(…ακάλεστος, ύπουλος, απαράδεκτος,
αμέτοχος στη λύπη μας…)
Την
ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα
με
τους σκεπασμένους καθρέφτες
ήρθε
Εκείνος, ακάλεστος, ξένος - τί ζητούσε;
Εμείς
δε θέλαμε να δούμε, ν' ακούσουμε,
να
τον αναγνωρίσουμε.
Το
σκονισμένο του ρούχο ελεητικό –
δε
ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία -,
τα
λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια
-
δεν είχαμε εμείς να δώσουμε τίποτα -,
ξένος,
ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας,
ήρθε
να λυπηθεί εμάς.
Πίσω
απ' τα σκονισμένα γένια του τρεμόφεγγαν
τ'
αστέρια του χαμόγελου με αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας,
με
τη συγκατάνευση της αρχαίας δοκιμασίας του,
σα
να ’λεγε:
«Κι
αυτό θα περάσει»,
όπως
οι κεντημένες μπάντες στου τοίχους των παλιών σπιτιών
σμίγοντας
μια νοικοκυρίστικη σοφία
με
πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια –
τριαντάφυλλα,
γαρύφαλλα, πανσέδες (όχι μενεξέδες),
κι
οι κορδέλες ολόγυρα οι κεντημένες κίτρινες
Τι
ήθελε;
Κι
αν έχουμε δε θέλουμε να δώσουμε τίποτα.
Ας
μας αφήσουν επιτέλους
στο
σεπτό, σεβάσμιο πένθος μας, στο θάνατό
μας,
στην
περηφάνια μας να μη δειλιάζουμε μπροστά
στις
σκιές των πραγμάτων∙ να μας αφήσουν
να εξαντλήσουμε τη στάση της γονυκλισίας μας,
ακούγοντας παρήγορο το ξυλοφάγο
στις
γωνίες της σιωπής!..
Να
φύγει, είπαμε, ξένος,
ακάλεστος, ύπουλος –
υποκρινόταν
το φτωχό για να πιστέψουμε στον πλούτο μας,
να
μη μας ταπεινώσει,
να
μας δωροδοκήσει με την ορφάνια του,
με
την αχάμνια του
(έδειχνε
κιόλας τα γυμνά πλευρά του, το φαρδύ του
στέρνο)
για
να αποσπάσει από μας ένα χαμόγελο πάλι,
μια
νέα μαρτυρία ζωής…
[ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958 απόσπασμα
από ποίημα
του Γιάννη Ρίτσου στη συλλογή
του ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
που πραγματεύεται τον ερχομό του θανάτου,
ο οποίος απεικονίζεται ως μια ήρεμη,
φυσική διαδικασία.
Ο Ποιητής αφαιρεί το φόβο από τον
ΞΕΝΟ (θάνατο),
παρουσιάζοντάς τον ως οικείο,
οδηγώντας στην αποδοχή, την
αυτογνωσία
και την αιώνια νεότητα.
Κι άλλα αποσπάσματα αντιγραφή και επικόλληση
από την επιλογή της Χρύσας Προκοπάκη:
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ, εκδόσεις
Κέδρος 2000]
ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΦΩΤΙΖΟΝΤΑΝ Ο ΑΝΤΙΚΡΙΝΟΣ
ΤΟΙΧΟΣ ΚΑΤΑΣΠΡΟΣ ΜΕ ΤΟ ΔΙΑΓΩΝΙΟ ΗΛΙΟ…
(αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958)
τραβούσε το βλέμμα, τραβούσε την ακοή∙
δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα.
Εκείνα που χάσαμε και
χάνουμε, έλεγε,
εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε,
είναι δικά μας,
μπορούμε να τα δώσουμε - έτσι
έλεγε –
ακάλεστος,
ξένος, απαράδεκτος
κι ήταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε
νησιώτικα παράθυρα
γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα,
θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα
κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας –
θυμίζανε,
ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα,
την ώρα
που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα
από τη βοσκή
κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος,
διακεκομμένος μόνο απ’ τα κουδούνια των
προβάτων
-διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση,
πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε
κατεύθυνση
μπροστά
ή πίσω, απ’ το’ να ή τ’ άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.
Η στιγμή δεν ήταν πια ένα κλείσιμο
μα το κέντρο μιας έκτασης μ’ άπειρη περιφέρεια
πέρα απ’ τα βουνά και τον ορίζοντα
πίσω από το χτες και το
αύριο, πέρα από το χρόνο, σ’ όλο το χρόνο
τον πεθαμένο και τον αγέννητο,
πάνω απ’ τον καπνό των βραδινών καπνοδόχων
που μοσχοβολούσε ταπεινότητα, καρτερία,
μετριοπάθεια,
πέρα, πάνω
απ’ τους λύχνους που άναβαν πριν απ’ τ’ άστρα,
πάνω απ’ τ’ άστρα που άναβαν πριν απ’ την
προσοχή μας
και τη γνώση μας –
Ευτυχισμένα τ’ άστρα,
πράα, ευοίωνα,
δίχως καθόλου προαίσθημα θανάτου,
δίχως καθόλου θάνατο!..
Και τα παιδιά που υπήρξαμε, έλεγε,
τα υπάρχουμε, απαλλαγμένα κιόλας
απ’ τη στενότητα των πρώτων μας χρόνων,
απ’ την οξύτητα της στενότητας,
απ’ την ανυπομονησία της αύξησης,
απ’ των μεγάλων την παρεξήγηση.
Τα παιδιά
κλαίγαν καταμόναχα
ανάμεσα στα θάμνα και κανένας δεν τα ’παιρνε στα σοβαρά
γιατί τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα
απ’ τα μούρα
ή τα βατόμουρα
κι ήταν η λύπη τους κόκκινη και
αστεία!..
Τα υπάρχουμε,
τα διατηρούμε τώρα σ’ ένα φως πλατύ,
μαζί με τον απέραντο κάμπο,
μαζί μα τα στάχυα και τις
παπαρούνες, μαζί με τ’ αμπέλια,
μαζί με το ληνό
και τα πόδια των αμπελουργών
βαμμένα ως τα γόνατα με το μούστο,
τότε που οι άνδρες με σκισμένα βρακιά και
σκισμένα πουκάμισα
βρίζονταν δίχως λόγο και
δίχως θυμό
-μεγάλες γυμνόστηθες βλαστήμιες, δασύτριχες βλαστήμιες,
που τον ανόητο αντρισμό τους και την ευθυμία τους
απόφευγαν τα κορίτσια κρυμμένα
πίσω απ’ τα πελώρια τσαμπιά των σταφυλιών,
πίσω απ’ τα φαρδιά κληματόφυλλα
και τ’ αυτιά των γυναικών ήταν κρουστά
και ρόδινα
σαν πρωινοί
ορίζοντες.
Αρκεί να σπάσουμε την πολιορκία της στιγμής, έλεγε -
Πώς;
Πες μας!.. Δεν απάντησε.
Αρκεί να θυμηθούμε - τότε που κόβαμε καλάμια απ’ τους όχτους
και φτιάχναμε κοντάρια πετώντας πάνω απ’ τα ψηλά αρχοντόσπιτα,
δοκιμάζοντας τη δύναμη των χεριών μας,
του ξύλου,
του σίδερου, της πέτρας,
τους ανέμου,
πολλαπλασιάζοντας ανύποπτα τη δύναμη των χεριών
μας,
μαθαίνοντας να κυβερνάμε όχι μόνο το στέρεο
μα και το ανάλαφρο!..
ΟΛΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ, ΠΙΟ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΑΣ…
(…έλεγε ο Ξένος – πιο ευτυχισμένα…)
οι μυστικοί ελαιώνες στους μικρούς λόφους
με τ’ αποστολικά σούρουπα,
τα καλαμένια τσαρδιά των χωρικών κουρνιασμένα
στα δένδρα
που τα
φώτιζαν μόνο τα μικρά μάτια των πουλιών,
τα δεμάτια
οι λυγαριές που μαλακώναμε βδομάδες στο ρυάκι
να φτιάξουμε
καλάθια,
τα μελωμένα μαύρα σύκα, παγωμένα απ’ την αυγή,
όταν αφήναμε τα σαντάλια μας μπροστά στη ρίζα της συκιάς
και σκαρφαλώναμε στον ουρανό,
όχι από τη σκάλα, μήτε απ’ τα κλαδιά,
μα απ’ τα πατήματα του αγέρα!..
Κάθε βράδυ
- θυμάσαι;
το μέγα αστέρι σαν το μάτι του παντοκράτορα
επιτηρούσε
τον ύπνο των βοσκών και
των ψαράδων,
και τα πόδια των γυναικών, όταν βγάζαν τις κάλτσες
τους,
ήταν πλατιά
και φωτεινά – φώτιζαν τις μεγάλες
ταράτσες
όπου λιάζαν τη μαύρη σταφίδα,
φώτιζαν τα σκαμνιά και τις
πόρτες∙
πριν κοιμηθούν οι γυναίκες χτένιζαν τα μακριά
μαλλιά τους
με ιερατικές κινήσεις σα να συνομιλούσαν μ’ έναν άλλο έρωτα,
ενώ οι άνδρες
είχαν κιόλας κοιμηθεί κι η τραχιά αναπνοή τους
έκανε να θροϊζουν τα σγουρά μουστάκια τους
σαν τα ξερά στάχυα στον κάμπο.
Οι γυναίκες,
μεγάλες, μυστικές, μονάχες,
σχεδόν αυθύπαρκτες
κι αυτάρκεις, συνέχιζαν
μια αόρατη συνομιλία, ενώ χτενίζονταν,
σαν να υπαγόρευαν μια συμμαχία με τα υψηλά
στρώματα της νύχτας
επικυρώνοντας
ένα – ένα τ’ άρθρα των άστρων
με μια
ανεπαίσθητη κίνηση του κεφαλιού,
μια συμμαχία με τις κορφές των πλατανιών, των
ευκάλυπτων,
της λεύκας,
με τις βουβές πηγές,
με τις περίπλοκες ρίζες του νερού –
και τα βατράχια συνεννοημένα στους πράσινους
όχτους
ξεχείλιζαν τη στεφάνη της νύχτας
κάνοντας μια βαθύσκιωτην αντιμετάθεση
για να καλύψουν τη σιωπή των γυναικών,
να καλύψουν το βλέμμα τους, την έπαρσή τους
την ερήμωσή τους!..
Μια κουκουβάγια πετρωμένη στη στέγη τις κοιτούσε
μα τα δυο ολοστρόγγυλα φώτα της,
έκανε πως δεν τις έβλεπε κι αυτές
πως δεν την έβλεπαν,
μα κάτω απ’ την προαιώνια τους σκλαβιά
μεσ’ απ’ τις δυο μικρές υπόγειες σήραγγες
τους μεταβίβαζε ως τις φλέβες τους το στυλωμένο
φως της
[αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ
Ο ΞΕΝΟΣ 1958)
ΑΠΡΟΣΙΤΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΔΕΣΠΟΤΙΚΕΣ,
ΑΥΤΑΡΧΙΚΕΣ, ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΕΣ…
(αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958)
φιλενάδες της νύχτας, φιλενάδες της μουγκής βλάστησης,
-είχαν συναντηθεί με τις μάγισσες
μες στις βαθιές πέτρινες σπηλιές γεμάτες τυφλές νυχτερίδες,
κι όταν έριχναν το αλάτι στο φαϊ,
ποτέ δεν ήξερες τι προετοιμάζανε∙
το τσακάλι,
το καζάνι, το τηγάνι
φορούσαν μια προσωπίδα καπνιά∙
δεν μαρτυρούσαν τα μυστικά της γυναίκας∙
δε μαρτυρούσαν τα κρυφά τους βότανα,
τους συνδυασμούς της μαγειρικής τους,
τη μοναξιά
τους όταν ψηλοκόβουν το μαϊντανό,
όταν σιδερώνουν στην κάμαρα ως αργά
και τις προφταίνει το φεγγάρι στο ανοιχτό
παράθυρο
κι αυτές προσέχουν μην πατήσουν
το τετράγωνο του φεγγαριού στο πάτωμα
την ώρα που τα σιδερωμένα εσώρουχα, στοίβα στο
τραπέζι,
είναι σαν άκοπα φύλλα βιβλίων που εκείνες τα διάβασαν
και ξέρουν όλα τα μυστικά του σώματός μας.
Εμείς δεν γνωρίζουμε τα ξόρκια τους
όταν γυαλίζουν στην αυλή με χώμα τα χαλκώματα
κι αστράφτουν τα χαλκώματα στον ήλιο
σαν επίγεια ουράνια σώματα κι
αστράφτουν
κι οι γυναίκες μες στον θρίαμβο της ηγεμονίας τους
μπροστά απ΄
τις βουβές στρατιές των κλεισμένων πραγμάτων…
Δεν γνωρίζουμε
την πεισμωμένη ελευθερία της σιωπής τους
όταν αρνούνται να οργιστούν,
την περηφάνια τους καθώς η σεμνότητα λυγίζει τα ματόκλαδά τους,
την πολυάριθμη άμυνά τους,
σαν τα αλλεπάλληλα φλούδια του φρέσκου σκόρδου,
αυτά τα εύθραυστα ντύματα. Τι εννοούν;
Τι αποσιωπούν;
Ποια πάνοπλη αρετή προστατεύουν
πίσω απ’ το διάφανο χαμόγελό τους
μέσα στη ματωμένη εσπέρα του φθινοπώρου
όταν τα βήματα της Παναγίας προδίδονται
απ’ το τρίξιμο των άχυρων και
των ξερών φύλλων
κι απ’ τα φωτεινά στίγματα που αφήνουν
σ’ όλο το μάκρος του δρόμου
τα ταπεινά πατήματα των γαϊδουριών, των βοδιών,
των προβάτων
Κι εκείνες
έχουν μια στρογγυλή σταγόνα αίμα στο φουστάνι τους
κι ένα αδιόρατο αχ στο στόμα τους
απ’ τη βελόνα τάχα που τους τρύπησε το δάχτυλο
καθώς ξεχάστηκαν ράβοντας.
Ποια επίθεση οργάνωσαν τα σιωπηλά πλάσματα του
Θεού
μες στην έρημη αγάπη τους; Δεν ξέραμε ακόμα!..
Οι γυναίκες έκλεβαν απ’ τον άνδρα τη σειρά
και καλλιεργούσαν μόνες το χωράφι,
είχανε τη δική τους ιδιοκτησία, απαραβίαστη∙
σεργιανούσαν σείοντας μες τη μέθη της δημιουργίας
τη στρογγυλή κοιλιά τους
κάτω απ’ τις πορτοκαλιές της άνοιξης
σάμπως να κουβαλούσαν πίσω απ’ την άσπρη ποδιά τους
μικρές γήινες σφαίρες.
Δεν μιλούσαν οι γυναίκες -
αγέρωχες αυτές,
ανήκαν στο μέλλον, προχωρούσαν,
όταν οι άνδρες σταματούσαν κάθε τόσο μπροστά στο
αλέτρι
ή όταν κρατούσαν το δρεπάνι
σαν το κουρασμένο φρύδι του φεγγαριού,
μες στην ασάφεια του απόβραδου.
Αυτές μόνες μες
το περβόλι με τα υψηλά ηλιοτρόπια
περίμεναν βέβαιες τη γέννηση,
και τα ηλιοτρόπια τους φώτιζαν το λαιμό και το
πρόσωπο
με φωτεινούς κύκλους
κι οι πρώτες ρόδινες φακίδες στα μεγάλα μέτωπά τους
ήταν τα μυστικά σημάδια της αιώνιας ζωής
όπως οι βολβοί των φωτών, οι πατάτες των κυκλάμινων,
όπως οι απόρρητες ρίζες των δένδρων
που δουλεύουν χωρίς να τις ακούμε, χωρίς να τις βλέπουμε…
ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΜΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ – έλεγε ο Ξένος…
(…κι ο θάνατος μια πρόσθεση, όχι αφαίρεση…)
Τίποτα δεν χάνεται.
Για τούτο οι άνδρες όταν νιώθουν το φόβο απ’ τη δουλειά,
απ’ τη φθορά,
απ’ το κενό, απ’ τις εφημερίδες,
απ’ τη μνήμη των πολέμων,
απ’ το τρίξιμο στις κλειδώσεις των δαχτύλων
τους
ή απ’ την κραυγή του ήλιου που σφηνώνεται μέσα στα κόκαλά τους,
αρπάζουν τις γυναίκες όπως αρπάζουν τα κλαδιά
ή τις ρίζες ενός δένδρου πάνω απ’ τον γκρεμό
κι αιωρούνται κει πάνω σα να παλεύουν
ή να παίζουν με το χάος
κι οι γυναίκες το ξέρουν και κλείνουν τα μάτια
τους∙
δε λένε όχι∙
περιμένουν∙
κι όταν αυτοί κοιμούνται πάλι, εκείνες
αγρυπνούν,
κι είναι κι αυτοί παιδιά τους, όπως τα παιδιά τους,
και θα τους μεγαλώσουνε κι αυτούς όπως και κείνα
θα τους ταϊσουνε με το μαστό τους και με τη σιωπή τους,
με την άρνησή τους κάποτε,
θα τους ποτίσουνε ξανά με τη δίψα της ένωσης∙
κι ένα πελώριο κύμα σκοτεινό θα στρογγυλέψει την ορμή του
κάτω απ’ τ’ αντρικά πλευρά, πανέτοιμο
να χτυπήσει κατακούτελα τα φράγματα, να συντρίψει τα φράγματα,
ώσπου να σβήσει στην καθημερινή αμμουδιά,
στα μικρά βότσαλα, στην κούραση, στη λησμοσύνη
δίχως πολλές φορές να βρει να χτυπήσει το
βράχο,
να τιναχθεί δοξαστικό ψηλά
σαν αντίστροφος καταρράκτης μιας συντριμμένης
έντασης.
Και πάλι οι γυναίκες, σα να μην είδαν το χαμηλωμένο κύμα τους,
θα τους αφήσουν να πλαγιάσουν,
θ’ ασχοληθούν με τις δουλειές του σπιτιού
που κρατάνε τα μάτια χαμηλωμένα,
θα γονατίσουν μπροστά στη σκάφη να πιάσουν
αποβραδίς το προζύμι
σα να μην πρόσεξαν το κράνος των ανδρών που ’πεσε
καταγής∙
θα το μαζέψουν ήσυχα κι αυτό σα να ’ταν
μια πήλινη γλάστρα∙
θα φυτέψουν αργότερα κει μέσα λουλούδια
μικρά λουλούδια σπιτικά, κάτι γαλάζια λουλούδια πεντάφυλλα,
θα τους μαντάρουν, πλάι στη λάμπα, τα τσουράπια
τους
με κείνο το υπομονετικό ξύλινο αυγό,
θα τους μαντάρουν τη χιλιοτρυπημένη εμπιστοσύνη
τους,
γιατί οι άντρες
πολύ περπατάνε, πολύ κουράζονται,
πολύ φοβούνται,
πολύ πολεμάνε
κι είναι λεβέντες με τα στριφτά μουστάκια τους,
τις άγριες τρίχες τους, τ’ άγρια όργανά τους
κι είναι παιδιά
κι ούτε γνωρίζουνε τη δύναμή τους,
μονάχα από καβγάδες και παλικαριές γνωρίζουν,
γιατί αυτοί δεν έμαθαν την πλήρη αναμονή μήνες
και μήνες,
και την άλλη χρονιά, αυτοί δε φέρνουν μες στα σπλάχνα τους τη ζωή,
δεν την ταϊζουν με το σπλάχνο τους,
δεν ακούνε τα βήματα του επερχόμενου μέσα τους,
δεν είναι η γης, μονάχα ο σπόρος που ρίχνεται
στη γης,
κι ύστερα ο κάματος κι ο ύπνος
–
ένας ύπνος πλατύς και βαθύς δίχως όνειρα
(τα όνειρα πάλι τα κρατάνε οι γυναίκες),
μα κάποτε ακούνε οι άνδρες μες τον ύπνο τους τον ύπνο τους,
ακούνε τα ίδια τους τα βήματα μέσα στον ύπνο
σα να σηκώθηκαν σε μια πομπή τα τέλεια αγάλματα
σα να μιλούν οι πέτρες, τα ποτάμια,
τα δάση,
κι ο γνωρισμένος ύπνος τους περιβάλλει τη γη καθώς ο αγέρας,
τη γη με τις γυναίκες, τα παιδιά, τους αιώνες. Τούτος ο ύπνος
γίνεται η γνωριμία όλης της έκτασης του
βασιλείου μας,
μια σκάλα ριγμένη μέσα στο άπειρο,
το μέγα ξύπνημα της όλης δύναμης μας μέσα σ’
όλο το φως
και τότε στρέφουν οι άνδρες και
χαμογελάνε και υπομένουν
με τη γαλήνια στάση του κατορθωμένου
σα να ’χαν κόψει λίγο πριν πάνω στο γόνατό τους
ένα ποτάμι με τα δυο τους χέρια -
[αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ
Ο ΞΕΝΟΣ 1958)
(…και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα
μας
χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε…)
συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθιές στοές και τις έρημες ρίζες, τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες τον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι που γίνεται μια μεγάλη
ησυχία, μια μεγάλη διαφάνεια, διακρίνονται
πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δεν φάνηκαν κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών
κοριτσιών απ’ την αντίπερα όχθη των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας
μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα. Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει θάνατος -
τέλειωσε ο Ξένος ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό∙ δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους
καθρέφτες. Ένας τρίγωνος ήλιος στον
απέναντι τοίχο είχε επιμηκυνθεί φωτιζόταν ολόκληρο το βορινό δωμάτιο από μια μόνιμη αντανάκλαση. Μας πήρε το άρωμα από βουνά καρπών που ξεφορτώναν στα μανάβικα. Ακούσαμε τους χτύπους στο γειτονικό
σιδεράδικο και τα τραμ που έστριβαν δίπλα στα κρεοπωλεία. Είχαμε την ισόρροπη αίσθηση μιας αφάνταστης,
ειρηνικής συγκομιδής από μεγάλες, τετράδιπλες, ζαχαρωμένες ντομάτες,
τοποθετημένες με προσοχή και
τάξη σε ορθογώνια καφάσια που
μεταφέρονταν απ’ τις αγροτικές περιοχές
ίσα στις αγορές των πόλεων και στα πολύβουα λιμάνια. Πελώρια αυτοκίνητα τρέχαν στους ηλιόλουστους
δρόμους σα μυστικά, ολοπόρφυρα βουνά. Σηκωθήκαμε,
ξεσκεπάσαμε τους καθρέφτες,
κοιταχθήκαμε κι ήμασταν νέοι πριν από χιλιάδες χρόνια, γιατί ο χρόνος κι ο
ήλιος έχουν την ίδια ηλικία – την ηλικία μας∙
κι αυτό το φως δεν ήταν καθόλου αντικατοπτρισμός μα
το δικό μας φως φιλτραρισμένο μέσα σ’ όλους τους θανάτους!.. Κι αυτός ο
Ξένος, ήταν ο πιο δικός μας… Οι γυναίκες του ζέσταιναν νερό να πλυθεί, οι άνδρες βγαίναν να ψωνίσουν για το τραπέζι.
Το πιο μικρό κορίτσι του σπιτιού έφερε παστρικές πετσέτες, ένα μικρό ρόδινο μοσχοσάπουνο ένα κύπελο ζεστό νερό… και τ’ ακούμπησε πλάι στον ολόγυμνο καθρέφτη Ο ατμός απ’ το ζεστό νερό χνώτιζε λίγο – λίγο τον καθρέφτη σάμπως να τον έντυνε και πάλι και το πρόσωπο του Ξένου που άρχισε να ξυρίζεται μεσ’ απ’ τις σαπουνάδες θαμποφαίνονταν μες στο όρθιο κρύσταλλο αγαθό,
νεανικό και μειλίχιο σαν πρωινό
φεγγάρι!..(αποσπάσματα από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ 1958
στη συλλογή ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ)
Δευτέρα, 9
Μαρτίου 2026

