Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΕΠΛΟΙ ΣΚΙΣΤΗΚΑΝ

 (… πάσα φενάκη απέστη…)


-1-

Επάνω στην καμένη γη,   πήζει ο πολτός 

και  κρυσταλλούται ο αντίλαλος μιας μάχης.

Το δόρυ μπηγμένο κατάσαρκα στο χώμα,

σημειώνει το τέλος μιας πλήρους εποχής

και την αρχή μιας ιστορίας που μόλις τώρα ανθίζει.

Τα κάνιστρα των κοριτσιών είναι γιομάτα θρύλους.

Πολλοί εξ αυτών θα μνημονεύονται εσαεί,

όπως θωπεύονται οι μαστοί των γυναικών ή κορασίδων.

Πιάνω λοιπόν τα στήθη των νεανίδων  και πλήρης νίκης,

γιομάτος ηδονή, φωνάζω μέσα στον αιώνα:

«Πάσα φενάκη απέσυη.  Ουαί, ουαί, στους ηττημένους»!..

-2-

Στην κορυφή του  λόφου ο Ίμερος κτυπά τις κολυμβήθρες

Δαμάζει και δαμάζεται στους ακραιφνείς,

στους άνευ τελμάτων μώλωπες των καθημερινών

και των ιωβηλαίων.

Η θάλασσα, λαχανιασμένη, πάλλεται μπροστά μου.

Οι γερανοί ανέρχονται, οι γερανοί κατέρχονται

και ο Ίμερος, κρατά στα χέρια του τα πλήκτρα

και κρούει τις κολυμπήθρες!..

Η πόλις ξεχύνεται στην αμμουδιά, για να τον δει,

που όρθιος δεσπόζει επί τους λόφου.

Ουδέν ψεγάδι.   Καμιά μομφή.

Χίλια σουραύλια αντιλαλούν  το θρόισμα του ανέμου!..

-3-

Μέσα  στην τάξι τους, ενώπιον της διδασκαλίσσης,

οκτώ μαθήτριαι σιγούν.

Τις λεν:  Μερόπη,  Ναυσικά,  Δέσπω,  Μαρίνα,

Κόριννα,  Φλώρα,  Λητώ  και  Μελπομένη.

Τέσσερις ώρες ανεξήγητης σιωπής, που, αργά και πού,

την τάραζε το κτύπημα της πόρτας.

Η διδασκάλισσα κινεί τα χείλη της ακόμη,

αλλά καμία λέξις δεν ηχεί.

Οι κορασίδες εξακολουθούν την σιωπή τους.

Η σημασία  της σιγής δεν γίνεται νοητή.

Εν τούτοις, είναι διαυγής  και  κρυσταλλίνη,

όσον η αιθρία, την άνοιξι, στα ερείπια της Κορίνθου,

όταν οι χιονισμένες κορυφές των ορέων της Ρούμελης,

μοιάζουν με όλβου οπτασίαν,

μεσ’ την οποίαν αντηχεί φωνή παιδίσκης

που καλεί την αδελφή της,

ή το κουδούνι ενός αμνού

που βόσκει αργά στα χαμομήλια.




-4-

Ο ήλιος λάμπει στο στερέωμα.

Ωστόσο μια γυναίκα συμπαθής συγκατατίθεται

ν’ ανάψη την θρυαλλίδα ενός φάρου.

Ο φαροφύλακας την πλησιάζει

και τις θωπεύει τους μαστούς.

Στον μακρυνόν ορίζοντα πλέχει η νηνεμία.

Ένα καράβι ακινητεί  σε απόστασιν ενός μιλίου.

Οι ναύται δεν μιλούν.

Αργά και πού χειροκροτούν

και ο ναύκληρος σημειώνει με τον δείκτη της δεξιάς του,

τ’ όνομα του παιδιού στα κάτασπρα πανιά

του πρωραίου ιστού.

Όλοι το λεν Αρίμ – Εννίς, αλλά κανείς δεν ξέρει

την καταγωγή του.  

-5-

«Νόρθλαντ»,  «Σουμάτρα»,  «Κέρκυρα»

ή μήπως  «Διακεκαυμένη Ζώνη».

Όπως κι αν λένε το καράβι, είναι οπωσδήποτε

μια σκούνα, πούχει στην πρύμνη της,

αντί για δοιάκι λαγουδέρα.

Το σκάφος αυτό είναι λευκό

κι εμπρός του πάντα η θάλασσα

φρικιά  κι  ασπαίρει!..

-6-

Είπα τη λέξι θάλασσα και  αμέσως λιώνουν μέσα μου

οι θρόμβοι,  όπως οι θρόμβοι αυτών που τραγουδάν

και λένε:  «Άσπρο πουλί, τρεχαντήρι…».

Άσπρο το κύμα, κάτασπρο τ’ ορθόπλωρο καράβι,

που πλέχει επάνω από τα βάραθρα του χρόνου,

καθώς ο νους ανθρώπων εν εκστάσει διατελούντων.

Άσπρο πουλί, τρεχαντήρι

-άσπρα  φτερά μεσ’ τη νύχτα, άσπρες φοράδες,

στον ήλιο, πώλοι γαλάζιοι τριετείς,

που σκιρτούν μεσ’ στο νου μου,

με κοχλάζον το κόκκινο αίμα.

-7-

Αιθρία,  αιθρία με άνοδον χαρταετών εις τον αέρα,

χαρακτηρίζει αυτή τη μέρα.

Η πόλις καταυγάζεται από τον ήλιο

και οι πέτρες γύρω από τα σπίτια,

που ακόμη κτίζονται  σε ορισμένες συνοικίες

μοιάζουν με ζάρια, που δεν εγνώρισαν ποτέ

παρά την ιδική τους μόνο τύχη.

Η αλήθεια είναι πως η τύχη αυτής της πόλεως

υπήρξε πάντοτε αγαθή,  πάντοτε άσπιλη,

πάντοτε ζηλεμένη. 

Οι τοίχοι των σπιτιών είναι λευκοί.

Ο ουρανός είναι γαλάζιος.

Τα φύλλα των δένδρων πράσινα,

και μάλιστα τόσο πολύ,

που δεν διακρίνονται οι σκιές,

παρά μονάχα ως χρώμα.

Μέσα στο άλσος, τα παιδιά αφήνουν τα τσέρκια των

να πέσουν, και με ασυγκράτητη χαρά

με συντριβάνια από «Ω»  και  «Α»   βλέπουν

τους αετούς να πάλλονται και να σκιρτούν εις τον αέρα.

Ναι, σήμερα πιότερο παρά ποτέ,

η τύχη της πόλεως είναι λευκή   και είναι τα πάντα, 

η σαρξ  και  η γη  και οι πέτρες και  τα φύλλα

 -πώς να το πω,  πώς να το πω,  Γλυκύτατόν μου έαρ –

μια και αδιαίρετη ηδονή,

που αγαλλιά   και σφύζει μες στον ήλιο!..

[ΜΟΡΦΕΣ ΑΙΘΡΙΑΣ – αφιερωμένες στον Οδυσσέα Ελύτη - από τα ΓΡΑΠΤΑ ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου, Εκδόσεις ΠΛΕΙΑΣ Αθήνα 1960)

 

ΤΟ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΜΥΘΟΥ

(…είναι παιδί που μεγαλώνει…)

-8-

Π.χ. Ένας άνδρας βλέπει μια νεάνιδα μ’ ένα πουλί στο χέρι.

Αυτή η νεάνις κρατά στο άλλο της χέρι ένα καθρέφτη

και βλέπει τον άνδρα που την παρατηρεί με το πουλί στο χέρι.

Τα μαλλιά της νεάνιδος είναι ξανθά, όμως γίνονται κόκκινα,

καθώς κοιτάζει στον καθρέφτη, και οι τρίχες λάμπουν τόσο

μεσ’ τον ήλιο, που δεν ακούονται ευκρινώς οι θόρυβοι του δρόμου,

μα μόνο τα λόγια που προφέρει η νεάνις,

σαν να στεκότανε όρθια σε γέφυρα μυοδρόμονος ατμήρους,

ανερχομένου, ήρεμα, τον Όρεγκον  ή  τον Ορινόκο.

Οι γηγενείς σιωπούν εμπρός στην ομορφιά της,

αλλά για λίγην μόνο ώρα.

Μια κίνησις που έκανε η νεάνις,

σπρώχνει το πάθος  των ιθαγενών πέραν παντός ορίου

υπομονής ή ελέγχου  και  οι άνθρωποι αυτοί,

(κάτοικοι των δασών  ή  ερυθρόδερμοι νομάδες…)

αρχίζουν να κραυγάζουν:

«Ιού!.. Ιού!..  Μεχά!.. Λαχά!..»  και άλλα παρόμοια λόγια,

θερμά και κορυβαντιώντα, χορεύοντας χορούς πολεμικούς,

που ’ναι στο βάθος ερωτικοί χοροί ανεκλαλήτου γοητείας.

Την επομένη, ο άνδρας ενυμφεύθη την νεάνιδα.

Ο γυιος τους, τώρα, μεγαλώνει και πλάθει μύθους

με πουλιά, που μοιάζουν με φυτά της Βραζιλίας

-9-

Πουλιά δίχως πτερά, πουλιά γυμνά, πουλιά αιμοβόρα,

πουλιά πετούν επάνω από τη λόχμη,

καθώς γιγάντιες νυχτερίδες.

Πουλιά βουβά, πουλιά σαρκώδη.

Όλα τα φύλλα ακινητούν μεσ’ το λιοπύρι.

Σταγόνες αίματος βαριές πέφτουν αργά στο χώμα.

Μία καμηλοπάρδαλις που ελίκνιζε την κεφαλή της

επάνω από  τα δένδρα, τώρα την σέρνει καταγής.

Μέσα στα δένδρα τρία ζαρκάδια ξεψυχάνε.

Καμιά φωνή, καμιά βοήθεια.

Ούτε καν άνθρωπος,  ούτε καν λέων.

Πουλιά σαρκώδη.

-10-

Όλοι την λέγαν Οκλαχόμα.

Από παιδίσκη ηρέσκετο στους γρήγορους ρυθμούς 

και στα πλατιά τραγούδια, που μοιάζαν με πεδιάδες απλωτές

που τις διατρέχουν βίσωνες  και  αγέλες  άλογα του Τέξας…

Ίσως γι’ αυτό να έγινε τόσο νωρίς χορεύτρια στο μπαρ

«Η Πράσινη Ιρλανδία».

Ίσως γι’ αυτό να λέει τόσο καλά στην πανσπερμία των θαμώνων

το  «Πάμε αδέλφια προς δυσμάς»    και το

«Αχ νάμουνα πάντα κοντά σου Αδελαϊδα»!..

Ίσως γι’ αυτό να μην ακολουθή, όπως οι πιο πολλές της φιληνάδες,

αυτούς που τις προσφέρουν τα πιο πολλά λεφτά,

μα τους ασίκηδες που ξέρουν να καβαλλάν

τ’ αλόγατα και τα ωραία κορίτσια!..

Ίσως γι’ αυτό δεν διάλεξε ποτέ ψευδώνυμο για τη δουλειά της,

μα δίνει πάντοτε, και στη ζωή  και  στη σκηνή, ένα μονάχα όνομα,

τ΄ αληθινό της, Οκλαχόμα!..

-11-

Το φως ολοένα δυναμώνει  και εντός ολίγου ολοκληρούται η μεσημβρία.

Τα μαγαζιά, τα εκπαιδευτήρια σχολάζουν   και ο κόσμος αποσύρεται στα  σπιτια.

Πολλοί κλείνουν τα εξώφυλλα ή κατεβάζουνε τα στόρια.

Στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού, ένας υπάλληλος του δημοσίου,

με όλο το πάθος του κριού που κρούει σε μια πύλη,

κινείται με αύξουσαν ορμήν μέσα στα σκέλη νεάνιδος

που σπαρταρά   και  ασπαίρει!..

Η πόλις τέρπεται στην θαλπωρή που συνεχώς αυξάνει

και ενώ στενάζει η κόρη ηδυπαθώς,

στιλπνό, παφλάζον  και ζεστό το καλοκαίρι καταφτάνει


-12-

Η σιγή εκείνης της στιγμής  και  η απόλυτος αιθρία, ηύξαναν την πλαστικότητα της απορίας. 

Αίφνης ηκούσθη μια φωνή.  Εις εκ των φιλοσόφων έλεγε:

«Ο άνθρωπος, όταν απομακρύνεται από τα κείμενα  και  τας παραδόσεις,  μοιάζει με στήλην άλατος υπό βροχήν»

 

ΙΔΟΥ ΕΝΑΣ ΡΗΤΩΡ Μ’ ΕΝΡΙΝΗ ΦΩΝΗ

-13-

Μιλάει συνεχώς  και  κάποτε  πτερνίζεται – σαν φυσητήρ που πάσχει.

Μπροστά του ανοίγονται φορέματα  με  στήθη

μη συγκρατούμενα σε στηθοδέσμους,

μα με μαστούς ελεύθερους που πάλλονται σε κάθε κίνησιν ανέτως.

Μεσ’ από τ’ ανοίγματα των φορεμάτων, οι σκέψεις των ανδρών

εισέρχονται  και  διεισδύουν  απ’ την αρχήν της ομιλίας,

μέσα στην πλήρη  ρεμβασμών αφηρημάδα των γυναικών  και νεανίδων.

Η αίθουσα είναι γιομάτη.

Ο ρήτωρ ναρκισεύεται μεσ’ στη φωνή του.

Όμως κανένας  δεν προσέχει.

Πτερά στρουθοκαμήλων σε καπέλα  και  βέλα

διάστικτα  ή απλά, σαλεύουνε  και κυματίζουν,

κάθε φορά που στρίβει ένα κεφάλι,

κάθε φορά που ανοίγει μια βεντάλια

[ΜΟΡΦΕΣ ΑΙΘΡΙΑΣ – αφιερωμένες στον Οδυσσέα Ελύτη - από τα ΓΡΑΠΤΑ ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου, Εκδόσεις ΠΛΕΙΑΣ Αθήνα 1960]


Ο ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ

(…ο άνθρωπος, όταν απομακρύνεται από τα κείμενα

και τας παραδόσεις, μοιάζει με στήλην άλατος υπό βροχήν…)

-1-

Επί του αναπεπταμένου λιμενοβραχίονος στεκόταν ένας άνδρας.

Καμιά φωνή δεν διατάρασσε την πρωινήν γαλήνην,

πλην των κραυγών ολίγων γλάρων, που περιϊπταντο υπεράνω. 

Ο άνδρας αυτός – άνδρας με όλην την σημασίαν της λέξεως –

έφερε μακρόν ποδήρη επενδύτην, πίλον σκληρόν ημίψηλον 

και εις το χέρι του κρατούσε αλεξιβρόχιον ανοικτό,

παρά την έκδηλον καλικαιρίαν. 

Επρόκειτο περί ανδρός ευειδούς, υψηλού και ρωμαλέου, ο οποίος,

ότε μεν έμοιαζε με άγγλον ευπατρίδην, ότε δε με πελοποννήσιον

εκ Καλαμών  ή  Πύργου της Ηλείας.  

Θα έλεγε κανείς, ότι αυτός ο άνθρωπος περίμενε εκεί έναν αιώνα.

-2-

Η γαλήνη ήτο απόλυτος.

Η επιφάνεια της θαλάσσης ήτο λέια  και  έλαμπε εις τον ήλιον,

άνευ πτυχών, άνευ κυμάτων.

Οι ελάχιστοι περιπατηταί της πλησίον κειμένης σπιανάδας

(ως επί το πλείστον περιπατητικοί φιλόσοφοι με ρεδιγκότες…)

δεν ήξευρον πώς να  εξηγήσουν την παρουσίαν

του φέροντος τον επενδύτην ανδρός  και εσκέπτοντο σιωπηρώς:

«Μια μέρα της ανοίξεως, με τόσο βαρύ παλτό

και με αλεξιβρόχιον ανοικτό, ωσάν να έβρεχε ραγδαίως»!..

-4-

Ένας άλλος φιλόσοφος άνοιξε το στόμα του και είπε:

«Ο άνθρωπος, όταν τα πάντα πιπράσκει,

και καλύπτεται με ενδύματα πολυτελή, και, παραδόξως,

χρησιμοποιεί αλλόκοτα εξαρτήματα, δυνάμενα να ξενίσουν,

διατρέχει τον κίνδυνον να υποστή κεραυνοβόλον τιμωρίαν»

-5-

Την ίδιαν στιγμήν, εις ένα άλλο σημείον της σπιανάδας,

μια κορασίς, εψιθύρισε εις το αυτί μιας νεαράς συμμαθητρίας της:

«Αυτός είναι!..  Αυτός είναι»!..

-6-

Η σύντροφός της τον εκοίταξε και έγινε πελιδνή.

Τα χείλη της έτρεμαν.

Η έκφρασις του προσώπου της έμοιαζε με πέπλον ξεσχισμένον.

-7-

Ένας άλλος φιλόσοφος – ο τρίτος κατά σειράν –

αναφώνησε με άγχος:

«Ω κόραι του Λωτ!.. Ω στήλαι άλατος,

μέσα στην γοητείαν της Κερκύρας»!..

-9-

Αίφνης ηκούσθη μια γοερά κραυγή  και  η δευτέρα παιδίσκη,

πάσχουσα οφθαλμοφανώς εκ ζούλιας,

έπεσε λιπόθυμος επί του πλακοστρώτου.

-10-

Την ιδίαν στιγμήν ο άνδρας με τον επεδνύτην,

έκλεισε την ομπρέλαν του.

Έπειτα εστάθη εις στάσιν προσοχής, έκαμε μεταβολήν

και επέστρεψε στο σπίτι του γαλήνιος


ΑΦΡΟΔΙΤΗ

(… εκείνο το βράδυ, εκοίταζα τα άστρα  και  τους αστερισμούς…)

Όμως, στο νου μου, ήτο ημέρα.

Μέσα στο φως της, με κοίταζες  Εσύ,  αγαπητή, ριδόχρους και απαλά ντυμένη, και κάποτε – κάποτε ονειρευόσουν αυξάνοντας μέσα μου την ζωηρή φωτοχυσία.

Και όμως, έξω ήτανε νύχτα.   Αλλά τι νύχτα;

Νύχτα γιομάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια.

Εγώ εκοίταζα τα άστρα  και  τους αστερισμούς, μα έβλεπα  Εσένα  ταυτοχρόνως.

Ιδού ο Τοξότης,  έλεγα,  ιδού ο Αιγόκερως, ο  Σείριος,  ο Ωρίων.

Αλλά, συγχρόνως, έβλεπα   Εσένα.

Αγαπητή, ροδόχρους  και  απαλά  ντυμένη, στεκόσουν μέσα μου, σε άπλετη φωτοχυσία  και πότε έγειρες δεξιά  και πότε αριστερά την κεφαλή σου,  με τον Ωρίωνα  ή  με τον Σείριο στα μαλλιά σου, με τον Τοξότη στην καρδιά σου…

 

ΑΓΑΠΗΤΗ, ΡΟΔΟΧΡΟΥΣ, ΚΑΙ ΑΠΑΛΑ ΝΤΥΜΕΝΗ…

(…καθόσουν σε μια καρέκλα μέσα στην καρδιά  μου σε μιαν απερίγραπτη φωτοχυσία…)

με τη σκιά σου, πότε δεξιά  και πότε αριστερά,

και έμενες ασάλευτη, απλή, γλυκειά, ωραιοτάτη και  καθισμένη  στην καρέκλα σου με τέτοιο τρόπο, που μου ερχόταν να σε βάλω να καθίσεις στα γόνοτά μου,

με το ένα χέρι μου στα στήθη σου  και το άλλο κάτω από το φόρεμά σου,

ανάμεσα στα σκέλη σου…

Και έβλεπα πάντοτε και τους αστερισμούς και  Εσένα…  

Τούτη όμως τη φορά ήσουν ξαπλωμένη – απόλυτα ξαπλωμένη – και τα μαλλιά σου τα ανέμιζε ο αέρας.

Το χέρι μου σε έψαυε.   Τα μάτια σου  μου μιλούσαν.

Κι εγώ έλεγα  και ξανάλεγα με πάθος:

«Ιδού ο Τοξότης,  ιδού ο Αιγόκερως, ο Σείριος, ο Ωρίων»,

μα τώρα πλέον,  έβλεπα μονάχα   Εσένα

Τότε συνέβη ένα μεγάλο θαύμα.

Έσβησαν όλα τα άστρα μονομιάς  και  έμεινες μόνον  Εσύ  στον ουρανό μαζί μου, μέσα σε μιαν ανέσπερη ημέρα, στο πλευρό μου.

Εγώ σε κοίταζα αγαλλιών, και  έλεγα και  ξανάλεγα το όνομά σου.

Και σύ;

Εσύ, γλυκειά  και  Μεγαλόχαρη, μέσα στο χέρι σου,

κρατούσες την καρδιά μου.

(από την ενότητα ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΙ ΕΓΩ στα  ΓΡΑΠΤΑ ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου, εκδόσεις ΠΛΕΙΑΣ 1960) 



ΡΩΜΥΛΟΣ  και  ΡΩΜΟΣ

(…ή  άνθρωποι εν πλω  εις μητρικήν αγκάλην…)

Το πλοίον  (ένα βαπόρι φορτηγό) πλέει προς τον προορισμόν του.

Άνεμοι μέτριοι έως ισχυροί δροσίζουν το θερμό, καλοκαιριάτικο ταξιδι.

Μια γυναίκα, καθισμένη σε σκαμνί,  ρεμβάζει στο κατάστρωμα,

μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά της.

Ένας επιβάτης, ευαίσθητος και οξυδερκής, καθήμενος επί ανακλίνδρου,

βλέπει, εντεύθεν της κουπαστής, την νέαν γυναίκα με το βρέφος

και εκείθεν του κιγκλιδώματος, έχοντας πάντοτε

την μάνα και το τέκνο της εντός του οπτικού πεδίου,

βλέπει, συγχρόνως, την κυματίζουσαν  και αφρόεσσα επιφάνεια

του πελάγους.

Δελφίνια στιλπνά βυθίζονται  και  αναδύονται από το ύδωρ.

Το ατμόπλοιον λικνίζεται στο κύμα.

Το βρέφος λικνίζεται στην μητρικήν αγκάλην.

Ο επιβάτης παρατηρεί την μάνα και το βρέφος

και κάποτε αδημονεί  και  κάποτε εφησυχάζει.

Ο ορίζων ανέρχεται. Ο ορίζων κατέρχεται.

Και ότε μεν υπέρκειται  και  δεσποζει,

ότε δε κρύπτεται  (για μια στιγμή) κάτω απ’ την γραμμή του καταστρώματος.

Ο άνεμος σφυρίζει στους ιστούς

και εναρμονίζεται με τους τριγμούς των ξύλων.

Ο ήλιος λάμπει.   Η μάνα ρεμβάζει.

Αίφνης το βρέφος αρχίζει να ουρλιάζει  και η μητέρα του

(γυνή δολιχοκέφαλος)  το ανασηκώνει, του ομιλεί,

αλλά δεν ημπορεί να το ησυχάσει!..

Ο επιβάτης παρατηρεί την νέα γυναίκα  και  το βρέφος

και μία ελπίς γεννιέται στην καρδιά του…

Υπάρχουν μαστοί  σαν  πορτοκάλια.

Υπάρχουν μαστοί που μοιάζουν με αχλάδια.

Υπάρχουν μαστοί που μοιάζουν με ελπίδες.

Το βρέφος εξακολουθεί να ουρλιάζει.

Ματαίως η μητέρα του προσπαθεί να το ησυχάσει.

Η ελπίς του επιβάτου μεγαλώνει.

Το βρέφος ολολύζει πιο πολύ.

Τέλος η μάνα του το αποφασίζει.

Βγάζει γοργά το ένα της βυζί  και  δίνει την ρώγα του εις το παιδί της.

Το βρέφος με άμετρη λαχτάρα το αρπάζει

και με ηδονή το πιπιλίζει.

Ο επιβάτης στέκει απότομα στα πόδια του.

Ο ορίζων ανέρχεται.   Ο ορίζων κατέρχεται!..

Αστραφτερά, στη θάλασσα, πηδούνε τα δελφίνια.

Το βρέφος πιπιλίζει με μανία.  Η μάνα κοιτάζει το παιδί.

Ο ήλιος λάμπει.  Ο άνεμος μέλπει και σφυρίζει.

Με άφατον ηδονή το βρέφος πιπιλίζει.

Σιγά – σιγά ο επιβάτης πλησιάζει από πίσω.

Έπειτα σκύβει, μονομιάς, επάνω απ’ την γυναίκα,

και βγάζει το άλλο της βυζί.

Μια αναφώνησις ηχεί.   Κανένας δεν ακούει.

Ο επιβάτης σκύβει πιο πολύ 

και  παίρνει  στο στόμα του την άλλη ρώγα.

Δευτέρα αναφώνησις ηχεί.

Μα ο επιβάτης εξακολουθεί.

Άλλη διαμαρτυρία δεν ακούεται.

Γιατί να ακουσθεί;

Ο ήλιος λάμπει.   Τα δελφίνια σκιρτούν.

Υγρόν ψιμύθιον αφρού αναπηδά από το κύμα.

Γιατί να διαμαρτυρηθεί η νέα γυναίκα;

Γιατί να μεψιμοιρήσει;

Τρεις άνθρωποι τέρπονται.

Κανένας δεν τους βλέπει.

Η μάνα αφήνεται  και  αναστενάζει.

Ο έρωτας είναι γλυκός.

Η ζωή ωραία!..

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Το ίδιο βράδυ, η νεαρά γυνή, δέχθηκε στην καμπίνα της τον άγνωστον επιβάτη.   Οσάκις ξυπνούσε το παιδί,  το έπαιρνε στην αγκαλιά της.   Ο άνδρας, όμως, δεν έφευγε. Γιατί να φύγει;   Στην ηδονή υπάρχουν πολλαί στάσεις.   Ο έρωτας είναι γλυκός. Η ζωή ωραία!..  (ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τα ΓΡΑΠΤΑ του Ανδρέα Εμπειρίκου  ή  ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ 1960)

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2026

Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΠΡΑΣΙΝΗ ΚΙ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

 (…την κλωστή σου λίγο – λίγο τραγουδώ  και ξετυλίγω …)


2. Διαβάζω μέσα στο νερό   το άλφα το βήτα και το ρω   

Τα δυο γυμνά σου πόδια   τους κήπους με τα ρόδια  

 

3. Σ’ έκανα πουκάμισό μου   σε φορώ και περπατάω

Με το σώμα το μισό μου   στο δικό σου που κρατάω

 

4. Σου ’χτισα μια Σαντορίνη   με καμάρες και πορτιά

Να γυρνάς σαν το λυθρίνη   μες στη δροσερή φωτιά 

 

5. Θα κλείσω μια θα κλείσω δυο   την απαλάνη των χαδιώ

Θα κλείσω δυο θα κλείσω τρεις την Τύχη κι άμε να τη βρεις

 

6. Έλα να γίνουμε δυο ζώα  σε μακρινούς να πάμε τόπους

Όπου τα πλάσματα τ’ αθώα   να μας φαντάζονται γι’ ανθρώπους 

 

7. Άκουσα μες στον ύπνο σου που κολυμπούσε ο κύκνος σου

Τα δυο μας τα ονόματα   ν’ αλλάξουν χίλια χρώματα

 

8. Τα χέρια μου τ’ αδίσταχτα  πιάναν την άνοιξη πριν φτάσει

Τα μάτια σου τ’ ανύσταχτα  της ρίχνανε άνθη να χορτάσει

 

9. Βγήκε απ’ το κόκκινο το μαύρο  και  τώρα πού να πάει δεν ξέρει

Κόκκινα που ’ναι όλα τα μέρη  Το ’να που απόμεινε ίσως θα βρω

 

10. Μου ’φυγ’ ένα συννεφάκι   πάει τη λύπη στα βουνά

Ψάχνει να χτίσει ένα σπιτάκι   στο πάντα και στο πουθενά

 

11. Σ’ ένα λιμανάκι μωβ   ξύπνησα τα χαράματα

Όχι να μη γίνω Ιωβ   μήτε να μάθω γράμματα

 

12. Στήνει καρτέρι ο κεραυνός   χώρια να μας πετύχει

Μα ΄ναι μεγάλος ο ουρανός   και τοσοδούλα η Τύχη

 

13. Φύγε από κει μωρέ πουλί  και  γέρνει η βάρκα μας πολύ

Μόνο σου πέταξε να δεις   ίσα που παίρνει δυο καρδιές

 

14. Σταμάτα μου την αστραπή   ν’ ανάψω ένα τσιγάρο

Και πες του σύννεφου να πει  πως θα ’ρθω να σε πάρω

 

15. Την αγάπη μια τη λες  την ντύνεσαι τη γδύνεσαι

Όσο που γίνονται πολλές  και  πάλι σ’ όλες δίνεσαι

 

16. Περνώντας απ’ τις λυγαριές  κάποιος μου το μουρμούρισε

Το ΄παν οι σκύλοι στις αυλές   κι η γάτα το χουρχούρισε

 

17.Κάνε με Μωαμεθανό   να προσκυνώ στη Μέκκα 

Και να σε πάρω μια και δυο  κι  εφτά φορές γυναίκα

 

18. Ο που ξέρει ελληνικά  πέντε κι έξι έντεκα

Κι ο που ξέρει μόρτικα   δύο αλλ’ αλλιώτικα 

 

19. Η χαρά μου για να παίξει  διάλεξε κοπέλες έξι

Καθεμιά κι από μια λέξη   να τη λέει ώσπου να φέξει

 

20. Ένα κύμα μέσα σ’ όλα   έγια λέσα έγια μόλα

Πήρε τα κρυφά μας λόγια   να τα κάνει κομπολόγια

 

21. Αυτό που λέμε «σ’ αγαπώ»   στα δένδρα θα το ρίξω

Με τον αέρα να στο πω   και να σου το φυσήξω

 

22. Λένε πως κατιτίς κοιμάται   μέσα στης θάλασσας τον πάτο

Κάποια που πια δεν το θυμάμαι  μ’ έχασε σαν σταυρό εκεί κάτω

 

23. Σαν κάποιος ν’ αναστέναξε  ή  να ΄κοψ’ έναν μενεξέ

Ραγίστηκεν ο ουρανός  και  φάνηκε ο κατάμονος

 

24. Τι να ’γινε το μαξιλάρι  που ’χε απ’ τα λόγια μας γεμίσει

Στον ουρανό θα το ’χει πάρει  άγγελος για ν’ αποκοιμίσει

κάτι που πια δε θα γυρίσει

 

25. Μόνο που κοιτάχτηκες   μέσα στο πηγάδι

Στην ηχώ σου πιάστηκες   σαν σε παραγάδι 

 

26. Να σου δένω τα μαλλιά   με χρυσόν αστάχυ

Και να λένε τα πουλιά:  ο που τα ’βρε ας τα ’χει

 

27. Μες στου κήπου το σκοτάδι   φέγγεις μόνο με το χάδι

Όμως όταν μπεις στο σπίτι   σβήνεις τον Αποσπερίτη

 

28. Να ’χα μια γομολάστιχα  να πιάνει στα Γραμμένα

Να σβήνω τα τετράστιχα  και  να κρατήσω εσένα.

[ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ από την ομότιτλη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη

κι ακολουθούν αντιπροσωπευτικές επιλογές τραγουδιών

απ’ όλες τις ενότητες της συλλογής  που εκδόθηκε 1972]


 


ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΟΡΙΑ

(από τις ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ,

πρώτη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ του Οδυσσέα Ελύτη)

Του μικρού Βοριά παράγγειλα   να ’ναι καλό παιδάκι

Μη μου χτυπάει πορτόφυλλα   και  στο παραθυράκι

 

Γιατί στο σπίτι που αγρυπνώ   η αγάπη μου πεθαίνει

Και μες τα δάκρυα την κοιτώ   που μόλις ανασαίνει

 

Με πιάνει το παράπονο   γιατί στον κόσμο αυτόνα

Τα καλοκαίρια τα ’χασα   κι έφτασα στο χειμώνα

 

Σαν το καράβι που άνοιξε   τ’ άρμενα κι αλαργεύει

Θωρώ να χάνονται οι στεριές   κι  ο κόσμος λιγοστεύει

 

Γεια σας περβόλια   γεια σας ρεματιές

γεια σας φιλιά  και  γεια σας αγκαλιές

Γεια σας οι κάβοι  κι  οι ξανθοί γιαλοί

γεια σας οι όρκοι οι παντοτινοί 

 

ΔΕΛΦΙΝΟΚΟΡΙΤΣΟ

(από το ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΤΡΙΦΥΛΛΙ δεύτερη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ του Οδυσσέα Ελύτη)

Εκεί στης Ύδρας τ’ ανοιχτά και των Σπετσώ

να σου μπροστά μου ένα δελφινοκόριτσο

 

-Μωρέ του λέω πού ’ν’ το μεσοφόρι σου  

έτσι γυμνούλι πας να βρεις τ’ αγόρι σου;  

 

-Αγόρι εγώ δεν έχω μου αποκρίνεται  

βγήκα μια τσάρκα για να δω τι γίνεται  

 

Δίνει βουτιά στα κύματα και χάνεται  

ξανανεβαίνει  κι απ’ τη βάρκα πιάνεται  

 

Θε μου συχώρεσέ μου  σκύβω για να δω  

κι ένα φιλί μου δίνει το παλιόπαιδο  

 

Σα λεμονιά τα στήθη του μυρίζουνε  

κι όλα τα μπλε στα μάτια του γυαλίζουνε  

 

-Χάιντε μωρό μου ανέβα και κινήσαμε  

πέντε φορές τους ουρανούς γυρίσαμε!..

 

Η ΡΟΥΛΕΤΑ

(από τις ΑΝΟΡΘΟΓΡΑΦΙΕΣ πέμπτη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ του Οδυσσέα Ελύτη)

Βγήκαν τα νιάτα ψεύτικα

στα γηρατειά ερωτεύτηκα

Μεγάλη πόρτα βρήκα

μετάνιωσα – δεν μπήκα

είπα τι κι έτσι τι κι αλλιώς

άλλαξε ρούχα ο Μανολιός

 

Στο κόκκινο ποντάρισα

πέντε φορές λαχτάρησα

Τ’ ακούμπησα στο μαύρο

Ποιος τα ’χασε να τα ’βρω

Είπα να παίξω και στα δυο

γύρισε κι ήρθε το ζερό

 

Μες στη ζωή μας βρε παιδιά

έρχεται πρώτ’  η αναποδιά

Ένα πιάνεις δέκα χάνεις

δέκα ζεις μια θα πεθάνεις!..

 

ΤΟ ΜΑΓΙΣΣΑΚΙ

(από  Τ΄ΑΓΑΝΕΡΩΤΑ έκτη ενότητα στα ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ του Οδυσσέα Ελύτη)

Από τους χρόνους τους παλιούς    το ’χω βαθύ μεράκι

να βγω στις πέρα θάλασσες     να βρω το Μαγισσάκι

 

Τ’ άπιαστο σας αερικό     στην εμορφιά  του Μάης

που αν κάνεις να το μυριστείς      αλίμονό σου  - εκάης

 

Έβγα – έβγα Μαγισσάκι     Τι ζουμπούλια   Και τι κρίνα

χτύπα – χτύπα το ραβδάκι    Τι κι ετούτα  τι κι εκείνα

Ντο και ρε και μι και φα     Ντο και ρε και φα και μι

μες στα ροζ τα σύννεφα     φούχτα μου και δύναμη

 

Ποιος θα μου δώκει δύναμη    κι ένα μακρύ καμάκι

να βγω στις πέντε θάλασσες    να βρω το Μαγισσάκι

 

Που’ ναι σπηλιά του ο ουρανός     άγγελος η μαμά του

κι αφρός το φουστανάκι       στην άκρια του κυμάτου

 

Χτύπα – χτύπα το ραβδάκι     Τα παπιά και τα βαπόρια

χύνε το νερό στ’ αυλάκι      παν μαζί και πάνε χώρια

Φα και ρε και μι και ντο    Έξι τέσσερα κι οχτώ

μες στο μπλε το ξάγναντο    γούρι μου και φυλαχτό

 

Ανοίξτε πύλες κι εκκλησιές     ν’ ανάψω ένα κεράκι

να κάνει θαύμα στα κρυφά     για με το Μαγισσάκι

 

Που να κοιμάμαι ξυπνητός    να τρέχω ξαπλωμένος

και να με λεν χωρίς καρδιά     μα να ’μ’  ερωτευμένος

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΘΕΙΑ ΘΕΛΗΣΗ  ΚΙ  ΕΝΟΣ ΑΓΙΟΥ ΤΑΜΑ… 

(…εμείς οι δυο να σμίξουμε  και  να γενεί το θάμα…)

Οι άγγελοι τραγουδάνε.  Και οι ερωτευμένοι επίσης.  Πίσω από κάθε ανάταση,  από κάθε μεράκι,  μια κιθάρα περιμένει έτοιμη  να πάρει τα λόγια  και  να ταξιδέψει από χείλη σε χείλη.  Δεν είναι λίγο αυτό.  Είναι η χαρά να δίνεις χαρά στους άλλους,  είναι αυτό που μας βαστάει στη ζωή,  Γι’ αυτό κοντά στα ποιήματά μου,  δοκίμασα να γράψω  και  μερικά τραγούδια,  χωρίς να τα υποτιμώ καθόλου.   Έτσι  ή  αλλιώς,  μιλά κανείς για τα ίδια πράγματα που αγαπά,  και από κει και πέρα το λόγο έχουν αυτοί που θα τ’ ακούσουν.  Λένε πως το είδος έχει ορισμένους κανόνες.  Δεν τους ξέρω και, πάντως,  δεν ενδιαφέρθηκα  ή  δε μπορούσα ίσως να τους ακολουθήσω.  Δουλεύει ο καθένας όπως νιώθει.  Και η θάλασσα είναι απέραντη,  τα πουλιά μυριάδες,  οι ψυχές όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι  και  τα λόγια, όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβουλεύουν.  (Οδυσσέας Ελύτης)

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2026

ΟΛΟΙ ΟΙ ΠΕΠΛΟΙ ΣΚΙΣΤΗΚΑΝ

  (… πάσα φενάκη απέστη…) -1- Επάνω στην καμένη γη,    πήζει ο πολτός   και   κρυσταλλούται ο αντίλαλος μιας μάχης. Το δόρυ μπηγμένο...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ