Απολάκτισε επιτέλους του λεκτικού τις λαίμαργες διαθλάσεις,
μη συναρμόζεις
πια φωνήεντα και σύμφωνα,
έβγα στη βρύση
της λαλιάς με ένα τίποτα,
με το ευρύχωρο
βλέμμα σου νοικιασμένο στο θάνατο.
Η σιγή
μεταβάλλει τις λέξεις σε χάπια
που γυροφέρνουν
ανώφελα τον ύπνο
(ΣΠΡΩΧΝΟΝΤΑΣ
ΟΛΟΕΝΑ ΤΟΥΣ ΒΟΡΙΑΔΕΣ
από τη συλλογή
του Νίκου Καρούζου
Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ
ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980
Συγκεντρωτικός Τόμος:
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Β’ 1979 -1991)
Σύμφωνα με τις σύγχρονες θεωρίες του Λόγου
«η Ποίηση δεν γίνεται με ιδέες αλλά με λέξεις»
γι’ αυτό ίσως ποτέ δεν θα μάθουμε
τι είναι στ’ αλήθεια τα Ποιήματα
(φενάκη, φρεναπάτη;
ταραχώδη κύματα;
είναι εκδορές, απλά
γδαρσίματα;):
πολλοί «τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα»,
ο Νίκος Καρούζος τα λέει
«ενθύμια φρίκης».
Για του λόγου το αληθές…
ΤΟΤΕ ΜΕ ΤΙΣ ΤΑΡΑΧΕΣ
(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου
Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ – ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Φόβος και τρόμος: του
αίματος η πρωτοπορία
χασάπικο της ανάσας τα
πλεμόνια μου στην αιθρία
φιλοδώρημα μεταφυσικό η
φαντασίωση
μηρυκάζοντας στη βοσκή μου
δροσερά δευτερόλεπτα
στο θνητό της ημέρας
εικόνισμα: το σούρουπο
όπου τη νύχτα την κλώθει
την εξαναγκάζει σε
φανέρωση πάλι.
Σύννεφα διφορούμενα σαθρά
τ’ ουρανού σκαλαθύρματα
ή φληναφήματα;
στα μάτια σας διαβάτες και
εποχούμενοι
πυροφάνι ασταμάτητα ο
σκοπός -
ανάμεσα σε οπαδούς και
πλειοψηφίες
υποφέρω την άσπιλη κίνηση.
Ζωώδης επάρκεια
υλοφροσύνη σε επίπεδο
ορυκτού;
Μένω άναυδος φλερτάροντας
από ώρα το ξυραφάκι.
Μονότερμα η συμφορά κι η
αλκοόλη ερωτεύεται
στίλβουσα το νευρικό μου
σύστημα
προκαλώντας των κυττάρων
του την αφόρητη έξαψη.
Αχ τι αφλογιστία να
γράφουμε ποιήματα…
Μια μεγάλη θάλασσα στο
τετράγωνο είναι μάλλον ένα πέλαγος
μια μεγάλη θάλασσα στον
κύβο είναι ο βαθυστέναχτος ωκεανός…
Ο μετάλλινος λυρισμός του
γηραλέου αιώνα μας
του μυτερού καιρού μας του
ουρανοξύστη
που νυχτερεύει σε
ακατέργαστο έρωτα διδάσκοντας
ερημία στην έναστρη
γλαφυρότητα της καμπύλης
κι ανεχόρταγα φιλιέται στα
νυχτιάτικα κοιμητήρια
με τη ψηλόφλογη κι
απαρομοίαστη άλγεβρα
τη στιλπνότατη αραπίνα του
Μεσαίωνα –
ο μετάλλινος λυρισμός που
διαφεντεύει τα πλήθη και συνταράζει
το γαλαζοπράσινο ροχάλισμα
των κυμάτων
εκείνος όπου ποτέ δεν την
έμαθε
την αθάμπωτη φωταψία της
ακατάκριτης τίγρης
κάνει χιλιάδες την οργή κι
αμέτρητη τη θλίψη
βρωμίζοντας τη μεγάλη μας
αρχαιότητα: τη θάλασσα
τη λάμπουσα μητέρα της
βιολογίας.
Τι σύνολα συνωστίζονται
στα ευλύγιστα του Νηρέα τα βάραθρα
τι σύνολα διαπρέπουν έρημα
κι αλάλητα
στη μονοκόμματη σιγή στ’
αξήλωτα τα βάθια…
Βλέπεις τον εύοσμο ρυθμό
φιλότητας και έριδας
τον άρρητο ρυθμό που δεν
αλλάζει
μα όμως ούτε που μεινέσκει
μια κατάφορτη στιγμή
στα βρόχια της ασάλευτης
ταυτότητας
έσω κι ένα κοιμισμένο
δευτερόλεπτο
στην ίδια λάμψη την
αλαφρογέννητη
στου γερο-φόβου το
χιλιοσκότεινο κάτεργο
μη στέργοντας το ίδιο
στασίδι –
μακρόσυρτο κι άναυδο
μυστήριο
που ρέπει μ’ άφαντους
χορούς απ’ αναρίθμητα
τραγουδιστά κι αμάντευτα
ηλεκτρόνια
στη μανιώδη κίνηση τη
σκλάβα του νερού με τόσα χρώματα.
Βλέπεις τη φύση και τη λες
Αγνούλα μες στη θάλασσα
την ομορφιά στοχάζοντας
πιότερο δακρυσμένη
τα ερεβώδη γεγονότα δίχως
του προπάτορα πόνου την
αλλόφρονη κραυγή
το άπειρο κοντινότερο στην
οικουμένη.
Βλέπεις τη μάνα τρικυμία
σαν αρχόντισσα
να συναδράχνει τα
δρακόντεια παιδιά της
τα γαλανόστηθα κύματα στον
πόλεμο
τον αναμάρτητο με τ’
άστρα.
Βλέπεις την άσπιλη κι
ατρέμιστη σιγή
σε γάμο στυγερό με τα
ουρλιάσματα
κραδαίνεις ύψη γοερά, την
άσωτη χαρά την καταιγιδα
να τους κερνά τους
κεραυνούς ωσάν
ξεστήθωτες νεράιδες κι
όπως
ο μέγας υετός απ’ του
νερού το βάρβαρο φτεράκισμα,
το λάγνο βροντοκόπι,
ξεθυμαίνει
ηδονικά ραγίσματα στα
λιπόσαρκα σύγνεφα τα ξεθεωμένα
χαρίζουν ένα λιγοστό
γαλάζιο βλαστερής ουρανοφάνειας
προβάλλει σώος ο μουγγός ο
ήλιος ο μαχαιροβγάλτης
και τη μαυρίλα γύρωθε την
κρεουργεί και την πεθαίνει
γιατί είναι αυτός που και
τη νύχτα τη γενέτειρα
την έχει στη δική του
τυραννίδα
την έχει και του τραγουδά
στο βάραθρο
με μια μεγάλη φεγγαρόχαρη
κιθάρα.
Στομώνει ο ύπνος τη ζωή
και την υψώνει ως το θάνατο
τη στεφανώνει μ’ ένα έρημο
στραφτάλισμα του Άδη
κι αν είναι δόξασμα θωριάς
η πικροθάλασσα
κι αν είν’ το πιο
ζωγραφιστό και θείο χασομέρι
καθώς απλώνει τον
αφρόπλαστο χιτώνα της το τίποτα
στα σεμνόχρωμα βράχια τα
ορυχτόζωα
κι αλλάζοντας αμέσως
αθωότητα
πισωδρομίζει στα δικά της
τρυφερά σκοτάδια
σημάδι της αλήθειας τούτης
ας υπάρχει
του ποιήματος ο ήχος.
(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ - ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Η ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ ΠΟΥ ΜΕ ΔΕΡΝΕΙ
(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ - ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
Ίσως να είναι όλα υπέρ του μέλλοντός μου
συμφορές περιπέτειες
υπογραμμίζοντας κάρβουνα.
Βομβούν ελπίδες από
συνήθεια το έμφυτο βιολοντσέλο
συμψάλλει ησυχασμούς
η πρώην κατάσταση νύσσοντας την εύλαλη παννυχίδα.
Τιτρώσκει ο δυόσμος
εκτεταμένος την άγουρη μύτη μου
στρατευμένη είπα πως είναι
κι η αράθυμη
λάμψη του αστραπόβροντου
φθεγγόμενος νιρβάνα στο μεγάλο
τιγάνι
τέτοιες οι μείζονες
αιωνιότητες
αμφιεσμένος με άνθηση από
νεολιθικά κεφάλαια
φρενοβλαβείς ιεροδιάκονοι
χρωματιστοί που
θυμιατίζουν ενοράσεις
και η αττική σύνταξη
ολωσδιόλου έκπληκτη τα ’χει χάσει
μέσα στο βοερό Βυζάντιο
αμαυρώνοντας ακατόρθωτα
του θανάτου την ευκρίνεια.
Οι μέλισσες που φεύγουν
τον καπνό δίχως καθόλου
να συλλογιούνται την
πραότητα
της ευανάγνωστης καρδιάς
την τόσο αγαπητική
κι ατάραχτη καύση
καθώς οι ερωτιάρηδες
Ελλάμψιμοι καταφλεγόμενοι
στα κορφοβούνια λησμονούν
τη θράκα τους
τέχνη είναι η συγκίνηση
που σε τινάζει πάντα στον αέρα.
ΠΑΥΣΙΠΟΝΟΝ
Το βλέμμα φτάνει άνετα στη
Λισαβόνα
έχω σχεδόν αποδημήσει στα
εναύσματα
θα ’θελα να σου επιστρέψω
την αφή σου
χαρίζοντας σου και τα δικά
μου δάχτυλα
μνημονεύουμε μυστήριο:
μνημονεύουμε ηλιθιότητα,
μα εμένα
με φρουρεί η εναρθροσύνη
το τρίγωνο εμπαίζει κι
αυτό τα ανύπαρχτα
ουράνια συνεχώς με τρία
ύψη
δευτερεύοντες άγγελοι
διαρκώς συστρέφονται
στον ύπνο πετυχαίνουμε το
σοσιαλισμό μας.
Κουφάλογο – αυτή ’ναι – η
αδιόρατη καλοσύνη
χασμουρητό του έαρος
μυωπική νοσταλγία.
Είμαι ακέραιος ωσάν του
Αγίου Πάνθηρα τα σαγόνια
κοιτάζοντας απ’ τη γαλάζια
κλειδαρότρυπα
τις λινές του Ιησού
βλεφαρίδες που ο άνεμος
με τον αντίχειρα
ξαναχαϊδεύει σήμερα
στα ανεπρόκοπα βράχια της
χαμηλόφωνης Ιουδαίας.
Οσμίζομαι καταιγίδα στο
έπακρο
μα η καρδιά μου απουσιάζει στ’ αγριολούλουδα.
ΘΕΡΙΝΑ
ΚΡΙΤΗΡΙΑ
Ζούμε απ’ το μέλλον τη
σύγχρονη υπερένταση της Ιστορίας
τον Άξεστο Φασουλή που
κρέμεται στο παλκοσένικο ένθεος
από ταχύτατες κλωστές
αφάνταστα θρησκευτικές κι ασυμπόνετες-
το χειροποίητο λεξιλόγιο
της Συνταραχτικής:
εμπειρία όπου αμνηστεύουμε
ειδύλλια διαμελισμένα
η αφερέγγυα οικειότητα της
υπάρξεως
που ονομάζουμε κάλλος ή
θεοφοβούμενη λησμοσύνη
πολύχορδη ιατρική
πολυτέλεια.
Η ελπίδα μου σώπασε ώ
Πολύμνια
δίχως θέαση το Απόλυτο
λιμοκτονεί μα η ώρα του θα ’ρθει
ωσάν ορμητική βλάβη της
αντικειμενικότητας.
Χρήσιμο αναβλύζει από το
άχρηστο
Προφορική είναι πάντα η
αλήθεια, τα γραφτά μας
αποκοπτόμενα με του
αστάθμητου
το αυθεντικό πολύφωνο ψαλίδι.
(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ - ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
ΔΕΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΘΡΗΝΗΣΩ ΤΙΠΟΤΑ
(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ – ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ
1980)
Η κατασπάραξη του νου με
συναρπάζει
κι αυτό εγώ το λέω exercitium aeternitatis
Τρέφομαι από κάποιαν
απόγνωση γιομάτη αμάθεια
στον άνεμο χτυπιέται ωσάν
ακούραστο φυλλαράκι
/κάποτε με αυτά μου τα
επίθετα οφείλω να τερματίσω /
κατασκευάζω βλέμματα δίχως κανένα οπτικό πεδίο
στην άκρη κάθονταν τυφλές
με μια Σύνοψη η Φούλα
η αθάνατη Κάστρου κι ο
αλειτούργητος Μοσκιός
/αρχίσαμε πάλι τις άκαρπες
θλιβερές κωδωνοκρουσίες/
τιμώντας το έγκλημα
ευλαβικά στις τέσσερες διαστάσεις.
Κάποιος τώρα στην Κεϋλάνη
ξεπαρθενεύει τη θυγατέρα του
την έχει τούτη τη στιγμή
από κάτω απ’ τα σκέλια του
την αρπάζει απ’ τους ώμους
τη θέλει σ’ όλο της το βάθος
κανένα φίλημα στο στόμα η
όψη του τινάζει
κάτι τρομερές φλογάρες
τη φωτιά της οντότητας που
φτωχαίνουν επιμένοντας.
Κάποιος άλλος, πάλι στην Κεϋλάνη, προσεύχεται
τυλιγμένος αθόρυβα
μ’ ένα κίτρινο ράσο που το
ύφανε το μειδίαμα του Βούδδα.
Η ζωή μας προτρέπει
σταθερά να το ρίξουμε στα ανέκδοτα!..
ΟΝΟΜΑΣΙΑ
Στον εαυτό μου ξαναβρέθηκα
απόψε
θρυμματισμένο βροχερό
γειτόνεμα οπτασίας.
Πίνοντας αγνάντια στο
ανισόρροπο φεγγάρι.
Σωπασμένη μέσα μου η ταυτολογία
κι η αντίφαση που
εξολοθρεύει την πραγματικότητα.
Ίσως έπρεπε να πουλήσω
αύριο
το μουλιασμένο στην πίκρα
μαργαριτάρι.
Του νερού ξενιτιά
τρεχάμενη χωρίς αχνάρι.
Πάρε στην τύχη βότανο και
φρούρησέ το
σαν ένα τελευταίο αόμματο
νόημα
σε σμαράγδινους όρθρους από νερολούλουδα.
Η νύχτα είναι καμωμένη για
να λυπόμαστε κατάκαρδα.
Χνούδι δεν έχει ο θάνατος
η μόνη μαθηματική αρχή μας
μυστήρια δεν σκαμπάζει
μηδέ χάμουρα
χρειάστηκε ποτέ στην άδοξη
φοράδα του.
Τι να διαλέξω κύριε
νομάρχα συνέχεια χρεμετίζοντας;
Νεφέλες που κρεμάστηκαν
απ’ τη δόνηση του θείου
δεν άφησαν ενθύμια: τις
άδειες νεκροκεφαλές τους
κι αναπλάθουν ένα-ένα τα
βαρβαρικά τους μόρια
κοροϊδεύοντας / αναγκαία
κι αυτή η μετοχή / τα θηκάρια
την άφαντη στατιστική
δυνατότητα.
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ
ΟΡΓΑΝΟ
Είμαι βαθιά ηλίθιος αλλά
δεν έχω κλειστοφοβία
σαλτάροντας απ’ τη βρώση
κι απ’ την πόση
στο Ένα τον ακέραστο αριθμητικό μας μύθο
ψυχαγωγία η χοϊκότητα μα η
όραση
γιγάντιος ισχυρισμός που
αναθάλλει
η τσιμουδιά στα σωματίδια.
Είμαι θαυμάσιος ηλίθιος
όπως το αεροπλάνο
ξεσχίζοντας όμως ανοικτίρμονα τις εκνευρισμένες αποστάσεις
κι ακόμη
ξεκοκαλίζοντας τις
επηρμένες λύσεις
χωρίς να βλέπω καν τα
κοπιώδη προβλήματα
ΟΙ
ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΤΡΑΧΥΤΗΤΑΣ
Διστάζουμε να νυχτώσουμε
στην άβαφη αυταπάτη της γλώσσας
καθίζοντας απαλά στα
γόνατά μας τους τόσο λυγμικούς φθόγγους
με ταξιδιάρικα λιγδωμένα
και απλήρωτα, φληναφήματα-δώρα
λίγο στυγνά μονοσύλλαβα
εκθρονίζουν ένα ξεγυρισμένο εκατομμύριο
φράσεις πολυθόρυβες
φιλάρεσκα ηχοληπτικές
τείνοντας ολοένα προς το
όνειδος του Ριχάρδου του Τρίτου
μηχανισμός με κουνελίσια
εγγλέζικα
στην αιχμή της μεγάλης
μεσημεριάτικης κυκλοφορίας
φεύγει ένα τερπνό φωνήεν
απ’ τη διάβαση
πάει να κάνει έρωτα στην άλλη
άκρη της νευροπάθειας
ω Άννα Ψυχολογία του Ύψους
με βασιλιάδες υετούς που
δε σκυλεύουν το κούτελό σου
στάσου βρε άνθρωπε τι τα
θέλεις τα ονείρατα
πέρνα τώρα που έχει ανάψει
το πράσινο κι αλλάζει γρήγορα
η μικροσκοπική
πραγματικότητα η γιγαντιαία στύση
θα καλέσουμε όπως είπαμε
το Σάββατο τη φαγώσιμη Λαίδη Μάκβεθ -ε;
να μας παίξει φόνους από
μουσική στο μισόφωτο
με ουίσκι και γλυκές
κιθάρες που λέγαμε και εμείς οι έλληνες
αυτή που διώχνει τους
βολβούς απ’ τα μάτια της
κι απομένουν οι άσεμνες
κόγχες περίσσευμα της ανατομίας.
Μήπως δεν ήπιανε κρασί με
τον παμπόνηρο Ίακχο
αγγίζοντας φαιδρά
μακιγιαρίσματα τη μαύρη Κυρία με τα δάχτυλα
σουίτες παρτίτες και δειλές παρτιτούρες.
ΑΝΤΙ-ΝΕΦΕΛΩΜΑ
Η σιωπή δεν είναι λευτεριά
η σιωπή
δεν είναι αιχμαλωσία
η σιωπή δεν είναι δωρεά η
σιωπή
δεν είναι ιδιοκτησία
η σιωπή είναι ένα καναρίνι
στο μικρόφωνο
η σιωπή είναι ντελάλης από
στάχτη
κάθε ρυάκι της κραυγάζει
πως μονάχα η σιγή μιλιέται
κάθε στιγμή της
χαστουκίζει τα ρολόγια
καταρρέουν ελατήρια ο
καιρός παξιμάδια και βίδες
η σιωπή περιπαίζει τα
αδιέξοδα
η σιωπή δεν κατάγεται από
την Κίνα η σιωπή
τη γλώσσα της φασκιώνει με
συνταχτικό και κανόνες
αναπαύεται στα ανώμαλα
ρήματα ερωτεύεται επιρρήματα
στους ρήτορες όπου σείουν
τα μπαλκόνια συσσωρεύεται
πηγαίνει τις Κυριακάδες
στην εκκλησία για να ψάλει
συχνά τηγανίζει πατάτες
τα τύμπανα δικά της είναι
οι γενετήσιοι
σπασμοί της αγάπης
τα ουρλιάσματα των
γυναικώνε στα μαιευτήρια
όλα τα κλάματα δικά της
είναι κι όλα τα ξεφαντώματα
μα όμως τι όλεθρος
η σιωπή δε βρίσκει πουθενά
το όνομά της
(από τη συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ - ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980)
ΤΙΡΥΝΘΑ
Δεν πήγα παραπέρα από την
άτρωτη θωριά της λησμοσύνης
μεινέσκοντας απάτητος
όρθος ανάμεσα σε παντέρημο δάσος
μ’ αγρίμια μ’ αγριμάκια
στοχασμούς
εβγαίνοντας από το έρεβος
με ασήκωτο ξύπνημα
ωσάν κεράσι βλέποντας στο
ηλλιόβγαλμα το μυαλό μου
ζουληγμένο απ’ του ύπνου
την πατούσα
την ομορφιά λογαριάζοντας
εκείθε στο λιθόστρωτο
την ομορφιά των
σκουπιδιώνε δεξιά μου.
Μα όμως τώρα κάτι σπάζει
τη συνέχεια
είναι ένας γάιδαρος
πολύφθογγος που σαν ψαλμός σχηματίζει
την άχραντη εικόνα του σε
βαθιά δευτερόλεπτα
οπού ρεμβάζει αχνίζοντας
αντίκρυ σ’ άρρωστο πέλαγος
από ’να ύψος ατάραχο με
άκακους βράχους.
Κι ωστόσο είμαι σήμερα
στην Τίρυνθα
με το όνομα επισκέπτης
αναπνέοντας ολομόναχος την
κοίμηση στα κυκλώπεια τείχη.
Χρόνος και χώρος τον έρωτα
τον έχουν επάγγελμα.
Τώρα τι κάνω την όραση;
Βλέπω μιαν όμορφη γερμανίδα
με δυνατό βοριά χαρισμένο
ανάγλυφα στα κωλομέρια της.
Το κυπαρίσσι κόβοντας το
χαύνο πέλαγος στη μέση
-ποιο πέλαγος όμως;-
προσφέρει θάλλει έντομα
βουίσματα θηριωδίες.
Μαβιά να ’ναι τα σπλάχνα
μου; -δεν το ’χω περιέργεια.
Μα είπα: πότε τάχα να την
άναψε την κόλαση
ο θεός, με τη κούτσουρα,
τι δάση;
Μάλλον –αποκρίθηκα
βέβαιος- με οδοντογλυφίδες.
Μιλώ και λέω τ’ όνειρο πως
είναι ο κρεουργός του ύπνου
δεν είναι του θανάτου το
αντίδοτο.
Ενθάδε κείται νύχτα
παλλακή γιομάτη εγγαστρίμυθους.
Η καύτρα στο τσιγάρο μου
με κόκκινο ιδρύει το σκοτάδι
το ξέρω πως η λέξη σκοτάδι
δεν υπάρχει στο σκοτάδι
μητέρα της είναι η καύτρα
/δρακοντόσχισμα!..
MORTEL ΑΠΟ ΣΥΝΕΣΗ
Δεηθώμεν.
Ακούγεται πιάνο βιαστικό.
Θα σας δώσω και δοκίμια
μην κάνετε έτσι…
Τρελός πεθάνω λογικός
πεθάνω
δεν είναι το ίδιο;
Ποτέ δεν φτούρησε η
διάνοια και
η γλαφυρή σοβαρότητα
στη θεόπνευστή μου
επικαρπία εμένα.
Γλώσσες λαλιές και ρήματα
θα πάθετε λαχτάρα στην
άγρια νεόνυμφη σιγή μου
θα σκουληκιάσουν οι
φιλόδοξοι ήχοι
και θ’ απομείνει λίγο
κάτουρο μονάχα
στα απονεκρωμένα σκέλια
σας.
Του Αγίου Επιθέτου
Δεηθώμεν.
ΓΙΑ ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΡΟΟΡΙΖΕ Η ΑΝΟΙΞΗ
(…να κερδίζω τέρματα στον τελικό των
αγριολούλουδων…)
Δεχθείτε με επιτέλους ως έναν
όπως έλεγα προηγουμένως ηλίθιο. Γενικά
δεν υπάρχω κι ας βράζει το αίμα μου παρόλη την κακοκαιρία στο έργο του Strindberg. Ωσάν -: είναι αυτή η έσχατη λεκτική μου θνησιμότητα. Χρυσάνθεμα από στήθους και άμφια στο αρχείο
του αχυρώνα. Χτες ήτανε; Προχτές ίσως; Πιάνω στον ύπνο μου κάτι στίχους
αναντίρρητους με διαβολεμένο οξύ και προικώα συλλαβικά θέλγητρα. Είπα για μια στιγμή να σηκωθώ απ’ το κρεβάτι
και να τους αλλάξω φθαρτότητα: να τους
αδειάσω με ένα κερένιο κύπελλο απ’ την τόσο γαιώδη στάμνα της μνημοσύνης απάνω
στου χαρτιού την αυτάρεσκη λευκότητα. Να
τους αφήσω εκεί να νυμφεύονται τις πιο βαγνερικές μου ώρες. Την άλλη μέρα όταν αφυπνίστηκα, πολύ πρωί για
μένα, η ώρα εννέα - με ξύπνησε ένα επίμονο στα κουδουνίσματα τηλεφωνικό λάθος. «Φαρμακείο εκεί;» «Τι αριθμό πήρατε;» αποκρίθηκα, «εδώ είμαι εγώ κατά πάσα πιθανότητα, μήπως έχετε έτοιμη την ακτινογραφία;» «Όχι», λέει η άλλη φωνή «δεν κατορθώσαμε την απεργία». Την άλλη μέρα δε θυμόμουνα τους υπνογέννητους
στίχους κι άρχισα να στεναχωριέμαι. Αν
ξέρατε πόσο τα ’χω βαρεθεί τα πενθήματα… Σουτάρω, τότε, από μεγάλη απόσταση. Κι όχι
μόνο αυτό. Γελώντας αισθάνθηκα πως
αποβαίνω συμπαθέστερος. Δεν εχτίμησα
ποτέ την ιερόδουλη γραμματική και τα νοσήλεια του συνταχτικού δεν είμαι εγώ,
βέβαια, οπού πρέπει να τα πληρώσω… Για άλλα με προόριζε η Άνοιξη: να κερδίζω τέρματα στον τελικό των
αγριολούλουδων, αγκαλιάζοντας την
Κορντέλια!.. [ΤΥΦΛΗ ΑΠΟΚΡΟΥΣΗ από τη
συλλογή του Νίκου Καρούζου Ο ΖΗΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗ ΣΧΕΤΙΚΟΥ ΜΕ ΠΑΡΟΡΑΜΑΤΑ 1980
Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2026

