Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ

 (…οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές…)


…το ξέραμε και τότε.  

Όμως σάρωνε ο αέρας    του κάθε σερνικού τοπίου  

τους στίχους  «εκείνου»  

και  τους ξανάφερνε αλλαγμένους 

λες  και μια άγια θεά   τους είχε περιχύσει νόημα.   Πρόφεραν οι άνδρες τις συνηχήσεις τους  

κι  ήταν σαν ένα ζωύφιο γραφικό  

να πετούσε γύρω από το λαιμό μας 

ενώ οι περιπτύξεις του φεγγαριού

 έκαναν τις επιφανειακές στροφές 

να μοιάζουν με βαθιά πράξη.  

 

Και τα μαλλιά,  ο σβέρκος

διόρθωναν δυναμικά την κοινοτοπία των επιθέτων  

η ματιά είχε γιομίσει τόση σημασία  

που τι σημασία είχε 

αν το ποίημα τελείωνε 

πριν καλά – καλά αρχίσει… 

Α!.. Ήταν ωραία η εποχή  

που μας σκέπαζαν τα ποιήματα - σεντόνια  

ενώ  οι δί-στιχες καρδιές μας

 είχαν πάρει για Όμηρο το κορμί 

και για αναπνοή του έρωτα   το Ποίημα!.. 

(ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΚΑΚΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ, πρώτο ποίημα

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ,

τρίτη ενότητα στη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ  ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996

Κι άλλες επιλογές από αυτή την ενότητα αντιγραφή και επικόλληση από τη συγκεντρωτική έκδοση:  

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ  ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011)

 

 


 

ΕΞΑΡΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΝΟΛΗ

(από τη συλλογή  της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ

ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)

α

Ο Μανόλης είχε σιδεράκια στα δόντια

για να περιφράζει το ροζ περιβόλι της γλώσσας του.

Όταν γελάει, φαντάζομαι τα στόματά μας

το σπήλαιο μιας σάπιας μοίρας

και τ’ αγοριού το τρυφερό βάραθρο

ν’ αδειάζουν το ένα μέσα στο άλλο

να συγκοινωνούν σαν δυο δοχεία παράταιρα

ραγισμένο το δικό μου

αστραφτερό το δικό του

κι απ’ τη φύση του ακόμη πιο άψογο

χάρη στην επιστήμη.

β

Η ύπαρξή του απέριττη

σαν μια παρτίδα τένις∙

κάτω απ’ τ’ ατσάκιστα άσπρα υπολογίζω

ανεπαίσθητες κινήσεις της πλάτης

που ξεδιπλώνεται σαν μια ερωτική περγαμηνή

μ’ άγνωστο παραλήπτη.

Στη σκιά του ιβίσκου

με τις απότομες  κρεμεζιές εξάψεις

θα παρασύρω το Μανόλη.

Κι όπως η λευκή εσάρπα του

θα σέρνεται στο χώμα

αιμόσταχτα λουλούδια θα μπήξω

στους κρατήρες της χαμογελαστής του σάρκας

και θα φύγω.

γ

Όσο μιλάει για τη ζωή του

ακούγεται πράξη φυσική το θαύμα.

Η διήγησή του βέβαια γρήγορα τελειώνει

γιατί πόσα να πει κανείς

για τόσο λίγα χρόνια…

Όμως η χάρη του εξακολουθεί

να νοτίζει την άνυδρη νύχτα μου.

δ

Δεν υπήρξε ποτέ.

Τον εφεύρα κάποια στιγμή

που το πραγματικό αίσθημα

τυλιγμένο τη μαλακή γούνα του τίποτα

χανόταν σε τοπίο με ομίχλη λησμονιάς.

Ο Μανόλης τότε

φορώντας τα ολοκαίνουργια ρούχα του  «αίφνης»

δυναμωμένος απ’ τα πολλά τονωτικά της φαντασίας

και λαμποκοπώντας στολισμένος

με κάτι ασήμαντες κινήσεις

γουργουρίζει ερωτικός

στο ανελέητο ξημέρωμα της παρακμής.

Δημιουργώ λοιπόν  «μανόλη»

μια κατάκτηση πιο οριστική

απ’ όλα τα ανεξίτηλα – ανεξήγητα

που μ’ άφησε η ζωή

 

ΦΑΝΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη

-φάνηκε και από άλλα ποιήματα –

γι’ αυτό  κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα

την ελπίδα,  την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.

Ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω

το ετήσιο θαύμα   με την αιώνια σιωπή∙

την αλήθεια του ανανεούμενου   άνθους

με τον έναν και μόνο θάνατο.

Μελέτησα πάλι σήμερα το καινούργιο πράσινο

και πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος

μπρος στις διαχύσεις της φύσης

κάνει ένα βήμα πίσω.

Το φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές

κι εγώ βρέθηκα πάλι σήμερα

εκτός θέματος.

Το θέμα είναι ένα:

το προσωπικό σώμα

κι ο απρόσωπος χαμός του,


ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΙΚΟ

Μην πλησιάζεις ∙

το ξέρω αυτό το βήμα

μες το σκοτάδι που σιμώνει κι αυτό.

Μη νυχτοπατάς∙

γιατί φαντάζομαι τα νύχια των ποδιών σου

να λάμπουν σαν αχιβαδάκια

στην άκρη του ωκεάνιου σώματός σου.

Μη μιλάς∙

την ξέρω αυτή την κουβέντα

για ανέμους δήθεν και για νερά

και πώς νιώθουν αυτά όταν τ’ αγγίζεις.

Μη σκέφτεσαι∙

τις ξέρω αυτές τις σκέψεις

για το Θεό τάχα που κατοικεί

στο ναό του στήθους σου

στην πραγματικότητα όμως

για να με κρατάς έξω από κάθε

ζωικό συμπέρασμα.

Μην ανασαίνεις∙

πως είναι μου λες απαραίτητο   για να ζεις!..

Δεν τα πιστεύω εγώ αυτά∙

για να με δαιμονίσεις το κάνεις

να με πεθάνεις.

Μην υπάρχεις∙

δεν έχει  «γιατί».  Γιατί έτσι.

Μην πλησιάζεις!..

 

ΟΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ

Θ’ αγαπηθούμε όπως μπορούμε

μες στο σκοτάδι του χρόνου

μες στο έρεβος του κορμιού

επιδεικνύοντας ο καθένας

τη δική του ευρεσιτεχνία θανάτου

χαϊδεύοντας τις παρά φύσιν έδρες του ωραίου.

Θ’ αγαπηθούμε όπως μπορούμε

μέσα στις προθεσμίες του ανέφικτου

στα περιβόλια της τρέλας

χώνοντας ο ένας στο στόμα του άλλου

καρπούς λαμπερούς μα  σάπιους

κυνηγώντας στις εσωτερικές υγρασίες

το μαγικό αμφίβιο του Λόγου

που θα μας οδηγήσει έξω απ’ το έλος της ύπαρξης.

Λοιδορεί  και  ικετεύει το βλέμμα σου

λιντσάρει  και  εκλιπαρεί

σαν να’ ταν ν’ ακουστούν οι κωδωνοκρουσίες του έρωτα

απ΄το κωδωνοστάσι της νιότης.

 

Σε μια  έρημη παραλία

ένα κύμα πορτοκαλί

έμοιαζε να ζωντανεύει μια νεκρή χελώνα∙

αναίτια βρέθηκε εκεί – όπως κι εσύ –

ανεξήγητα πάλι θα χαθεί

μετά το τέλος της ψευδαίσθησης.

Συγχωρούνται πολλά αμαρτήματα

σ’ ένα σώμα που είναι σαν να μην ήταν ποτέ εδώ

συγχωρούνται όλες οι αρνήσεις επάνω του

για μια μόνο κατάφαση της μοναξιάς  του

που λάμπει σαν σταγόνα βροχής

πάνω σε μια πέτρα.

Προσκυνώ και χαίρομαι

που διόλου δεν σταμάτησαν τα όντα

να επαίρονται  και  να πέφτουν

κι η μυστική ροή της απελπισίας

υπόγεια πάντα θα θρέφει τις μικρές

γλυκές κινήσεις των ανθρώπων.


ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΕΡΠΕΤΟ

Ερωτευμένο ερπετό

στο εσωτερικό του σάρκινου οίκου σου

θα συρθώ με την ερείπιο  - κοιλιά μου

ως τη χαραμάδα με το ελάχιστο που μπαίνει φως

απ’ το απλωμένο έξω μπλε των ματιών σου.

Το κακό δεν είναι η σκόνη ζωή μου

και το σκοτάδι που αρχίζω να αντιγράφω

ούτε ο επίμονος στ’ αυτιά μου βόμβος

σαν μέλισσες να εγκατέλειψαν

δυο πεθαμένους εραστές

και να φτεροκοπάνε τώρα πια

μ’ εκείνων κει το πάθος∙

δεν είναι που η επιθυμία άρχισε να μοιάζει

με τρελή γριά κυρία

που στολίζει με ντατελένιο τραπεζομάντηλο

τα άγευστα βυζιά της

θαρρώντας  ότι  πάει να παντρευτεί   αλλά είναι

που τολμώ,  ο πεπτωκώς  οργανισμός εγώ

να ονειρευτώ πως έχω ποδαράκια  και  φτερά

στον αέρα πως κάνω βόλτες  και στροφές

κι ανοίγματα δροσιάς  πως βρίσκονται στο μέλλον.

 

ΣΑΝ ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ

Σιάζομαι στη σκιά μου∙

καρφιτσώνω τα τσουλούφια του χρόνου

που ξεφεύγουν απ’ το σκούρο οβάλ μου

ενώ από πίσω ένα φως ανεξήγητο

με φωτίζει στη σεμνή αυτή τουαλέτα.

Έπειτα,  ακίνητη για μια στιγμή

πριν πατήσω το πετάλι

και γυρίσουν οι δυο ρόδες

-μια για τη ζωή μου,  μια για το θάνατο –

εναποθέτω την εμπιστοσύνη μου

στο δρομάκι του σπιτιού μου

όπου γενιές παιδιών ξεπετάγονται το δείλι

και σαν τον ανυποψίαστο σκαντζόχοιρο

διασχίζουνε το χρόνο∙

όσο το πέρασμα του βελονωτού ζώου απέναντι

τόσο βαστάει κι η ζωή των παιδικών ανθρώπων.

Τα πρόσωπα τ’ αναγνωρίζω

γιατί ήξερα τη γιαγιά τους

και οι φωνές  -  της μικρής  «όχι»  της μάνας της  «οχιά» -

ηχούν σαν τότε…  Πότε;

Πριν απ’  το φόβο για ό,τι είναι να έρθει

πριν απ’ τον τρόμο για ό,τι είναι ήδη εδώ

πριν απ’ αυτό  το  «εγώ»,  μια σκιά χωρίς καθρέφτη!..

(κι άλλες ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ 

ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)

 

ΠΡΟΜΗΝΥΟΝΤΑΙ ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ

(…παγοδρομίες ψυχής…»

Στ’ όνειρό μου απόψε  τον καλούσα με τ’ όνομά  του   του μιλούσα στον ενικό  με μια  οικειότητα  που ποτέ  δε μου είχε επιτρέψει ως τότε.   «Αχ, εσύ»!..  του ’λεγα  και την ποιητική άδεια του ζητούσα ν’ αποσυρθεί ο νους μου  απ’ τα εγκόσμια κάλλη του συνομιλητή μου  ν’ αδειάσει το κεφάλι μου  από εικόνες  που περιέχουν αφές   φωνές όλο γεύσεις από χείλια πατικωμένα με νύχτα.  «Να ’μαι στη σκέψη αγνή,  αγνή»,  παραμιλούσα  «να μη θέλω τίποτα έξω από σένα»!..  Προμηνύονται κι ευτυχισμένες μέρες   σκέφτηκα  μες στη λογική του ύπνου   τώρα που ερωτεύτηκα το θάνατο.    Μέσα μου μια επιφάνεια γλιστερή  και  πάνω της  παγοδρομεί η ψυχή μου.   Τι εύθραυστα όλ’ αυτά,  φως γυαλιστερές ένα τραγουδάκι ελαφρό π’ ακούγεται  να βγαίνει αμυδρό απ’ το υπόγειο τέλος. Όπως σηκώνω το πόδι  η γρατσουνιά  στον πάγο  το πιο φοβερό μου θυμίζει:   πόσο λεπτούλα είναι η επιφάνεια.   Σταματάω τότε την πιρουέτα στον αέρα   η άβυσσος κι εγώ γινόμαστε ένα   γλιστράω αρτιμελής  και  φεγγοβόλα σαν μόλις να βγήκα απ’ το καζάνι της ύπαρξης   οι πάγοι λιώνουν στον καύσωνα της φαντασίας  και  βρέχει στη ζωή μου πρασινάδα!..    [κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη  Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996  – συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011, εκδόσεις Καστανιώτη]

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2026

Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

(αν…) ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ και Η ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΑΙΩΝΙΑ…

 (…είχε κατορθώσει ο φωτογράφος ν’ απαθανατίσει τη Σιωπή…)


Η πεταλούδα προς το φως πετάει

μ’ όλο το ασήκωτο βάρος της ομορφιάς

στα άυλα, λες, φτερά της.

Ο φωτογράφος μένει στο σκοτάδι

γιατί αυτός μέσα στο μαύρο μόνο ξέρει να οργανώνεται.

Όλο ελπίζει πως κάποτε θ’ αποτυπώσει τη διαφορά

ανάμεσα στο χωρισμό  και  το θάνατο

ατέλειες έχει όμως ακόμη πολλές η τέχνη του

αν κι όσο πάει  μαθαίνει απ’ έξω τη νύχτα

παπαγαλίζει το σκοτάδι

κι αισιοδοξεί πως η αδιόρατη στιγμή

όταν η εγκατάλειψη η απλή

μεταμορφώνεται σε θάνατο οριστικό

θα συλληφθεί στο τέλος.

Ο φωτογράφος απ’ όλες τις ιδέες της φύσης

διαλέγει το σώμα

απ’ όλα τα αινίγματα τον αφαλό

απ’ όλα τα ουράνια θέματα τα υγρά χείλη.  

Τρίβει,   σβήνει,   βουτάει

σε χημικές ουσίες το μπράτσο με τη μικρή ουλή

το ελαφρύ σκύψιμο της πλάτης

τη λακουβίτσα του γοφού.

Στεφάνι από ελάχιστα εκλεκτά χρόνια

βάζει στην κεφαλή του μοντέλου του

αλλά η ίδια πάντα αποτυχία…

 

(συνημμένη εικόνα)  ΤΟ ΑΡΝΗΤΙΚΟ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΣΗΜΕΙΟ ΠΑΙΡΝΕΙ ΦΩΣ,  ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ

Θα προσπαθήσει ξανά

όταν θα ’χει όλες τις ασκήσεις σωστά:

τόσο κλάμα, τόση ευεξία.

Όταν θα ’χει προσέξει τη δίαιτά του :

λίγη θλίψη,  αρκετή απόσταση  κι  άφθονη επιβίωση.

 

 

ΛΕΖΑΝΤΑ:  Θα δοκιμάσει  με τα τρεμάμενα δάχτυλα της μνήμης να φωτίσει κείνα τα μάτια…

…σαν να ενεργούσαν ακόμη

ενώ η σκιά τους θα τονίζει

το αντίθετο του πραγματικού.

Θα συγκεντρωθεί σε δαύτα

αγνοώντας το υπόλοιπο περιβόλι

κι ας αναδίνει ολόκληρο την ευωδιά

που ’χει η ζωή πριν κομματιαστεί

σε τετελεσμένα γεγονότα!..

Σκέψου λογικά, όλο λέει στον εαυτό του

ο φωτογράφος

αφού τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής

κι η ψυχή είναι αιώνια   θα’ ναι κι αυτά αιώνια∙

θα πλέουν τώρα  ή  θ’ ανεβαίνουν 

θα χαμογελούν ελεύθερα

χωρίς το αφεντικό τους,  το κορμί. 

Τότε ο βιρτουόζος του φάσματος του φωτός

στο λεκανάκι με το φάρμακο της αφθαρσίας

βούτηξε του κοσμου το πιο όμορφο πλάσμα.

Αν  και  περίμενε βέβαια μερικές αλλοιώσεις

στην πόζα πάνω στο κρεβάτι

στον βαθύ αναστεναγμό  στην έξοδο  

της αγάπης   απ’ το πρωινό όνειρο

υπολόγιζε  πως το πρόσωπο μες στα συντηρητικά

της ερωτικής μνήμης   θα ’μενε άθικτο.

 

 

 


ΟΜΩΣ ΟΙ ΕΥΚΟΛΕΣ ΠΟΥ ’ΧΕ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕΙ  ΛΥΣΕΙΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ… Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ…

(ΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΕΛΟΥΣ, δεύτερη ενότητα στη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)

Πώς να δημιουργήσει το αιώνιο

όταν η μικροψυχία του δεν τον  αφήνει

να δει τη διαφορά ανάμεσα στην ομορφιά

όταν εσένα μόνο εγκαταλείπει

όμως αλλού πάει να κουρνιάσει

άλλη ζωούλα να περιτυλίξει

άλλο η χάρη της να ελεήσει

σ’ αλλουνού το κατώφλι να κυλήσει

τ’ αστραφτερό νόμισμα της ύπαρξης εκείνης

κι όταν   για πάντα χάνεται το θαύμα

της πατημασιά του πάνω στη γη∙

κίνηση,  φωνή κανέναν δεν αποδεκατίζει

κανείς δεν καταλαβαίνει το σώμα  και  το  σπέρμα

του αγαπημένου!..

 

Ανάξιος στάθηκε τη διαφορά αυτή

ν’ αποτυπώσει ο φωτογράφος.

Κι απ’ την κολυμπήθρα της τέχνης του

αναδύθηκε μια μουντζούρα ζωής

μια μαϊμουδίτσα μούρη θανάτου

μια επανέκδοση του αρνητικού

μια ανανέωση της αγιάτρευτης απουσίας

της εγκατάλειψης,  της σιωπής!..

Αυτό ήταν το μόνο θετικό!..

Είχε κατορθώσει ο φωτογράφος

ν’ απαθανατίσει τη σιωπή.

Το μόνο θετικό.

[ήταν  Ο ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ,  από τη δεύτερη ενότητα

στη συλλογή της  Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ, 1996

Συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 -2011, εκδόσεις Καστανιώτη]


Η ΑΛΛΗ ΠΗΝΕΛΟΠΗ 

(στη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)

Μεσ’ απ’ τις ελιές έρχεται η Πηνελόπη

με τα μαλλάκια της όπως – όπως μαζεμένα

κι ένα φουστάνι απ’ τη  Λαϊκή

μπλε μαρέν με άσπρα λουλουδάκια.

Μας εξηγεί πως δεν ήταν από προσήλωση

στην ιδέα  «Οδυσσέας»

που άφηνε τους μνηστήρες χρόνια

να περιμένουν στο προαύλιο

των μυστικών  συνηθειών του κορμιού της.

Εκεί στο παλάτι του νησιού

με τους φτιαχτούς ορίζοντες  μιας γλυκερής αγάπης

και το πουλί απ’ το παράθυρο

να συλλαμβάνει μόνον αυτό,  το άπειρο

είχε ζωγραφίσει εκείνη με τα χρώματα της φύσης

την προσωπογραφία του έρωτα.

Καθιστός, το ένα πόδι πάνω στο άλλο

βαστώντας μια κούπα καφέ

πρωινός, λίγο μουτρωμένος,  λίγο χαμογελαστός

να βγαίνει ζεστός απ’ τα πούπουλα του ύπνου.

Η σκιά του στον τοίχο

σημάδι από έπιπλο που μόλις το σήκωσαν

αίμα από αρχαίο φόνο

μοναχική παράσταση του Καραγκιόζη

στο πανί,  πίσω του πάντα ο πόνος.

 Αχώριστοι   ο έρωτας  κι  ο πόνος

όπως το κουβαδάκι  κι  ο μικρός στην αμμουδιά

το αχ  κι ένα κρύσταλλο που γλίστρησε απ’ τα χέρια

η πράσινη μύγα  και  το σκοτωμένο ζώο

το χώμα  και  το φτυάρι

το γυμνό σώμα και το σεντόνι τον Ιούλιο.

 

Κι  η  Πηνελόπη,  που ακούει τώρα

την υποβλητική μουσική του φόβου

τα κρουστά της παραίτησης

το γλυκό άσμα μιας ήσυχης μέρας

χωρίς απότομες αλλαγές  καιρού  και τόνου

τις περίπλοκες συγχορδίες

μιας άπειρης ευγνωμοσύνης

για ό,τι δεν έγινε, δεν ειπώθηκε,   δε λέγεται

νεύει  όχι,  όχι,   όχι άλλο έρωτα

όχι άλλο μιλιές  και  ψιθυρίσματα

αγγίγματα  και  δαγκώματα

φωνούλες στα σκοτάδια

μυρωδιά  από  σάρκα  που καίγεται   στο φως.

Ο πόνος  ήταν ο μνηστήρας  ο  πιο εκλεκτός

και του’ κλεισε την πόρτα.

 

Η ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ

Ο εφιάλτης για να γίνει Ποίημα

θέλει η σιωπή να ’ναι  χωρίς τριγμούς

ψυχής,  καρδιάς  ή  άλλων οργάνων

της ανόργανης χημείας της ύπαρξης.

Στη σιωπή επιτρέπεται  να κατοικούν χρώματα

απαγορεύονται όμως  οι χτυπητές αντιθέσεις:

μαύρο  με  ροδαλό

ή  με το  πολυτραγουδισμένο μπλε των ματιών.

Λίγο χωματί ίσως

χάλκινο μαραμένου φύλλου

ή άσπρο  με βούλες καφετιές από σβέρκο σκύλου.

Αφού ο εφιάλτης έχει πάρει πια όσο είναι να πάρει μπόι

υποβάλλεται σε σειρά εγχειρήσεων.

Με μεγάλη λεπτότητα πρέπει να του αφαιρεθεί

η λογική υποψία

κι έπειτα χωρίς αναισθητικό

να του μεταμοσχευτεί κάτι

από την έμφυτη καλοσύνη των ανθρώπων.

Η πιο δύσκολη επέμβαση

είναι να τον αποκόψεις απ’ τον τρόμο.

Αυτό το πετυχαίνεις  με το να βουτάς

αδιάκοπα το κακό όνειρο

στην αγιότητα της φύσης.

Και τότε βλασταίνει το ποίημα∙

φυλλαράκι  το  φυλλαράκι   ανθό τον ανθό

ασθενικό στην αρχή, τρεμάμενο

ανεβαίνει απ’ το μαύρο χώμα   που το ’θρεψε

και τολμά.

Τολμά να ονειρεύεται

το αντίδοτο της αγωνίας

το Λόγο.

 Ο ΜΥΣΤΗΣ

Ο μύστης στ’ άσπρα πάντα  στα σπήλαια  μπαίνει

και πίσω του οι ροδοδάφνες που ερυθριούν

τα βότσαλα ραντισμένα θεία βροχή

το φαράγγι ολόκληρο που ακολουθεί.

Πλησιάζω κι εγώ με τον ερπετό εαυτό μου

τις εκβολές του πάθους∙

οι πατούσες μου – οι τελευταίες ερωτευμένες –

με κουβαλούν ελαφρά

σαν να μην είχα κανένα βάρος συνείδησης.

Σταματάει αυτός που με σέρνει

λιγνός,  λευκοντυμένος  μ’ αλογοουρά∙

βαριά μυρίζει σαν διάβολος  δενδρολίβανο

ενώ σαν άγγελος νεκρός μοσχοβολάει.

Το φύλλωμα της χαρουπιάς

κρύβει κάτι τρεμάμενο  κι  αόρατο

αισθητό μόνο σ’ εκείνο το τρεμάμενο κι  αόρατο

που’ χουμε μέσα  μας΄

Ο μύστης είναι πολύ αδύνατος∙

ελάχιστα φουσκώνει το παντελόνι του

μπρος  και  πίσω , ενώ αέρας σαρκικός

γιομίζει το πουκάμισό του.

Στο λαρύγγι με κατέβασε της γης

ο σπόνσορας των αναπάντητων ερωτήσεων

ένα σπήλαιο που αντί για στόμα

είχε μια τρύπα ουρανό.

Εκεί από κάτω στάθηκε   ο χορηγός του αδιανόητου

με τις παλάμες του ανάστροφες

ν’ αρμέγουν το γαλάζιο.

Ταλαντεύθηκε ελαφρά∙

να τον έσπρωχνε άραγε το απρόβλεπτο από ψηλά

ή να  τον έσειε συθέμελα

η αλύτρωτη σκλάβα  του συγκεκριμένου

η γη;

Χαμογέλασε με μάτια  δόντια σιδερένια

και σκέφτηκα  τότε ότι κάτι πολύ σημαντικό

είχα παραλείψει πριν με  γεννήσουν ο καιρός κι η μέρα.

Έτσι πρώτα ρώτησα το χρόνο:

γιατί τώρα τόσο γρήγορα πετάει

με φτερούγες που μόλις προλαβαίνουν

να με χαϊδέψουν,  τη μαραζωμένη;

 

Όταν είσαι μικρός – μου εξήγησε  ο διερμηνέας του άχρονου –

είσαι από ύπαρξη χορτάτος

σαν να παράφαγες σε κάποιο

υπερβολικά  πλούσιο γεύμα.

Πλήρης μέλλοντα χρόνου

μια ώρα σου φαίνεται ολόκληρο τσιμπούσι

τέλος δεν έχουν οι εποχές

αιώνες χωρίζουν τα φρούτα από τα χιόνια

δευτερόλεπτα δύσπεπτα βαραίνουν τις βδομάδες.

Κορεσμένο από άπειρο καιρό

-αλήθεια,  ποιος αποθήκευσε τόσες στιγμές

κάτω απ’ το φρέσκο δέρμα; -

δεν είναι να πεινάσει τώρα κοντά

το νεοσύλλεκτο σώμα.

Αργότερα μόνο,  όταν τ’ αμπάρι

αρχίζει ν’ αδειάζει από ζωή

και να γιομίζει ανασφάλεια

τι ’ναι πέντε χρονάκια, λες

ούτε τη μυρωδιά τους δεν πρόλαβα να πάρω

ενώ με  όλο μεγαλύτερη βουλιμία

κατεβάζεις σχεδόν αμάσητες τις μπουκιές

απ’ τ’ αποφάγια της χρονομερίδας σου.

 

Βγήκαμε απ’ τη σπηλιά

κι ήταν σαν να γεννιόμουνα ξανά

από πέτρες και χώμα.

Μισός  τιμωρία   μισός ευλογία

σαν άρωμα ετύλιξε αυτός   το χρονικό κορμί μου.

Κατάλαβα τότε τι είχα παραλείψει:

δεν είχε σχέση με τη γέννησή μου

αλλά μ’ ένα θάνατο που δεν είχα πενθήσει

ένα θάνατο που δεν είχα πεθάνει ακόμα,

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ 

ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996)

 

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ…

(…οι εραστές μας ήταν κακοί Ποιητές…»

…το ξέραμε και τότε.   Όμως σάρωνε ο αέρας  του κάθε σερνικού τοπίου   τους στίχους  «εκείνου»   και  τους ξανάφερνε αλλαγμένους  λεςκαι μια άγια θεά   τους είχε περιχύσει νόημα.   Πρόφεραν οι άνδρες τις συνηχήσεις τους   κι  ήταν σαν ένα ζωύφιο γραφικό   να πετούσε γύρω από το λαιμό μας  ενώ οι περιπτύξεις του φεγγαριού  έκαναν τις επιφανειακές στροφές  να μοιάζουν με βαθιά πράξη.   Και τα μαλλιά,  ο σβέρκος διόρθωναν δυναμικά την κοινοτοπία των επιθέτων   η ματιά είχε γιομίσει τόση σημασία   που τι σημασία είχε  αν το ποίημα τελείωνε  πριν καλά – καλά αρχίσει…  Α!.. Ήταν ωραία η εποχή   που μας σκέπαζαν τα ποιήματα σεντόνια   ενώ  οι δί-στιχες καρδιές μας  είχαν πάρει για Όμηρο το κορμί  και για αναπνοή του έρωτα   το Ποίημα!..    [κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη  Ρουκ ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ 1996  – συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011, εκδόσεις Καστανιώτη]

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2026

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΧΩΡΙΣ ΜΕΛΛΟΝ

  (…οι εραστές μας ήταν κακοί ποιητές…) …το ξέραμε και τότε.    Όμως σάρωνε ο αέρας      του κάθε σερνικού τοπίου    τους στίχους   «ε...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ