Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΕΝΟΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ – ΤΟΝ ΠΛΑΤΥ ΔΕ ΓΝΩΡΙΣΑ ΠΟΤΕ

 (…αν ήταν ίσως μια φορά μονάχα  τότες

που σε φιλούσα κι άκουα θάλασσα… (Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ)

H Μαρία Νεφέλη λέει:

Είναι πριν τον γνωρίσεις που αλλοιώνει ο θάνατος

από ζώντας με τις δαχτυλιές του επάνω μας

ημιάγριοι το μαλλί αναστατωμένο σκύβουμε

χειρονομώντας πάνω σ’ ακατανόητες άρπες. Αλλά

ο κόσμος φεύγει…

Άι άι δυο φορές το ωραίο δεν γίνεται

δε γίνεται η αγάπη.

 

Κρίμας κρίμας κόσμε

σ’ εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί

και κανείς κανείς δεν έλαχε

δεν έλαχε ν’ ακούσει ακόμη

καν φωνήν αγγέλων και υδάτων πολλών

καν εκείνο το «έρχου» που σε νύχτες αϋπνίας μεγάλης ονειρεύτηκα

 

Εκεί εκεί να πάω σ’ ένα νησί πετραδερό

που ο ήλιος το λοξοπατάει σαν κάβουρας

κι όλος τρεμάμενος ο πόντος ακούει κι αποκρίνεται.

 

Πάνοπλη με δεκάξι αποσκευές με sleeping bags και χάρτες

πλαστικούς σάκκους κοντάμετρα και τηλεοπτικούς φακούς

κιβώτια με φιάλες μεταλλικό νερό

κίνησα –δεύτερη φορά- και τίποτα.

 

Κιόλας η ώρα εννιά στον μόλο της Μυκόνου

έσβηνα μες τα ούζα και στα εγγλέζικα

θαμώνας ενός ουρανού ελαφρού όπου όλα

τα πράγματα βαραίνουν δυο φορές το βάρος τους

ενώ τεντώνεται από τα άστρα ο λώρος

να κοπεί και χάνεται…

 

Κοιμήθηκα όπως μόνον μπορεί να κοιμηθεί κανείς

πάνω σ’ ένα κρεβάτι που το ζέσταναν οι ράχες άλλων

βάδιζα λέει σε παραλία ερημική

όπου η σελήνη αιμορραγούσε και δεν άκουγες παρά

του ανέμου τα πατήματα πάνω στα σάπια ξύλα.

Ω το γόνατο μες στα νερά πήρα να φέγγω

από μέσα μου μεράκι αλλόκοτο

άνοιξα τα πόδια

σιγά-σιγά τα σπλάχνα μου άρχισαν

μωβ κυανά πορτοκαλιά να πέφτουν

με στοργή σκύβοντας τα ’πλενα ένα ένα

προσεκτικά προπάντων στα σημεία που έβλεπα

να ’χουν αφήσει ουλές οι δαγκωνιές του Αόρατου.

 

Ώσπου τα μάζεψα όλα στην ποδιά μου

δίχως να βηματίσω προχωρούσα

φυσούσε η μουσική και μ’ έσπρωχνε

κομμάτια θάλασσας εδώ – κομμάτια θάλασσες πιο πέρα.

Θε μου πού πάει κανείς όταν δεν έχει μοίρα

πού πάει κανείς όταν δεν έχει αστέρι

άδειος ο ουρανός άδειο το σώμα

και μόνο η πίκρα στρογγυλή γεμάτη

μες τη σελήνη τη μισή σαλεύοντας τ’ αγκάθια της

ένας ακόμη που δεν γίνεται ποτέ να πιάσεις

θηλυκός αχινός.

 

Επάνω κει ξύπνησα μες στο ξένο σπίτι

πασπατεύοντας μες στα σκοτεινά το χέρι μου

πάνω στο ψαλιδάκι των νυχιών έβρισκε την αιχμή.

Λύση της συνεχείας του δέρματος

η αιχμή λύση της συνεχείας του κόσμου.

Εδώθε ο χαμός – εκείθε η σωτηρία.

Εδώθε το mercurochrome το tensoplast

εκείθε το θηρίο λυμαίνοντας τις ερημιές

ουρλιάζοντας δαγκάνοντας

σούρνοντας μέσα στους καπνούς τον ήλιο.

(ΠΑΤΜΟΣ  από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, Ίκαρος 1978)

 


 

Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ  

(από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, Ίκαρος 1978)

Και ο Αντιφωνητής:

Κι είναι από τότες λέω – είναι η ίδια η θάλασσα

φτάνοντας μες τον ύπνο μου που ’φαγε την σκληρή την πέτρα

κι άνοιξε τ’ αχανή διαστήματα. Λόγια που έμαθα

σαν περάσματα ψαριών πράσινα

με γαλάζια κιμωλία χαρακωμένα

παραμιλητά που ξυπνητός ξεμάθαινα

και πάλι κολυμπώντας ένιωθα κι ερμήνευα

Ιωάννης των ερώτων

μπρούμυτα

στις κουβέρτες κρεβατιού επαρχιακού ξενοδοχείου

με το γλόμπο γυμνό στην άκρη από το σύρμα

και τη μαύρη κατσαρίδα σταματημένη πάνω απ’ τον νιπτήρα.

Προς τι προς τι να ’σαι άνθρωπος

ο βαθμός της πολυτέλειας μες στο ζωικό βασίλειο

τι μπορεί να σημαίνει

εξόν κι αν έχει ώτα ακούειν

μη φοβού α μέλλεις πάσχειν.

 

Εγώ δεν φοβήθηκα

εγώ διόλου ταπεινά όμως υπέμεινα

εγώ τον θάνατο είδα τρεις φορές

εγώ με διώξανε απ’ τις πόρτες έξω.

 

Αν έχεις ώτα ακούειν. Εγώ άκουσα

βουή σαν από πελαγίσιον κόχυλα

και στρέφοντας μέσα στο φως άξαφνα είδα

τέσσερα μελαψά στην όψη αγόρια

όπου φυσούσαν κι έσπρωχναν έσπρωχναν κι έφερναν

κομμάτι γης στενό ζωσμένο στην ξερολιθιά

όλο-όλο εφτά ελαιόδενδρα

κι ανάμεσό τους γέροντας έμοιαζε βοσκός

το πόδι του ξυπόλυτο πάνω στην πέτρα.

 

«Εγώ είμαι» μου είπε «μη φοβάσαι

κείνα που ’ναι γραφτό να πάθεις».

Και το χέρι το δεξί τεντώνοντας

μου ’δειξε μες την απαλάμη του τα εφτά βαθιά χαράκια:

«Τούτες είναι οι θλίψες οι μεγάλες

κι αυτές θα γραφτούν στο πρόσωπό σου

όμως εγώ θα σου τις σβήσω με το ίδιο τούτο χέρι

που τις έφερε».

 

Και μεμιάς πίσω απ’ το χέρι του είδα –φάνηκε

συρφετός πολλών αλαλιασμένων από τρόμο ανθρώπων

όπου φώναζαν κι έτρεχαν έτρεχαν κι έσκουζαν

«Ιδού έρχεται ο Αβαδδών ιδού έρχεται ο Απολλύων».

Ένιωσα ταραχή μεγάλη κι όργητα

με κυρίεψε. Αλλ’ ο ίδιος συνέχισε:

«Κείνος που αδίκησε ας αδικήσει ακόμη. Κι ο βρωμιάρης

ας βρωμίσει περισσότερο. Κι ο δίκαιος

πιο δίκαιος ας είναι». Κι επειδή αναστέναξα

με γαλήνη απέραντη άπλωσε το χέρι

αργά πάνω στο πρόσωπό μου

κι ήταν γλυκύ σαν μέλι αλλά πικράθηκαν τα σωθικά μου.

 

«Δει σε πάλιν προφυτεύσαι επί λαοίς και εθνεσι

και γλώσσαις και βασιλεύσι πολλοίς»

είπε και βγάζοντας λευκές φωτιές έσμιξε με τον ήλιο.

 

Τέτοιο το πρώτο μου όνειρο που ακόμη

να το χωρίσω απ’ τις φωνές της θάλασσας

και να το σώσω καθαρό δε γίνεται.

Δε γίνεται μέσα στα λόγια τ’ όνειρο.

Το ψέμα μου είναι τόσο αληθινό

που ακόμη καιν τα χείλη μου.

[Οδυσσέας Ελύτης, από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

 

ΧΑΡΑΞΟΥ ΚΑΠΟΥ ΜΕ ΟΠΟΙΔΗΠΟΤΕ ΤΡΟΠΟ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΠΑΛΙ ΣΒΗΣΟΥ ΜΕ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ  (Η Μαρία Νεφέλη λέει…)

(…Και ο  ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ: είναι διγαμία ν’ αγαπάς και να ονειρεύεσαι…)

H Μαρία Νεφέλη λέει:

Μέρα τη μέρα ζω - πού ξέρεις αύριο τι ξημερώνει.

Το ’να μου χέρι τσαλακώνει τα λεφτά και τ’ άλλο μου τα ισιώνει.

 

Βλέπεις χρειάζονται όπλα να μιλάν στα χρόνια μας τα χαώδη

και να ’μαστε και σύμφωνοι με τα λεγόμενα «εθνικά ιδεώδη»

 

Τι με κοιτάς εσύ γραφιά που δεν εντύθηκες ποτέ στρατιώτης

 η τέχνη του να βγάζεις χρήματα είναι κι αυτή μία πολεμική ιδιότης

 

Δε πα ’να ξενυχτάς – να γράφεις χιλιάδες πικρούς στίχους

ή να γεμίζεις με συνθήματα επαναστατικά τους τοίχους

 

Οι άλλοι πάντα θα σε βλέπουν σαν έναν διανοούμενο

και μόνο εγώ που σ’ αγαπώ: στα όνειρά μου μέσα έναν κρατούμενο

 

Έτσι που αν στ’ αλήθεια ο Έρωτας είναι καταπώς λεν

«Κοινός Διαιρέτης»

εγώ θα πρέπει να ’μαι  η Μαρία Νεφέλη  κι  εσύ  φευ  ο Νεφεληγερέτης

 

ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΦΤΑΝΕΙΣ ΠΙΟ ΣΥΝΤΟΜΑ ΟΠΟΥΔΗΠΟΤΕ

(… μόνο που ’ναι πιο δύσκολο…)

Κι από τη φύση…

Αλλά θέλει να ξέρεις  να της αφαιρέσεις

την αγκίδα της… )

 

Και ο Αντιφωνητής:

 

Α τι ωραία να ’σαι Νεφεληγερέτης

(…να γράφεις σαν τον Όμηρο εποποιίες στα παλιά παπούτσια σου

να μην σε νοιάζει αν αρέσεις ή όχι

τίποτε…)

Απερίσπαστος νέμεσαι την αντιδημοτικότητα

έτσι, με γενναιοδωρία, σαν να διαθέτεις

νομισματοκοπείο και να το κλείνεις

ν’ απολύεις όλο το προσωπικό

να κρατάς μια φτώχεια που δεν την έχει άλλος κανείς

εντελώς δική σου.

Την ώρα που μες τα γραφεία τους απεγνωσμένα

κρεμασμένοι απ’ τα τηλέφωνά τους

παλεύουν για’ να τίποτα οι χοντράνθρωποι

ανεβαίνεις εσύ μέσα στον Έρωτα

καταμουτζουρωμένος αλλ’ ευκίνητος

σαν καπνοδοκαθαριστής

κατεβαίνεις απ’ τον Έρωτα έτοιμος να ιδρύσεις

μια δική σου παραλία

 

χωρίς λεφτά

 

γδύνεσαι όπως γδύνονται όσοι νογούν τ’ αστέρια

και μ’ οργιές μεγάλες ανοίγεσαι να κλάψεις ελεύθερα…

[κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, Ίκαρος 1978 εφημερεύουν σήμερα στο ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ μου ]

 

ΟΤΑΝ ΑΚΟΥΣ ΑΕΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΓΑΛΗΝΗ ΠΟΥ ΒΡΙΚΟΛΑΚΙΑΣΕ  (Μαρία Νεφέλη)

(και ο Αντιφωνητής) ΑΝ ΔΕΝ ΣΤΗΡΙΞΕΙΣ ΤΟ ΕΝΑ ΣΟΥ ΠΟΔΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗ ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙΣ ΝΑ ΣΤΑΘΕΙΣ ΕΠΑΝΩ ΣΟΥ

Η ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ ΛΕΕΙ:  η αιχμή λύση της συνέχειας του κόσμου.  Εδώθε ο χαμός – εκείθε η σωτηρία.   Εδώθε το mercuchrome    το tensoplast   εκείθε το θηρίο λυμαίνοντας τις ερημιές  ουρλιάζοντας   δαγκώνοντας       ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ: Τέτοιο το πρώτο μου όνειρο  που ακόμα ναν το χωρίσω απ’ τις φωνές της θάλασσας  και  να το σώσω καθαρό δε γίνεται.   Το ψέμα μου είναι τόσο αληθινό   που ακόμη καιν τα χείλη μου   (αποσπάσματα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ 1978

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2026

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

ΡΟΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ ΜΑΚΡΙΝΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ, ΠΑΡΑΣΤΑΘΕΙΤΕ ΜΟΥ

 Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα

και τα δαιμονικά του κόσμου τούτου.

Έχω πει στην αγάπη «γιατί»

και την έχω κυλήσει στο πάτωμα.

Έγιναν οι πολέμοι και ξανάγιναν

και δεν έμεινε ούτε ένα κουρέλι

να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματά μας

και να το λησμονήσουμε.

Ποιος ακούει;    Ποιος άκουσε;

Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας;

Ένα κορμί μου μένει και το δίνω.

Σ’ αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα ιερά,

όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλίπες.

Και σ’ αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ

από θάλασσα κι από κολύμπι…

[Οδυσσέας Ελύτης, από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

 


Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Μαρία Νεφέλη:

Περπατώ μες στ’ αγκάθια μες στα σκοτεινά

σ’ αυτά που είναι να γίνουν και στ’ αλλοτινά

κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα

τα νύχια μου τα μοβ σαν τα κυκλάμινα

 

Αντιφωνητής:

Παντού την είδα. Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει στο κενό. Ν’ ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά γκαμπαρντίνα. Μπρος από βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε. Και στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της. Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή κι ωραία. Μ’ αν της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου. Σα να γίνεται κάτι αλλού  –που μόνο αυτή τ’ ακούει και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφιχτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.

 

Μαρία Νεφέλη:

Τίποτα δεν κατάλαβε. Όλη την ώρα μου ’λεγε «θυμάσαι;» Τι να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα. Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα  – πώς να το πω: απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα – κει που δεν το περίμενα καθόλου. Έλεγα «μπα θα συνηθίσω». Κι όλα γύρω μου έτρεχαν. Πράγματα κι άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν - ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά φαίνεται το παράκανα. Επειδή – δεν ξέρω – κάτι παράξενο έγινε στο τέλος. Πρώτα έβλεπα το νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος. Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή. Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει…

 

Αντιφωνητής:

«Γιατί δε θάβουν τους ανθρώπους όρθιους σαν Μητροπολιτάδες»; - έτσι μου ’λεγε. Και μια φορά, θυμάμαι, καλοκαίρι στο νησί, που γυρίζαμε όλοι από ξενύχτι, ξημερώματα, πηδήσαμε απ’ τα κάγκελα στον κήπο του Μουσείου. Χόρευε πάνω στις πέτρες και δεν έβλεπε τίποτα.

 

Μαρία Νεφέλη:

Έβλεπα τα μάτια του. Έβλεπα κάτι παλιούς ελαιώνες.

Αντιφωνητής:

Έβλεπα μιαν επιτύμβια στήλη. Μια κόρη ανάγλυφη πάνω στην πέτρα. Έμοιαζε λυπημένη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.

Μαρία Νεφέλη:

Εμένα κοίταζε, το ξέρω, εμένα κοίταζε. κοιτάζαμε κι οι δυο την ίδια πέτρα.

Αντιφωνητής:

Ήταν ήρεμη και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί.

Μαρία Νεφέλη:

Ήτανε καθιστή. Κι ήτανε πεθαμένη.

Αντιφωνητής:

Ήτανε καθιστή και κρατούσε στη χούφτα της ένα μικρό πουλί. Δεν θα κρατήσεις ποτέ σου ένα πουλί εσύ – δεν είσαι άξια!

Μαρία Νεφέλη:

Ω, αν μ’ αφήνανε, αν μ’ αφήνανε.

Αντιφωνητής:

Ποιος να σ’ αφήσει;

Μαρία Νεφέλη:

Αυτός που δεν αφήνει τίποτα.

Αντιφωνητής:

Αυτός, αυτός που δεν αφήνει τίποτα

κόβεται απ’ τη σκιά του κι αλλού περπατά.

Μαρία Νεφέλη:

Είναι τα λόγια του άσπρα κι είναι ανείπωτα

κι είναι τα μάτια του βαθιά κι ανύπνωτα…

Αντιφωνητής:

Μα ’χε πάρει όλο το πάνω μέρος απ’ την πέτρα. Και μαζί με αυτή και τ’ όνομά της

Μαρία Νεφέλη:

ΑΡΙΜΝΑ… σα να τα βλέπω ακόμη χαραγμένα τα γράμματα μέσα στο φως… ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ…

Αντιφωνητής:

Έλειπε. Όλο το πάνω μέρος έλειπε. Γράμματα δεν υπήρχανε καθόλου.

Μαρία Νεφέλη:

ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ… εκεί, πάνω σ’ αυτό το ΕΛ η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.

Αντιφωνητής:

Στ’ όνειρό της φαίνεται θα το ’χε δει κι αυτό για να το θυμάται.

 

Μαρία Νεφέλη:

Στ’ όνειρό μου, ναι. Σ’ έναν ύπνο μεγάλο που θα ρθει κάποτε όλο φως και ζέστη και μικρά πέτρινα σκαλιά. Θα περνάνε στο δρόμο αγκαλιασμένα τα παιδιά όπως σε κάτι παλιές ταινίες ιταλιάνικες. Από παντού θ’ ακούς τραγούδια και θα βλέπεις πελώριες γυναίκες σε μικρά μπαλκόνια να ποτίζουν τα λουλούδια τους.

 

Αντιφωνητής:

Ένα μεγάλο θαλασσί μπαλόνι θα μας πάρει τόσο ψηλά, μια-δω, μια-κει, θα μας χτυπά ο αέρας. Πρώτα θα ξεχωρίσουν οι ασημένιοι τρούλοι, κατόπιν τα καμπαναριά. Θα φανούν οι δρόμοι πιο στενοί, πιο ίσιοι απ’ ό,τι φανταζόμασταν. Οι ταράτσες με τις κάτασπρες αντένες για την τηλεόραση. Και οι λόφοι ένα γύρο κι οι χαρταετοί – ξυστά θα περνάνε από δίπλα τους. Ώσπου κάποια στιγμή θα δούμε όλη τη θάλασσα. Οι ψυχές επάνω της θ’ αφήνουν μικρούς λευκούς ατμούς.

 

Μαρία Νεφέλη:

Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα βουνά τα μαύρα και τα δαιμονικά του κόσμου τούτου. Έχω πει στην αγάπη «γιατί» και την έχω κυλήσει στο πάτωμα. Έγιναν οι πολέμοι και ξανάγιναν και δεν έμεινε ούτε ένα κουρέλι να το κρύψουμε βαθιά στα πράγματά μας και να το λησμονήσουμε. Ποιος ακούει; Ποιος άκουσε; Δικαστές, παπάδες, χωροφύλακες, ποια είναι η χώρα σας; Ένα κορμί μου μένει και το δίνω. Σ’ αυτό καλλιεργούνε, όσοι ξέρουν, τα ιερά, όπως οι κηπουροί στην Ολλανδία τις τουλίπες. Και σ’ αυτό πνίγονται όσοι δεν έμαθαν ποτέ από θάλασσα κι από κολύμπι…

Ροές της θάλασσας και σεις των άστρων μακρινές επιρροές – παρασταθείτε μου!

 

Αντιφωνητής:

Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα

δαιμονικά του κόσμου τ’ ανεξόρκιστα

κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα

στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα!

 

Μαρία Νεφέλη:

Κι απ’ τις φουρτούνες τις πολλές γυρίστηκα

μες στους ανθρώπους αυτοεξορίστηκα!

 

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

ο νόμος που είμαι δεν θα με υποτάξει 

(από την ποιητική συλλογή ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, Ίκαρος 1978)

H Μαρία Νεφέλη λέει:

Ροές της θάλασσας και σεις

των άστρων μακρινές επιρροές –παρασταθείτε μου!

Απ’ τα νερά της νύχτας τ’ ουρανού κοιτάξετε

πώς ανεβαίνω

αμφίκυρτη

σαν τη νέα σελήνη

και σταλάζοντας αίματα.

 

Ποιητή τζιτζίκι μου εγκαταλειμμένο

μεσημέρι δεν έχει πια κανείς

σβήσε την Αττική κι έλα κοντά μου.

Θα σε πάω στο δάσος των ανθρώπων

και θα σου χορέψω γυμνή με ταμ-ταμ και προσωπίδες

και θα σου δοθώ μέσα σε βρυχηθμούς και ουρλιάσματα.

Και θα σου δείξω τον άνθρωπο Baobab

και τον άνθρωπο Plagus Carnammenti

τη γερόντισσα Cimmulius και το σόι της όλο

το σαρακοφαγωμένο απ’ τα παράσιτα.

Θα σου δείξω τον άνδρα Bumbacarao Uncarabo

και τη γυναίκα του Ibou-Ibou

και τα παραμορφωμένα τέκνα τους

τα μανιταρόσκυλα

τον Cingua Banga και την Iguana Brescus.

Μη φοβάσαι

με το χέρι μπροστά καθώς φανός θυέλλης

θα σε οδηγήσω

και θα σου χυμήξω.

Τα νύχια μου θα μπουν στις σάρκες σου

η αλήθεια -έτσι δεν λένε;- είναι οδυνηρή

κι έχει ανάγκη να ξέρεις απ’ το αίμα σου

έχει ανάγκη απ’ τις λαβωματιές σου

απ’ αυτές και μόνο θα περάσει –εάν περάσει

κάποτες η ζωή που μάταια έψαχνες

με το σφύριγμα του ανέμου και τα ξωτικά

και τις κόρες με τους ήλιους επάνω στα ποδήλατα.

 

Μπρος! Ανοίξου! Φύγε!

Δίχως ρόπαλο και δίχως σπήλαιο

μες στους εξαγριωμένους βροντοσαύρους

κοίταξε να βολευτείς μονάχος σου

να εφεύρεις μια γλώσσα ίσως τσιρίζοντας

ιιιιιιιιιι.

 

Τότε που θ’ ακούσεις πάλι-πάλι να σου τραγουδώ

να σου τραγουδώ τις νύχτες πάνω στο ξυλόφωνο:

«Μες στο δάσος πήγα ντράγκου-ντρούγκου

μ’ έφαγαν τα δένδρα ντρούγκου-ντρου

μ’ έκαναν κομμάτια ντράγκου-ντρούγκου

μ’ έριξαν στ’ όρνια ντρούγκου-ντρου».

 

ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ

τέτοιαν εύστοχη δείξε αδεξιότητα και να ο Θεός! 

Και ο Αντιφωνητής:

Ό,τι να δεις – καλώς το βλέπεις

αρκεί να ’ναι αναγγελία.

Το ελάχιστο νέφος ουριοδρομώντας η Σελήνη

των δένδρων ο αλιγάτορας

και η σκυθρωπή των λιμνοθαλασσών γαλήνη

με το πατ-πατ το μακρινό της γκαζομηχανής

αν ο κόσμος μια για πάντα ειπώθηκε: Αναγγελία.

 

Ποίηση ω Αγία μου – συγχώρεσέ με

αλλ’ ανάγκη να μείνω ζωντάνος

να περάσω από την άλλη όχθη

οτιδήποτε θα ’ναι προτιμότερο

παρά η αργή δολοφονία μου από το παρελθόν.

Κι αν επάνω μου μείνει ανεξάλειπτη

κάθε λαίλαπα σαν εγκαυστική

θα ’ρθει το πλήρωμα των ημερών

βουστροφηδόν θα εξαφανίσω τον εαυτό μου.

 

Εξόν κι αν μήτε αυτός υπάρχει

αν στα βάθη μέσα των ωκεανών

βυθίζοντας οι μέρες οι ξανθές πήραν μαζί τους

μια για πάντα το είδωλο

το Φωτόδενδρο

με τους χίλιους εκτυφλωτικούς των πουλιών σχίστες

και τους Μήνες ολόγυρα στις μύτες των ποδιών

συλλέγοντας μες τη ποδιά τους

κρόκους μικρούς γυρίνους των αιθέρων.

 

Είναι που οι άνθρωποι δεν το θελήσανε ειδαλλιώς.

Μες στο κενό θησαύρισα και τώρα πάλι

μες στους θησαυρούς μένω κενός.

 

Ω αντίο Παράδεισοι και αζήτητες δωρεές

φεύγω πάω κατευθείαν επάνω μου

εκεί μακριά που βρίσκομαι.

 

Ήρθε η στιγμή. Μαρία Νεφέλη

πάρε το χέρι μου - σ’ ακολουθώ

και το άλλο υψώνω –ιδές- με την παλάμη

αναστραμμένη ανοίγοντας τα δάχτυλα

ένα ουράνιο άνθος:

«Ύβρις» όπως θα λέγαμε ή και «Αστήρ»

 

Ύβρις – Αστήρ Ύβρις – Αστήρ

ιδού το στίγμα φίλοι

πρέπει να κρατήσουμε την επαφή.

Μη μου γελάτε την τόση αδεξιότητα

κι είναι το ξέρετε ενάντιος ο καιρός.

(από την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη

ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ, 1978)

 

Ο ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ ΔΕΝ ΘΑ ΜΕ ΥΠΟΤΑΞΕΙ  (Μαρία Νεφέλη)

ΤΕΤΟΙΑ ΕΥΣΤΟΧΗ ΔΕΙΞΕ ΑΔΕΞΙΟΤΗΤΑ  ΚΑΙ ΝΑ: Ο ΘΕΟΣ (Και ο  Αντιφωνητής)

Η ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ ΛΕΕΙ:  η αλήθεια – έτσι δε λένε – είναι οδυνηρή  κι  έχει ανάγκη, να ξέρεις, απ’ το αίμα σου   έχει ανάγκη απ’ τις λαβωματιές σου∙  απ’ αυτές και μόνον θα περάσει – εάν περάσει  κάποτες η ζωή που μάταια έψαχνες  με το σφύριγμα του ανέμου  και τα ξωτικά  και  τις κόρες  με τους ήλιους επάνω στα ποδήλατα…   Μπρος!.. Ανοίξου!.. Φύγε!..  Δίχως ρόπαλο και δίχως σπήλαιο  μες στους εξαγριωμένους βροντόσαυρους  κοίταξε να βολευτείς μονάχος σου   να εφεύρεις μια γλώσσα ίσως τσιρίζοντας   ίιιιιιι  Τότε που θ’ ακούσεις πάλι – πάλι να σου τραγουδώ  να σου τραγουδώ τις νύχτες πάνω στο ξυλόφωνο:   «Μες στο δάσος πήγα ντράγκου – ντρούγκου   μ’ έφαγαν τα δένδρα  ντρούγκου – ντρου  μ’ έκαναν κομμάτια ντράγκου – ντρούγκου   μ’ έριξαν στα όρνια ντρούγκου – ντρου»    ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ: Μες στο κενό θησαύρισα και τώρα πάλι  μες στους θησαυρούς μένω κενός.   Ω αντίο Παράδεισοι και αζήτητες δωρεές  φεύγω πάω κατευθείαν επάνω μου  εκεί μακριά που βρίσκομαι.   Ήρθε η στιγμή.  Μαρία Νεφέλη πάρε το χέρι σου – σε ακολουθώ  και το άλλο υψώνω – ιδές – με την παλάμη αναστραμμένη ανοίγοντας τα δάχτυλα ένα ουράνιο άνθος:  «Ύβρις» όπως θα λέγαμε  ή και  «Αστήρ»   Ύβρις – Αστήρ   Ύβρις – Αστήρ  ιδού το στίγμα φίλοι  πρέπει να κρατήσουμε την επαφή.  Μη μου γελάτε  την τόση αδεξιότητα  κι είναι το ξέρετε ενάντιος ο καιρός  (αποσπάσματα από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ 1978

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2026

ΣΤΕΝΟΣ Ο ΔΡΟΜΟΣ – ΤΟΝ ΠΛΑΤΥ ΔΕ ΓΝΩΡΙΣΑ ΠΟΤΕ

  (…αν ήταν ίσως μια φορά μονάχα  τότες που σε φιλούσα κι άκουα θάλασσα… (Ο ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ) H Μαρία Νεφέλη λέει: Είναι πριν τον γνωρίσ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ