Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΓΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 (…ραγισματιές απ’ όπου μπαίνουνε οι άνθρωποι στον κόσμο…)


Ο πατέρας του ήταν υπαξιωματικός κι έπειτα δούλευε υπάλληλος στο δήμο.  Ζούσαν σ’ ένα εβραϊκό σπίτι με σφουγγαρισμένα ξύλινα πατώματα. Όλο το σπίτι μύριζε βρεγμένο ξύλο.  Ο πατέρας του πέθανε από μιαν αρρώστια που έμοιαζε με την πείνα.  Έπεσε στην πλατεία και πρήστηκε. Βρωμούσε κι όλοι αποτραβήχτηκαν κι η οικογένεια πήγε για να τον πάρει. Η μητέρα ούρλιαζε και τα αδέλφια.  Πλησίασαν με ντροπή γιατί τους κοίταζαν οι χαλκωματάδες της πλατείας.  Η μάνα έκλαιγε με τη φωνή και καταριόταν και φοβέριζε.  Ξαφνικά έπαψε κι άλλαξε η φωνή της.  Σα να γέμισε ξαφνικά το στόμα της με μια βούκα μαλακού ψωμιού κι η φωνή της ακούστηκε μαλακιά και πνιγμένη    αυτή είναι η οικογένειά μου;   Τώρα κι αυτήν την ώρα εδώ τώρα εδώ κατάλαβα πως εγώ παντρεύτηκα έναν άνδρα.  Αυτόν εδώ αλλά ο άνδρας μου είναι παντρεμένος από χρόνια με άλλη γυναίκα που ποτέ δεν την είδα.   Έκανα τέσσερα παιδιά κι ένα από αυτά θα γίνει κήρυκας.  Αλλά ποτέ δεν είδα τα πραγματικά μου παιδιά και μου έφεραν αυτά τα τέσσερα που είναι άλλης μάνας.  Ούτε εκείνης που παντρεύτηκε ο πατέρας τους δεν είναι αυτός που κείτεται εδώ.   Αυτές είναι οι οικογένειες των ανθρώπων. Ραγισματιές απ’ όπου μπαίνουν οι άνθρωποι στον κόσμο.   Παραφυλάν ύπουλα κι αθόρυβα γλυστράν προσέχοντας και μπαίνουν.   Παίρνουν την θέση πάντα καποιανού που δεν ξέρω όμως εγώ τον αγαπούσα.   Αλλά είναι άγνωστοι άνθρωποι και κρύβονται πίσω από τις συγγένειες  και  μονάχα εγώ είμαι η ίδια   είμαι αυτή από αιώνες είμαι αυτή και μοναχή χωρίς καμιάν οικογένεια δικιά μου έρημη στον κόσμο από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος κι εγώ γεννήθηκα μαζί του μονάχα εγώ.   Καμμένη!   με μια φριχτή απορία κοίταξε γύρω τους ανθρώπους.    Αλλά με πεποίθηση κι εγκαρτέρηση και μονάχα ο κήρυκας κατάλαβε τη σπουδαία σημασία αυτών των λόγων της μητέρας του.   Τότε ο κήρυκας πλησίασε το νεκρό.   Τότε διέκρινε πλάι στο άθλιο κουφάρι.  Σαν τα σφιγμένα κόπρανα των πεινασμένων αλλά φέγγιζε.   Ένα μικρό πράγμα στρογγυλό κι άστραφτε ολοφώτιστο πλάι σ’ εκείνη τη θαμπή ακαθαρσία που ήταν τώρα ο πατέρας.   Παρά την άθλια ζωή του ο θάνατός του έλαμπε.   Πολύτιμο έκκριμα και λαμπερό περίττωμα του άθλιου πεθαμένου.   Παρόλο που φαινόταν να είναι από μιαν ουσία εντελώς ξένη προς το σώμα του ανθρώπου.  Αυτό εκεί είναι ο θάνατος κι ο κήρυκας εθαύμασε που μονάχα ο θάνατος βγάζει στο φως την ευγενική καταγωγή των ανθρώπων.   Αφού για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος θα είναι πάντα λαμπρός κι ό,τι λαμπρό έχει η ζωή των ανθρώπων είναι ο θάνατος. Μετά εκείνος ο μικρός πηλός έσβησε και πατήθηκε.  Τότε ήρθε και στάθηκε μία μεγάλη γυναίκα.   Είπε πως είναι η μάνα του πεθαμένου.   Φορούσε ένα χοντρό μαύρο μεταξωτό και στα μαλλιά της πέτρες θαμπές από σπασμένα κοσμήματα και σκόρπιζαν από τα τσακισμένα τους δεσίματα πέτρες ακατέργαστες από περιουσία.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά  ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, Κέδρος 1979]



 


ΕΙΠΕ ΜΕ ΛΕΝ ΕΥΔΟΚΙΑ  ΚΑΙ  ΚΑΤΟΙΞΩ ΣΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ

Είμαι Λαζή. Έπεσε μεγάλο κακό κι έπιασαν έναν Έλληνα και τον βασάνιζαν. Τον ταπείνωναν κι εκείνος όρθιος φώναζε η Ελλάς ζει.  Του κόβουν οι Βούλγαροι οι Τούρκοι δεν θυμάμαι πια.  Είμαστε κοινά και συγγενικά φύλα.  Όλοι εμείς ίδια μοίρα κι άραγε ίδιο γαίμα.   Του έκοψαν τη γλώσσα αλλά εκείνος όρθιος φώναζε συνέχεια και με κομμένη γλώσσα φώναζε λα ζι.   Έτσι γεννήθηκε το έθνος των λαζών κι ονομαστήκαμε λαζοί.   και τις ετοιμόγεννες τις ρίχναν στα σκυλιά και γεννούσαν πριν της ώρας.  Τα σκυλιά χώναν τη μούρη τους ανάμεσα στα σκέλη των γκαστρωμένων και τραβούσαν το κεφάλι του παιδιού το κατασπάραζαν. Κρέμονταν στηθάκια ανοιχτά και αιματοβαμμένα και από τα στόματα των σκύλων κρέμονταν τα εντεράκια των παιδιών σαν σκουληκάκια.   Επειδή οι σκύλοι εχόρταιναν και κρεμόταν το λουρί ματωμένο και το ύστερο μια μαύρη πίττα σαπισμένο και σερνόταν.   Αυτές οι χήρες αγοριών μαζεύαν ύστερα εμάζευαν τα φαγωμένα τους παιδάκια και τα παράχωναν δίπλα στην πυροστιά του σπιτιού μικρά και αγαπημένα φαγητά να τρώει ο θάνατος όταν επισκέπτεται

Αυτός εδώ είναι ο γιος μου κι ιδέτε τον.   Δεν τονε αναγνωρίζω κι ό,τι αποχωρίστηκε από το κορμί μου κι από τα σωθικά μου δεν το αναγνωρίζω. Είμαι βουργάρα εγώ.   Ό,τι κατέχω είναι μέσα μου και πάνω στο κορμί μου και ό,τι χωρίζεται και βγαίνει από το σώμα μου το αποκληρώνω το καταριέμαι!   στον άπαντα ρίχνε τον!   στα σκυλιά γιατί όλα μου τα παιδιά στα σκυλιά!   δεν τα αναγνωρίζω κι έτσι είναι η μοίρα μας οι μητέρες των Ελλήνων να γεννάν τροφή για τα σκυλιά στα σκυλιά!

 

ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΩΝΑΞΕ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΞΕ ΜΕ ΚΑΚΙΑ

(…μετά μιαν απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος…)

είπε η γυναίκα. Ύστερα σώπασε και τον κοίταξε με μια φοβερή κακία. Ξαφνικά άνοιξε δίπλα του ένα παράθυρο. Πολύ κοντά και σχεδόν τον άγγιξε καθώς άνοιγε σαν δίφυλλη μεγάλη θύρα με μικρά τετράγωνα τζάμια άνοιξε αργά. Φάνηκαν δυο μικρά παιδιά. Το μεγάλο προστάτευε το μικρό που είχε πολύ πυρετό. Είχαν μείνει μοναχά. Το άρρωστο παιδί φορούσε ένα φαρδύ κι ροζ τσίτι. Αλλά καλοσιδερωμένο και καθαρότατο. Μια πνοή μάνας τον τύλιξε κι ένιωσε μεγάλη συγκίνηση. Το άρρωστο είχε διπλωμένο το ένα του χέρι. Από καιρό κλεισμένος ο αγκώνας κι εκείνο το χέρι κολλημένο στο πλευρό αγκυλώθηκε. Με βία αυτός το ανοίγει και το παιδί έκρωξε. Στο μέσα του αγκώνα ήταν κρυμμένο ένα κουβαράκι από μαλλιά ανθρώπου. Φυλαχτό του αγκώνα το κρατούσε συνέχεια το παιδί και έπαθε το χέρι του. Αλλά τραντάχθηκε από το τέντωμα και τρέμει. Μ’ έναν αδύναμο λόξυγκα σαν παραπόνεμα ξεψύχησε. Τότε το μεγαλύτερο είπε με λύπη το είχε βάλει η μάνα του γιατί είναι θαυματουργό και πριν πέντε χρόνια βλοημένο. Γιατί είχε μιαν αρρώστια που τη λεν επιλαθού. Το έπιανε και τίναζε το χεράκι του κι ύστερα σταματούσε. Τότε η μάνα του του τόβαλε να το κρατά συνέχεια εκεί ώσπου να του περάσει και έδενε το χέρι του μη πέσει αλλά μετά που χάθηκε η μάνα του από μόνο του το έσφιγγε πιο πολύ και το κρατούσε πιο πολύ.

Μπαίνει στο σπίτι. Μάντευες πέρα πολλά δωμάτια ευρύχωρα και ψηλοτάβανα και παντού υπήρχε κόσμος πολύς. Σιωπηλά συνωστίζονταν στις κώχες και σε κρυφά μεσοπατώματα. Πίσω από σκοτεινές σκάλες κούρνιαζαν οικογένειες προσφύγων. Κάτω από τα παράθυρα σέρνονταν και άπλωναν τα χέρια προς το φως των παραθύρων. Εκεί ήταν ένα δούλος. Ανήκε σε παλιό έθνος δούλων από την Κύζικο. Δεν είχαν όνομα ούτε οικογένεια και ζούσαν από πάντα δίπλα στις οικογένειες των προσφύγων. Συνέχεια να παίρνονται δεν έμαθαν να μιλά και δεν καταλάβαιναν το λόγο των ανθρώπων παρά μονάχα με τις κινήσεις των χεριών και με νεύματα καταλάβαιναν. Αυτός ο άνθρωπος κληρονόμησε τους άλαλους δούλους.  Αγορασμένος έστεκε σε μια γωνιά. Ακίνητος κι όλη του τη ζωή να πιάνει λιγότερο τόπο. Με δεξιοτεχνία μίκραινε ο ίδιος το κορμί του. Μ’ ένα κοφτήρι αμβλύ σαν φαλτσέτα αλλά με κόψη αδρή. Αφαιρούσε μικρά κομμάτια από το σώμα του να γίνεται όλο μικρότερο. Δίδασκε στο σώμα του μια νέα λειτουργία την κοπή. Με μια υπομονή σαν σοφία δεν έκαμνε πληγή κι ούτε έτρεχε αίμα και σαν μια στάμνα στρογγύλευε και μίκραινε το ακούμπημα του στη γη. Εκεί περίμενε μια γυναίκα. Του είπε πως είναι πολύ άρρωστη. Πρόσεξε πως ήταν εξαιρετικά χαμηλή και τότε πρόσεξε πως είχε μονάχα κεφάλι. Το κεφάλι εκείνο κουνιόταν ακατάπαυστα καταγής μπροστά στα πόδια του. Επάνω σ’ ένα αδειανό απλωμένο φόρεμα μπλε με μικρά κίτρινα λουλούδια. Σαν να είχε λιώσει ολόκληρη κι είχε εξαφανιστεί και μονάχα το κεφάλι της απόμεινε ζωηρότατο κι εκείνο το χτυπητό της ρούχο. Τα μάτια της κίτρινα και οι κόρες στενές σαν καρφίτσες. Τον κοίταξε από καταγής με λαχτάρα και φώναξε βοηθήστε με και κάντε με καλά. Της είπε με χαμηλή φωνή δεν μπορώ τώρα είπε με μεγάλη αγωνία αύριο. Σαν να παρακαλούσε την κοίταζε ταραγμένος και ικέτευε αύριο. Η γυναίκα φώναζε με μιαν υπερβολική ευγνωμοσύνη να την ακούσουν όλοι είστε ο ευεργέτης μου.  Το είπα σε όλους ότι εσείς θα με σώσετε. Θα έρθω αύριο και σας ευχαριστώ. Δεν έχω άλλον στον κόσμο.  Το κεφάλι εκείνο είχε μιαν αξιοπρέπεια. Σαν ζωγραφιστή στο πάτωμα ασώματη γυναίκα σάλευε καταγής και το αδειανό της ρούχο τρανταζόταν άδειο κι έμοιαζε να κυματίζει από χαρά κι ελπίδα.

Σ’ έναν μακρύ πάγκο ήταν δυο γυναίκες. Η μια μακριά από την άλλη. Η μία καθιστή ήταν νέα και τεντωμένη τον κοίταζε αμίλητη. Είχε πεταχτά μήλα χλωμά με μικρές στιχτές ακίνητες αιμορραγίες.  Μικρές σπασμένες φλέβες πάνω στα μήλα του προσώπου της και τα μάτια της μικρά και ξεπλυμένα γαλάζια βαθιά χωστά μέσα στις κόγχες. Όταν μιλάει γέρνει λίγο το κεφάλι της στο πλάι. Η άλλη ήταν ηλικιωμένη και ήταν ξαπλωμένη στην άλλη άκρια. Τυλιγμένη ως επάνω στο σαγόνι με άσπρα απανωτά σεντόνια. Μια ομάδα μελαχρινές και λιγνές γυναίκες στην άλλη άκρη του μικρού δωματίου. Ετοίμαζαν τσάι. Αρμένισσες και παράστεκαν εκείνην των σεντονιών. Σκύβει από πάνω της και τη ρωτά. Το στόμα της μισάνοιχτο και τότε του φάνηκε πως ήταν σφαγμένη. Μονάχα εμένα θα γράψετε απ’ αυτό το σπίτι είπε η άλλη γυναίκα με τα πεταχτά μήλα. Μίλησε από κει που καθόταν και καθαρά και ήσυχα ακούστηκε να λέει μονάχε εμένα να γράψετε για όλο αυτό το σπίτι.

Απότομα σηκώνεται και τον πλησιάζει με άγριες αλλά προσεκτικές κινήσεις. Κολλά το παράξενο πρόσωπό της πάνω στο πρόσωπό του. Λέει ήρεμα και μαλακά είμαι δασκάλα και με λεν Αγλαΐα. Θα γράψτε για όλους εδώ μέσα το όνομά μου. Αγλαΐα. Λεγόμαστε όλοι Αγλαΐα. Ξαφνικά αρχινά να ουρλιάζει κανενός το όνομα! Εγώ φυλάω τα ονόματά τους και σε κανέναν δεν τα δίνω! φώναζε και μάνιαζε εκείνη τη γυναίκα. Αγλαΐα. Η ζωή μας και το σπίτι μας ολόκληρο κι όλες μας οι ιστορίες λέγονται Αγλαΐα.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979]

 

ΤΟΤΕ ΕΙΔΕ ΠΩΣ ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΕΚΕΙΝΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΟ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑΝ ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ:

Αναγνώρισε τη θάλασσα του ωκεανού και σκέφτηκε πως εδώ υπάρχουν τυφώνες. Σκύβει επάνω στο παιδί κι εκείνο αρχίζει να μιλά χωρίς να σηκώνει το κεφάλι. Πρόσεχε το κρέας πάνω απ’ τη φωτιά κι έλεγε σαν να γύρευε ομοιοκαταληξίες για τα μικρά φυσήματα του αέρα έπαινο για τη θάλασσα ποιος θα πει; Από την απέραντη εργασία της θάλασσας γεννιέται το νησί. Κσόι κσόι άσπρα μικρά λουλούδια που δεν είστε λουλούδια. Αλλά όπως θα ήταν των λουλουδιών οι σκελετοί. Ελαφριοί των θάμνων αχινοί τους παίρνει ο αέρας τους σκορπά στη γη. Τους λέμε οι κλέφτες. Εσύ φταις. Που αφήνεις ανοιχτό το αυτί. Ένας τους μπαίνει μέσα και κουφαίνεται. Κλέβει την ακοή. Ευφραίνεσαι από τον αέρα που φυσά. Αλλά ο αέρας τα σκορπά και μπαίνει ένα στο αυτί κουφαίνομαι. Λιγοθυμώ και κλαίομαι πήρε την ακοή μου και πετά. Κσόι κσόι κακό πουλί χειρότερο αγκάθι. Ούτε πουλί κι ούτε αγκάθι μου απαντά. Τι είσαι; Αυτί. Που έκλεψε το άκουσμά σου όλο και φεύγει μακριά. Κσόι κσόι κακή χρονιά χειρότερη σοδειά τι θα ακουστείς εκεί μακριά; Το όνομά σου να φωνάζουν μου απαντά. Το όνομά σου το έχασες δεν θα το ακούεις πλια. Κσόι κσόι κουφή Κυρά να μη συγχωρεθεί παρακαλώ της ακογής μου η κλεψιά τι θα το κάνεις το όνομά μου εσύ και ποιος να είναι αυτός που με καλεί; Θα ακροαστώ θεού φωνή. Κσόι κσόι Κυρά κουφή είναι δικιά μου η ακοή με διπλανού ακούς την ακοή; Και σαν ηχώ αντιλαλεί. Μήτε η δικιά σου ζωή είναι εκεί και η ζωή είναι πάντα. Διπλανή είπε το παιδί και σήκωσε το κεφάλι.

Τον κοιτάζει σοβαρά και πράα σαν άγγελος. Τότε αυτός αφού κανείς δεν ήταν πια μάρτυρας της ζωής του κι από πουθενά δεν έβλεπε κανένας. Από πουθενά ορατή η βασιλική από τες πράξεις ο ανώφελος φόνος. Αλλά και σαν από μόνο του εκείνο το μίλημα του παιδιού σ’ αυτήν μονάχα την πράξη να επικαλούσε. Χτυπά το αγόρι το πατά πάνω στο στέρνο. Μαύρισε κι από το ορθάνοιχτο στόμα του πετάχτηκε ο οισοφάγος και διπλωμένος έσφυζε ασημής. Κύλησε νεκρό επάνω στη φωτιά του.

Κάηκε σαν χαρτί κι η διάφανη στάχτη του επικρατούσε το σχήμα του σώματός τους. Σαν εύθρυπτος χάρτης ανθρώπου και τον πήρε ο αέρας και τον σκόρπισε. Με ένα αμυδρό ξόι ξόι αναταράχτηκε λίγο ο αέρας κι ύστερα ο αέρας λησμόνησε. Προχώρησε με δυσκολία στους έρημους δρόμους του καταυλισμού. Θυμήθηκε πως τα παιδιά τον κορόιδευαν όταν τον έβλεπαν στο δρόμο. Πέρασε η μάνα του αγοριού. Την αναγνώρισε μέσα στο σούρουπο. Νεαρή και όμορφη με εκείνες τις ουλές της ανατολής σαν κορδόνια. Κεντημένες πάνω στο φωτεινό της πρόσωπο. Έτρεχε αγριεμένη από δυστυχία κι έψαχνε ανήσυχη το αγόρι εκείνο. Την είδε να χάνεται μέσα σ’ ένα ψηλό σπίτι που ήταν τα λουτρά. Πλενόταν πολλή ώρα κι έμεινε ώρες μέσα σε αχνούς και ησύχαζε. Μετά βγήκε από ένα μικρό παράθυρο ψηλά και κοίταξε προς το μέρος του σα να γνώριζε. Φορούσε ένα χοντρό κόκκινο φόρεμα. Άρχισε να χτενίζει τα μακριά μαύρα της μαλλιά που κρέμονταν έξω από το παράθυρο και πίσω της ένα πηχτό πορτοκαλί φως. Τον κοίταζε από ψηλά και κατάνευε. Φαινόταν ευχαριστημένη και αναπαυμένη. Και αυτός τότε αισθάνθηκε ευτυχισμένος καθώς φανταζόταν εκείνο το σπίτι γεμάτο χλιαρούς και ακίνητους ατμούς. Έτσι στέκονταν από μακριά σα να συνομιλούσαν και μια ησυχία τους τύλιγε και το ήσυχο και ήρεμο βράδυ τους δίπλωνε μέσα στα λινά σκεπάσματα.

 

Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΡΧΟΜΟΥ. Προς το τέλος γίνεται αθώος ο νους

Ο Μάρτιος και ο αδένας του μελιού. Ο φύλακας και τα άγνωστα ερείπια του ουρανού που τα λέμε άστρα. Το δένδρο ελιά και το βράδυ του θανάτου. Η καρδιά που παραμονεύει πάντα ακίνητη να είναι με τα σφαγμένα ζώα της νύχτας. Το λευκό πρωί να είναι ήσυχα ζευγμένο στον άγριο πόλεμο. Η σιωπή να πάει με το βουλιαγμένο μέτωπο του αλόγου και η σιωπή. Με τη μεγάλη καμπάνα που έπεσε στη γη κι εκεί κοιμάται ο επιληπτικός Δικαίος. Η έχιδνα κι ο χορευτής ο κόκκινος και ο νεκρός η χαρισμένη και η μελανή. Αφού τα κανονίσει όλα αυτή η ειρήνη που μανιακά συναρμολογεί. Ανεπαίσθητα ελευθερώνονται κάτι μορφές. Ακίνητες και καθαρές με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με μιαν αχνισμένη λαμπρότητα. Σαν καθαρισμένες με σκληρή δουλειά τρίβοντας. Τώρα οι μορφές είναι επιφάνειες πολύ μεγάλες έφραζαν το νου. Δεν ξέρουν από ονόματα δεν πρόλαβαν την ομιλία. Λιγοστές μία ή δύο σα να χερσεύουν όλη τη γη. Θεόρατες άγιες των ποιημάτων στέκονται πελεκημένες και βουβές με μιαν ασάλευτη μανία. Οστά από μεγάλες αισθήσεις που ξαφνικά τις ξέθαψε μία βροχή. Παρουσιάζονται έξαφνα οι μορφές και κυριεύουν το νου. Αδυνατισμένον από το έργο εκείνης της ειρήνης και τώρα με τις μεγάλες όψεις των θέλουν με τη βία να τον αντιπροσωπεύουν. Η θέα τους είναι αυστηρή γιατί κέρδισαν με αίμα τη σιωπή τους και δικαιώθηκαν μ’ έναν τρόπο απόκρημνο. Οι μορφές που εκατέλαβαν το νου του κήρυκα είναι δύο. Η μορφή ότι έρχεται προς τους ανθρώπους. Και η μορφή ότι εστεκόταν αντίκρυ από τους ανθρώπους. Τίποτε άλλο δεν σημαίναν αυτές οι δύο μορφές. Αναίσθητες κι ανίδεες εσφετερίστηκαν όλη του τη ζωή…

 

ΕΓΩ ΦΥΛΑΩ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΔΕΝ ΤΑ ΔΙΝΩ

(…η ζωή μας και το σπίτι μας ολόκληρο κι όλες μας οι ιστορίες…):

Μια μέρα μεταμορφώθηκε σε ετοιμοθάνατη μεσήλικη γυναίκα. Με μιαν αργόσυρτη λύπη αναθυμάται τη ζωή της. Έχει μονάχα ένα μεγάλο γιο. Δεκαοκτώ χρονών αλλά εξαιτίας μιας χρόνιας αρρώστιας ζει κλεισμένος σε θεραπευτήριο. Από πολύ καιρό τον έχει οριστικά αποχωριστεί. Αόρατη περνά μες στους ανθρώπους γιατί κανείς δεν την προσέχει σα να είχε κιόλας πεθάνει. Από θάνατο αφηρημένη κοντοστέκεται στους δρόμους. Μια μελαγχολία σαν ηχώ αλλά όχι επειδή θα πέθαινε. Λύπη ολόκληρης ζωής κι ό,τι θυμάται είναι εξαθλιωμένο. Πήγε και στάθηκε σ’ ένα οικισμό. Καταυλισμός των ετοιμοθάνατων αλλά μιας άγνωστης φυλής. Ασιατικής γιατί τα πρόσωπα εκείνα έδειχναν μια πανάρχαια ηλικία φυλής. Το οδήγησαν σ’ ένα μικρό σπίτι που ήταν μονάχα ένα δωμάτιο. Αυτός που έχει το σπίτι τον παρακολουθεί. Είναι ανέκφραστος και ακάθαρτος. Έχει μια σκοτεινή μνησικακία που οφείλεται στη φυλή του. Του φάνηκε πως αυτός ο ιδιοκτήτης έχει στο νου του να μη το χωριστεί σ’ όλη του τη ζωή. Τότε αισθάνθηκε αγωνία κι αφουγκραζόταν όλη την ώρα. Κάθε τόσο ανασηκώνεται και κοιτάζεται στο τζάμι του παραθύρου. Έχει το λευκό και ήσυχο πρόσωπο εκείνης της σιωπηλής ετοιμοθάνατης γυναίκας. Τα μάτια της γυαλιστερά μαύρα και μικρά δεν φαίνεται καθόλου το άσπρο. Σβηστά αλλά έχουν μιαν ακίνητη επιμονή κι ένα δάκρυσμα. Όπως το βλέμμα εκείνων που πεθαίνουν σωπαίνοντας. Ησυχάζει και πάλι ξαπλώνεται. Αυτό το κάνει πολλές φορές. Ανακαλύπτει πως το πρόσωπο που βλέπει τώρα στο τζάμι δεν είναι γυναίκα. Είναι ένα αγόρι ως δεκατεσσάρων χρονών και τον κοιτάζει απ’ έξω με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι. Είναι αδύνατο με πυκνά μαύρα μαλλιά αλλά το δέρμα του χάραξε θαμπό και σκέφτηκε πως κατάγεται από φοίνικες. Άμα εκείνο είδε πως το είδε έστρεψε την πλάτη. Είναι καθισμένο δίπλα στο παράθυρο κι έχει μπροστά του ένα τενεκέ όπου άναβε φωτιά. Ψήνει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας που άρπαξε για να φάει…

(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979)

 

ΑΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΕ ΤΟΥΣ ΑΛΑΛΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ

(…τον κοιτούσαν από καταγής με λαχτάρα φωνάζοντας βοηθήστε μας…)

Ανέβηκε στην επιφάνεια του χώματος.   Ακολουθώντας έναν λοξό ανήφορο τον ανέβηκε με κούραση.   Λοξά παρουσιάστηκε στην πόλη.    Εξαντλημένος σα να γεννιόταν εκείνη τη στιγμή που παρουσιάστηκε.    Αργά έτρεφαν τα μέλη του και δυναμώναν να γίνει ολόκληρος να βγει.    Έτοιμος και τελειόμηνος κάτοικος αυτής της χώρας.   Αλλά ακόμη η ψυχή του δεν είχε σχηματιστεί.    Σκληρός σαν πολιούχος εμφανίστηκε στους δρόμους.   Όλοι τον αναγνώριζαν αλλά κανένας δεν τον έλεγε. Η πόλη ήταν κατεστραμμένη και ισοπεδωμένη.   Σκαμμένα τα χώματα και αραιές παλαιϊκές οικοδομές ορθώνονταν μακριά και χρησιμεύαν για θεομηνίες.    Πιο μακριά στη θάλασσα φαίνονταν μεγάλα πλοία ιστιοφόρα.    Τον απόφευγαν από την πολυτελή όψη του κι από το στολισμένο του πρόσωπο.    Το πρόσωπό του το στόλιζαν ακριβές εκφράσεις. Αλλά κι εκείνος αισθανόταν ένα σφίξιμο από μιαν επίγνωση ανανδρίας.    Αυτή η πόλη είχε μονάχα έναν δρόμο.    Πλατύς κι ανώμαλος με κόκκινο χώμα αναστατωμένο από άγρια άροτρα.    Αλλά κι από γυμνά πόδια και παλάμες ανθρώπων.   Οδηγούσε από χαμηλούς λόφους και βαθιές χαράδρες σαν γιγάντιες τσεκουριές.   Τα σπάνια χτίσματα που διασώθηκαν ήταν ογκώδη κι όλα χτισμένα με παλιά κόκκινα τούβλα.    Έρημοι πελώριοι φούρνοι ή μύλοι.   Σαν εγκαταλειμμένα νοσοκομεία εξανθηματικών ανθρώπων.    Οι στέγες τους φολιδωτές και σαν ψημένες από τον ήλιο ράχες χερσαίων ψαριών. Περιφερόταν κι εκπληρούσε ένα είδος απογραφής…   Μετά μιαν απογραφή γίνεται πάντα πόλεμος είπε η γυναίκα…   [αποσπάσματα από το βιβλίο του Γώργου Χειμωνά ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979]

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2026

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΟΡΘΙΟΙ ΜΕ ΜΙΑ ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑ

 (…σφαδάζουν και δοξάζονται υποφέροντας…)  


Ο κόσμος να γίνει εικόνα.

Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων

να τους σκεπάσει μια εικόνα!..

 

Απομακρύνθηκε ο ορίζοντας.

Η ζωή φάνηκε πρώτα στους τοίχους.

Είναι ένας τοίχος αλειμμένος μ’ ένα υλικό σαν σημασία

Αλλού οι τοίχοι εξογκώνονταν και εξείχαν

σα να γεννούσαν αγάλματα  κι άμορφα ακόμα

που μόλις σχηματίζονταν  εκρέμονταν από τους τοίχους.

Αργά εκατέβαινε ο ουρανός.

Υπέροχος κεφαλόδεσμος από λοξά βαριά καλύμματα

λύθηκαν κι έπεφταν αργά

για να φανεί ξανά πόσο καλό είναι το φως

[πρώτο απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά

ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, εκδόσεις Κέδρος 1979]




 

Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ

(…αρχίζει μία Αναγέννηση

μια απροσδόκητη Αναγέννηση φύσηξε απότομα

πάνω από σφαγές λαών  κι  αδιάφορη για τις σγαγές…)

Σαν εξουσία δόξας θα παρουσιαστεί. Θα παρουσιαστεί με την βία όπως η καταστροφή. Εκεί που όλα τέλειωναν των ανθρώπων. Προτού το τέλος ο κόσμος ετελείωνε αρχινώντας. Αλλά οι άνθρωποι αποστρέφονται αυτήν την τελευταία αναγέννηση. Σφαδάζουν και δοξάζονται υποφέροντας. Η αναίτια Αναγέννηση ανασηκώνει από κάτω τους ανθρώπους σαν στέψη λογχισμένων. Μια αφύσικη αναζωογόνηση θα τους διεγείρει. Εμψυχώνει αλλά μ’ έναν τρόπο ακίνητο τανύει την ψυχή τους την αραιώνει τρομακτικά. Αλλά η μοίρα των ανθρώπων αντιστέκεται. Η φύση τους συντρίβεται και έτσι ρημαγμένη υψώνεται. Από τη σύμφυρση τέλους κι αρχής. Από την εναντίωση των ανθρώπων γεννιέται ο εξής αιώνας οι άνθρωποι όρθιοι.

με μία σκληρότητα. Σαν να είχαν μιαν οίηση κρίματος. Στέκονται ακίνητοι σ’ αυτήν εδώ την ομαλή άκρια της στεριάς. Μπροστά στην αχανή θάλασσα κι ερεθισμένοι από το νερό. Σταματημένοι άνθρωποι και υπαίθριοι και η Αναγέννηση έμοιαζε με ιταλική. Άφθονα περιτυλιγμένοι με πολυτελή υφάσματα. Αλλά ανάμεσα στα υφάσματα εκείνα έχαινε η πιο βαθιά φτώχεια. Σκεπασμένοι παντού με υπερβολικά ρούχα πριγκίπων όπου η χλιδή ετρίφθηκε με τον καιρό. Μέσα σε απέραντες και βαθιές πτυχές και στον βυθό των υφασμάτων εμάντευες πνιγμένες πολύτιμες κλωστές και νήματα ατόφια. Μέσα στον όγκον εκείνον του πανιού μονάχα τα πρόσωπα εφαίνονταν.

 

ΩΧΡΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΩΜΕΝΑ ΑΠΟ ΠΟΛΛΕΣ ΜΙΚΡΕΣ ΡΥΤΙΔΕΣ  (…σαν αποτυπώματα ποδιών από μικρά παιδιά…)

Μικρά πρόσωπα αποτραβηγμένα σαν ανεξιχνίαστες σβηστές πατημασιές επάνω στ’ αστραφτερά χρώματα εκείνης της Αναγέννησης. Εκφράζουν μονάχα μιαν αδιάκοπη προσοχή και εσκεφτόσουν πως υπάρχει μία προσοχή που είναι αθάνατη. Προπάντων οι άρρωστοι και οι ηλικιωμένοι είχαν τον περισσότερο πλούτο φορεσιάς. Τα ανάπηρα παιδιά και σαν ιαματικά έβλεπες τα υφάσματα να περιβάλουν αγκυλωμένα μέλη και όψεις χλωρές. Από τα σκοτεινά χωρίσματα ανάμεσα σε κείνους τους ντυμένους που άνοιγαν σαν χαλάσματα. Κρύπτες αθέατου λαού έβγαινε μια βοή. Θολές φωνές από τραγούδια βαφτισιών αλλά σα να βαφτίζονταν νεκροί αντί παιδιά κι εκεί ανάμεσα εκατοικούσε ένα κλάμα και γυάλιζαν μεγάλα μάτια γυναικών που ξαφνικά βουβάθηκαν καθώς σκοτώναν. Αδιαπέραστος εκείνος ο χώρος ανάμεσα στους ανθρώπους στοιβαγμένος. Από το βάθος αυτών των ανθρώπων επρόβαλλαν οι οραματισμένοι. Πιο θαρραλέοι πλησίαζαν την άκρη του νερού το ψηλαφάν ευλαβικά με τις παλάμες. Το μελετούν μ’ εκείνα τα αρχαία μάτια των τρελών κι απάγγελναν ορισμούς για το νερό.

Όρθιο εκείνο το πλήθος κι εκχριστιανισμένο. Με την αθέλητη ζωή που από φύση δεν την άντεχαν και δεν προσδοκούσαν. Όμως την άντεξαν και ο λαός των ανθρώπων τυραννισμένος. Μέσα στο φως αυτής της Αναγέννησης υψώνονται βασανισμένοι αλλόκοτα. Αλαζονικά δυστυχισμένοι στέκονται εκεί ασάλευτοι. Ριπές από μακρινές φωτιές άλλων βουνών κι άλλων νησιών της θάλασσας. Οι φωτιές βρέχουν τα πρόσωπά τους. Λιώνουν και χύνονται μέσα στις σκληρές πτυχές των φορεμάτων. Γνωρίζουν πως οι φωτιές αυτές ανάφτηκαν για άλλες φωτιές πιο μακρινές κι εκείνες για μακρύτερες. Από τον άγνωστο τόπο όπου επαίχθηκε η ζωή τους. Αλλά εγώ μ’ έναν κρύο τρόμο συναισθάνομαι τα αισθήματα εκείνων που άναβαν φωτιές. Με τι αισθήματα ανάβαν; Προπαντός οι πιο κοντινοί από βορρά και μ’ έναν αισθηματικό θυμό συγγενικό τους συνερίζομαι. Γιατί κατάγομαι από τη Θεσσαλία.

 

ΤΟΤΕ ΘΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ Ο ΚΗΡΥΚΑΣ

Είναι εχθρός των ανθρώπων. Αποτάσσεται το μέλλον. Ασεβεί προς το μέλλον της σιωπής. Έρχεται για ν’ αναγγείλει. Επειδή οι δυο πράξεις της ζωής του είναι ο ερχομός και η αναγγελία. Δεν είναι πράξεις αλλά δυο τρομακτικές και έμφυτες λειτουργίες του σώματος και της ψυχής του. Ετελείωσε η ιστορία των πράξεων έρχεται η ιστορία των αγγελιοφόρων. Πρόκειται για ένα γένος αγγελιοφόρων. Είναι οι αντίθετοι των προφητών. οραματίζονται αυτό που έχει γίνει. Τότε το μέλλον θα αφανιστεί κι από όλα τα ανοίγματα των τοίχων που θα παρουσιαστούν θα παρουσιαστούν αγγελιοφόροι. Παρουσιάζονται με τα αποτρόπαια πρόσωπά τους. Αδειασμένα από αίμα όπως τα πρόσωπα ανθρώπων που κανείς τους έρωτας δεν αμείφθηκε. Αποκεφαλισμένοι αφού τα σώματά τους έμειναν όταν τα λαομίσητα κεφάλια τους με μεγάλες φωνές υπερυψώθηκαν αρπαγμένα.

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά  ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, Κέδρος 1979]

 

ΜΗΝ ΑΓΓΙΖΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟ ΟΤΑΝ ΑΠΟΛΟΓΕΙΤΑΙ

(…η απολογία ακούγεται πάντα από μακριά…) 

Δεν επιτρέπεται στον κήρυκα να αποβιβαστεί. Στάθηκε πάνω σ’ ένα ανάχωμα από πέτρες στη μέση του νερού. Προσωρινό νησί αντίκρυ στην παραλία των ανθρώπων. Ήρθαν και το έχτισαν θαλασσινοί εργάτες. Από παλιά κατοικούσαν τους βράχους κι εκεί πέθαιναν αργά. Με συγκινημένη πειθαρχία κι ακούραστοι εκουβαλούσαν τις πέτρες και το χώμα. Φαίνεται να υπάρχει μια ιστορία ευγνωμοσύνης κι ανεγνώρισαν τον κήρυκα. Έμοιαζε να τους είχε κάποτε ευεργετήσει κι έτρεξαν ν’ ανταποδώσουν. Με ταπεινή γρηγοράδα εσύρθηκαν και τρυφερά τον βοηθήσαν να ακουμπήσει εκεί. Ανακουφισμένοι που αξιώθηκαν το πιο σπουδαίο έργο της ζωής τους έναν τόπο για να σταθεί ο κήρυκας αυτός.  Ανάπηροι της παλίρροιας άλαλοι και κουφοί και πλακωμένοι δύτες. Απόμειναν να τον κοιτάζουν ραγισμένοι. Αλλωνών το σώμα είχε φαγωθεί από τη γάγγραινα της θάλασσας. Ευλογία της καλύμνου και φαίνονταν τα κόκαλα και πάνω τους να περπατάν οι αδιάβροχες ψείρες της θάλασσας. Τα ήλιαζαν να κρατηθεί το μεδούλι ζωντανό κι άλλοι που ζούσαν συνέχεια μέσα στη θάλασσα. Μισοί έξω και το άλλο τους μισό το βυθισμένο εξήλωνε κι άπλωνε δεμάτια κρέας στο νερό. Έρχονταν να τα φαν και τα τραβούσαν μαύρα μικρά ψαράκια. Τα έλεγαν καλογριές. Αλλά ήταν εκεί και πολλοί γέροι και οι οικογένειες. Ένας συνέχεια φώναζε προς ένα πράγμα. Ήταν ένα ανθρώπινο πράγμα. Απιθωμένο πάνω σ’ έναν βράχο κι ακίνητο μέσα στον ήλιο. Μόλις διέκρινες ένα σάλεμα αλλά δεν κατάφερνε να μετακινηθεί. Είναι η οικογένεια αυτού του ανθρώπου και φώναζε προς τα εκεί. Αυτή η οικογένεια…  

(αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1979)

 

ΗΤΑΝ ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΡΦΟΣ ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΠΗΡΕ ΜΙΑΝ ΑΣΧΗΜΗ ΓΥΝΑΙΚΑ:

Φιλάσθενη αλλά φιλόκαρδη και τον αγαπούσε. Άσθμαινε όταν περπατούσε γιατί είχε μιαν αρρώστια της καρδιάς. Δύσμορφη από παλιά φθίση των κοκκάλων ταλαντευόταν μ’ ένα ρόγχο. Ευτυχισμένη δούλα τον φρόντιζε και δεν παραπονιόταν. Έμεινε έγκυος κι όταν βάρυνε κι ήρθε η ώρα να γεννήσει επλάγιαζε σ’ ένα μικρό δωμάτιο μακριά από το σπίτι. Προίκα της και το έχτιζε μήνες με τα χέρια της στις γκρεμισμένες επάλξεις των βυζαντινών τειχών επάνω από τη θάλασσα. Στο μέρος που το έλεγαν μπεντένια. Βογκούσε μέρες και νύχτες. Το παραμιλητό αδυνάτισε κι έτρεξαν. Είδαν το έμβρυο τρομαχτικά μεγαλωμένο. Δίχως να γεννηθεί έσπρωχνε από μέσα τα διαφανή ελάσματα του αμνίου. Τυλιγμένο στις βυσσινιές του θήκες έπιανε ολόκληρο το σώμα της γυναίκας.  Τεράστιο έμβρυο θηλυκό που επάλευε και τέντωνε την μήτρα και με αγωνία πάλευε για να απελευθερωθεί από το αιματωμένο δίχτυ της μάνας. Να ελευθερωθεί και όχι από το σώμα εκείνης της μάνας και σα να πάλευε να βγει σε άλλο κόσμο. Αυτόν που είναι πιο πάνω από το δικό μας και προς αυτόν παράσερνε και την μητέρα και την ξέσκιζε. Όμως αυτή δεν άντεξε κι όσο μπόρεσε κράτησε κι έπειτα αφανίστηκε. Πιασμένο μέσα στο σώμα της γυναίκας και την εκτόπισε στο τέλος. Τώρα την χώνευε αργά. Έβλεπες εκείνο που δημιουργείται να δημιουργεί. Αναποδογύρισε η σειρά του κόσμου και ήταν σα να γυρνά προς τα πίσω το γέννημα και να γεννά αυτόν που τον γεννούσε. Η γυναίκα είχε μικρύνει φριχτά κι είχε καταντήσει ένα αποξηραμένο σώμα μικροσκοπικό.

 

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΖΩΝΤΑΝΗ 

(…κρεμόταν από τον ομφαλό εκείνου του εμβρύου…)

Καταποντισμένη μάνα και βλαισή να ακολουθά ρουφηγμένη. Με μιαν αβουλία ακολουθούσε τις άγριες κινήσεις του παιδιού της. Οι μικρές και αθώες κινήσεις με θανάσιμο κόπο επαναλάμβαναν  τις ταραγμένες κινήσεις του παιδιού και φαίνονταν να υποφέρει μαρτυρικά. Παραδέρνει στρεβλωμένη και γυρτή επάνω στην χοντρή κοιλιά που έπαλλε και ανεβοκατέβαινε με βία του εμβρύου. Σαν παρασυρμένη από άγριο ρεύμα συστρεφόταν απάνθρωπα και κάθε λίγο τινάζονταν. Στο ατελείωτο τράβηγμά της έπεφτε και συνθλιβόταν κι από το στόμα της έβγαινε ένα σφύριγμα κι ένας μικρός αφρός και τα μαλλιά της κατάμαυρα και λαδωμένα. Εστήλωνε συνέχεια το βλέμμα της λοξά κι όλο το όμμα της με τρόμο ανεστραμμένο προς το παιδί σα να του ξέφευγε που την εκυνηγούσε. Αυτή η γέννα δεν ετελείωνε κι έτσι τις περιμάζεψε εκείνος ο πατέρας. Αγριεμένος και μ’ ένα πένθος τρυφερό. Φροντίζει την οικογένεια που του έλαχε και αισθηματικά τις υπηρετεί. Τις σκεπάζει και τις καθαρίζει τους μιλά. Αυτός εφώναζε εκείνη την ώρα Σταυροφορία. Γιατί το όνομα της γυναίκας ήταν Σταυροφορία. Κι έτσι που τον άκουες εκαταλάβαινες πως με το όνομα αυτό φώναζε και τα δύο Σταυροφορία! Σταυροφορία! με έξαψη φώναζε όλην ώρα.

 

ΕΛΕΓΕΣ ΠΩΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΡΙΜΑ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

(…απαγόρευαν τον κήρυκα και τον εμπόδιζαν…)

Είχε έρθει η ώρα που ο άνθρωπος ήρθε επιτέλους η ώρα ο άνθρωπος να απολογηθεί; Αλλά η απολογία ακούγεται πάντα από μακριά. Μην αγγίζεις άνθρωπο όταν απολογείται. αποφεύγουν τον κήρυκα γιατί έχει ξένη καταγωγή. Όμως συναισθανόταν μια συγγένεια να τους παραφυλά από τον ξένον αυτόν και φυλάγονταν. Γιατί κρατάει από παλιές επιμειξίες ανθρώπων που αιματοκυλίστηκαν και χάθηκαν για πάντα. Η χώρα τους ήταν βάρβαρη και πνευματική. Έβλεπες πάνω στο σώμα του σημάδια από λαούς που τρόμαξαν. Αιώνες παγιδεύτηκε η φυλή του ξεκληρίστηκε. Επίτηδες ο φύλακας έχει άγνωστη καταγωγή. Δεν την ομολόγει και την κρατά κρυφή την έσφιγγε θυμωμένος. Την εξαφανίζει και μονάχα σε τρίμματα ονείρων όταν τα όνειρα ανοίγουν. Τότε μονάχα βγαίνει λίγο αίμα από την καταγωγή του και μόλις φαίνεται

 

Η ΟΨΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΗΡΥΚΑ ΠΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

Ο κήρυκας είναι χαρακτηριστικός. Αδύνατος και με σκούρο πετσί. Σαν έλληνας βαμμένος από τον ήλιο. Αφού κατάγεται από σκιερούς ήσυχους ποταμούς κι επί αιώνες έπειτα βάδισαν μέσα στον ήλιο. Τυραννίστηκαν από τον ήλιο. Τα μάτια του είναι φωτεινά σαν κίτρινα. Δεν ξεχώριζες αν είναι τρομαγμένα ή φανατικά. Στένεψαν προσηλωμένα και με δυσκολία πια αναγνωρίζουν. Με απότομες κινήσεις σαν αναστημένος. Συχνά μιλάει στα τυφλά σα να οργίζεται μ’ ένα πεθαμένο. Αλλά ποτέ δεν χάνει από το νου του κι όλα τα πραγματικά τα παρακολουθεί. Δύσκολος ο λόγος του αφού ο ταραγμένος νους κι οι ψυχές που διαρκώς κινιούνται έχουν πάντα μια φτωχή ομιλία. Γέρνει εμπρός και καμπουριάζει λίγο γιατί έμαθε να προφυλάγει τη μπροστινή μεριά του σώματος εκεί όπου αισθάνεται πως όλο μαζεύεται και κουβαριάζεται συνέχεια η ψυχή του. Αντιστοιχεί στο διάφραγμα και με ακτίνες που πονάν ορμά προς την κοιλιά και την καρδιά ως τον λαιμό. Αφήνει απ’ έξω το κεφάλι κι αυτό στριφογυρνά σαν κομμένο ανάμεσα στο σώμα και στον ακατοίκητο αέρα. Και σαν από γενιές να έμαθε να γέρνει προς τα εμπρός για να σκεπάζει με το σώμα του για να τα προστατεύει. Εκείνα τα ατελείωτα που δούλευε στα χέρια

[αποσπάσματα από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά  ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ, Κέδρος 1979]

 

Η ΧΩΡΑ ΑΥΤΗ ΡΗΜΑΧΘΗΚΕ 

(…και κάλεσαν τους χτίστες για να ξαναχτιστεί…)

 Οι χτίστες έφτασαν εδώ κι είναι ειδοποιημένοι. Άκουσαν κι δέχθηκαν παραγγελίες. Συμφώνησαν για ένα χτίσιμο και ήρθαν. Μέρες και νύχτες δούλευαν κι όλες μαζί οι οικογένειες των χτιστών να κουβαλούν με βιασύνη. Όσοι πεθαίναν πάνω στη δουλειά τους έθαβαν μακριά κι εκείνα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ τα θανατώσαν. Έφευγαν για τις μακρινές κηδείες και πάλι εξανάρχονταν το βράδυ και δουλεύαν. Έτσι εστήθηκαν παντού μεγάλα οικοδομήματα με σκαλιστές προσόψεις και κάμαρες απανωτές σα να γεννούσε η μια την άλλη για πολλά σόγια ανθρώπων και θόλοι από κρύσταλλο. Τώρα οι χτίστες τέλειωσαν και γιόρτασαν ανάβοντας φωτιές. Χόρεψαν πάνω στα κάρβουνα και μούγκρισαν κι έκλαιγαν. Φύγαν και χάθηκαν. Άδεια τα θεόρατα σπίτια κι ένας αέρας από κρύον ήλιο σφαλά τα μεγάλα παράθυρα… Ορθάνοιχτα κι αδειανά εκείνα τα σπίτια στέκονται τώρα αδειανά και μονάχα η ηχώ των τραγουδιών…  [Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το βιβλίο ΟΙ ΧΤΙΣΤΕΣ 1979]

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2026

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ

 Η αδυσώπητη πάλη του ποιητή με το ποίημα

δίνει την ευκαιρία στον Σταύρο Σταυρόπουλο
να προβεί με μια ανασκόπηση της μέχρι τώρα πορείας του,
με ένα ποίημα - ποταμό που χωρίζεται σε 22 ενότητες.
Γραμμένο σε ρυθμό πυρετώδη – θαρρείς σαν σε ασκήσεις αναπνοής
και με εμφανές το στοιχείο της διακειμενικότητας,
ο ποιητής αναπολεί,  στοχάζεται,   συμπεραίνει,    αποφαίνεται
για την ίδια την λειτουργία της λογοτεχνίας,
πότε αγκαλιάζοντας την
και πότε αμφισβητώντας τα δομικά υλικά της.
Το πρόσωπο της λογοτεχνίας φιλοτεχνείται
σαν ένα γυναικείο πορτρέτο στο οποίο ο ποιητής
απευθύνεται διαρκώς σαν να ζητά εξηγήσεις.
Το συναίσθημα αρδεύεται πολλές φορές ανεμπόδιστα,
άλλες πάλι φορές συγκρατείται
για να αφήσει χώρο στο υπερβατικό και το ανοίκειο.
Στο τέλος, το τέλος είναι αναπόφευκτο.




 

ΕΤΣΙ ΞΕΚΙΝΗΣΕ 

I.

Μπορεί και να έπρεπε

Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών

Που υπερασπιζόταν την σαφήνεια

Ή κάποιων αμφίπλευρων εμμονών

Που έγιναν απολυτίκια

 

Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς

Τις εμφύλιες εμμονές του

Την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του

Τα συνεχή ελάφια στο δάσος

Με τις ραδιενεργές πατούσες τους

 

Τα κλαδιά στο κεφάλι τους

Είναι γεμάτα λέξεις

 

Πώς να τις ξεχωρίσεις μια - μια;

Πώς να απαιτήσεις χειρόγραφα

Στην τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων;

Τι χάνεις και τι κερδίζεις

Δίπλα σ’ αυτό το αχόρταγο ποτάμι

Με τα πανύψηλα δέντρα

Που παραμένουν αόρατα

Σαν μωρά;

 

Τα βλέπω ακόμα

Ροκανίζουν το αδιευκρίνιστο φως

 

Έτσι ξεκίνησε

Μπορεί και να έπρεπε

Στόλιζα κάθε νύχτα το ίδιο φάντασμα

Κι αυτό

Κατρακύλαγε σε δωμάτια με καρφιά

Που έγερναν

Σαν συρμάτινα σώματα

Το ένα μέσα στο άλλο

 

Έβλεπα

Δωμάτια σώματα

Με καρφιά

 

Τα ρούχα τους που σώθηκαν

Όσα επιβίωσαν της φωτιάς

Και τις φωτογραφίες τους

Άοκνα δεκανίκια

Να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά μου

Χωρίς ούτε ένα δέντρο

Ούτε ένα λευκό άλογο

Σαν παιχνιδάκι ενός παιδιού

Που ποτέ δε μεγάλωσε

[κι άλλα αποσπάσματα από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου 

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ,  Σμίλη 2022: 

Εγώ που θα ήθελα   Που όλο περίμενα   Και ξεχνάω

Από τότε που διαμοιράστηκες    Που σε έκοψαν κομμάτια

Ήταν Νοέμβριος του 1891    Μόλις είχε πεθάνει ο Ρεμπώ

Εκείνο το βράδυ τον παράστεκα στο νοσοκομείο

Είχε ένα πόδι και τρία μάτια    Εσύ κανένα

Κανένα πόδι κανένα μάτι

Και ο Μπέρρυμαν είχε πηδήξει από τη γέφυρα

Στον ηλεκτρικό σταθμό του Μοσχάτου Ή του Λονδίνου [Από την έκδοση]

 

 

ΞΕΧΝΑΩ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΣΥΜΠΛΞΗΡΩΣΩ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΟΥ 

(…αποφεύγω αυτό το τρομαχτικό επεισόδιο στο χαρτί…)

            III.

Οι ιστορίες άλλωστε δεν τελειώνουν ποτέ

Ακόμα και με τον θάνατό τους

Συνεχίζουν να γράφονται

 

Έτσι ξεκίνησε συνέβη διαδόθηκε

Μπορεί και να έπρεπε

Έχω ακόμα την αλμυρή γεύση των λέξεων

Στην γλώσσα μου

Την αταλάντευτη παρουσία τους μέσα στο χρόνο

Το ολέθριο χαρτί των γραμμών τους

 

Περίμενα  ξέρεις ν’ αλλάξει όλο αυτό

Κάποτε

 

Περίμενα

Όλος αυτός ο καιρός να εξελιχθεί

Περιγράφοντας την υστεροφημία του κόσμου

Να πάψουν να βγαίνουν νεκρά ψάρια από μέσα σου

Να συμβεί μια επιδιορθωμένη σειρά υδάτων

Και να περάσουμε απέναντι

Να κάνουμε παρέλαση

Μαζί

Σαν αληθινά άρματα

Όπως κάνουν οι αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι

Πάνω στον πάγο

Με το κίτρινο κάτω απ’ το λαιμό τους

Που πάντα θα σε θυμίζει

 

Περίμενα

Να ανάψουν όλα εκείνα τα είδωλα

Που είχες αφήσει

Σε γωνιακές γκαρσονιέρες

Με το σελοφάν της ποίησης ανοιγμένο στο πάτωμα

Ασκώντας τα ποιητικά σου καθήκοντα

Σάββατα νύχτες

 

Στα γόνατα

 

Μην τύχει και δουν οι κωφάλαλοι την ντροπή σου

Που έψαχνε δράκους για να κρυφτεί

Μην τύχει και γνωρίσει κανείς

Την άγνωστή σου αξιοπρέπεια

Γιατί σου άρεσε πάντα να μοιράζεις

Τα κομμάτια σου στο δρόμο

Γιατί πάντοτε προτιμούσες αυτό

Από το άλλο που ήσουν

Μικρή ηρωίδα μιας μεγάλης θύελλας

 

Περίμενα

Την αποταμίευση των χεριών σου

Τυλιγμένος σε μια μεταχειρισμένη κουβέρτα

Την εποχή της βροχής

Ή της πέτρας

Ή της σιωπής

 

Της λάσπης μπορεί να ήταν

 

Εγώ κάνω λάθος πάντα στις πράξεις και στα φθινόπωρα

Εγώ κάνω λάθος στις στολές των φαντασμάτων

Και στις ονομασίες των μηνών

Και στις βροχές

Εγώ δεν καταλαβαίνω

Από συσκευασίες ηρώων

 

Περίμενα

Να μάθεις πρώτη να με αναζητάς με τα μάτια σου

Όπως μάταια σε αναζητούσα εγώ στις σελίδες μου

Κι ας μην υπήρχαν άλλα νέα

Κι ας είχαν πέσει όλα τα δαχτυλίδια

Στη λίμνη με τους πενήντα δύο ψεύτικους ήλιους

 

Το βρήκα

Τώρα που δεν θα έπρεπε

Ένα τσεκούρι αδέσποτου πολέμου

Θαμμένο στο κομοδίνο μου

Δίπλα στα λατομεία του δέρματος

Που εξείχε

 

ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΓΕΝΝΗΣΑΝ ΟΝΕΙΡΑ  

(…και γέμισαν όλο το σώμα μου απ’ τη μελάνη…)

ΙV.

 Κι όλο λάδωνα τα κομμάτια που έπεφταν

Που χωρίζονταν από μένα

Να μην ακούγεται ο ανατριχιαστικός θόρυβος του χαρτιού

 

Που ήταν ερήμην μου

 

Κι όλο έχανα την μετάφραση του ονόματός σου

Μέσα σε δυσβάσταχτες αντωνυμίες

Από την υπερβολική σου συγκομιδή

Από την ολική έκλειψη μιας έστω αλήθειας

Χωρίς μεταφορές

Κι όλο πρόσεχα τους διακόπτες

Μην κατά λάθος πατήσω κάποιο κουμπί και μου σβήσεις

Μην ακουμπήσω χωρίς να το θέλω

Τα οικογενειακά γραμμάρια του θανάτου σου

 

Όμως εσύ έσβηνες μόνη σου

 

Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό

Ένα σπίτι

Έναν τόπο

Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο

Όπως συνήθως γίνεται στην λογοτεχνία

 

Συμπλήρωσες αιώνα και τον ξεπέρασες

Με τον αέρα ενός πολύγλωσσου

Οι αναγνώστες των κεριών

Και οι παράτονοι κριτικοί της ορχήστρας

Που δεν διεύθυνες

Με τα μνημόσυνα από χάντρες

Και τα χαλασμένα χαρτοφυλάκια

 

Του έβγαλες τα καλώδια και τα έκανες κεραίες

Σειρές

Για να συνεχίσεις να βλέπεις χειρότερα

Από άλλη οθόνη

Την δυστυχία του να μην έχεις όνομα

 

VII.

 Εκεί σε διάλεξαν

Σε κείνη τη φυλακή

Ξεφύλλισαν τις σελίδες σου πρόχειρα

Με δάκτυλα σε σχήμα αλόγου

Και σε άφησαν να υπάρχεις

Όπως οι οιωνοί

Σαν η χειρότερη ιστορία του κόσμου

 

Έβγαινε η γεωγραφία σου απ’ τις σκάλες

Και μοίραζε ισόπαλες λέξεις παντού

Σε πατώματα αναγκαστικών δοκιμίων

Και σε άλλα ανήξερα τραύματα

 

Μετά σε πήραν και σε τύπωσαν πάλι

Σε ανάτυπα άθικτων ποιημάτων

Ήδη γνωστών

Στο χρώμα της σάρκας ενός καρκίνου

Για να τρομάζουν οι ήρωες

Και σε έστησαν στην πλατεία

Ανάμεσα στις προφητείες της Βίβλου

Και τις λέξεις του Δάντη

Χωρίς να μπορώ καν να σε ξεκρεμάσω

Να σου μάθω τα μυστικά της συγγνώμης

Να σου δείξω

Σαν ημερήσια άσκηση αθανασίας

Την ευγνωμοσύνη των βημάτων μου στο φως

Να σε πάρω απ’ τις μύγες

Και να σε φέρω μπροστά στα ερωτευμένα μάτια μου

Να σε δω σαν νέα ιστορία

Που τόσο πολύ νοστάλγησα στην πλατεία

 

Αιωρούνται ακόμα μέσα σου

Τα ασυμπλήρωτα μάτια μου

Αν μπορούσα θα τα έβγαζα απ’ τις κόγχες τους

Να μην βλέπουν

Θα τα έχυνα απ’ το πρόσωπό μου

Σε ποιήματα

Ακέραια

Που διαρκούν χρόνια

Να ταιριάζουν με το νησί εκείνο του Αιγαίου

 

Μερικές φορές πεθαίνω

 

Λιώνω στην αφοσιωμένη γενναιοδωρία μου

Με τα οικόσημά μου

Όλα ζωντανά

Ακάθιστος

Μοναχός

Και ανεπίτρεπτα βέβαιος

Σαν Θεός

 

Άλλες φορές πάλι ζω

Μες’ στην μανία της επιμονής μου

Με τους ξύλινους αξιωματικούς μου

Υπέροχα όρθιους

Παρά τον Αναγνωστάκη

 

Χωρίς εσένα

(ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου 

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ,  Σμίλη 2022)

 

ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ ΜΟΥ ΕΙΠΑΝ  ΟΤΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ  (αποσπάσματα από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ, Σμίλη 2022) 

          VIII.

 Να συνεχίσω να είμαι το έργο

Χωρίς εμένα αλλά με θεατές

Γιατί κάθε άνθρωπος είναι το έργο

Χωρίς τον άνθρωπο

Και κάθε άνθρωπος προσφεύγει μόνο στο έργο

Που είναι αυτός με θεατές

Χωρίς να είναι άνθρωπος

 

Τότε συνέβη

Το ανήκουστο

Αυτό που δεν υποφέρεται

Που προεξέχει του ανθρώπινου

 

Σαν τα εξογκώματα στη ράχη ενός κροκόδειλου

Σαν τα ξέφτια μιας σημαίας

Που ανήκε σε άλλη χώρα

Και την οικειοποιήθηκαν

Σαν τα γραμματολογικά λάθη

Που έκρυβαν με επιμέλεια φιλολόγου μέσα τους

Για να μην είναι ορατά τα επίθετα

Και να μένουν οι λέξεις Ομηρικές

Δύσκολες καταπακτές θανάτου

Απαλλαγμένες από ερμηνεία

Εκ γενετής νεκρές

 

Έτσι συνέβη

Και συνέβη ξανά

Και ξανά

Και με απέκλεισαν

Μέχρι να σκεφτώ ότι είναι σημαντικότερο

Να παραμένεις άνθρωπος

Απ’ το να παραμένεις ζωντανός

Μέχρι να πεθάνω

Χωρίς υποσημειώσεις

Να πεθάνει το χρυσάφι της ζωής μέσα μου

Και να μείνω ακίνητος

Σαν βάλτος

Να ταιριάζουν τα νερά και τα χνώτα μας

Να εφάπτεται το βρώμικο με το καθαρό

Και να μη νοιώθω

 

Ούτε πόνο

Ούτε θλίψη

 

Μόνο μια αρρώστια εκμεταλλεύσιμη

 

Να μην νοιώθω

Έτσι ξεβαμμένος

Σαν μια αόρατη κλωστή

Στον θρόνο του χρόνου

Πόσο χρώμα χάθηκε

Πάνω σε σώματα

Σε χαρτιά

Σε σεντόνια

 

Να μην νοιώθω

Πόσο αναντικατάστατο αύριο

Κατοικήθηκε από μένα

Για να δώσει αύριο σε άλλους

Ήρωες εξολοθρευτές

Με επαναληπτικά όπλα

 

Όμορφους σαν το βλέμμα σου

 

IX.

 Έτσι θα ζήσουμε τώρα

Με οπλές αλόγων ευοίωνων

Σε δασύτριχα όρη

Με τις καλπάζουσες συναυλίες των Θεών

Στο δέρμα του κρεβατιού μας

Με τα βέβαια ράσα ενός δελφινιού

 

Από το ταβάνι θα πέφτουν ταινίες

Και στα μυστικά μας χαλιά

Ακριβώς κάτω από την καταπακτή τους

Θα μαζεύεται η θάλασσα

Διακοσμητική και σωτήρια

Με σάλια και ρώγες

Έξαλλων ήλιων από μέλι

 

Και θα ανοίξεις κι άλλο

Κι άλλο

 

Θα γίνεις ένα υπόγειο φαρμακείο φωτός

Και θα περάσουμε μαζί

Με τα απασχολημένα χέρια μας

Τις συνοικίες των μελλοθάνατων

Και θα φτάσουμε

Στην αόρατη ήπειρο

Εκεί που τα σύννεφα είναι μονίμως διπλά

Και τα σεντόνια αναστατωμένα

 

Με μοναδικά έπιπλα τα παιδικά μας σώματα

Ενώ τα δωμάτια των καιρών μας

Συνεχώς θα πολλαπλασιάζονται

Μεταδίδοντας προς όλες τις κατευθύνσεις

Με την δυσκολία του φωτός

Όλο αυτό το κατόρθωμα γης

Που ανέτειλε ξαφνικά μέσα μας

Σαν ιδρωμένος χρυσός

 

Μην κινείσαι άλλο

Μη

Θέλω μόνο να σε κοιτάζω

Θέλω οι λεπτομέρειες των μελών σου

Να βάψουν τα μάτια μου

 

Μείνε ακίνητη

Σε στάση προσευχής

Για όλα τα επόμενα χρόνια

Της άγνωστης πατριδογνωσίας μας

 

X.

 Και μετά

Ήρθε πάλι ο Μπέκετ

Τότε που μας σκότωνε όλους ο ήλιος

Κι εμείς απορούσαμε για το φως

 

Ακατανόμαστος φίλος

 

Και μου είπε δυο λόγια για το τέλος του παιχνιδιού

Και ήρθε και ο Χρίστος Λάσκαρης

Και ο Χρήστος Βακαλόπουλος με γιλέκο

Και ο ευγενής κύριος Τεντ Χιούζ

Και ένας τύπος που έκανε τον κόμη

Και το παρατσούκλι του ήταν Λοτρεαμόν

Και η Αντιγόνη του Σοφοκλή

 

Όλοι πάνω σε πλοία

 

Και μου είπαν για το έργο

Ότι πρέπει να είμαι το έργο

Ότι δεν υπάρχει τίποτε εκτός απ’ το έργο

Και τίποτε δεν σημαίνει τίποτε

Εκτός απ’ το έργο

Και μετά ήρθε

Ένας σοφός γέροντας

Που στη τράπουλα του ταρώ ήταν θάνατος

Και στην τράπουλα της ζωής αφέντης

Ένας παλαιστίνιος προφήτης

Που κουβαλούσε σταυρό

Ο Λέοναρντ Κόεν με ξυρισμένο κεφάλι

Και τα ράσα του κόσμου φορεμένα ανάποδα

Ο Φραντς Κάφκα μαζί με τον πατέρα του

Η Σύλβια Πλαθ μαζί με τον πατέρα της

Η Βιρτζίνια Γουλφ μαζί με τον πατέρα της

 

Κι εγώ

Που ποτέ δεν είχα πατέρα

Ούτε ράσα φορεμένα ανάποδα

Ούτε ξυρισμένο κεφάλι

 

Αλλά κουβαλούσα μόνο

Έναν μεγάλο Σταυρό

Δικός σου ήταν αυτός όχι δικός μου

 

Και κουβαλούσα το βάρος όλης της γης

Μέσα σε ένα πανόδετο πακέτο βρεγμένα τσιγάρα

Που μου υπενθύμιζαν μόνο εσένα

Και προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου

Που παρέμεναν κλειστά

Από τότε που έφυγες

Και παρέμεναν ορφανά

Από την λευκή ισοπαλία στο βλέμμα σου

Και παρέμεναν μετανάστες άποροι

Κουλουριασμένοι σε τρυπημένες κουβέρτες

Στα μαγαζιά της φωταγωγημένης Σταδίου

Και κάτω απ’ την γέφυρα του Σηκουάνα

Εκείνου του ποταμού που ποτέ δεν είδαμε μαζί

Να κυλάει δίπλα στην Νοτρ Νταμ

 

Την εποχή που η Μπαέζ

Αφύσικα εξεγερμένη

Έπαιζε στο εκκλησιαστικό της όργανο

Το «Διαμάντια και σκουριά»

(ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου 

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ,  Σμίλη 2022)

 

 ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΩ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ  ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΤΕΘΗΚΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ

(αποσπάσματα από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου

ΘΑ ΣΕ ΔΨ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ, Σμίλη 2022)

          XII.

 Αν δηλαδή υπήρξαμε ποτέ εμείς

Αν θα θυμάται κάποιος το όνομά μας

Θα σου πω ευθαρσώς

Και με γνώση των συνεπειών του νόμου

 

Και ίσως και κάποιο δάκρυ θυμού

Αδιευκρίνιστο

Αλλά παρόλα αυτά επιεικές και κωφάλαλο

 

Ότι κανείς δεν θυμάται ονόματα που δεν υπήρξαν

Παρά μονάχα ονόματα που προσπάθησαν να ουρλιάξουν

Και τελικά

Το μόνο που υπήρξε ήταν εσύ κι εγώ

Το εγώ παρακαλώ να διαβαστεί εσύ

Για τους ιστορικούς του μέλλοντος

 

Εσύ όπως ένα σβησμένο αστέρι

Στην βυθισμένη Σαντορίνη

Εσύ όπως το τραγούδι του Τζάγκερ

Που ήταν το τραγούδι του μουσικού κουτιού

Όπου σε έκλεισα

Για να σε φαντάζομαι σωσμένη

Πέρα από πόλεις και γεωγραφίες

Όπως θέλω εγώ

Όπως σε σχεδίασα αθώα στα όνειρά μου

Με τα πινέλα του Ντεσάμπ

Και τρώγοντας χρώματα όπως ο Βαν Γκονγκ

 

Επειδή σ’ αγαπώ

Δεν σ’ αγαπώ

Σ’ αγαπώ

Δεν σ’ αγαπώ

 

Ένα στεφάνι από ψεύτικες μαργαρίτες

Για να πεθαίνω στο πλάι τους

Και να καπνίζουν

Ασταμάτητα τα δαχτυλίδια

Και τα χαμένα αγκάθια

Και τα ερείπια της Πομπηίας

Στην συναυλία των Φλόιντ

Που είχαμε πάει μαζί

Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων

Γερασμένοι ήδη

Από την ζωή που ερχόταν καταπάνω μας

Ενώ ξέραμε καλά ότι δεν θα ζήσουμε

 

Μαζεύοντας πεταλούδες

Μαζεύοντας τις φλέβες μας

Σαν κεράσια

Και τότε ίσως

Να μ’ αγαπούσες κι εσύ καλύτερα

 

XIII.

 Σταματώ όμως εδώ

Σταματώ

Πρέπει να σταματήσω

Εκτός κι αν δεν σταματήσω

Και κάνω

Όπως συνηθίζω τον τελευταίο αιώνα

Ότι σταμάτησα

 

Σε είχα κοντά μου

Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό Πόλεμο

Και σε έχασα

Μέσα στις επιγραφές και τις ομοιοκαταληξίες της Ακαδημίας

Σε κρατούσα όμως

Παρόλα αυτά

Στην μνήμη των κυττάρων μου

 

Από τότε

 

Από τον ιερογλυφικό δίσκο της Φαιστού

Δέκα επτά αιώνες πριν τον Χριστό

Είχα όλα σου τα σύμβολα στη μια πλευρά

Και όλα σου τα ερείπια στην άλλη

Κατευθυνόμενος πάντα προς το κέντρο του φόβου σου

Μεταφράζοντας πάντα τους συλλαβικούς στίχους

Ως σταγόνες φωτός

Σ’ ένα πολυπληθές ακροατήριο

Χωρίς να υπάρχει κανείς

Στην θαλάσσια οδό Ασκληπιού

Που σε περιμένω

Από την εποχή του χαλκού

Χαμογελώντας γύρω απ’ το άγαλμα του Παλαμά

 

Κάποτε αποδέχτηκα

Τον χρόνο αναμονής μου

Που ήταν τρεις χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά

Και μια ζωή

Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω

Με την λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει

Στους ήρωες των βιβλίων

 

Της μητρικής μας γλώσσας

 

XV.

 Από το φθινοπωρινό μου παράθυρο

Γεμάτο εκτυφλωτικά δέντρα

Παρακολουθώ τη βροχή να πέφτει

Σε μικρές στρογγυλές λίμνες

Σαν σύμπτωμα

 

Έχει κάτι από σένα

 

Για την ακρίβεια

Είναι σχεδόν εσύ

Τη στιγμή που εμείς

Ανταλλάσσουμε κόκαλα

Τοποθετούμε χιαστί τους πνεύμονες

 

Εσύ τον αριστερό δικό μου

Εγώ τον δεξιό δικό σου

 

Διαστέλλονται τα ρουθούνια μας

Τα μάτια μας είναι δυσεύρετα διαφανή

Έχουν άλλο χρώμα

Το ένα πιο σκούρο απ’ το άλλο

Το άλλο πιο απαλό

Όμως τελικά και τα δύο καφέ

 

Έχω στο πρόσωπό μου το ένα σου μάτι

Και προσπαθώ να συνηθίσω την ομοιοκαταληξία του

Με βλέπεις απ’ το δικό μου

Ενώ σε κρατάω στα δόντια μου

Που δεν μου ανήκουν

Όλα είναι φυσιολογικά

 

Η περίεργη αυτή μεταμόρφωση

Σαν ακούσια μεταμόσχευση οργάνων

Μεταξύ δίκαιων συγγενών

Έχει κυρίως να κάνει

Με τη μουσική των χεριών

Που παίζει ασταμάτητα

Σαν πορσελάνη

Καθ’ όλη τη διάρκεια της μέρας

Και μας ραντίζει

 

Όπως αυτή η σημαντική βροχή

Σήμερα

Από την αχλή του φθινοπωρινού μου παράθυρου

Με τα εκτυφλωτικά δέντρα

11:55 προ μεσημβρίας

Ή μετά μεσημβρίας – δεν έχει καμία διαφορά

 

Τη βροχή αυτή που μας βλέπει

Και τη βλέπουμε

Με τις πατούσες μας ενωμένες

Σαν ρίζες δικέφαλων αγγέλων

Δίχως ούτε μια σταγόνα που να μην είναι κοινή

Δίχως ούτε ένα άγγιγμα

Που να μην ανήκει

Δίχως ούτε μια πιθαμή γης

Που να μην την έχουμε εμείς ονομάσει

 

Αυτή η βροχή σκέφτομαι

Είναι ο συνδυασμός

Ενός αρσενικού και ενός θηλυκού ονόματος

Που απλώς αγκαλιάστηκαν

Ή το πλήρες ονοματεπώνυμο που δημιουργήθηκε

Για να επουλώσει τη ζωή

Με τις λέξεις του

 

Ό, τι κι αν είναι

Ξέρω πως είναι δύσκολο να γράφεις για τη χαρά

Αλλά πρέπει

Εγώ τουλάχιστον

Να την ανακαλώ πότε πότε

Για να προετοιμάζομαι όπως μπορώ

Για την αυτοκρατορία του ανθρώπινου πλούτου

Που ακολουθεί

 

XVI.

 Αυτοί είναι οι ανάποδοι ύμνοι μου

Προς τον αθάνατο κόσμο

Που απλώς πάγωσε χωρίς εσένα

Όπως πάγωσε ο Γουώλτ Ντίσνευ

Από καταπιεσμένη φιλοδοξία

Όπως πάγωσε η Ανταρκτική

Η πέτρα του Οκτάβιο Παζ

Η κίτρινη γάτα του Μπουκόβσκι

Η απόσταση ανάμεσα σε δύο Ικάρους

Που αργότερα έγινε η απόσταση

Ανάμεσα στο τίποτα και το τίποτα

 

Όπως πάγωσαν προς στιγμήν

Για μερικά εκατομμύρια χρόνια

Τα αιώνια δευτερόλεπτα που οδηγούσαν σε σένα

 

Όπως παγώνει η μάσκα του κλόουν

Όπως ο κόσμος χειροκροτεί εγκληματικά

Και μετά βγαίνουν τα άσπρα μαντήλια

Τα άδικα μάτια

Οι σημαίες και τα πανιά

 

Οι μέρες που βαθμολογούσαν τις μέρες μας

Ήταν ζωή χωρίς περιθώρια

Χωρίς εύρος ή διάμετρο στήθους

Η ζωή των νεκρών που μου επιφύλασσες

 

Και οι νεκροί ζουν ξέρεις

Σε νικηφόρα παρένθεση

Μπορεί αυτοί να ζουν και καλύτερα

Μεταρσιωμένοι

Από την απουσία της αγωνίας τους

Με τα πτερύγια των χεριών τους ενωμένα

Με μονίμως σαλιωμένα στόματα

Και με σηκωμένα φτερά

 

Αεροδρομίου εννοώ

Πάντα μου άρεσαν τα αεροδρόμια

Οι προσθαλασσώσεις ελικοπτέρων

Οι ανοιχτοί διάδρομοι που οδηγούσαν αλλού

Σαν σαλιγκάρι στην πλάτη σου

Ανάμεσα στις ραγισματιές της ηλικίας

Του χρόνου που πέρασε και του χρόνου που θα ρθει

 

Αν έρχεσαι θα πεθαίνουμε λιγότερο

 

Μέσα στις απροστάτευτες αποσκευές της μουσικής

Στις αιωρήσεις των ήχων

Τις παλινωδίες του αδιαπραγμάτευτα μαζί

Και στις γαλάζιες εκτεταμένες αρτηρίες του ουρανού

Κατά μήκος των ψυχών μας

Με το ύψος εκείνο

Που πάντα είχαν οι θύελλες

Οι ζητιάνοι της αγάπης

Που ήθελαν όλες τις ιστορίες λευκές

 

Αγεφύρωτες σαν κενό γράμμα

(ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου 

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ,  Σμίλη 2022)

 

ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΒΡΩ ΟΛΟ ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΣΤΟΥΣ ΒΟΛΒΟΥΣ ΤΩΝ ΜΑΤΩΝ ΣΟΥ 

VII απόσπασμα από τη συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου

ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ, Σμίλη 2022)

Θα το φυτέψω εκεί   Μέσα στην αλλοπρόσαλλη επιδειξιομανία του βλέμματος   Σε κάθε αθέατη εσοχή των Εξαρχείων   Θα διαβάζω ποίηση σε μετάφραση   Θα σου χαρίσω ένα μεταχειρισμένο λουλούδι   Και την ζωή των φυτών που δεν έζησες   Θα σε ξαναδιαβάσω   Με τις τελίτσες μιας επικίνδυνης αθωότητας   Θα σε Νάξω   Με τα ασύμφορα δευτερόλεπτα των στιγμών   Θα σε χωρέσω όλη σε μένα   Περισσεύοντας στο σώμα σου   Θρύψαλα   Από άγνωστο τσιμέντο αγάπης   Δεν θέλω άλλο τόπο   Άλλο πάρκο Μαρίας   Άλλο όνομα με το ίδιο όνομα   Εδώ που είμαι   Εδώ που θα είμαι   Αν μπορέσω να είμαι   Ακόμα να είμαι   Θα είμαι   Ακίνητος σε μένα   Για να σε κάνω να υπάρξεις χωρίς ρίγος   Από αυτό που θα προξενήσουν οι λέξεις μου   Είμαι ιδιαίτερα επιρρεπής στις λέξεις   Θέλω να μπορώ να ξέρω ότι μένω   Σ’ αυτήν την ταραγμένη επιφάνεια γης   Μοιράζοντας πράσινα και μπλε τριαντάφυλλα   Βαμμένα από σένα   Από την ευτυχία της όρασης σου   Γεννήθηκε ξανά   Ο γενναίος καιρός   Με τις αδίστακτες πεδιάδες   Και τις αδίστακτες θάλασσες   Διασύροντας τους δεσμούς μου με το νοητό   Και το γραμμένο   Κύκλοι άνοιγαν και έκλειναν διαρκώς   Αν μπορούσα θα εμφιάλωνα τα μι των ματιών σου   Θα τα κόλλαγα πάνω μου σαν ασημένια καρφίτσα   Σε κάθε βόλτα στην πόλη   Κάθε φορά που το παράλογο φως   Αποκτά ονοματεπώνυμο   Και δακτυλικά αποτυπώματα   Σαν δημόσιο κτίριο   Που εγκαταλείφθηκε στις κορδέλες του   Σαν ερείπιο ιστορικής σημασίας   Σε ακατάλληλη σχέση με την πραγματικότητα   Με το όριο ανάμεσα στον άνθρωπο και την εικόνα να μπερδεύεται   Να σβήνει σε καθρέφτες γυμνό   Να καταστρέφεται από ένα ξύλινο μάρμαρο   Με αδιάκριτη διαφθορά στήθους   Σε θαλάμους που χάνεται η κουλτούρα του σώματος   Ενώ δημοσιεύεσαι   Όπως βιβλίο που εκδίδεται   Και μετά πεθαίνει   Πεθαίνω σαν βιβλίο   ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ   Συμβαίνει κάποιες φορές, σπάνια, ένας κόσμος να γεννηθεί ανάμεσα σε δυο ανθρώπους.    Αυτός ο κόσμος είναι τότε η πατρίδα τους, η μόνη πατρίδα που είμαστε πρόθυμοι να αναγνωρίσουμε.    Ένας μικρόκοσμος στον οποίο μπορείς πάντα να σωθείς απ τον κόσμο που καταρρέει.   (Μάρτιν Χάιντεγκερ, Χάνα Άρεντ, Αλληλογραφία)

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2026

ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΚΑΤΩΤΑΤΟ ΓΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

  (…ραγισματιές απ’ όπου μπαίνουνε οι άνθρωποι στον κόσμο…) Ο πατέρας του ήταν υπαξιωματικός κι έπειτα δούλευε υπάλληλος στο δήμο.   Ζούσα...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ