Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

ΘΥΜΗΣΟΥ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΨΕΜΑ

 (… τίποτα πιο γενναίο που να παλεύει την Αλήθεια…)


Τίποτα πιο απολέμητο

πιο αίμα του αιμάτου

απολέμητο    για πάντα

 

Ω λογισμέ   διαστροφή μου

φιλήδονε ηνίοχε   ευθειοβάτη   Από

τις ερωμένες σου  η  μόνη που σου έμεινε

πιστή   είναι  η χλομάδα σου

για το που δόθηκε το σήμα πως εξώκειλες

για το που πάλι θα δοθεί

και που θα δίνεται   

για πάντα!..

 

ΑΚΟΥΣ ΠΟΥ Η ΣΚΟΤΕΙΝΙΑ ΠΗΡΕ ΝΑ ΠΕΤΑΕΙ ΡΙΖΕΣ; 

(…που ο θεός γδύνεται την παθητικότητά του…)

που η διάνοια μπήκε μέσα του αράχνη  και  που ακροβατεί

και που ισάρει τις σημαίες  της 

και που οι γαλαξίες ταξιδεύουν άσχετοι στα χάη

ανίδεοι   ανερμήνευτοι  κι  ούτε που χαιρετιούνται;

 


ΛΕΖΑΝΤΑ: Ω μηδέν αξεπέραστε ισορροπιστή 

(…βαθιά στους βουβαμένους ουρανούς τα κβάσαρς…   

κι άλλα 

που δεν μας είδανε   που δεν τα είδαμε

και που δεν είναι    να μας δουν  

το ένα του άλλου μακριά

εσύ   εγώ

βαθιά στους βουβαμένους ουρανούς

για πάντα…

 

Ω ΧΡΟΝΕ ΠΩΣ ΚΥΡΤΩΝΕΣΑΙ ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΠΛΑΙ ΜΟΥ;

Πώς σκύβεις σκύλος ερμαφρόδιτος

μαστός   βουβώνας   χώρος;

Κι εσύ για πού;

για πού κινάς σφυγμέ μου  κι  είναι

να πας δίχως πυξίδες;

Για πού τρελός  κι ωραίος

τρελός   για πάντα

 

Μπορείς που οι λαβές αλληλούια

που τα έγκατα ουρανοί

που οι πυρήνες αλαζόνες;

Μπορείς που ο Λούντβριχ στην ενάτη του ελλανόδικος

που ο ο Καισαρίωνας στη λύπη του ιδεώδης;

Μπορείς στη θάμπωση που εντός σου άπλωσε ο έρωτας

ωσάν το πρώτο άλφα ν’ ακουστείς και μόνο τόσο

μόνο μ’ αυτό για όλα να ’χεις μιλήσει;

Ω τα νερά στο Άκτιο Αντώνιε

τι τα βυθομετράς;

στην Αλεξάνδρεια νικήθηκες

για πάντα

[επιλογές από ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΟΥ,  δεύτερη ενότητα στη συλλογή  

του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984 

συγκεντρωτική έκδοση  ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987]

 

ΜΑΘΕ,  ΕΣΥ Η ΕΠΗΡΜΕΝΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΚΡΥΣΤΑΛΛΑ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

Το βαρυτικό μου εγώ   είμαι το ιερό τέρας

ο ελκόμενος άξονας  ο σηματωρός στη μορφογένεση

Η μονάδα είναι πλήθος που χλευάζει τη νόηση

κι είμαι πια φακός  που δείχνει αλλιώς  τα άλλα

που εκσπερματώνει τη μαγεία του

κι η εστία του πια είσαι συ

εσύ   για πάντα

 

Κι εκείνη έκανε να μιλήσει κάτι να πει

όμως τι ρίγος   τι σαγόνι που έτρεμε

τι ακρόχειλο όπως η νύχτα στα πηγάδια…

στη χαρακιά την πιο βαθιά της φούχτας

έσκυψε ν’ αφουγκραστεί

σαϊτα  στα στημόνια του μυαλού γάβγιζε

η φρονιμάδα παγωμένη μούμια αρουραίου

και πάλι σώπασε

Ω πάθος που φοβήθηκες   ω άστραμμα που

δόθηκες  στις στάχτες  που αλάλητο

πέτρωσες     για πάντα

 

Στην πορεία μας φανάρια

η στόχαση   η φυρονεριά

οι νάνοι ίσκιοι…

 

ω τιτάνια νερά   ψυχή μου των πελάγων

 

ΜΗΝ ΕΝΔΙΔΕΤΕ

(…δεν τελειώνει ο πόλεμος με τα ιδεώδη  με τους αλόσαυρους

ούτε με τον κινέζο αναπτήρα μου…)

Αν η φωταύγεια σας εμπνέει   φωνάξτε της αγαπημένης σας:

Ζήτω λοιπόν αφού το θες   το σάπιο βασίλειο της Δανίας

ή εγγραφείτε συνδρομητές   σε δρομολόγια αρουραίων

Επισκεφθείτε το σύννεφο της σπονδυλικής μου στήλης

Μη βάφετε ποτέ με χρυσαφί   τον μετωπικό σας ίασπη

Μη βαφτιστείτε

Συνεχίστε οι επικηρυγμένοι την απεργία

το σανιδένιο ικρίωμα είναι η παρτιτούρα σας

δώδεκα μποφόρ ο νους σας

Η θύελλας είναι στους βουβώνες

Ο ήλιος πέταξε την ασπίδα του

Ω Λαμπαδία ανέγγιχτο πρωινό  μου επίρρημα

πώς με το πράσινο κουκούλι σου

πώς στη μασχάλη της οδοιπορείς

στο μύχιο κόλπο της   που ανηφορίζει η μέρα;

 

Ναι δεν κάνετε λάθος

Είναι τα αυριανά τέρατα που με το στόμα

μου χειρονομούν   ποδοκροτούν

χλευάζουνε τα χρωμοσώματα

της ευθείας το λαβύρινθο

την έκσταση του σχοινοβάτη

το ανυπόταχτο κωδωνοστάσιο    του κάλλους μου…

ω σαύρα

ω ανελέητη μητέρα δώδεκα σουλτάνων

όταν τα μάτια της…

Ναι δεν κάνετε λάθος

(από τη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

ΤΟ ΑΔΙΚΟ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟ ΠΕΙΣ

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

Να μην το πεις πως μέσα σου   με σέρνεις λείψανο

Πως μες τα μάτια σου απλώθηκα ομίχλη

πως ταξιδεύω εντός σου εφιάλτης

μην το πεις

μη και πετρώσει το νερό

μη σηκωθεί οχιά το χώμα

 

Κι αν σχίστηκες  ως λες  στα δυο

εγώ στα δυο χιλιάδες

ποιος για τον άλλο τάχατες

να είναι το πελέκι;

Ω αστερινή καλή μου   το άδικο να μην το πεις

 

Όταν μετά αιώνες οι σκαπάνες

σ’ αρχαίο τάφο βρίσκοντας τα οστά μου

θα δούνε πάνω τους να φωσφορίζει  τ’ όνομά σου

άραγε θα ξαφνιαστούν;

θα καταλάβουν;

θα’ ναι ως τότε ακόμα ο έρωτας

πνοή πρωιού επάνω στο τριφύλλι;

θα βλασταίνει ακόμα τούτο στον πλανήτη

όταν οι σκαπάνες;

 

ΔΕΚΑΤΟΣ ΟΡΟΦΟΣ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ

(…θάμπος του ιδρωμένου αγέρα…)

Το μέταλλό του γυάλιζε όπως ο θάνατος

που άστραψε στο κέρατο του ταύρου

Τι ώθηση το έξαλλο παράθυρο

τι φρενική  τι αλύπητη φοράδα  η αδιαβατική  καμπύλη

τι ηδονή αβύσσου   ο συριγμός της…

σκόρπια μυαλά  και  κόκαλα στην άσφαλτο

Κουπί όλη τη νύχτα ν’ αράξει

το ακάρινο σταλίκι  σ’ αιώνιους άμμους

Ω εσύ βλεφάρισμα του άσπρου ασβέστη

εσύ το σύνθημα που τρακόσιοι άνεμοι μονόφθαλμοί

περιμένουν την εκκίνηση να μου χυμήξουν

 

Εσύ λοιπόν  η άλλοτε ορατή   η αιθερία

πώς ξέχασες το χώμα που ίδρωνε αγίασμα

όταν το χέρι σου αναζητούσε το δικό μου;

Δεν ήτανε χρυσάφι του καταμεσήμερου;

δεν ήτανε του όρθιου αγέρα ιαχή

που με κοιτούσες;

Το μπαμπάκι θα’ ναι πάντα νηστικό

κι ας βοσκάει πληγές   κι  ας πίνει

το αίμα   το ιώδιο

πιο πολύ το βουβό λυγμό

όταν κάτω απ’ τα νερά για πάντα

χάνεται το κατάρτι…

(από τη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

Ω ΜΝΗΜΗ ΠΩΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΕΝΟΣ ΝΟΕΜΒΡΗ;

(από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984)

Δίχως αιματοπετάλια   και  πώς  ισορροπείς στην κόψη

δενδρολίβανου μες την ανεμοζάλη;

Λιόφυτο ονειρεύεται το κλέος σου

ο που τον σφάζουνε τα δρεπανηφόρα κεφαλόποδα στ’ αγκάθια

Χρόνε τα ταμπούρλα σου  τώρα είναι η ώρα:

Ποτέ σας μη ρωτήσετε πού χωράει ο χώρος

Ποιος είδε κόνδορα να τον μοιράζουνε αντίδωρο

Ποιος κεραυνός μετρήθηκε  σ’ αποκαϊδια;

…ύστερις το γιαταγάνι κατεβάζει γάλα

(βυζαίνει είπανε ο νέος μουσουλμανισμός   βυζαίνει)

ώσπου γίνεται λαχούρι ολομέταξο

ώσπου η λέξη ξάφνου φρένιασε

πηδάει έξω από τον άξονά της

κόβει το χέρι μου απ’ τον ώμο

ότι σκόρπαε τορνέζια που μια…

που μια λιγνή ξινομηλιά στο μπάλο…  άσε

 

Ακουμπώντας σε θαλασσοπούλια  και  σε βορινούς εξώστες

δήλωσε άηχος ο ίσκιος μου

κι είναι από το τροχάδην επάνω στο νερό

ή πάνω σε νεκρό σχιστόλιθο 

που οι ανέμοι σηκώσανε τα λάβαρά τους

που μέσα από φλογέρες σε ανακαλώ

που είναι ανύπαρχτη η άμωμη σύλληψη του λόγου

που η βροχή σωριάστηκε ένα κουρέλι

ότι της πήραν λάφυρο το τόξο της

Έτσι σκόρπισα του σκοταδιού

με τους τροχούς ζερβά δεξιά  σαν έσπασε το αξόνι

κι από να σε ρωτώ όπως πολυβολείο

να σε ρωτώ να μην μιλάς  μα να σφαδάζεις

κουβαλάνε επάνω σε φορεία

ακόμα και τα πεζοδρόμια…

…ωστόσο επιμένω:  άμφιο φορώ τα μάτια σου

μονογενή με χρίζει ο άρχοντας οπάλιος του λαιμού σου∙

να τι είναι λοιπόν    να σ’ αγαπάω

 

ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟΣ ΣΤ’ ΑΨΕΝΤΙ 

(…λοφίο του φεγγαροβότανου   πάλι μόνος… IN PERPETUUM)

Του αμάραντου αμάξια είναι τα μάτια σου

Πάνω τους όρθιοι Φαραώ τοξότες

Κι εγώ στους έλικες τη φοινικιά που είσαι

φέρνω γύρα ο πεντοζάλης

Φωνάζω σαν την έρημο κάτω από φριχτά αστέρια

Σ’ αγαπάω

 

νάτες πάλι νάτες οι παλίρροιες με νικέλ

Κι ο γιαλός  παρά που άμωμος   παρά που απόκαμε

κλωτσάει ακόμα το κρανίο του

τον άλλο ημιτελικό

την ξυλένια σφυρίχτρα  του Σεπτέμβρη

βουβαμένη από παράσιτα  και  πεταλίδες…

 

ω το χέρι σου μέσα στη φούχτα μου

λαβωμένος σπίνος  που δεν μου τραγούδησε

άγια μετάληψη   που δεν την ήπια

 

ανηφορίζω δίχως σου τον παγετώνα

που είσαι;

σου ΄λεγα πως το μεσονύχτι είναι από σύννεφο

για τούτο κάθεται στα μάτια

για τούτο πια λουσμένο στον ιδρώτα του

σαν που ’κανε το χρέος του   που έσφαξε

ησυχάζει τώρα το μαχαίρι

που είσαι;

ω πως φυσάει ανάμεσα στις λέξεις

άφησε πάνω τους τ’ αυγά τους ο άνεμος

το χώμα ξέχωσε το σόι του

δεν περνιέται ο καλαμιώνας   τόσοι ίσκιοι

Θα ’ρθει  με φίδια η γαλήνη

πού είσαι;

Τι ερημιά

ούτε ταξί

ούτε το  φάντασμά μου

πού είσαι; 

 

Σήμα απ’ το χρηματιστήριο τ’ ουρανού

τι αναλλοίωτος

τρία έτη φωτός  και κάτι πάει ακόμα  το παρσέκ

τι αναλλοίωτος

κι εγώ να σε θυμάμαι  στηθόδεσμο της αντηλιάς

στις μασχάλες του μεσημεριού  με τις σπηλιάδες

Ω τι αγρίμι ο κόλπος σου πλημμύρα μέλι

τι αναλλοίωτος

Μια σπιθαμή από τα χείλια μου

πώς τρέμανε τα τσίνορά σου

τι αναλλοίωτος

Κι η γραφομηχανή που σώπασε τ’ άσπρο χαρτί

το εσώρουχο άψυχο στο πάτωμα  

η βρύση που στάζει

Στον ουρανό ψοφίμια   στα ράμφη των κοράκων

τι αναλλοίωτος

(από τη συλλογή   του Έκτορα Κακναβάτου  IN PERPETUUM 1984) 

 

 

ΠΩΣ ΑΝΟΙΞΕ ΣΤΑ ΔΥΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ;

(…άφησε χάμω τα φτερά του  κι  έλαμνε πληγωμένο… 

Όπως το πηγάδι…)

Στα τηλέτυπα οι αμμωνίτες:  μη έξω απ’ το λαβύρινθο   μην ψάχνεις έξω από τις σπείρες   ξάφνου γίγαντας ο έρωτας  υπέρπυκνος  με τρεις μάζεςήλιου που φορτώθηκε   τρώει την ύλη του πηδάει το φράγμα   φεύγει ολόισια στα  ΥΠΕΡ   έφυγε   μην ψάχνεις   ο σπασμός στον έρωτα  είναι η λογαριθμική του έλικα  πάνω της βόσκουνε αστρικά υμενόπτερα   ο τριγμός που ακούς   είναι που σμπρώχνουνται   μην ψάχνεις  τίποτα δεν θα βρεις στα συρτάρια σου   ούτε καν το πρωινό αλάτι απ’ τη φωνή της    τα πήρε όλα   έφυγε   μην ψάχνεις    Δόντι νεκρού το λίγο από κατάρτι   μόλις έξω των νερών   πώς φαρμάκωνε τον άνεμο;   Πάω στοίχημα τα πυοσφαίρια μου   δεν την φτάνει τη χελώνα ο  Αχιλλέας   Ο βασιλιάς Οιδίποδας   Ο βασιλιάς Μακ Μπεθ   το ποδοβολητό τους   Γκρεμοτσακίστηκε να το κοιτάς το μεσονύχτι   που τώρα κείτεται ασήκωτο   Το φεγγάρι πηδιέται με κανίβαλους   ξυλένιοι άνεμοι σηκώνουν τη σημαία μου   Πού είσαι;   Στάζει λίπος ο Σταυρός του Νότου πάνω απ’ την Καρύταινα   ω πού είσαι   πού είσαι;     [στίχοι από τη ΦΩΝΗ ΤΟΥ, δεύτερη ενότητα στη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου IN PERPETUUM 1984  αντιγραφή και επικόλληση από το Β Τόμο: ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1978 – 1987 εκδόσεις ΑΓΡΑ]. 

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ ΚΟΥΡΤΑΛΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΝΟΙΓΟΥΝ…

 (… έτσι που τραύλισα  ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ

γιατί πια δεν κατοικούν τα βάσανά μας…)

Ι

Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός  ή έκρηξη

Ανάσα και χειρονομία καμιά μες στα αδειανά φωνήεντα 

κι  ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα 

κι ούτε τρέμισμα κορμιού   ή  κεριού  

και μήτε σάλεμα σκιών  στους τοίχους  

 

Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο   

βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά  

πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων 

όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά  

μιλάει μόνο με σήματα  

μες στην οχλαγωγία της ερημιάς  

στις φαντασμαγορίες του τίποτε 

 Έτσι κι εμείς αδειάσαμε  

και μας  ψεκάσαν με αναισθητικό  

έτσι που αποξενωθήκαμε απ’ τον πόνο 

 

 Σμιλεύουμε – σμιλεύουμε πληγές  

σκαρώνοντας μνημεία  και  μπιμπελό  

Αλλά το τρομερό καραδοκεί  

 

Ό,τι δεν είναι τέχνη μες στην τέχνη  

αυτό το ανθρώπινο  

αυτό κι εμάς  κι  αυτήν θα μας ξεκάνει…    




ΙΙ

Τώρα που δεν μπορώ παρά να με θυμάμαι μόνο

ξέρω, δεν ήταν έτσι,  τίποτα δεν ήταν

αλλιώς έγιναν όλα

 

Η μαρτυρία μου ασαφής.  Τι υπεκφυγές,  τι συγκαλύψεις

σε λόγια, σε γραφτά και  σε φερσίματα…

Αλλά πώς να τα πω  και  φαντασίας καμώματα όλα αυτά

Και τα σημάδια;  και τα ερείπια; 

της  φαντασίας  κι  αυτά;

Δε γίνεται.

 

Πώς να αναιρέσω μια κατάθεση

πώς να διευκρινίσω μια ζωή;

Το ειπωμένο με εκδικείται

κι ανεξιχνίαστο μένει πάντα το υπαρκτό

 

Σίγουρα κάτι μου διαφεύγει

κάτι που λάθος το έζησα και λάθος με έζησε

κι όλο και σκοτεινιάζει γύρω μου

κι όλο και σκοτεινιάζει

 

Πού βρίσκομαι   Τι ώρα να ’ναι…

[αποσπάσματα από το ποίημα ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ

στη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 

Συνέχεια με άλλα αποσπάσματα από το ίδιο ποίημα από

Συγκεντρωτικός τόμςο ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ,

ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]

 

ΚΛΑΙΣ   ΔΙΧΩΣ ΟΜΩΣ ΝΑ Σ’ ΑΓΓΙΖΕΙ ΤΙΠΟΤΕ… 

(τρίτο απόσπασμα από το ποίημα ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ 

στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996)

-περίπαθη βροχή πάνω από αισθηματικά τοπία

πεφτάστερα του Αυγούστου αλεξίσφαιρα παρθενικών ευχών…-

αλλά να δούμε, όταν πονέσεις, τι θα κάνεις Ουρανέ

Πώς θα δαγκώνεσαι  και  θα σφαδάζεις μες στη λάσπη σου

και φρενιασμένοι οι αστερισμοί σου θα τσακίζονται στα ηώα κάγκελα

πώς θα ξεσκίζεται το δέρμα σου  και  θα μαδάς σε σάπια φύλλα

μαύρα και σάπια φύλλα

μαύρα και σάπια λόγια

όπως μαδάει και τούτη η ποίηση

τώρα που απόμεινα εγώ  κι  εγώ

κι πόνος που με ματαιώνει

 

ΙV

Χαμένος, ξαναπαίζω τώρα μόνος την παρτίδα

Μάταια γυρεύω λάθη  δοκιμάζοντας νοερά

κινήσεις  και  φερσίματα

λόγια που ειπώθηκαν  ή  δεν ειπώθηκαν

περιπλανήσεις  σε όνειρα  και  φαντασίες

χαμένα δρομολόγια ματαιωμένες συναντήσεις

τηλεφωνήματα μπλεγμένα

με μια άγνωστη φωνή πάντα να παρεμβάλλεται και να φωνάζει

βοήθεια

γδέρνοντας το μυαλό μου

 

Αρνήθηκα τον κόσμο  και  δεν βρήκα την ψυχή μου

έχασα την ψυχή μου  και  δεν κέρδισα τον κόσμο

Στημένο το παιχνίδι

Του Θεού και των ανθρώπων οι ζαβολιές με ρήμαξαν

 

Σε φονικό σκοτάδι άστραψαν τα πελέκια

το χέρι που άπλωσαν το τσάκισαν

το χέρι που μου άπλωσαν το τσάκισα

γκρεμίστηκε το ουμανιστικό όραμα

καταπλακώθηκα στον ίδιο τον εαυτό μου

 

Ημέρα ανθρώπου  ημέρα θλίψεως

ημέρα ανήμερη

κι άλλο δεν είμαι παρά κατάρα  και  βλαστήμια

καθώς επάνω μου ξεσπάει

ξ μοχθηρία του ουρανού

και του πλησίον η μάνητα

 

V

Λοιπόν μπροστά μας έχουμε θανάτους

πέσαμε σε κακούς καιρούς  και  μέρες οργισμένες

χάνουμε τους δικούς μας  και  μας χάνουν

τρικυμισμένο μας αρπάει το χωματένιο πέλαγος

 

Αλλιώς θαρρούσαμε το τέλος∙

σκοπός που εκπληρώνεται  ή  (το ίδιο)  ματαιώνεται

σκορπιός που μπήγει το κεντρί του στο κεφάλι του

Δεν είχαμε υποψιαστεί τη φρίκη μιας συνέχειας

(πώς γίνεται να ’χει συνέχεια ένα τέλος; )

Αλλά, καταπώς φαίνεται το τέλος έχει μόνο αρχή

και πώς να το περάσουμε  μη φτάνοντας ποτέ  και  πουθενά

 

Ήξεραν οι παλιοί  και προνοούσαν

να ’ναι ελαφρύ το χώμα τους

φύλαγαν πάντα ένα λευκό σεντόνι στο σεντούκι

συγύριζαν το μέσα  τους,  στόλιζαν τις ψυχές τους

ήξεραν να μοιρολογούν

εξοικειώνονταν με τους νεκρούς  τα ΄λεγαν μεταξύ τους στ’ όνειρό τους

κι έπαιρναν απ’ το χέρι τους το αντίδωρο του αγνώστου

κάθε που τους ξεπροβοδίζανε στου ξύπνου το κατώφλι

 

Κι εμείς τώρα δεν ξέρουμε  ούτε πού ’ναι πεταμένα τα κόκαλα

της μάνας μας…

Έχουμε αποκοπεί απ’ τους πεθαμένους

δεν ακούγεται πια η φωνή τους μέσα στη φωνή μας

δεν ξέρουμε να κλάψουμε

πώς να φερθούμε ,προς στο θάνατος  και τι να πούμε

 

Στα ουράνια βάραθρα γκρεμοτσακίζονται τα λόγια μας

άδεια χελωνοκαύκαλα

 

VΙ

Εδώ στο συνοικιακό νεκροταφείο

που μαζευτήκαμε να κεραστούμε

καφέ, παξιμαδάκι  και  κονιάκ

για τον αγαπημένο μας που χάθηκε νέος πολύ

εν αρετή  και  θλίψει

και λίγο πριν απιθώσαμε το σώμα του

-το βάρος μιας νεότητας ασήκωτο σα μεταμέλεια… -

η σύναξη ετερόκλητη

φίλοι και συγγενείς εγγύτεροι  και  απώτεροι οι συμμετασχόντες

-σε τι συμμετασχόντες

και ποιοι τώρα οι «εγγύς»  και  ποιοι οι απώτεροι… -

λόγια συμβατικά για τον νεκρό,  τριμμένα κι άλλα που σωπαίνονται

και εγκώμια σε παλιά ελληνικά  όπως συνηθίζεται

«αναλωθείς…»,  «διαπρέψας…»,  «υπερακοντίσας…»

 

Το τελευταίο αυτό με λύγισε

Τι λέξη αλήθεια  και  τι μοίρα

γι’ αυτούς που ξεπεράσανε το στόχο

κι έτσι, υπερακοντίσαντες,  αστόχησαν

 

Τι έγινε η ορμή τους

πού καρφώθηκε το ακόντιο…

Δε μέτρησε η βολή τους τίποτε δεν μέτρησε

 

VΙΙ

Δυστυχισμένε,

γιατί θέλησες τα λόγια σου αμετάκλητα

γιατί δεν φρόντισες τα ίδια αυτά να ’ναι επιδεκτικά ανακλήσεως

και ποικίλων εκφορών

να προσαρμόζονται στο πώς μιλιέται η τέχνη κι όχι η ζωή

-αυτή δε μιλιέται… -

για να μπορείς,  μαζί τους φιλιωμένος,  να κυκλοφορείς

στων αισθημάτων  και  των ιδεών την αγορά

αφού κι εσύ δεν είσαι δα αμετάκλητος…

 

Κι όχι να τ΄ αποφεύγεις τώρα,  να τους κρύβεσαι,

να σου χτυπούν τις φλέβες  και  να λες  «δεν είμαι»

 

Μνησίκακα, μια μέρα θα σ’ εκδικηθούν, σαν λυσσασμένα

σκυλιά θα πέσουν πάνω σου,  θα σε κατασπαράξουν

Στις ερημιές θα διαμελιστείς

 

σ’ αυτό που ήσουν  και  σ’ αυτό  που ειπώθηκες

 

VΙΙΙ

Τιτίβισμα του τίποτε

ήξερες τελικά πώς να επιζήσεις

Δεν μπλέχτηκες εσύ σε οράματα

και σε χαμένες υποθέσεις

ήξερες να φυλάγεσαι περίκομψα

ξέφυγες την αισθητική καταστροφή

 

Έντομο ανθεκτικό της μετατέχνης

ζουζούνι της τεχνολογίας του αισθήματος

χαζοχαρούμενο  και  χαζολυπημένο

διακοσμητικό του ανύπαρκτου

ήξερες τελικά πώς να επιζήσεις

 

-όχι σαν τη δική μου τη φωνή

που πνίγηκε    στο βόγγο του υπαρκτού!..

 

ΙΧ

Το ξέρω,  μ’ έχεις πια στους  «πεθαμένους τίτλους»

Γι’ αυτό ζητώ να βάλεις στον  «Κατάλογο Εκδόσεων»

δίπλα από τα βιβλία μου την ένδειξη  «απεσύρθη»

Το ’χω αυτό το δικαίωμα

-έτσι όπως τελειώνουν κάποτε οι παραστάσεις

και  «κατεβαίνει»  το έργο.

Τέλος πάντων,  διαλύθηκε αυτός ο θίασος της ψυχής μου

 

Άλλες σελίδες ας χαϊδεύουν τώρα στα βιβλιοπωλεία

συνεσταλμένα δάχτυλα  που τους ξεγλίστρησε η ζωή

Κι ας μη ζητούν απ’ τους νεκρούς το ελιξήριο της ποίησης

Δε θα το μαρτυρήσουν

καλέ  μου φίλε, εκδότη νεκροθάφτη!..

 

Χ

Έτσι που τραύλισα το πεπρωμένο μου

με λέξεις ασυνάρτητες

και με την πίκρα του δαφνόφυλλου στα χείλη…

 

Χρησμός είναι το πεπρωμένο

που τον ζητάς και δίνεται απ’ τον ίδιο τον εαυτό σου

για να ξεφύγεις απ’ αυτό που δε θα το ξεφύγεις

για να εννοήσεις  το που δεν θα εννοήσεις

ήγουν λόγος ανοίκειος  και  αποτρόπαιος

που σε αποτρέπει απ’ αυτό που σε παρακινεί

σε σπρώχνει αντίθετα από κει όπου σε σέρνει

κι ο μόνος τρόπος να το εκπληρώσεις είναι να το παραβείς

 

Γι’ αυτό εξορίζεσαι απ’ τον ίδιο εσένα

και πέφτεις στο κοινότοπο

σε ποταπούς βιοτικούς αγώνες

σε δήθεν περιπέτειες  και  άθλους

να λύνεις τάχα αινίγματα  και να σκοτώνεις τέρατα της καθημερινότητας

να πράττεις τα σωστά  και  να  μιλάς τα ασήμαντα

σε αβάσταχτους εξιλασμούς  και ανώφελους

να γονατίζεις για να ζεις

 

Έτσι  κι εγώ που μου έλαχε ή πιο βαριά και μαύρη μοίρα

βρέθηκα να σηκώνω

μια τόσο απίστευτα κοινότοπη ζωή

 

ΧΙ

«Δεν είμαστε ποιητές»  σημαίνει φεύγουμε

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

 

Παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους…

Ε,  λοιπόν, αυτό σημαίνει…

[αποσπάσματα από το ποίημα ΕΤΣΙ ΠΟΥ ΤΡΑΥΛΙΣΑ

στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996]

 

ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

(… τα ονόματά μας πού  και  πού μας βλέπουν στο όνειρο τους…)

…ψυχές περιπλανώμενες  δυστυχισμένες   χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα   Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν  και έντρομα ξυπνούν  κι  ανάβουνε τα παγωμένα φώτα  κι  αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται  και  να φωνάζονται   να νιώσουν έτσι πως υπάρχουν   Γιατί,  πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν να τρέμουν οι ουρανόσκαλες  και να γεμίζει η γειτονιά  λουλούδια   πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε  στης νεραντζιάς τη φλούδα   Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας   δεν θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους   θα ζήσουν μια δική τους ζωή  με άλλες σημασίες σε εξώθυρες  και  εξώφυλλα   βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα  και  δε θα μας ξέρουν   Εμείς χαμένες σημασίες  κι  αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα     [από τη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 – συγκεντρωτικός τόμος ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ Ποιήματα 1949 - 2006]

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2026

ΘΥΜΗΣΟΥ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΟ ΑΛΗΘΙΝΟ ΑΠΟ ΤΟ ΨΕΜΑ

  (… τίποτα πιο γενναίο που να παλεύει την Αλήθεια…) Τίποτα πιο απολέμητο πιο αίμα του αιμάτου απολέμητο     για πάντα   Ω λογισμέ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ