Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

ΣΤΟ ΕΝΑ ΠΛΕΥΡΟ ΜΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ Η ΦΩΤΙΑ

 (…μα στο άλλο η φρίκη μου βουβή…)


(ποιήματα που εξευμενίζουν τα βήματα της μοίρας 

για τους Ατρείδες της Φωτιάς  και  της Σιωπής:

Η Κλυταιμνήστρα στην Αυλίδα,   

Παραίνεση για την Ηλέκτρα,   

Μονόλογος της Ηλέκτρας,   

Ορέστης Ατρείδης και επιμύθιο

 Ιφιάνασσα,  Χρυσόθεμη και Λαοδίκη…) 

 

Η θάλασσα θα ’χει δεχτεί

να πάρει τα καράβια στο ταξίδι τους

έπειτα απ’ το θρίαμβο της πληρωμένης Νύχτας

και τη φρίκη της Αυγής.

Επευφημίες.

Αδιάντροπες αφυπνισμένες άγκυρες.

Το αίμα.   Το δέος.   Σιωπή.

Μετά θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες

κι ανέφικτη θα κατεβώ λίγα σκαλιά.

Βλέμμα οριζόντιο, λύπη οριζόντια.

Θα ’χω ανέβει στο τελευταίο δάκρυ,

το δάκρυ που πετρώνει,

και γίνεται   αυτό που λεν οι ανήξεροι:

φαρμακερή καρδιά.

 

Οι ακόλουθοι δε θαν το δουν,

θα βουλιάζουνε τα μάτια τους στις τύψεις·

θα βουλιάζουνε στη λίμνη των στιγμών,

όπως σε κάθε πίκρα τους

στηρίζουν κάτω απ’ το θαμμένο τους πιγούνι την παλάμη

και με την εγκαρτέρηση νομίζουν πως θα στήσουνε

ό, τι ούτε ο θεός δεν μπόρεσε να φέρει δεξιά.

Έτσι, να εξευμενίσουνε τα βήματα της Μοίρας.

 

Μα το νόημα της ζωής μας δεν αλλάζει.

Το ύπουλο αυτό νόημα που προχωρεί

ατσάλινη στιγμή μες στους αιώνες,

και δεν το μαλακώνει ο πόνος μας

που διαφεύγει μες απ’ τις κινήσεις μας,

που τις προετοιμάζει,

το σκοτεινό αυτό νόημα

που προχωρεί ακατάλυτο, αδιάφθορο και ριγηλό

μες απ’ τις επικλήσεις μας κι από τις προσευχές μας

δε θαν το δουν.

Θα βουλιάζουν στην ελπίδα του καιρού.

Μα εγώ, πέρα απ’ αυτούς, χωρίς αυτούς

δεν θα ’μια  πια αχιβάδα στην τρεχάλα της συρμής του.

Στο ’να πλευρό μου πάντοτε η Φωτιά

μα στ’ άλλο η φρίκη μου βουβή

θα ’χουμε δει στο ματωμένο σου κεφάλι

τη λιμασμένη Μοίρα μου χορτάτη.

 

Δε θ’ απομένει πόνος πια.

δε θα ’ναι πια μελωδικό τραγούδι κύκνου που πεθαίνει

δε θα ’ναι πια κλυδωνισμός τραυματισμένης νύχτας

κάτω από ρομαντικό φεγγάρι.

 

Θα μένει   μόνο αυτό το τραγικό άρωμα,

η ανείπωτα πικρή εκείνη γεύση,

αυτή η στεγνή εντύπωση

που αν θες, την κάνεις σιδερένιο τραγούδι

 – τσεκούρι, φωτιά –

Αν θες την κάνεις λόγχη  – τσεκούρι, φωτιά –

που λησμονιά   ή μνήμη μουσική δεν γίνεται μονάχα.

 

Κι εδώ, δεν θα ’ρθει η θάλασσα να παίξει

με τις γυμνές νεράιδες του κρυφού μου κήπου,

δεν θα ’ρθει η θάλασσα να βρει φεγγάρι,

δεν θα ’ρθει μπάτης πια.

 

Στα ματωμένα βότσαλα τα βράδια

η αγρύπνια μου θα τριγυρνάει

αγέλαστη και μοναχή στους μόλους

με τη φωνή του πυρετού

για τα περαστικά θαλασσινά πουλιά

που αμέριμνα θα ’ρθουν

να φέρουν άνοιξη στο χώμα

που το στοίχειωσε η θυσία σου.

 

Θα ’χω μια λύπη που θ’ αγγίζει τ’ άστρα,

ψηλή, και κατακόρυφη.

Δε θ’ απομένει πόνος πια.

Αυτοί, μετά καθώς θ’ ανοίξουν τις κουρτίνες

θα βουλιάξουνε στη λήθη του καιρού.

Κι έπειτα   θα ’ρθουνε φαύλοι χρόνοι που θα πουν

ότι ήσουν τάχα ιέρεια στους Ταύρους,

θα ’ρθει να με λογχίσει η Ηλέκτρα.

Μ’ αν ήταν στο ’να μου πλευρό πάντα η φωτιά,

αυτό το μέτωπο   δεν ήταν πάντοτε φωλιά

πικρών πουλιών που δεν λαλούν,

δεν ήταν πάντοτε κυψέλη

για στείρες μέλισσες σιωπής και συμφοράς.

 

…Ότι σε πήραν σύννεφα,

ότι είσαι τάχα ιέρεια στους Ταύρους.

Καρδιά οριζόντια. Λύπη οριζόντια,   για πάντα.

Ευθεία γραμμή, ατέλειωτη, χωρίς υποτροπή

ως την καρδιά του Χρόνου.

Εγώ   που κράτησα στα χέρια μου

το ματωμένο σου κεφάλι

μονάχα εγώ   μπορώ να ξέρω την αλήθεια.

(Η ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΛΙΔΑ

από τη συλλογή του  του  Σταύρου Βαβούρη

ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 – 1964

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις Ερμής 1977)

 



ΟΙ ΦΛΟΓΕΣ ΤΩΝ ΦΡΥΚΤΩΡΙΩΝ ΦΤΑΣΑΝΕ ΠΙΑ ΣΤ’ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΒΟΥΝΑ

(ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ: αρχαίο είδος τηλεγράφου που με φλόγες που άναβαν σε ψηλά σημεία βουνών μετέδιναν μηνύματα και ειδήσεις. 

ΕΔΩ αναγγέλλουν την επιστροφή του στρατού του Αγαμέμνονα)

 

Δεν θα περιμένετε πολύ.

Δηλαδή,

η συνοδεία του αρχιστράτηγου πλησίασε.

Η Κλυταιμνήστρα

έχει γίνει ολόκληρη, μονάχα,  μια κραυγή

που αν αφηνόταν θα ’σπαζε τον ουρανό κομμάτια

σαν από γυαλί.

Αυτή, την τελευταία στιγμή, σας ικετεύω,

τώρα που ο πόλεμος τελειώνει πια,

φανείτε λίγο επιεικής,  λιγότερο στυγνή

κι όλα

κάτω απ’ το φως της φωτεινής πατρίδας σας

γίνονται πάλι απλά και φωτεινά∙

όλα ξεχνιόνται.

Μην αποστρέφετε το πρόσωπο,

Σε σας,  σε σας, μιλώ

πικρή  και  σκοτεινή υψηλότης

δεσποινίς  Ηλέκτρα Ατρείδη.

 

Είδαμε  και  πάθαμε να θάψουμε

ο ματωμένο παρελθόν υψηλοτάτη:

Τις ιστορίες του Θυέστη

τα παιδιά του φέτες,  στο τραπέζι:

ένας ζόφος δίχως τέλος

που γέμισε τ’ ανάκτορα εφιάλτες  και  κατάρα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ  στις σελ. 98-99

Μα δεν είναι έννοια αφηρημένη,  βλέπετε,  η ζωή!..

[ΠΑΡΑΙΝΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΗΕΚΤΡΑ κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ

από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη

ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964  

εδώ αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:

ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις ΕΡΜΗΣ 1977]

 

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΑΣ

(από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη

ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964)

Αιφνιδίως με γοήτευε η ιδέα πως μπορούσα

να εξωθήσω πρόσωπα και πράγματα σαν λόγχη·

πως ήταν δυνατό να πάρω σχήμα λαιμητόμου

πάνω από ένοχους αυχένες

ότι μπορούσα να υψωθώ

σαν κυπαρίσσι σκοτεινή    σαν πεπρωμένο ανέφικτη

 

Η ιδέα ότι μπορούσα να διασχίσω αδιάφορη

μ’ ένα σκοτεινό αδιόρατο χαμόγελο

πλήθη λυσσαλέα και μαινόμενα εναντίον μου

με διέλυε·

Με διαπερνούσε, με σπασμούς σχεδόν ηδονικούς, η σκέψη

πως μπορούσα να βρεθώ στο τελευταίο σκαλοπάτι

του ικριώματος    περιφρονητική

ενώ ένας όχλος θαμπωμένος

του κάκου θα περίμενε ως το τέλος

να ξεσπάσω σε λυγμούς.

 

Αιφνιδίως με γοήτευε

ναι, μ’ έκανε τρελή η ιδέα

πως ήταν δυνατόν να πάρω μιαν απόχρωση

τεφρού αμετάκλητου

σκιάζοντας κι αφανίζοντας το φως του ήλιου

που τους είχε τόσο ανάψει και μεθύσει.

 

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΤΡΕΙΔΗΣ

Ναι μεν, τα κίνητρά σας ευγενή

(κίνητρα δολοφόνου ευγενικά;

Pour ainsi dire  Passons)

Ο φόνος όμως:   ο φόνος

επέμενε διακριτικά μα σταθερά   ο εισαγγελεύς.

Η Ηλέκτρα φρένιασε,   μαινόταν:

-Κι η μοιχεία;   Κι η σφαγή του βασιλιά; -

Επέσειαν απειλές  και  σχετικές  κυρώσεις

στ’ ατέρμονό τους  πηγαινέλα  οι αυλικοί,

Παραιτήσεις,  υποδείξεις,  δικηγόροι

κομφούζιο στον  Άρειο Πάγο

και κατά την ολομέλεια φυσικά στο τέλος

συμφώνως το άρθρο τάδε…

του νόμου  νόμου… (κάποιου νόμου τέλος πάντων∙

Αν ήταν δυνατό, κανείς να συγκρατήσει

παραγράφους  κι  εδάφια σε τέτοιον κυκεώνα!..)

έχετε απαλλαγεί  «λόγω συγχύσεως»

«πλήρους»  μάλιστα  «συγχύσεως»

είν’ η διατύπωση του σχετικού εγγράφου.

Σύχγυσις πλήρης…

Ίσως, δηλαδή, λόγω βλακείας…

Όχι ίσως.   Ακριβώς!..

Τέλος στο παλάτι,  κεραυνός.

 

Και τώρα, κατεβείτε πρίγκηψ,

Κύριε, πολίτα, Ορέστη Ατρείδη

(πώς προσαγορεύεται άραγε ένας έκπτωτος;  )

Ορίστε το εισιτήριο, τ’ ανάλογο συνάλλαγμα

και τα λοιπά απαραίτητα  χαρτιά σας.

 

Πυλάδη,

σεις, με τις σοφές σας συμβουλές

βιαστείτε:   τις αποσκευές

 

Το πλοίο πρέπει ν’ αποπλεύσει το ταχύτερο.

 

Για την προσωρινή σας – πρώτον – απομάκρυνση

δεν εννοεί να υποχωρήσει ο Εισαγγελεύς.

Όσο για το θρόνο σας  και  τη διαδοχή σας – δεύτερον –

Κανείς δεν ξέρει.

Παίρνουνε χρόνια αυτά τα πράγματα.

Ίσως γυρίζοντας με της θεάς το  ξόανο,

προβάλλουμε το ευγενικό προσκύνημά σας

θα ’χει λησμονηθεί κι η πλήρης σύγχυσις λιγάκι,

 

Ίδωμεν τέλος πάντων.

 

Υπάρχουν – βλέπετε – αθωώσεις  

που ’ναι  - περίπου - σαν καρατομήσεις

σαν καταδίκες στην εσχάτη των ποινών.

Σε θάβουν ζωντανό - πώς το λένε; - σε διαγράφουν

κι ίσως, Ορέστη Ατρείδη,     ακόμα πιο πολύ.

[από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη

ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964]

 

ΙΦΙΑΝΑΣΣΑ,  ΧΡΥΣΟΘΕΜΗ,  ΛΑΟΔΙΚΗ

(… με το Ποίημα αυτό κλείνει και η προσπάθεια του Ποιητή να διεισδύσει στο άγριο δράμα των Ατρειδών:

μορφές παράφορες  και  άγριες  και  ανεξιχνίαστες …)

Και  τώρα – μια στιγμή παρακαλώ -  πριν έστω από την παύλα:  εμείς   Εμείς:  Η Ιφιάνασσα,  η Χρυσόθεμη  κι  η Λαοδίκη Ατρείδη.   Συγνώμη:  του Αγαμέμνονος  του βασιλιά Αγαμέμνονος Ατρείδη.    Γραμμές θαμπές  και  χρώματα δυσδιάκριτα   στο βάθος της τοιχογραφίας του δώματος  και  τρία ονόματα   συνωστισμένα σ’ ένα ηρωικό εξάμετρο του Ομήρου:   δολώματα  που δεν εδόλωσαν κανένα τελικά.   «Λαοδίκην,  Ιφιάνασσαν,  Χρυσόθεμιν έχω…»  Διαλέγετε  και παίρνετε ηρωικέ Αχιλλέα!..  Κι έπειτα,  Έπειτα;  Τίποτα άλλο δυστυχώς.   Δίχως κομμούς ατομικούς  και  δίχως χορικά  τα καθ’ ημάς να σχολιάζουνε σε στάσιμα   Μύθων υποστάσεις περισσότερο από πρόσωπα,   Πρόσωπα ωστόσο   Πρόσωπα οπωσδήποτε  και καθόλου, μα καθόλου μυθικά   θα μας  μετατοπίσετε υποχρεωτικά   δίπλα στις στεντόρειες μορφές του πρώτου πλάνου   δεδομένου ότι χρειάζεστε απόλυτη απαρτία   αφού φωτογραφίζεται,  για μια καθολική ψυχολογία  κι  εξήγηση,  ολόκληρη η οικογένεια Ατρείδη   Συγγνώμην:   του Αγαμέμνονος   του βασιλιά Αγαμέμνονος Ατρείδη.   Ο βασιλιάς  κι  ο διάδοχος λοιπόν   ωχρός και σαστισμένος   η Ιφιγένεια   και η πρωτότοκη πριγκίπισσα   η Άνασσα  δεξιά  κι Εμείς:  η Ιφιάνασσα,  η Χρυσόθεμη  κι  η Λαοδίκη Ατρείδη: Υπόμνηση  ονομαστική εφ’ άπαξ στην Ιλιάδα   δίκην κιβδήλων νομισμάτων   δίχως αντίκρισμα  και δίχως αποδέκτη  κι έπειτα;   Έπειτα, τίποτ’ άλλο.   Δυστυχώς.  Κάπου, θα βρείτε βέβαια τη Χρυσόθεμη  σκιά θαμπή να χάνεται στα χρόνια  που θέριζε η Ηλέκτρα τσιμεντένια  ή  πριν που η Κλυταιμνήστρα  είχε λεηλατήσει τις ημέρες μας  μέσα σε μια απεγνωσμένη ασυδοσία.   Αλλού   για περισσότερα στοιχεία σχετικά με μας   μη ψάξετε.   Μα εδώ,  εδώ οπωσδήποτε,  έτσι:  να πούμε  σαν ειρήσθων εν παρόδω;   ή  οκλαδόν στα πόδια της καρέκλας, όπου με  μια προσποιητή αφηρημάδα αγέρωχη   η Ηλέκτρα θ’ ατενίζει το άπειρο; Έστω έτσι… Άσημες υψηλότητες εμείς:  η Ιφιάνασσα,  η Χρυσόθεμη   κι  η Λαοδίκη Ατρείδη… Υποκλιθείτε – γι’ αυτή τη μόνη, τελευταία φορά   που δευτερεύοντα υστερόγραφα διασχίζουμε τη μοίρα σας  κι  απόηχα ψιθύρων  φτάνουμε στα πεθαμένα αφτιά σας:  Ιφιάνασσα…  Χρυσόθεμη… Λαοδίκη    [από τη συλλογή του Σταύρου Βαβούρη  ΟΙ ΑΤΡΕΙΔΕΣ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ 1950 - 1964]

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2026

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ

 (…οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές…)


…το ξέραμε και τότε.  

Όμως σάρωνε ο αέρας    του κάθε σερνικού τοπίου  

τους στίχους  «εκείνου»  

και  τους ξανάφερνε αλλαγμένους 

λες  και μια άγια θεά   τους είχε περιχύσει νόημα.   Πρόφεραν οι άνδρες τις συνηχήσεις τους  

κι  ήταν σαν ένα ζωύφιο γραφικό  

να πετούσε γύρω από το λαιμό μας 

ενώ οι περιπτύξεις του φεγγαριού

 έκαναν τις επιφανειακές στροφές 

να μοιάζουν με βαθιά πράξη.  

 

Και τα μαλλιά,  ο σβέρκος

διόρθωναν δυναμικά την κοινοτοπία των επιθέτων  

η ματιά είχε γιομίσει τόση σημασία  

που τι σημασία είχε 

αν το ποίημα τελείωνε 

πριν καλά – καλά αρχίσει… 

Α!.. Ήταν ωραία η εποχή  

που μας σκέπαζαν τα ποιήματα - σεντόνια  

ενώ  οι δί-στιχες καρδιές μας

 είχαν πάρει για Όμηρο το κορμί 

και για αναπνοή του έρωτα   το Ποίημα!.. 

(ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΚΑΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ, πρώτο ποίημα

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ,

τρίτη ενότητα στη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ  ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996

Κι άλλες επιλογές από αυτή την ενότητα αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:  

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ  ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011)

 

 


 

ΕΞΑΡΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟΛΗ

(από τη συλλογή  της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ

ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)

α

Ο Μανόλης είχε σιδεράκια στα δόντια

για να περιφράζει το ροζ περιβόλι της γλώσσας του.

Όταν γελάει, φαντάζομαι τα στόματά μας

το σπήλαιο μιας σάπιας μοίρας

και τ’ αγοριού το τρυφερό βάραθρο

ν’ αδειάζουν το ένα μέσα στο άλλο

να συγκοινωνούν σαν δυο δοχεία παράταιρα

ραγισμένο το δικό μου

αστραφτερό το δικό του

κι απ’ τη φύση του ακόμη πιο άψογο

χάρη στην επιστήμη.

β

Η ύπαρξή του απέριττη

σαν μια παρτίδα τένις∙

κάτω απ’ τ’ ατσάκιστα άσπρα υπολογίζω

ανεπαίσθητες κινήσεις της πλάτης

που ξεδιπλώνεται σαν μια ερωτική περγαμηνή

μ’ άγνωστο παραλήπτη.

Στη σκιά του ιβίσκου

με τις απότομες  κρεμεζιές εξάψεις

θα παρασύρω το Μανόλη.

Κι όπως η λευκή εσάρπα του

θα σέρνεται στο χώμα

αιμόσταχτα λουλούδια θα μπήξω

στους κρατήρες της χαμογελαστής του σάρκας

και θα φύγω.

γ

Όσο μιλάει για τη ζωή του

ακούγεται πράξη φυσική το θαύμα.

Η διήγησή του βέβαια γρήγορα τελειώνει

γιατί πόσα να πει κανείς

για τόσο λίγα χρόνια…

Όμως η χάρη του εξακολουθεί

να νοτίζει την άνυδρη νύχτα μου.

δ

Δεν υπήρξε ποτέ.

Τον εφεύρα κάποια στιγμή

που το πραγματικό αίσθημα

τυλιγμένο τη μαλακή γούνα του τίποτα

χανόταν σε τοπίο με ομίχλη λησμονιάς.

Ο Μανόλης τότε

φορώντας τα ολοκαίνουργια ρούχα του  «αίφνης»

δυναμωμένος απ’ τα πολλά τονωτικά της φαντασίας

και λαμποκοπώντας στολισμένος

με κάτι ασήμαντες κινήσεις

γουργουρίζει ερωτικός

στο ανελέητο ξημέρωμα της παρακμής.

Δημιουργώ λοιπόν  «μανόλη»

μια κατάκτηση πιο οριστική

απ’ όλα τα ανεξίτηλα – ανεξήγητα

που μ’ άφησε η ζωή

 

ΦΑΝΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη

-φάνηκε και από άλλα ποιήματα –

γι’ αυτό  κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα

την ελπίδα,  την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.

Ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω

το ετήσιο θαύμα   με την αιώνια σιωπή∙

την αλήθεια του ανανεούμενου   άνθους

με τον έναν και μόνο θάνατο.

Μελέτησα πάλι σήμερα το καινούργιο πράσινο

και πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος

μπρος στις διαχύσεις της φύσης

κάνει ένα βήμα πίσω.

Το φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές

κι εγώ βρέθηκα πάλι σήμερα

εκτός θέματος.

Το θέμα είναι ένα:

το προσωπικό σώμα

κι ο απρόσωπος χαμός του,


ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ

Μην πλησιάζεις ∙

το ξέρω αυτό το βήμα

μες το σκοτάδι που σιμώνει κι αυτό.

Μη νυχτοπατάς∙

γιατί φαντάζομαι τα νύχια των ποδιών σου

να λάμπουν σαν αχιβαδάκια

στην άκρη του ωκεάνιου σώματός σου.

Μη μιλάς∙

την ξέρω αυτή την κουβέντα

για ανέμους δήθεν και για νερά

και πώς νιώθουν αυτά όταν τ’ αγγίζεις.

Μη σκέφτεσαι∙

τις ξέρω αυτές τις σκέψεις

για το Θεό τάχα που κατοικεί

στο ναό του στήθους σου

στην πραγματικότητα όμως

για να με κρατάς έξω από κάθε

ζωικό συμπέρασμα.

Μην ανασαίνεις∙

πως είναι μου λες απαραίτητο   για να ζεις!..

Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά∙

για να με δαιμονίσεις το κάνεις

να με πεθάνεις.

Μην υπάρχεις∙

δεν έχει  «γιατί».  Γιατί έτσι.

Μην πλησιάζεις!..

 

ΟΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ

Θ’ αγαπηθούμε όπως μπορούμε

μες στο σκοτάδι του χρόνου

μες στο έρεβος του κορμιού

επιδεικνύοντας ο καθένας

τη δική του ευρεσιτεχνία θανάτου

χαϊδεύοντας τις παρά φύσιν έδρες του ωραίου.

Θ’ αγαπηθούμε όπως μπορούμε

μέσα στις προθεσμίες του ανέφικτου

στα περιβόλια της τρέλας

χώνοντας ο ένας στο στόμα του άλλου

καρπούς λαμπερούς μα  σάπιους

κυνηγώντας στις εσωτερικές υγρασίες

το μαγικό αμφίβιο του Λόγου

που θα μας οδηγήσει έξω απ’ το έλος της ύπαρξης.

Λοιδορεί  και  ικετεύει το βλέμμα σου

λιντσάρει  και  εκλιπαρεί

σαν να’ ταν ν’ ακουστούν οι κωδωνοκρουσίες του έρωτα

απ΄το κωδωνοστάσι της νιότης.

 

Σε μια  έρημη παραλία

ένα κύμα πορτοκαλί

έμοιαζε να ζωντανεύει μια νεκρή χελώνα∙

αναίτια βρέθηκε εκεί – όπως κι εσύ –

ανεξήγητα πάλι θα χαθεί

μετά το τέλος της ψευδαίσθησης.

Συγχωρούνται πολλά αμαρτήματα

σ’ ένα σώμα που είναι σαν να μην ήταν ποτέ εδώ

συγχωρούνται όλες οι αρνήσεις επάνω του

για μια μόνο κατάφαση της μοναξιάς  του

που λάμπει σαν σταγόνα βροχής

πάνω σε μια πέτρα.

Προσκυνώ και χαίρομαι

που διόλου δεν σταμάτησαν τα όντα

να επαίρονται  και  να πέφτουν

κι η μυστική ροή της απελπισίας

υπόγεια πάντα θα θρέφει τις μικρές

γλυκές κινήσεις των ανθρώπων.


ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΕΡΠΕΤΟ

Ερωτευμένο ερπετό

στο εσωτερικό του σάρκινου οίκου σου

θα συρθώ με την ερείπιο  - κοιλιά μου

ως τη χαραμάδα με το ελάχιστο που μπαίνει φως

απ’ το απλωμένο έξω μπλε των ματιών σου.

Το κακό δεν είναι η σκόνη ζωή μου

και το σκοτάδι που αρχίζω να αντιγράφω

ούτε ο επίμονος στ’ αυτιά μου βόμβος

σαν μέλισσες να εγκατέλειψαν

δυο πεθαμένους εραστές

και να φτεροκοπάνε τώρα πια

μ’ εκείνων κει το πάθος∙

δεν είναι που η επιθυμία άρχισε να μοιάζει

με τρελή γριά κυρία

που στολίζει με ντατελένιο τραπεζομάντηλο

τα άγευστα βυζιά της

θαρρώντας  ότι  πάει να παντρευτεί   αλλά είναι

που τολμώ,  ο πεπτωκώς  οργανισμός εγώ

να ονειρευτώ πως έχω ποδαράκια  και  φτερά

στον αέρα πως κάνω βόλτες  και στροφές

κι ανοίγματα δροσιάς  πως βρίσκονται στο μέλλον.

 

ΣΑΝ ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ

Σιάζομαι στη σκιά μου∙

καρφιτσώνω τα τσουλούφια του χρόνου

που ξεφεύγουν απ’ το σκούρο οβάλ μου

ενώ από πίσω ένα φως ανεξήγητο

με φωτίζει στη σεμνή αυτή τουαλέτα.

Έπειτα,  ακίνητη για μια στιγμή

πριν πατήσω το πετάλι

και γυρίσουν οι δυο ρόδες

-μια για τη ζωή μου,  μια για το θάνατο –

εναποθέτω την εμπιστοσύνη μου

στο δρομάκι του σπιτιού μου

όπου γενιές παιδιών ξεπετάγονται το δείλι

και σαν τον ανυποψίαστο σκαντζόχοιρο

διασχίζουνε το χρόνο∙

όσο το πέρασμα του βελονωτού ζώου απέναντι

τόσο βαστάει κι η ζωή των παιδικών ανθρώπων.

Τα πρόσωπα τ’ αναγνωρίζω

γιατί ήξερα τη γιαγιά τους

και οι φωνές  -  της μικρής  «όχι»  της μάνας της  «οχιά» -

ηχούν σαν τότε…  Πότε;

Πριν απ’  το φόβο για ό,τι είναι να έρθει

πριν απ’ τον τρόμο για ό,τι είναι ήδη εδώ

πριν απ’ αυτό  το  «εγώ»,  μια σκιά χωρίς καθρέφτη!..

(κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ 

ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)

 

ΠΡΟΜΗΝΥΟΝΤΑΙ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

(…παγοδρομίες ψυχής…»

Στ’ όνειρό μου απόψε  τον καλούσα με τ’ όνομά  του   του μιλούσα στον ενικό  με μια  οικειότητα  που ποτέ  δε μου είχε επιτρέψει ως τότε.   «Αχ, εσύ»!..  του ’λεγα  και την ποιητική άδεια του ζητούσα ν’ αποσυρθεί ο νους μου  απ’ τα εγκόσμια κάλλη του συνομιλητή μου  ν’ αδειάσει το κεφάλι μου  από εικόνες  που περιέχουν αφές   φωνές όλο γεύσεις από χείλια πατικωμένα με νύχτα.  «Να ’μαι στη σκέψη αγνή,  αγνή»,  παραμιλούσα  «να μη θέλω τίποτα έξω από σένα»!..  Προμηνύονται κι ευτυχισμένες μέρες   σκέφτηκα  μες στη λογική του ύπνου   τώρα που ερωτεύτηκα το θάνατο.    Μέσα μου μια επιφάνεια γλιστερή  και  πάνω της  παγοδρομεί η ψυχή μου.   Τι εύθραυστα όλ’ αυτά,  φως γυαλιστερές ένα τραγουδάκι ελαφρό π’ ακούγεται  να βγαίνει αμυδρό απ’ το υπόγειο τέλος. Όπως σηκώνω το πόδι  η γρατσουνιά  στον πάγο  το πιο φοβερό μου θυμίζει:   πόσο λεπτούλα είναι η επιφάνεια.   Σταματάω τότε την πιρουέτα στον αέρα   η άβυσσος κι εγώ γινόμαστε ένα   γλιστράω αρτιμελής  και  φεγγοβόλα σαν μόλις να βγήκα απ’ το καζάνι της ύπαρξης   οι πάγοι λιώνουν στον καύσωνα της φαντασίας  και  βρέχει στη ζωή μου πρασινάδα!..    [κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη  Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996  – συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011, εκδόσεις Καστανιώτη]

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2026

ΣΤΟ ΕΝΑ ΠΛΕΥΡΟ ΜΟΥ ΠΑΝΤΟΤΕ Η ΦΩΤΙΑ

  (…μα στο άλλο η φρίκη μου βουβή…) (ποιήματα που εξευμενίζουν τα βήματα της μοίρας   για τους Ατρείδες της Φωτιάς   και   της Σιωπής: ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ