάλη ο χρόνος περιμένοντας

να κουδουνίσει ξαφνικά η συσκευή

να πλημμυρίσει η μαυρίλα της απ’ τη φωνή σου

στα ευρύχωρα δευτερόλεπτα στο δικό σου βραδάκι.

Μα είναι ο χαλασμός ανείπωτος ήρθε το τέλος

γυρίζουμε στην κλειστή μοναξιά του ο καθένας

τα φουστάνια σου θ’ αγγίξουν το πολύ μέχρι αύριο

άλληνε σάρκα.

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

 

ΤΡΙΣΑΓΙΟ ΣΤΟ ΘΩΡΑΚΑ ΜΟΥ

(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)

Τεκμηριώνουμε χαλάσματα η μετάληψη στοιχίζει

πεθαίνω κάθε μέρα από ζωή κι όχι από θνητότητα

η πλάση με κατακορόιδεψε στιγμα χυτής παλινωδίας

κι εγώ οικτίρω ο δαρβίνειος τα ωδικά σκουλήκια

/ τραγούδι τους τα σπλάχνα μου θρήνος εσώτερα

στην ωμοπλάτη /

Κακόφωνος ο άνεμος απ’ τα πιο πέρα κορφοβούνια που καίνε

η ώρα του άρτου τιμημένη ανάλωση σε γλώσσα υλική

φεύγουμε κάποτε προς την Άνω Ασία για ξεκοκάλισμα αλήθειας

δεν καταγόμαστε από καμιάν εξομοίωση δεν επιπλώνουμε

οι φιλόσοφοί σας το φώναξα είναι αγριόσκυλα – απάνω τους,

τα οστά τους εγώ θα τα κάνω καυσόξυλα για το χειμώνα

θα πέσει τεράστιο γέλιο που ν’ ακούσει κι η Ανταρκτίδα.

Πιάσε το ξυράφι και κόψε το λαιμό στα γρήγορα του Έγελου

δεν υποφέρεται μα το Χριστό η λογική του φαντασίωση

δεν ξέρει από δυστυχία ο έρημος είναι τρομερά κακομούτσουνος

παίζει αρνούμενος το παιχνίδι κι όταν το παιχνίδι ανυψώνεται

βαθιά μες τη συνείδηση, δεν παίζει τότε

Τι γλυκιά Φυσική που μας έρχεται από την άχρονη ωριμότητα

ολόιδια με κόλαση χρωματιστών διαστάσεων…

Ένα παλτό γυρεύω που να μη λέγεται όμως επενδύτης.

 

BASSO CONTINUO

Το γιασεμί ωραίζει τα οπτικά μυρωδικά μας

αποστρέφεται στ’ αλήθεια το δημοτικό τραγούδι

μαρτυρεί αφόρητα την αυτοκτονία του Άγιου Δημητράκη

που έπεσε απ’ το αδιάβροχο ύψος μ’ ένα βιβλίο μυστήριο

στον ορφανό του κήπο κυριακάτικα

είναι ερωτευμένη η ρίζα του άνθους με τα απογεύματα

η ανάπνια του ντάρμα συσσωρεύεται στον τενόρο της αεράκη

κάπως έτσι τρελάθηκα και εγώ διαστέλλοντας εφύπνια

γαντζωμένος απ’ την απρόσιτη μετοχή θεασάμενοι

δεν είναι όμως δυνατό να συνθλιβόμαστε εμείς οι ανελέητοι

ανάμεσα σε απόλυτη και σχετική υπερξαία

οσφράδιον που δεν αποτείνεται στη βαθμολογία η σολωμική ποίηση

μα οι φονιάδες έραναν τις εβδομάδες άφρονες όσο δε γίνεται άλλο

θυμόμαστε το Τρεις Χιλιάδες εξαποστειλάρια ή και ιδιώνυμα

καταστρέφουμε τα πολυμήχανα γεγονότα σημαιοστόλιστα.

 

ΓΗΡΑΣΚΩ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΚΛΙΜΑΚΑ

(…με λύσσα ξεσκίζοντας τα σκουτιά της  χαρμολύπης…)

Ν’ αποδίνουμε δίκαιο: η χειρότερη ανοησία μας    κολατσίζω πρωινό απόλυτο Μηδέν ακουμπισμένος απάνω στη συμφορά μου να υπάρχω.   Σ’ αυτό δεν έχω συντροφιά δεν έχω σπάργανα για τον Υιό του Φανταχτερού Ζώου,    δεν εξυμνώ κροκόδειλους λυτρώνω σαχλαμάρες πέρυσι στην Ταγκανίκα   κι   όπως το είπα κι άλλοτε η βλακεία είναι απολύτως αναγκαία,   είναι η αποπάτηση του νου με ανακούφιση.    Κάθε γλώσσα σημαδεύει περιπέτειες απ’ το δεινόσαυρο έως εμένα   μέχρι τη γάτα της γειτόνισσας την αχρωμάτιστη κάθε πρόσωπο ιδρύει το χαμόγελο στα πιότερο ηλίθια χείλη, κάθε αντίλαλος και μυστικισμός, κάθε γυναίκα και βασιλεία κοφίνια με θάλασσα κουβαλημένα στον κατάμαυρο σκύλο.   Θ’ αγιάσουμε γονατίζοντας αντίκρυ στα νωπά γιασεμάκια ταραγμένα συνέχεια απ’ τα έμορφα μύρα τους τιποτένια διάτορα καθόλου πρακτικά κι ασυλλόγστα τρομερό κι απέριττο μεγαλείο    [ΓΛΑΦΥΡΟ ΤΟΥΦΕΚΙ από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980 και άλλα ποιήματα από αυτή τη συλλογή.  Συγκεντρωτική έκδοση:  ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  Β’ τόμος 1979 - 1991]

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2026

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΠΟΙΟΣ ΡΩΤΟΥΣΕ

 (…αν προβλέπεται ποινική παρακαμπτήριος

για αθλιότητες δεδοξασμένων…)  

Σου ’λαχε να δεις τέτοιαν απανεμιά πριν το χαμό;

όπως η γόμωση μες στην οβίδα;

Κάποιος ρωτούσε: για πού θα κινούσανε τα πλοία;

Γιατί κατάπεσε ο άνεμος;

Γιατί σα χίμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της τον είπαν πετεινό;

Πού τήνε σφάξανε;

 

Οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι που

μέσα στη χούφτα νύχτωνε το κόλλυβο

Το σκυλί ακόμα καίγονταν αυτοπυρπολημένο

Στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες, είπαν:

Η ψυχή της πού έφευγε;

Και τότες - χίλιοι ταύροι  -

από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε

ούριος άνεμος

-Αχαιοί στα πλοία…

Αν όχι τίποτα άλλο, κι αν σακατεύτηκαν

κι αν δεν έμεινε σανίδα απ’ τα καράβια

κι αν η Τροία

και Πρίαμος και λαός εϋμμελίω Πριάμοιο

αν πήγαν κατ’ ανέμου

τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε

να ’ναι αλάθητος ο λόγος σου

να ’σαι και λόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη*  

[ΑΥΛΙΔΑ – ΣΧΟΛΙΟ από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987]

 

*έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας  (ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ)

 

…κι έγινε να ψάχνω για λέξεις άφοβες 

για λέξεις μάχιμες  κι  αθάνατες

για λέξεις παρατεταμένες   ανυπόμονες   πεισματικές

για λέξεις αμαζόνες απόκρημνες 

έψαχνα για τη λέξη που όλη απόγνωση

πηδάει στο κενό 

και που στην προσγείωση   χίλια κομμάτια…




 

ΦΡΕΝΟΤΕΚΤΩΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ  ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ

(κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987)

Δεν είναι γρύλος που ακούς κάθε που βουβαμός

και κάθε που πάει ν’ ανοίξει τοίχος

Είναι που η καστάνια της που μερεμετίζει η νύχτα

Υπάρχουν δύσκολα  περάσματα

όπως η παρθενία της αν έχεις ακουστά και η οσφύ της

Γι’ αυτό κουτάβι κυνηγάρικο ο λύχνος όλο στα σκιερά

κι όλο λαγνείες με τις κλειδωνιές ο νους του

 

Διόλου δεν άλλαξε γι’ αυτό το σχέδιο  Κ ρ ί τ ω ν*

Και βέβαια πεντάδραχμα και δαρεικούς ο μαθητής στους δεσμοφύλακες∙

όμως ετούτος πέρα βρέχει

Το στόμα σου αφύλαχτο λόγος αμάχητος περί ψυχής

Μην τον ακούτε

Πώς τον αντέχεις που είσαι καταπέτασμα και είναι να σχιστείς

Ο θρόμβος είναι κάπου στο αεί

Ιού ιού μην τον ακούτε μας παγιδεύει με το νυν

μην τον ακούτε

 

Δυο ώρες τώρα  η παλάμη του ορθή∙  στην κορυφή της

υπνοφόρος παπαρούνα η κοτύλη με το κώνειο

Φέγγει στο τσιγκέλι σφαγμένο δίχως την προβιά του

το σκοτάδι

Έτοιμη είναι να χτυπήσει η κόμπρα

Σ’ όλα τα μάτια χώθηκαν σφήκες

Φίλε παγετώνα που κατηφορίζεις το μηρό του Δία

βάλε καταγής αυτί στήσου ν’ ακούς

μην είναι καταδώ  «ν’αοιλλή εμάς βάι εμάς» το ποδοβολητό τους

μην είναι καταμάς τα πάθη της αβύσσου

 

Κι ω Διοτίμα οθωμανικό κιβώτιο ταχυτήτων

Πώς μεσολογγίτισσα εσύ κολλάς του βασιλιά Ριχάρδου;

Για ένα άλογο το βασίλειο του αυτός

Το κρεβάτι σου εσύ μιαν αντινομία.

Όσο είναι χαμός κορυδαλλών η σιέρα τα Κερδύλια

κανένα κατηγόρημα δεν καταδέχεται να το ριγώσεις.

Πάρε παράδειγμα  η σκούνα άγια Κυριακή – Στενήμαχος

που παρότι του άπατου βυθού είναι γραμμένη

άλλο ο Άγιονικόλας  και μεσοπέλαγα οι γλάστρες τους

κι άλλο τούτος εδώ ανάμεσό μας που

μπαλτάδες κι εικοσάεδρα βοσκάνε τα μυαλά του.

Η κοτύλη  και  το κώνειο άγγιζε πια την οροφή

Στο κελί πλημμύρα   τα γαρίφαλά του ο θάνατος

τις επωμίδες του εφόρειε πάλι κι έφεγγε ο οσποδάρος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΚΡΙΤΩΝ: απέβλεπε στη φυγάδευση του δασκάλου μέσω γενναίας δωροδοκίας των δεσμοφυλάκων. Αλλά: πού φυγόποινος, θα κατέφευγε ο Σωκράτης; Μη και του προσφέρθηκε άσυλο σε καμιά ξένη Αυλή;  Τι;  Στα Σούσα;  Κι όχι πως θα ’χανε τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα  ΕΥΓΕ / την Αγορά, το  Θέατρο και τους στεφάνους… Ποιος Αρταξέρξης θα του ’δινε και γιατί, μια που δεν ήταν πολιτικός κατάδικος. Τι να τον κάνουνε τα Σούσα; Δεν ήταν ούτε καν σοφιστής (ίσα – ίσα μάλιστα) για να του δώσει άσυλο ο μαθητής του Γοργία, Θεσσαλοπατέρας και άρχων των Φερών, Ιάσονας… 

 

ΜΙΚΡΟ ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΜΑΦΡΟΔΙΤΟ ΣΟΦΙΣΤΗ ΦΑΒΩΡΙΝΟ

Θυμήσου οι σοφιστές

τα μεθύσια τους τα γέλια

Θυμήσου που η καρδιά τους μοσχομπίζελα

τα πέδιλά τους μπαμπακένια ελάφια

Θυμήσου πώς γελούσανε

μαχαιρωμένοι

 

ΔΟΘΙΗΝΑΣ

Είπανε ο Αριστογείτονας

-αυτός ο ανίδεος για τυραννοκτονίες –

μόνο την ομοφυλοφιλία του υπηρετούσε

Ότι πολλά γι’ αυτήν ήξερε ο Ίππαρχος

ότι τα ’παιζε στον τζόγο  κι  ότι

το πιο συχνά έχανε στις αλεκτρομαχίες

είπανε…

όμως τον τρυφερό μαστό του

πρησμένον στις δαγκωματιές τι τον υψώσανε

σολέα  ή παλινώριο

τι νεκρώσιμο γλωσσίδι;

τι σκασμό;

κι απερνώντας τον Μαλέα

τι ψευδονείρωξη να φωνάζουν:  επιλάθου!..

 

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΞΗ ΚΕΛ[Τ]*

Ήταν που κινδύνευε βαθιά μες στις φοράδες

Για το μεγαλείο του λέω του ανέμου

Ήταν που κινδύνευε

Που παρακινούσε τα στάχυα ν’ αμαρτάνουν

Που όλος έπαρση για τη γενιά του – ότι υπεριώδης –

Έμπαινε αιρετικός ως προς τις μασχάλες  του

κι έβαζε φωτιά στα χελιδόνια

Σαν οξειδώθηκε για τα καλά μας ρίχτηκε

Όρτσα αλά μπάντα μας βρήκε το μπουρίνι

κι ήρθαμε καπάκι…

 

Σαράντα οργιές βαθιά κι ήταν κατάχρυση ακόμα η Τήνος

κι ήσουνα τόσο  αθάνατος Καλλίμαχε εκεί κάτω

που ούτε αχινό δε βρήκα να ’ναι ανέγγιχτο αγόρι…

Σαράντα οργιές βαθιά με κάρφωσε

Βόσκαε μόνη της πάνω σε λίθινη άγκυρα λέξη άφοβη

Μόλις που διαβάζω:  Κελ[τ].  Ποιος τάχα;  Πότε;

Άδικα ψάχνω για το  «χ ά ρ α ξ ε»

‘Η για κείνο το  «ηρχιτεκτόνει»

λες να ’ναι Νεαντερτάλιος;  λες να ’ναι γλώσσα;

Μη πάει να πει:  «ποτέ πια»  μη τ’ άλλο:

«μη μεπεριμένεις;»

 

Άι έρωτα είσαι αθεράπευτος

Είσαι η λέξη Κελ[τ] με τα ναυάγια…

Μεσουρανίς δυνάστευαν αχανή χταπόδια

Σαράντα οργιές του βάθους

η λέξη Κελ[τ] κι  εγώ να λυσσάω για κώδικα:

Τάχα «ποτέ πια»  ή  το άλλο  «μη με περιμένεις»;

 

Πάνω η θάλασσα στα νυφιάτικά της!..

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΞΗ ΚΕΛ[Τ], Celt: προϊστορικό λίθινο  ή και μεταλλικό εργαλείο… ΚΕΛΤΕΣ: προ-ινδοευρωπαϊκά φύλα της κεντροδυτική Ευρώπης που απωθήθηκαν προς την Γαλλία (Γαλάτες)… 

 

ΜΥΚΗΝΕΣ

Άλλαξε πάλι την αίρεση σου ο κόλπος σου

Δεν ήταν τα μαντεία που χλομιάζουν

Ούτε κι εσύ πολύ πιο πριν νεκρή

μια και δυο κι εφτά φορές σφαγμένη

μα το διπλό τσεκούρι που τώρα μόνο του

γκρέμιζε τις πύλες

κι όπως σκυλί ολόλυζε:  ολαγαμέμνονα

 

Ακράτητο χύνονταν το πάμφωτο χάος

ως αρμονική αιώρησις

ότι ακέφαλον τον ψηλαφούσες στο κρεβάτι σου

όταν αυτός πια σύννεφο

πανιά  που μίσευαν,

κατάρτια.

 

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ

Ο αστόχαστος∙ άφηνε λάσκα

να του περνά στο δάχτυλο τον αρραβώνα της

η νύχτα

 

Όλες οι φέτες του αγέρα είναι άσπρες

Κάτασπρα όλα∙  πώς τ’ αντέχεις;

 

Κι όταν τήνε σήκωσε ψηλά, τι άσπρη η τήβεννος

Κι όταν εσκέπασε μ’ αυτήν τα μάτια

να μην τα ιδεί που καταπάνω του χύνονταν στιλέτα

ποτές, θροΐζοντας, δεν σ’ αποσβόλωσε αφέντη αγέρα

πιο χυσοκόκκινη ούγια!..


ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΚΑΙΣΑΡΑ ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΜΟΜΦΕΡΑΤΙΚΟΥ

Καβάλα σε τζιτζίκια μηλίγγι ανοιγμένο ο Ιούλιος∙

ο αγέρας δεμένο παλαμάρι.

Μπαταρισμένος στο χαντάκι έχανε την κούρσα

και το στοίχημα ο  ήλιος.

Αιλουροειδή τετράγωνα γάβγιζαν στο μυαλό μου:

ότι σπιρούνια του Ταΰγετου μες στην αυλή της

ων τοις ωσί ηχηθείσα η Περίβλεπτος εξέστη.

Γλυκοχτυπούσε η φλέβα στο λαιμό

άχνιζαν οι πλεξούδες της μέσα της  γαλιάντρες

όμως αυτός φευγάτος.

 

Άχνα του ασημιού τα λιόδενδρα

Δικανικοί στις έδρες τους οι κάκτοι

κούρτη των αγέλαστων των υπερόντων.

Στη Λαίλια ντάπια ακουμπάει ο ουρανός

ανάστα ο λόγγος με τα βούκινα τις σαϊτιές

τ’ αγρίμι άπιαστο ξοπίσω τα σκυλιά

Γασμούλοι υπηρέτες χρυσολάβαρα

ντυμένοι σίδερο γυαλοκοπάνε οι Φράγκοι αφέντες.

 

Στη Βιθυνία δεν έχει ύπνο  ο Μιχαήλ.

Ούτε κι εγώ το όγδοο φωνήεν.

 

ΚΛΥΔΩΝΙΣΜΟΙ ΦΙΛΙΚΟΥ 

(…κάνε Θεέ να σηκώσεις πάλι ένα Μεγαλέξανδρο…)

Ώσπου να το πιάσει ο νους πρόφταινε η γραφή.

Μην πεις λοιπόν πως η τόση μάζα

πως η απώλειά της μην το πεις

δεν ομοιώνεται της σιωπής μου

κι ότι είναι άσχετοι,

κάτω για κάτω ως την άκρη του Ταινάρου,

του νεωκόρου οι δισταγμοί

και οι τύψεις…

 

Πες μου:

το’ ξερες πως ματώνει η στάχτη; 

 

ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΗ

Μην τους ακούς που τάχα ολολύζουν

που παρότι

απολοφυράμενοι απέρχονται δακρύοντες

μην τους ακούς    που μυξοκλαίνε

Το ξέρουνε καλά που ο θάνατος

όπως το δάχτυλό τους

από την τρύπια κάλτσα∙

ένας τέτοιος θρίαμβος!..

[από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987]

 

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΜΩΜΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

(…άκουα εντός την ακοή μου  ασώπαστο εκείνο το  «ολώλη*…»)

Ο ναός κατάφραχτος.   Απέξω θίασος  ζόφου  κι όμως   απέρασε άφωνο το γλωσσικό ιδίωμα της λέξης αρμονίη    πήρε να μπαίνει από τον νάρθηκα.  Τότες έγινε και το θυμίαμα εστράφη οπίσω.   Αυτός που πήρε να σαλεύει ο πολυέλαιος   λυσιμέλης   Άνευ πτερύγων με δίχως τα αιμοπετάλια μου ποτέ πια αλαζόνας   εξόν ως λιμενοβραχίονας του Πόρτο Κάγιο   εξόν αμαξωτός τέσσερα μίλια δυτικά του Απρίλη   εξόν και η προτεραιότητά μου   που με θανάτωνε δεκαοκταετή  «όνομα μελλούμενο Ελπήνωρ»,  άκουα  κι  άκουα εντός την ακοή μου.   Ασώπαστο εκείνο  το  «ολώλη».   Ξάφνου φωνή από ηλιοδρόμιο   θηλή του Παγασητικού  ύαλος ευφυής  ο διάκονος:   Ανοίχτε, ιδού ο μέγας Γαβριήλ του κρίνου…  τόπο.   Ω τα μάτια σου τότες Παντάνασσα που τόνε κάρφωσες   Και ποιος να το ΄λεγε, ποιος λοβός του εγκεφάλου   πως θα λυγούσε  κι  ότι   μετά που θα ’παιρνε το μήνυμα, αυτός   αέρας…  Ω μνήσθητί του η χάρη σου   Είναι που άκουσε τα μάτια σου μέσα στα σωθικά του  και  βγήκε στους ανέμους  κι  άφαντος…  Άκουα εντός μου ασώπαστο εκείνο το  «ολώλη».  (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987)  ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο ρηματικό τύπος ΟΛΩΛΗ αντανακλά εδώ την καταστροφή κάθε ορθολογικής ερμηνείας της σύλληψης, σε αντιπαράθεση με την Άμωμη Σύλληψη και του κλίματος μέσα στο οποίο ανελίσσεται αυτή.  Η επανάληψη του ρήματος στο τέλος του ποιήματος αναφέρεται υπαινικτικά σε μια άλλη καταστροφή: της Υπερβατικότητας αυτή τη φορά, καθώς η γήινη παρθένος αντικρίζεται κατάματα με τον ουράνιο Αρχάγγελο  κι αυτουνού σαλεύει ο νους ν’ ακούει τα μάτια της μέσα στα σωθικά του (παραλλαγή υπερρεαλιστικού στίχου από τον Κρητικό του Σολωμού: «γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου»

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2026

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2026

Ο ΠΙΣΤΟΤΕΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ ΕΙΛΩΤΑΣ

  (…φρενιασμένος για τα ενδόμυχα κι ωστόσο δεν επωμίζομαι ούτε λέξη…) …η ψυχή σας άλλωστε δεν δείχνει φτερούγισμα γύμνια θεοτική θα ρητο...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ