Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΕΡΩΤΕΣ

(…περιπλανιούνται όσο να βρούνε τα τοπία…)


Παίρνω ένα πράγμα και του αλλάζω θέση.

Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι δεν μου αρέσει.

Δευτερόλεπτά  μετά  

το ύφασμα, το χαρτί  βγάζει έναν ψίθυρο – κραυγή

καθώς αλλάζει στάση η ύλη.

Ο ανεπαίσθητος θόρυβος αυτός

άραγε να εκφράζει δυσφορία

ή ανακούφιση για τη νέα τούτη σχέση

του άψυχου  με   το άπειρο;

Ή μήπως τον δικό του τόπο

το αντικείμενο νοσταλγεί;

Μια κίνηση μικρούλα τόση δα

μια ματιά, ένας σπινθήρας φως 

και να π’ αναπηδάει ένας μέσα εαυτός 

που ελεύθερος κινείται

σ’ ένα αφηρημένο τώρα.

Ακούγεται τότε κάτι σαν ερωτικό μουρμουρητό

ή σαν κλαψούρισμα σκύλου νηστικού…

Έτσι θα κάνει η ύλη μόνη, λέω

πριν με βουτήξει μια  άλλη

η δική μου σιωπή,

(Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ από την ομότιτλη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ  που κυκλοφόρησε το 2001 

με ένα στίχο από τον ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΑΙΟ ΟΙΣΤΡΟ,

δεύτερο ποίημα στην ίδια συλλογή)

 

 

 


 

 ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟΣ ΟΙΣΤΡΟΣ

(…δεν ήταν τόσο κακός ο λύκος

κι η γιαγιά δεν είχε αφανιστεί…)

α

Εχτές βρέθηκα σε μια  χώρα

που ποτέ δεν είχα γευτεί

ήταν όμως εκεί, όλη μου τη ζωή

σαν υπόσχεση,  και μου’ στελνε γράμματα

με το φως.

Άκουγα φωνή τραγουδιστή

-λίγο τροβαδούρος ήταν, λίγο Έλληνας –

και μπήκα στο δάσος…

Α το δάσος με τα ξυλοπάπουτσα

σπιτάκια του!.. Τώρα θα φανεί

η Κοκκινοσκουφίτσα, έλεγα

κι κακός λύκος στο κατόπι…

Μα δεν ήταν τόσο κακός ο  λύκος

κι  η γιαγιά δεν είχε αφανιστεί…

Γιορτές οργάνωνε μες στα οργιαστικά φύλλα

παραληρούσε στην αιώνια ζωή της γυναίκας

σαν λύκαινα.

β

«Κοίτα», μου είπε  «προς τι τέλος

είναι πάλι όπως στην αρχή

όταν αραιά  είναι τα πρώτα και τα τελευταία δένδρα

κι απ’ αυτά προσπαθείς να συλλάβεις το δάσος.

Δεν ξέρεις  - ή  το ξέχασες – πως ο Ευγένιος, ο ήρωας

είναι ωραίος επειδή το θέλησε

κι όχι γιατί τον έκαναν έτσι

οι ουράνιες δυνάμεις.

Ευθυτενής μες το γαλάζιο

μετανιώνει αυτάρεσκα γιατί πάτησε τον όρκο του:

υπόκυψε στην προσωπική του γοητεία

κι αγκάλιασε άλλη νυφίτσα.

Τα παραμύθια  - σαν τους έρωτες –

περιπλανιούνται όσο να  βρούνε τα τοπία

που τους ταιριάζουν

κι ο Κοντορεβιθούλης  θα σπείρει

το πεπρωμένο του

ελπίζοντας να σωθεί απ’ ότι άφησε πίσω του

σαν χνάρι»

γ

Εδώ τ’ αστέρα λάμπουν

όπως όταν αυτόφωτα ανέβαιναν

τα βεγγαλικά ποιήματα

κι η γη μου μουλωχτή

γλιστρούσε ως τη θάλασσα

έμοιαζε να μην είχε κοιμηθεί ποτέ της

με άνθρωπο.

Τα πουλιά πέταγαν προς τη χόβολη του Νότου

με συμμετρικούς σχηματισμούς∙

θύμιζαν μια ξεχασμένη αλφαβήτα…

Αργότερα η Μεγάλη Άρκτος

μεγάλη κυρία, όλο κοσμήματα

κατέβαινε προς τη χοροεσπερίδα

του κόσμου.

Κανείς δεν είχε τίποτα να ζ ητήσει

από κανέναν

έξω από λίγη περισσότερη ζωή

και…   ναι…   αχ!..

δ

Επειδή η νύχτα ήταν πηχτή

και μόνο αστέρια φέγγαν

σκέφτηκα τη σκηνή απάνθρωπη.

Το βάζο με τη θάλασσα είχε τοποθετηθεί

στο βάθος του ορατού

κάτι σκοτεινά δένδρα χριστουγεννιάτικα, αστόλιστα

πατούσαν την άμμο  και  σιωπούσαν∙

ουράνια σώματα σε ηδονή ελευθερίας

ούρλιαζαν με λάμψεις.

Ο αέρας μύριζε άγνωστα λουλούδια

και κανένας λαμπτήρας δεν μαρτυρούσε

ένα ψεύτικο    ή αληθινό    «τώρα».

Α, ναι, είπα και βύθισα την ακαλαίσθητη πατούσα μου

σε χόρτα ατροφικά, έτσι ήταν πριν…

Πριν σηκωθεί η αυλαία του σύννεφου

κι αρχίζει η πρώτη πράξη

με τον πρώτο υποκριτή να παίζει

τον πρώτο αρσενικό…

Έτσι ήταν πριν σκεφτούν να πνίξουν

τα θηλυκά  μωρά

πριν μας αλλάξει ο Έρασμος την προφορά

πριν το πρώτο παράπονο ακουστεί

για τη ζωή πάνω σ’ αυτή τη γη

έτσι ήταν η ύπαρξη – σκηνή

πριν αρχίσει το πολύπραχτο έργο.

 

 ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΑΝΘΙΖΕΙ 

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ 2001)

Όλα του σώματος χάνουν το νόημά τους

ενώ του δένδρου το άνθος πάντα κάτι σημαίνει∙

επιμένει ν’ ανοίγει και στη γη να πέφτει

χωρίς να περιμένει προσωπικές απολαβές

χωρίς να λογαριάζει τι λειψή αθανασία

είναι ο καρπός .

Κοίτα τι οικειότητα με τον γκρεμό

έχει το κάθε τι π’ ανθίζει.

Πώς το λουλούδι δε λέει ποτέ

να μην εκτελέσει τον προορισμό του;

Πώς όντας αποκομμένο απ’ την ανθρώπινη μοίρα

τη στεφανώνει στο τέλος;

Γιατί η μνήμη των ματιών

που λάτρεψα δεν με παρηγορεί

ενώ ακάθεκτη κατεβαίνω

και μόνο τα μυριοπέταλα γελάκια της φύσης

υψώνουν το στήθος μου;

Α, λέω, υπάρχουν μυστικά

που μόνο χάνοντας τα μαθαίνεις…

Αυτό που θέλω να μάθω απ’ έξω

είναι οι αόρατες πλευρές του ορατού∙

το τοπίο να δω σαν κέντρο του κόσμου

κι όχι πια σαν το θεϊκό περίβλημα  «εκείνου».

Να μ’ αφοπλίζει αποκλειστικά το δάσος

με τις αειθαλείς λαμπάδες του

κι η νύχτα να προχωράει μέσα  μου

άπειρους ουρανούς βαθιά

χωρίς κανένα υποκοριστικό…

Φως να βγαίνει απ’ τις χλοερές χαραμάδες των φύλλων

όπως παλιά απ’ τις ίριδες των εραστών.

Α!.. πότε η φυλλοβόλα ομορφιά

θα μου επιβληθεί τελειωτικά

πότε θα μάθω ότι η φύση όλη

είναι έρωτας;


Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΜΥΓΔΑΛΙΑ

Αχ!..  η ανθισμένη μυγδαλιά, η ανθισμένη μυγδαλιά!

σου ’λεγα θυμάσαι; 

(Εσένα, που μες στο χειμώνα μου

περιπλανήθηκες  στον σιωπηλό μου κήπο…)

Πώς μπορεί, ενώ άγρια  τη μαστιγώνει ο ουρανός

να ξεσπάει σε λευκό

με λίγο ροζ στο κέντρο για θεό της;

Πώς ξεπερνάει την τόση άρνηση γύρω της

κι ανθίζει εκείνη πρώτη;

Ώσπου κάποιος  σοφός

σε εκπομπή σοφίας   έλυσε την απορία μου.

 

Είναι γιατί

(α, κι εσύ με το χρόνο αμήχανος είσαι

δισταχτικός με τα μάτια

ανάπηρος στην κίνηση

χαμένος σ’ εσωστρεφή μονοπάτια)

έχει η μυγδαλιά το άνθος   το πιο αδύναμο∙

Τα μαμούνια δεν θα την διάλεγαν ποτέ   για βρώση

ούτε άρωμα έχει,  ούτε πέταλα γερά   να δώσει.

Μια  ιδέα είναι,  ένας αέρας

διόλου διεγερτικός

καμιά ιδιαίτερη μυρωδιά

δεν ανακαλεί στη μνήμη

γελάκια σε μέρη κρυφά

ούτε των φύλλων τις πρώτες  εκκρίσεις…

Ένας αδύναμος βήχας της φύσης

το λουλούδισμά της

μια αχνή απόχρωση ονείρου

μια ψευδαίσθηση γοητευτικής καρποφορίας…

 

Όμως, καιρό πριν το ανώριμο ζουζούνι

διαισθανθεί την άνοιξη

η μυγδαλιά βρίσκεται εκεί

παρούσα κι ανθισμένη

με φόντο το κουρασμένο χιόνι∙

είναι εκεί περιποιημένη, με τα κλωναράκια της

να σκύβουν καταδεχτικά

πρώτη αυτή με λουλούδια

να περιμένει, να αντέχει   το θαύμα.

Η δύναμή της – έτσι έλκονται οι φτερωτοί –

είναι που σ’ έρωτα ξέρει να μεταφράζει

τα παγωμένα δευτερόλπεπτα.

 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΑ ΠΑΛΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Ο λατρευτικός χώρος της νιότης μου

έγινε μουσείο

Εκεί που περιχυμένη κρασιά

φώναξα τ’ άστρα με  τ’ όνομά τους

«Μαρία!...  Νίκο!...»

και τα ποιήματα γατιά

τρύπωναν κάτω απ’ το τραπέζι

εκεί που ΄ρχόταν μαζί μας  να πιει

κι ο λόρδος Βύρων

με μπέρτα την κληματαριά

καθαγιασμένος απ’ το ρετσίνι

εκεί που η μόνη θανάσιμη  προσωπική προσβολή

ήταν ενάντια στην ποίηση

τώρα ταχτικές βιτρίνες   βλέπω  γύρω – γύρω

Πίσω απ’ το γυαλί   εκτίθενται τα πάθη μου

με χρονολογία αρχής και τέλους

οι σχέσεις μου αλφαβητικά

-πρώτα με τους αγγέλους –

με ημερομηνίες εισαγωγής  κι  εξαγωγής

απ’ την εντατική του έρωτα.

Νύχτα  και  μόνη, μπερδεμένη

σ’ ένα λαβύρινθο τεχνητής μνήμης∙

καμιά σκέψη,  κανένα συναίσθημα

να φύγω, έλεγα, να φύγω μακριά

απ’ ένα  παρελθόν ακατανόητο

που έγινε μουσείο

 

«ΣΙΓΑ ΜΗΝ ΤΡΕΜΕΙΣ…»

Είμαστε των παλιών ερώτων οι φωνές
όχι αυτών που σου άλλαξαν τη ζωή
και βρισκόσουν ξαφνικά σ άλλες κάμαρες
να προσκυνάς άλλα αγάλματα
αλλά εκείνων των ερώτων των μικρών
που για μια μόνο στιγμή
σ έκαναν να κοιτάς ψηλά
μ' ουράνια οικειότητα
ενώ κάτι άτακτα μονοκοτυλήδονα – το γελάκι, η ματιά -
σ' έκαναν να ξεχνάς τ’ αειθαλή αγκάθια του κάκτου χρόνου.
Έρωτα Μικρέ της τελευταίας στιγμής
ακούμπα σ' έναν ώμο φανατικά θνητό
ακούμπα στο κενοτάφιο των ονείρων

 

ΑΣΦΑΛΗΣ

Μη φοβάσαι

δεν κινδυνεύεις πια

τ’ απερίσκεπτα δάχτυλα του έρωτα

να χωθούν στις παλιές πληγές

και να πονέσεις πάλι.

Ηρέμησε

δε θα ξαναφωτιστεί

με κλεφτοφάναρα οράματα

της μόνιμης πια  νύχτας ο ουρανός.

Δε θα μπλέξουν τα μαλλιά σου

στ’ αγριόχορτα…  (Α, τι τέλεια δικαιολογία

για να μένεις κάτω εκεί

και ν’ αγκαλιάζεις!)

Ο τρόμος  έρχεται με το παχύ του σώμα

και θα’ ναι πια η μόνη

γνήσια συγκίνηση της μέρας.

Δε θα καταστραφείς

υπακούοντας  σ’ ένα πολύγλωσσο  «έλα»

παίρνοντας για λιβάδια   τους κοφτερούς γκρεμούς.

Είσαι τώρα  ασφαλής

στο κέντρο μιας αστόλιστης ζωής

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ  Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ 2001)

 

ΤΟ ΝΕΟ ΠΑΘΟΣ

(από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ 2001)

Έρχεται σαν το ξαφνικό άνεμο  του καλοκαιριού∙

όμως δε δροσίζει

μόνο φουσκώνει  τα καυτά κύματα του νου.

Το σώμα ακολουθεί

σαν τρελαμένος σαλτιμπάγκος∙

χειρονομεί αφύσικα

για να πείσει το κοινό πως θριαμβεύει…

«Τι είναι;   Τι σου λείπει;»

ρωτά τα διάφορα μέρη του προσώπου

με την ειρωνεία που παράγει 

η πίκρα  της πείρας   η πίκρα της απεριόριστης απώλειας.

Απαντώ:   Κοιτώ τη θάλασσα

κι όλο μου αφαιρείται η έννοια της

αφού όλα τα γαλάζια ξεχάστηκαν

κι εγώ λησμόνησα τα μπλε

Ζητώ εξηγήσεις από την πλάση

μα με στέλνουν αλλού

σε άλλη υπηρεσία συναλλαγών∙

καμμιά σχέση με  το μέλλον.

Λέω:  θα ’μαι γλυκιά

θ’ αποδείξω πόσο μακάρια είναι η καλοσύνη

πόσο μακρόβια η γενναιοδωρία…

Μου απαντάει μια φωνή στεγνή

αποθηκευμένη στο αμπάρι της στέρησης:

«Τι θες;  Σου ζήτησε κανείς  τίποτα;»

 

Και τότε έρχεται

-όπως παλιά η επιθυμία ερχόταν –

ένας αέρας,  ένα κρύο κύμα

ένα μαύρο φως, ένα  τυφλό πάθος

χωρίς μάτια αστραφτερά στο τέλος του σπασμού

μ’ ένα αγκίστρι μπηγμένο στο στομάχι

που ματώνει όλο και πιο βαθιά

μεταλλάζει τις θρεπτικές ουσίες

ασχημίζει τα ιερά πρόσωπα

του γάμου,   της φιλίας

ενώ σε κάποια κρυφή αυλή της ύπαρξης

μαζεύονται τα σκουπίδια γέλια

τα σπασμένα  λάστιχα  της κίνησης.

Έρχεται, ανεβαίνει  , δεν επιβαίνει

γιατί είναι ανάπηρος, πεζός

δεν επιβάλλεται σαν επιθυμία

γιατί δεν υπάρχει  επι-

είναι μόνο θυμός…

ή μήπως Θεός που έχει κακοφορμίσει;

 


Η ΑΛΦΑΒΗΤΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ

(…πάνω σε 24 πίνακες του Roland Drescher με θέμα το ελληνικό αλφάβητο… )

ΑΛΦΑ:   Η αγριάδα είναι τόση που δε φαίνεται το  σχήμα της αρχής   ΒΗΤΑ:  Η βοή της ψυχής πνίγεται μες στα τσαλακωμένα κόκαλα.   ΓΑΜΑ:  Γέρος κρέμεται στην αγχόνη της ζωής. Τα πόδια μόλις αγγίζουν τα αγριόχορτα των αναμνήσεων   ΔΕΛΤΑ:  Δε θα ’μια ποτέ    το δένδρο της ζωής δε θα δώσω ποτέ καρπό στο δένδρο αυτό. Τελευταία μου απαγόρευσαν και τον περίπατο  στο δάσος.   ΕΨΙΛΟΝ:  Ο Έρωτας ζάρωσε σε προθεσμία και έγινες ΕΩΣ   ΖΗΤΑ:  Λέει η ζητιάνα ύπαρξη:  Δε ζητώ πολλά, ένα δευτερόλεπτο απ’ τη ζωή σας να το κολλήσω στην ελάχιστη δική μου.   ΗΤΑ:  Άρθρο θηλυκό: Σαν μπάρα μπαίνει μπροστά μου πάντα ο προσδιορισμός μου σ’ αυτή τη γη. Όμως ό,τι άλλο θα ’ταν λάθος   ΘΗΤΑ:  Μήπως κι είναι θηλυκός ο θάνατος τελικά;  Θα δούμε.   ΙΩΤΑ:  Η πιο λεπτή κραυγή πόνου… αλλά και αηδίας.   ΚΑΠΑ:  Βούλιαξε το αρχικό  μου γράμμα κάτω απ’ το βάρος των αντιφάσεων του προσώπου μου.   ΛΑΜΔΑ:  Πάλι λαλώ το τέλος.  Πάλι ελάχιστα φαίνομαι, ένας λεκές τα λεγόμενά μου.  ΜΙ:  Μέρες που σηκωνόσουνα εσύ μετά τον ήλιο  και έδινες πριν απ’ αυτόν .  Μέρες μανιώδους έρωτα μουγκού.   ΝΙ:  Ναυάγιο τώρα, χωρίς αναβολή. Κι ας σχεδιάζαμε  νυφίτσες να μας νανουρίζουν, νάζια στο ναό της νηστείας.   ΞΙ:  Ξένες και η ασφυξία και η δίψα.  Κι όμως μας ξανακέρδισαν.  ΟΜΙΚΡΟΝ:  Ονειρεύτηκα ότι το περίλαμπρο κορμί του μέλλοντος κατάργησε το τέλος   ΠΙ:  Πέτρα είναιό,τι αντιστέκεται στον ήλιο   Πέτρα είναι ό,τι αντιστέκεσαι στον πάγο  Πέτρα είναι   ό,τι αντιστέκεται στην οργή μου  Δε θέλω να ξαπλώσω από κάτω   ΡΟ:  Τι ρέει χωρίς να με ρωτά; Τι σταματάει να ρέει  και δεν μπορώ να ρωγτήσω γιαγτί;   ΣΙΓΜΑ:  Άκου αυτό το συριστικό φίδι που κουλουριάζεται κάτω από μια σιωπηλή ζωή…  Κάνει ένα θόρυβο που θυμίζει εκείνο το παλιό σσσς… «σ’ αγαπώ»   ΤΑΥ:  Τέλος!.. Φράξανε τα σπήλαια που χανόμαστε για να ζήσουμε μια ιδέα παραπάνω, τα καταφύγια της αγάπης.  Τάφος!..   ΥΨΙΛΟΝ:  Το σώμα του ύφους παραμένει ασύλληπτο.   ΦΙ: Φως, ας είναι αεικίνητο το φως, γιατί αν μαρμαρώσει σε τρώει το σκοτάδι.    ΧΙ:  Χαρά, χαράχτηκε μια στιγμή κάπου, πριν πέσει ακόμα πιο χαμηλά στο χάος    ΨΙ:  Ψέματα, ψέματα είναι όλα!.. Μην κοιτάτε τις ζωγραφιές, μην ακούτε τα λόγια. Η ψυχή μόνο στον άνθρωπο τον ζωντανό μένει πιστή, σαν σκύλος!..   ΩΜΕΓΑ:  Ώστε έτσι;  Ω, Ναι!..  [κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Κατερίνας Αγγελάκη  Ρουκ Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ 2001  – συγκεντρωτική έκδοση: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ ΠΟΙΗΣΗ 1963 – 2011, εκδόσεις Καστανιώτη]

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2026

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΓΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 (…ραγισματιές απ’ όπου μπαίνουνε οι άνθρωποι στον κόσμο…)


Ο πατέρας του ήταν υπαξιωματικός κι έπειτα δούλευε υπάλληλος στο δήμο.  Ζούσαν σ’ ένα εβραϊκό σπίτι με σφουγγαρισμένα ξύλινα πατώματα. Όλο το σπίτι μύριζε βρεγμένο ξύλο.  Ο πατέρας του πέθανε από μιαν αρρώστια που έμοιαζε με την πείνα.  Έπεσε στην πλατεία και πρήστηκε. Βρωμούσε κι όλοι αποτραβήχτηκαν κι η οικογένεια πήγε για να τον πάρει. Η μητέρα ούρλιαζε και τα αδέλφια.  Πλησίασαν με ντροπή γιατί τους κοίταζαν οι χαλκωματάδες της πλατείας.  Η μάνα έκλαιγε με τη φωνή και καταριόταν και φοβέριζε.  Ξαφνικά έπαψε κι άλλαξε η φωνή της.  Σα να γέμισε ξαφνικά το στόμα της με μια βούκα μαλακού ψωμιού κι η φωνή της ακούστηκε μαλακιά και πνιγμένη    αυτή είναι η οικογένειά μου;   Τώρα κι αυτήν την ώρα εδώ τώρα εδώ κατάλαβα πως εγώ παντρεύτηκα έναν άνδρα.  Αυτόν εδώ αλλά ο άνδρας μου είναι παντρεμένος από χρόνια με άλλη γυναίκα που ποτέ δεν την είδα.   Έκανα τέσσερα παιδιά κι ένα από αυτά θα γίνει κήρυκας.  Αλλά ποτέ δεν είδα τα πραγματικά μου παιδιά και μου έφεραν αυτά τα τέσσερα που είναι άλλης μάνας.  Ούτε εκείνης που παντρεύτηκε ο πατέρας τους δεν είναι αυτός που κείτεται εδώ.   Αυτές είναι οι οικογένειες των ανθρώπων. Ραγισματιές απ’ όπου μπαίνουν οι άνθρωποι στον κόσμο.   Παραφυλάν ύπουλα κι αθόρυβα γλυστράν προσέχοντας και μπαίνουν.   Παίρνουν την θέση πάντα καποιανού που δεν ξέρω όμως εγώ τον αγαπούσα.   Αλλά είναι άγνωστοι άνθρωποι και κρύβονται πίσω από τις συγγένειες  και  μονάχα εγώ είμαι η ίδια   είμαι αυτή από αιώνες είμαι αυτή και μοναχή χωρίς καμιάν οικογένεια δικιά μου έρημη στον κόσμο από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος κι εγώ γεννήθηκα μαζί του μονάχα εγώ.   Καμμένη!   με μια φριχτή απορία κοίταξε γύρω τους ανθρώπους.    Αλλά με πεποίθηση κι εγκαρτέρηση και μονάχα ο κήρυκας κατάλαβε τη σπουδαία σημασία αυτών των λόγων της μητέρας του.   Τότε ο κήρυκας πλησίασε το νεκρό.   Τότε διέκρινε πλάι στο άθλιο κουφάρι.  Σαν τα σφιγμένα κόπρανα των πεινασμένων αλλά φέγγιζε.   Ένα μικρό πράγμα στρογγυλό κι άστραφτε ολοφώτιστο πλάι σ’ εκείνη τη θαμπή ακαθαρσία που ήταν τώρα ο πατέρας.   Παρά την άθλια ζωή του ο θάνατός του έλαμπε.   Πολύτιμο έκκριμα και λαμπερό περίττωμα του άθλιου πεθαμένου.   Παρόλο που φαινόταν να είναι από μιαν ουσία εντελώς ξένη προς το σώμα του ανθρώπου.  Αυτό εκεί είναι ο θάνατος κι ο κήρυκας εθαύμασε που μονάχα ο θάνατος βγάζει στο φως την ευγενική καταγωγή των ανθρώπων.   Αφού για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος θα είναι πάντα λαμπρός κι ό,τι λαμπρό έχει η ζωή των ανθρώπων είναι ο θάνατος. Μετά εκείνος ο μικρός πηλός έσβησε και πατήθηκε.  Τότε ήρθε και στάθηκε μία μεγάλη γυναίκα.   Είπε πως είναι η μάνα του πεθαμένου.   Φορούσε ένα χοντρό μαύρο μεταξωτό και στα μαλλιά της πέτρες θαμπές από σπασμένα κοσμήματα και σκόρπιζαν από τα τσακισμένα τους δεσίματα πέτρες ακατέργαστες από περιουσία.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά  ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, Κέδρος 1979]



 


ΕΙΠΕ ΜΕ ΛΕΝ ΕΥΔΟΚΙΑ  ΚΑΙ  ΚΑΤΟΙΞΩ ΣΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ

Είμαι Λαζή. Έπεσε μεγάλο κακό κι έπιασαν έναν Έλληνα και τον βασάνιζαν. Τον ταπείνωναν κι εκείνος όρθιος φώναζε η Ελλάς ζει.  Του κόβουν οι Βούλγαροι οι Τούρκοι δεν θυμάμαι πια.  Είμαστε κοινά και συγγενικά φύλα.  Όλοι εμείς ίδια μοίρα κι άραγε ίδιο γαίμα.   Του έκοψαν τη γλώσσα αλλά εκείνος όρθιος φώναζε συνέχεια και με κομμένη γλώσσα φώναζε λα ζι.   Έτσι γεννήθηκε το έθνος των λαζών κι ονομαστήκαμε λαζοί.   και τις ετοιμόγεννες τις ρίχναν στα σκυλιά και γεννούσαν πριν της ώρας.  Τα σκυλιά χώναν τη μούρη τους ανάμεσα στα σκέλη των γκαστρωμένων και τραβούσαν το κεφάλι του παιδιού το κατασπάραζαν. Κρέμονταν στηθάκια ανοιχτά και αιματοβαμμένα και από τα στόματα των σκύλων κρέμονταν τα εντεράκια των παιδιών σαν σκουληκάκια.   Επειδή οι σκύλοι εχόρταιναν και κρεμόταν το λουρί ματωμένο και το ύστερο μια μαύρη πίττα σαπισμένο και σερνόταν.   Αυτές οι χήρες αγοριών μαζεύαν ύστερα εμάζευαν τα φαγωμένα τους παιδάκια και τα παράχωναν δίπλα στην πυροστιά του σπιτιού μικρά και αγαπημένα φαγητά να τρώει ο θάνατος όταν επισκέπτεται

Αυτός εδώ είναι ο γιος μου κι ιδέτε τον.   Δεν τονε αναγνωρίζω κι ό,τι αποχωρίστηκε από το κορμί μου κι από τα σωθικά μου δεν το αναγνωρίζω. Είμαι βουργάρα εγώ.   Ό,τι κατέχω είναι μέσα μου και πάνω στο κορμί μου και ό,τι χωρίζεται και βγαίνει από το σώμα μου το αποκληρώνω το καταριέμαι!   στον άπαντα ρίχνε τον!   στα σκυλιά γιατί όλα μου τα παιδιά στα σκυλιά!   δεν τα αναγνωρίζω κι έτσι είναι η μοίρα μας οι μητέρες των Ελλήνων να γεννάν τροφή για τα σκυλιά στα σκυλιά!

 

ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΩΝΑΞΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΞΕ ΜΕ ΚΑΚΙΑ

(…μετά μιαν απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος…)

είπε η γυναίκα. Ύστερα σώπασε και τον κοίταξε με μια φοβερή κακία. Ξαφνικά άνοιξε δίπλα του ένα παράθυρο. Πολύ κοντά και σχεδόν τον άγγιξε καθώς άνοιγε σαν δίφυλλη μεγάλη θύρα με μικρά τετράγωνα τζάμια άνοιξε αργά. Φάνηκαν δυο μικρά παιδιά. Το μεγάλο προστάτευε το μικρό που είχε πολύ πυρετό. Είχαν μείνει μοναχά. Το άρρωστο παιδί φορούσε ένα φαρδύ κι ροζ τσίτι. Αλλά καλοσιδερωμένο και καθαρότατο. Μια πνοή μάνας τον τύλιξε κι ένιωσε μεγάλη συγκίνηση. Το άρρωστο είχε διπλωμένο το ένα του χέρι. Από καιρό κλεισμένος ο αγκώνας κι εκείνο το χέρι κολλημένο στο πλευρό αγκυλώθηκε. Με βία αυτός το ανοίγει και το παιδί έκρωξε. Στο μέσα του αγκώνα ήταν κρυμμένο ένα κουβαράκι από μαλλιά ανθρώπου. Φυλαχτό του αγκώνα το κρατούσε συνέχεια το παιδί και έπαθε το χέρι του. Αλλά τραντάχθηκε από το τέντωμα και τρέμει. Μ’ έναν αδύναμο λόξυγκα σαν παραπόνεμα ξεψύχησε. Τότε το μεγαλύτερο είπε με λύπη το είχε βάλει η μάνα του γιατί είναι θαυματουργό και πριν πέντε χρόνια βλοημένο. Γιατί είχε μιαν αρρώστια που τη λεν επιλαθού. Το έπιανε και τίναζε το χεράκι του κι ύστερα σταματούσε. Τότε η μάνα του του τόβαλε να το κρατά συνέχεια εκεί ώσπου να του περάσει και έδενε το χέρι του μη πέσει αλλά μετά που χάθηκε η μάνα του από μόνο του το έσφιγγε πιο πολύ και το κρατούσε πιο πολύ.

Μπαίνει στο σπίτι. Μάντευες πέρα πολλά δωμάτια ευρύχωρα και ψηλοτάβανα και παντού υπήρχε κόσμος πολύς. Σιωπηλά συνωστίζονταν στις κώχες και σε κρυφά μεσοπατώματα. Πίσω από σκοτεινές σκάλες κούρνιαζαν οικογένειες προσφύγων. Κάτω από τα παράθυρα σέρνονταν και άπλωναν τα χέρια προς το φως των παραθύρων. Εκεί ήταν ένα δούλος. Ανήκε σε παλιό έθνος δούλων από την Κύζικο. Δεν είχαν όνομα ούτε οικογένεια και ζούσαν από πάντα δίπλα στις οικογένειες των προσφύγων. Συνέχεια να παίρνονται δεν έμαθαν να μιλά και δεν καταλάβαιναν το λόγο των ανθρώπων παρά μονάχα με τις κινήσεις των χεριών και με νεύματα καταλάβαιναν. Αυτός ο άνθρωπος κληρονόμησε τους άλαλους δούλους.  Αγορασμένος έστεκε σε μια γωνιά. Ακίνητος κι όλη του τη ζωή να πιάνει λιγότερο τόπο. Με δεξιοτεχνία μίκραινε ο ίδιος το κορμί του. Μ’ ένα κοφτήρι αμβλύ σαν φαλτσέτα αλλά με κόψη αδρή. Αφαιρούσε μικρά κομμάτια από το σώμα του να γίνεται όλο μικρότερο. Δίδασκε στο σώμα του μια νέα λειτουργία την κοπή. Με μια υπομονή σαν σοφία δεν έκαμνε πληγή κι ούτε έτρεχε αίμα και σαν μια στάμνα στρογγύλευε και μίκραινε το ακούμπημα του στη γη. Εκεί περίμενε μια γυναίκα. Του είπε πως είναι πολύ άρρωστη. Πρόσεξε πως ήταν εξαιρετικά χαμηλή και τότε πρόσεξε πως είχε μονάχα κεφάλι. Το κεφάλι εκείνο κουνιόταν ακατάπαυστα καταγής μπροστά στα πόδια του. Επάνω σ’ ένα αδειανό απλωμένο φόρεμα μπλε με μικρά κίτρινα λουλούδια. Σαν να είχε λιώσει ολόκληρη κι είχε εξαφανιστεί και μονάχα το κεφάλι της απόμεινε ζωηρότατο κι εκείνο το χτυπητό της ρούχο. Τα μάτια της κίτρινα και οι κόρες στενές σαν καρφίτσες. Τον κοίταξε από καταγής με λαχτάρα και φώναξε βοηθήστε με και κάντε με καλά. Της είπε με χαμηλή φωνή δεν μπορώ τώρα είπε με μεγάλη αγωνία αύριο. Σαν να παρακαλούσε την κοίταζε ταραγμένος και ικέτευε αύριο. Η γυναίκα φώναζε με μιαν υπερβολική ευγνωμοσύνη να την ακούσουν όλοι είστε ο ευεργέτης μου.  Το είπα σε όλους ότι εσείς θα με σώσετε. Θα έρθω αύριο και σας ευχαριστώ. Δεν έχω άλλον στον κόσμο.  Το κεφάλι εκείνο είχε μιαν αξιοπρέπεια. Σαν ζωγραφιστή στο πάτωμα ασώματη γυναίκα σάλευε καταγής και το αδειανό της ρούχο τρανταζόταν άδειο κι έμοιαζε να κυματίζει από χαρά κι ελπίδα.

Σ’ έναν μακρύ πάγκο ήταν δυο γυναίκες. Η μια μακριά από την άλλη. Η μία καθιστή ήταν νέα και τεντωμένη τον κοίταζε αμίλητη. Είχε πεταχτά μήλα χλωμά με μικρές στιχτές ακίνητες αιμορραγίες.  Μικρές σπασμένες φλέβες πάνω στα μήλα του προσώπου της και τα μάτια της μικρά και ξεπλυμένα γαλάζια βαθιά χωστά μέσα στις κόγχες. Όταν μιλάει γέρνει λίγο το κεφάλι της στο πλάι. Η άλλη ήταν ηλικιωμένη και ήταν ξαπλωμένη στην άλλη άκρια. Τυλιγμένη ως επάνω στο σαγόνι με άσπρα απανωτά σεντόνια. Μια ομάδα μελαχρινές και λιγνές γυναίκες στην άλλη άκρη του μικρού δωματίου. Ετοίμαζαν τσάι. Αρμένισσες και παράστεκαν εκείνην των σεντονιών. Σκύβει από πάνω της και τη ρωτά. Το στόμα της μισάνοιχτο και τότε του φάνηκε πως ήταν σφαγμένη. Μονάχα εμένα θα γράψετε απ’ αυτό το σπίτι είπε η άλλη γυναίκα με τα πεταχτά μήλα. Μίλησε από κει που καθόταν και καθαρά και ήσυχα ακούστηκε να λέει μονάχε εμένα να γράψετε για όλο αυτό το σπίτι.

Απότομα σηκώνεται και τον πλησιάζει με άγριες αλλά προσεκτικές κινήσεις. Κολλά το παράξενο πρόσωπό της πάνω στο πρόσωπό του. Λέει ήρεμα και μαλακά είμαι δασκάλα και με λεν Αγλαΐα. Θα γράψτε για όλους εδώ μέσα το όνομά μου. Αγλαΐα. Λεγόμαστε όλοι Αγλαΐα. Ξαφνικά αρχινά να ουρλιάζει κανενός το όνομα! Εγώ φυλάω τα ονόματά τους και σε κανέναν δεν τα δίνω! φώναζε και μάνιαζε εκείνη τη γυναίκα. Αγλαΐα. Η ζωή μας και το σπίτι μας ολόκληρο κι όλες μας οι ιστορίες λέγονται Αγλαΐα.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979]

 

ΤΟΤΕ ΕΙΔΕ ΠΩΣ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΕΚΕΙΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΟ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑΝ ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ:

Αναγνώρισε τη θάλασσα του ωκεανού και σκέφτηκε πως εδώ υπάρχουν τυφώνες. Σκύβει επάνω στο παιδί κι εκείνο αρχίζει να μιλά χωρίς να σηκώνει το κεφάλι. Πρόσεχε το κρέας πάνω απ’ τη φωτιά κι έλεγε σαν να γύρευε ομοιοκαταληξίες για τα μικρά φυσήματα του αέρα έπαινο για τη θάλασσα ποιος θα πει; Από την απέραντη εργασία της θάλασσας γεννιέται το νησί. Κσόι κσόι άσπρα μικρά λουλούδια που δεν είστε λουλούδια. Αλλά όπως θα ήταν των λουλουδιών οι σκελετοί. Ελαφριοί των θάμνων αχινοί τους παίρνει ο αέρας τους σκορπά στη γη. Τους λέμε οι κλέφτες. Εσύ φταις. Που αφήνεις ανοιχτό το αυτί. Ένας τους μπαίνει μέσα και κουφαίνεται. Κλέβει την ακοή. Ευφραίνεσαι από τον αέρα που φυσά. Αλλά ο αέρας τα σκορπά και μπαίνει ένα στο αυτί κουφαίνομαι. Λιγοθυμώ και κλαίομαι πήρε την ακοή μου και πετά. Κσόι κσόι κακό πουλί χειρότερο αγκάθι. Ούτε πουλί κι ούτε αγκάθι μου απαντά. Τι είσαι; Αυτί. Που έκλεψε το άκουσμά σου όλο και φεύγει μακριά. Κσόι κσόι κακή χρονιά χειρότερη σοδειά τι θα ακουστείς εκεί μακριά; Το όνομά σου να φωνάζουν μου απαντά. Το όνομά σου το έχασες δεν θα το ακούεις πλια. Κσόι κσόι κουφή Κυρά να μη συγχωρεθεί παρακαλώ της ακογής μου η κλεψιά τι θα το κάνεις το όνομά μου εσύ και ποιος να είναι αυτός που με καλεί; Θα ακροαστώ θεού φωνή. Κσόι κσόι Κυρά κουφή είναι δικιά μου η ακοή με διπλανού ακούς την ακοή; Και σαν ηχώ αντιλαλεί. Μήτε η δικιά σου ζωή είναι εκεί και η ζωή είναι πάντα. Διπλανή είπε το παιδί και σήκωσε το κεφάλι.

Τον κοιτάζει σοβαρά και πράα σαν άγγελος. Τότε αυτός αφού κανείς δεν ήταν πια μάρτυρας της ζωής του κι από πουθενά δεν έβλεπε κανένας. Από πουθενά ορατή η βασιλική από τες πράξεις ο ανώφελος φόνος. Αλλά και σαν από μόνο του εκείνο το μίλημα του παιδιού σ’ αυτήν μονάχα την πράξη να επικαλούσε. Χτυπά το αγόρι το πατά πάνω στο στέρνο. Μαύρισε κι από το ορθάνοιχτο στόμα του πετάχτηκε ο οισοφάγος και διπλωμένος έσφυζε ασημής. Κύλησε νεκρό επάνω στη φωτιά του.

Κάηκε σαν χαρτί κι η διάφανη στάχτη του επικρατούσε το σχήμα του σώματός τους. Σαν εύθρυπτος χάρτης ανθρώπου και τον πήρε ο αέρας και τον σκόρπισε. Με ένα αμυδρό ξόι ξόι αναταράχτηκε λίγο ο αέρας κι ύστερα ο αέρας λησμόνησε. Προχώρησε με δυσκολία στους έρημους δρόμους του καταυλισμού. Θυμήθηκε πως τα παιδιά τον κορόιδευαν όταν τον έβλεπαν στο δρόμο. Πέρασε η μάνα του αγοριού. Την αναγνώρισε μέσα στο σούρουπο. Νεαρή και όμορφη με εκείνες τις ουλές της ανατολής σαν κορδόνια. Κεντημένες πάνω στο φωτεινό της πρόσωπο. Έτρεχε αγριεμένη από δυστυχία κι έψαχνε ανήσυχη το αγόρι εκείνο. Την είδε να χάνεται μέσα σ’ ένα ψηλό σπίτι που ήταν τα λουτρά. Πλενόταν πολλή ώρα κι έμεινε ώρες μέσα σε αχνούς και ησύχαζε. Μετά βγήκε από ένα μικρό παράθυρο ψηλά και κοίταξε προς το μέρος του σα να γνώριζε. Φορούσε ένα χοντρό κόκκινο φόρεμα. Άρχισε να χτενίζει τα μακριά μαύρα της μαλλιά που κρέμονταν έξω από το παράθυρο και πίσω της ένα πηχτό πορτοκαλί φως. Τον κοίταζε από ψηλά και κατάνευε. Φαινόταν ευχαριστημένη και αναπαυμένη. Και αυτός τότε αισθάνθηκε ευτυχισμένος καθώς φανταζόταν εκείνο το σπίτι γεμάτο χλιαρούς και ακίνητους ατμούς. Έτσι στέκονταν από μακριά σα να συνομιλούσαν και μια ησυχία τους τύλιγε και το ήσυχο και ήρεμο βράδυ τους δίπλωνε μέσα στα λινά σκεπάσματα.

 

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΡΧΟΜΟΥ. Προς το τέλος γίνεται αθώος ο νους

Ο Μάρτιος και ο αδένας του μελιού. Ο φύλακας και τα άγνωστα ερείπια του ουρανού που τα λέμε άστρα. Το δένδρο ελιά και το βράδυ του θανάτου. Η καρδιά που παραμονεύει πάντα ακίνητη να είναι με τα σφαγμένα ζώα της νύχτας. Το λευκό πρωί να είναι ήσυχα ζευγμένο στον άγριο πόλεμο. Η σιωπή να πάει με το βουλιαγμένο μέτωπο του αλόγου και η σιωπή. Με τη μεγάλη καμπάνα που έπεσε στη γη κι εκεί κοιμάται ο επιληπτικός Δικαίος. Η έχιδνα κι ο χορευτής ο κόκκινος και ο νεκρός η χαρισμένη και η μελανή. Αφού τα κανονίσει όλα αυτή η ειρήνη που μανιακά συναρμολογεί. Ανεπαίσθητα ελευθερώνονται κάτι μορφές. Ακίνητες και καθαρές με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με σκληρή δουλειά τρίβοντας. Τώρα οι μορφές είναι επιφάνειες πολύ μεγάλες έφραζαν το νου. Δεν ξέρουν από ονόματα δεν πρόλαβαν την ομιλία. Λιγοστές μία ή δύο σα να χερσεύουν όλη τη γη. Θεόρατες άγιες των ποιημάτων στέκονται πελεκημένες και βουβές με μιαν ασάλευτη μανία. Οστά από μεγάλες αισθήσεις που ξαφνικά τις ξέθαψε μία βροχή. Παρουσιάζονται έξαφνα οι μορφές και κυριεύουν το νου. Αδυνατισμένον από το έργο εκείνης της ειρήνης και τώρα με τις μεγάλες όψεις των θέλουν με τη βία να τον αντιπροσωπεύουν. Η θέα τους είναι αυστηρή γιατί κέρδισαν με αίμα τη σιωπή τους και δικαιώθηκαν μ’ έναν τρόπο απόκρημνο. Οι μορφές που εκατέλαβαν το νου του κήρυκα είναι δύο. Η μορφή ότι έρχεται προς τους ανθρώπους. Και η μορφή ότι εστεκόταν αντίκρυ από τους ανθρώπους. Τίποτε άλλο δεν σημαίναν αυτές οι δύο μορφές. Αναίσθητες κι ανίδεες εσφετερίστηκαν όλη του τη ζωή…

 

ΕΓΩ ΦΥΛΑΩ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΔΕΝ ΤΑ ΔΙΝΩ

(…η ζωή μας και το σπίτι μας ολόκληρο κι όλες μας οι ιστορίες…):

Μια μέρα μεταμορφώθηκε σε ετοιμοθάνατη μεσήλικη γυναίκα. Με μιαν αργόσυρτη λύπη αναθυμάται τη ζωή της. Έχει μονάχα ένα μεγάλο γιο. Δεκαοκτώ χρονών αλλά εξαιτίας μιας χρόνιας αρρώστιας ζει κλεισμένος σε θεραπευτήριο. Από πολύ καιρό τον έχει οριστικά αποχωριστεί. Αόρατη περνά μες στους ανθρώπους γιατί κανείς δεν την προσέχει σα να είχε κιόλας πεθάνει. Από θάνατο αφηρημένη κοντοστέκεται στους δρόμους. Μια μελαγχολία σαν ηχώ αλλά όχι επειδή θα πέθαινε. Λύπη ολόκληρης ζωής κι ό,τι θυμάται είναι εξαθλιωμένο. Πήγε και στάθηκε σ’ ένα οικισμό. Καταυλισμός των ετοιμοθάνατων αλλά μιας άγνωστης φυλής. Ασιατικής γιατί τα πρόσωπα εκείνα έδειχναν μια πανάρχαια ηλικία φυλής. Το οδήγησαν σ’ ένα μικρό σπίτι που ήταν μονάχα ένα δωμάτιο. Αυτός που έχει το σπίτι τον παρακολουθεί. Είναι ανέκφραστος και ακάθαρτος. Έχει μια σκοτεινή μνησικακία που οφείλεται στη φυλή του. Του φάνηκε πως αυτός ο ιδιοκτήτης έχει στο νου του να μη το χωριστεί σ’ όλη του τη ζωή. Τότε αισθάνθηκε αγωνία κι αφουγκραζόταν όλη την ώρα. Κάθε τόσο ανασηκώνεται και κοιτάζεται στο τζάμι του παραθύρου. Έχει το λευκό και ήσυχο πρόσωπο εκείνης της σιωπηλής ετοιμοθάνατης γυναίκας. Τα μάτια της γυαλιστερά μαύρα και μικρά δεν φαίνεται καθόλου το άσπρο. Σβηστά αλλά έχουν μιαν ακίνητη επιμονή κι ένα δάκρυσμα. Όπως το βλέμμα εκείνων που πεθαίνουν σωπαίνοντας. Ησυχάζει και πάλι ξαπλώνεται. Αυτό το κάνει πολλές φορές. Ανακαλύπτει πως το πρόσωπο που βλέπει τώρα στο τζάμι δεν είναι γυναίκα. Είναι ένα αγόρι ως δεκατεσσάρων χρονών και τον κοιτάζει απ’ έξω με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι. Είναι αδύνατο με πυκνά μαύρα μαλλιά αλλά το δέρμα του χάραξε θαμπό και σκέφτηκε πως κατάγεται από φοίνικες. Άμα εκείνο είδε πως το είδε έστρεψε την πλάτη. Είναι καθισμένο δίπλα στο παράθυρο κι έχει μπροστά του ένα τενεκέ όπου άναβε φωτιά. Ψήνει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας που άρπαξε για να φάει…

(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979)

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕ ΤΟΥΣ ΑΛΑΛΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ

(…τον κοιτούσαν από καταγής με λαχτάρα φωνάζοντας βοηθήστε μας…)

Ανέβηκε στην επιφάνεια του χώματος.   Ακολουθώντας έναν λοξό ανήφορο τον ανέβηκε με κούραση.   Λοξά παρουσιάστηκε στην πόλη.    Εξαντλημένος σα να γεννιόταν εκείνη τη στιγμή που παρουσιάστηκε.    Αργά έτρεφαν τα μέλη του και δυναμώναν να γίνει ολόκληρος να βγει.    Έτοιμος και τελειόμηνος κάτοικος αυτής της χώρας.   Αλλά ακόμη η ψυχή του δεν είχε σχηματιστεί.    Σκληρός σαν πολιούχος εμφανίστηκε στους δρόμους.   Όλοι τον αναγνώριζαν αλλά κανένας δεν τον έλεγε. Η πόλη ήταν κατεστραμμένη και ισοπεδωμένη.   Σκαμμένα τα χώματα και αραιές παλαιϊκές οικοδομές ορθώνονταν μακριά και χρησιμεύαν για θεομηνίες.    Πιο μακριά στη θάλασσα φαίνονταν μεγάλα πλοία ιστιοφόρα.    Τον απόφευγαν από την πολυτελή όψη του κι από το στολισμένο του πρόσωπο.    Το πρόσωπό του το στόλιζαν ακριβές εκφράσεις. Αλλά κι εκείνος αισθανόταν ένα σφίξιμο από μιαν επίγνωση ανανδρίας.    Αυτή η πόλη είχε μονάχα έναν δρόμο.    Πλατύς κι ανώμαλος με κόκκινο χώμα αναστατωμένο από άγρια άροτρα.    Αλλά κι από γυμνά πόδια και παλάμες ανθρώπων.   Οδηγούσε από χαμηλούς λόφους και βαθιές χαράδρες σαν γιγάντιες τσεκουριές.   Τα σπάνια χτίσματα που διασώθηκαν ήταν ογκώδη κι όλα χτισμένα με παλιά κόκκινα τούβλα.    Έρημοι πελώριοι φούρνοι ή μύλοι.   Σαν εγκαταλειμμένα νοσοκομεία εξανθηματικών ανθρώπων.    Οι στέγες τους φολιδωτές και σαν ψημένες από τον ήλιο ράχες χερσαίων ψαριών. Περιφερόταν κι εκπληρούσε ένα είδος απογραφής…   Μετά μιαν απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος είπε η γυναίκα…   [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979]

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2026

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΕΡΩΤΕΣ

(…περιπλανιούνται όσο να βρούνε τα τοπία…) Παίρνω ένα πράγμα και του αλλάζω θέση. Δεν ξέρω γιατί, ίσως κάτι δεν μου αρέσει. Δευτερόλεπ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ