Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Ο,ΤΙ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ, ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΤΙΓΜΗ

 (…τι άλλο μένει για μια θέση στο ένδοξο μάταιο   σ. 16)

Είμαστε η  μνήμη της πρώτης κοσμικής ελευθερίας…

εκείνης που δεν κερδήθηκε ολόκληρη σε κανένα καιρό  (σελ.16) 

 

Και τώρα ξανά, σαν η επανάληψη ενός μελοδράματος,

ανεβαίνοντας πάλι στην πυρά του ενεστώτα…  (σελ.17)

 

Ψυχή, ψυχή μου, με όλο το ρίγος σου και το ανέμισμά σου…

ψυχή μου σιωπή, ποιος θα φωνάξει

ότι το φως των αστεριών δεν είναι τ’ άστρα…  (σελ.18)

 

Κι οι άγγελοι όλοι μακριά,

σαν με ανήμπορα φτερά σε ανάποδο αέρα.   (σελ. 19)

 

Επειδή έτσι γίνεται και η πτώση δεν είναι παρά

το φρόνημα της σάρκας προς τα έξω…   (σελ. 19)

 

Τώρα ζητώ να κρατήσω στα μάτια μου τούτο το φως

τη λυρική αλληγορία που μας ενώνει…   (σελ. 20)

 

…κατηφορίζοντας το μονοπάτι προς των γερόντων τη βρύση,

 άφησέ με να νιώσω πόσο άφθαρτο είναι αυτό το φθαρτό… (σελ.21)

 

Επειδή έτσι γίνεται και όποιος γυρεύει το φως…

βάζει φωτιά στην ψυχή του και καίγεται!..  (σελ.21) 

 

Ό,τι προσθέτει κορυφές,  προσθέτει κι αβύσσους!..

Κι ας πηδάς στα γκρεμνά, για να φτάσεις στα αμπόρετα  (σελ.22)

 

Είναι που παίρνει όψη το κακό

πίσω από την κερκόπορτα που ξέχασαν να κλείσουν…  (σελ.22)

 

Κι αν θυμάσαι τ’ αλώνια που παιδί ξεχνιόσουνα,

είναι που εκείνο το αχυράκι σου έχει μείνει από τότε στα δόντια (23)

(ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΒΛΑΣΤΟ ΟΠΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΡΟΔΟ,  ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΘΙ

επιλεγμένοι αφορισμοί  από την 1η ενότητα στη συλλογή του

Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ,  

20 + 1 παραλλαγές  σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)




 

(σημείωση)

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ – αποκωδικοποιώντας τον τίτλο:

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ  για κάποιου είδους αποδοχή των τελουμένων; 

ΚΑΤΙ ΣΑΝ:   «έτσι είναι τα πράγματα,  έτσι γίνεται  και τι να κάνουμε τώρα»;

Ή πίσω από την εμφανή κατάφαση παραμονεύει η ειρωνεία…

ΤΟ ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ίσως λύσει εύλογες απορίες  ίσως τις κάνει περισσότερες

κάτι που άλλωστε μπορεί να συμβεί διαβάζοντας τις 21 + 1 παραλλαγές

σε ένα θέμα  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ

Αλλά στο κάτω – κάτω αυτό δεν είναι η Ποίηση;

Μια διαρκής απορία,  ένα εκκρεμές που κινείται από τις βεβαιότητές μας

στις αναιρέσεις τους  και  πάλι πίσω!..

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ:

Τα ποιήματα του βιβλίου αυτού, χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες, συγκροτούν μια ενιαία αφήγηση, με προτασσόμενους και πάλι, σε κάθε ενότητα, στίχους από την εμβληματική Αμοργό του Νίκου Γκάτσου.

Πρόκειται για μια περιπλάνηση, όπου μέσα από παραστάσεις της φύσης νοηματοδοτούνται εσωτερικές μεταβάσεις βεβαιοτήτων προς τις αναιρέσεις τους, ταυτίσεων προς τις αντιφάσεις τους, ενώ σηματοδοτούνται περάσματα, από την καταγωγική πρώτη έξωση στη στροφή για το επόμενο whisky bar, από τα ρόμπολα και τις οξιές της Valia Calda στους θαμπούς καθρέφτες του Cafe A Brasileira, απ' το χυμένο αίμα του Φεντερίκο, στη μνημειώδη Ανάληψη του Αντρέι Ρουμπλιώφ. Ή, αλλιώς, πρόκειται για διαδρομές στον χρόνο, στη μνήμη και στην ιστορία, όπου ο άνθρωπος συναντάει τον άνθρωπο, τις πράξεις της ζωής και τη θνητότητα, και όπου διαρκώς παραλλάσσεται το ίδιο ερώτημα, παραλλάσσεται η ίδια απάντηση:

- Πώς αυτό που μέσα σου μοιάζει να χαμηλώνει, πώς θα σηκώσει τόση ανθρωπότητα πάνω από τα χαλάσματα του ανθρώπου;

- Επειδή έτσι γίνεται... Μα και επειδή, εντέλει, μπορεί να μην γίνεται έτσι. (Από τον εκδότη)

 

ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΒΛΑΣΤΟ ΟΠΟΥ ΒΓΑΙΝΕΙ ΤΟ ΡΟΔΟ, ΒΓΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΚΑΘΙ ΤΟΥ    (1η ενότητα συλλογής)

Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας 

(Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

Να ’ρθουν οι λέξεις άνεμος να σείσουν τα κλωνάρια,

να μολογήσουν τ’ άκριτα, να πούνε τα κρυμμένα

να ’ρθουν  και  τ’ αγριολούλουδα με τις μοσκοβολιές τους

καταμεσής της άνοιξης  ν’ ανιστορήσουν το αίμα…  (ΔΗΜΩΔΕΣ)

 

 

Και αφού όλα αυτά δεν γίνονται παρά μονάχα για μια ένδοξη θέση στο μάταιο,

και αφού το μάταιο είναι το τελευταίο οχυρό  της θνητότητας,

εκεί όπου το εφήμερο υπερασπίζεται την αιωνιότητα του,

και αφού αυτό που σου μένει είναι πια να επιλέξεις

ποιος θεός σου ανήκει  και  ποια από τα πάθη του,

ποιον Χελμό θ’ ανέβεις, για να πιείς της Στυγός το έσχατον ύδωρ,

 

ίσως είναι ο καιρός τους νεκρούς που κράτησες  μέσα σου να τους ελευθερώσεις

-τις νέκυιες σκιές που κατέχουν το μέσα σου.

 

Ίσως είναι ο καιρός τούτο  το αγκάθι που σκλήρυνε  μέσα σου

να το αγγίξεις με την ίδια απαλότητα που αγγίζεις το άνθος.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και υπάρχουν στο χώμα δυο χνάρια

που αφήνει το ίδιο πάτημα,

ένα σαν να ’χει απομείνει στη γη η αρχή των αθώων βημάτων

κι ένα που πάει προς το πέρασμα από την αθωότητα στο σφαγείο της πίστης∙

 

όπως υπάρχουν δυο φεγγάρια μέσα στην ίδια νύχτα,

αυτό που δείχνεις με το δάχτυλο, καθώς ξεμακραίνεις

απ’ το λιμάνι της Σύμης

κι ένα λαμπρό φεγγαράκι που σου φέγγει να μη χάνεις το δρόμο

ανάμεσα στα ραψίματα  και  τα κεντήματα των παλιών θελημάτων.

 

Τότε είδα απ’ τη Φλέγγα τις πηγές του Αώου  και  είπα

πως είναι αυτό το παλιό θέλημά μου,

ένας κόκκος μέσα στα θρεμμένα στάχυα του κόσμου,  και  είπα:

 

Τι άλλο μένει για μια θέση στο ένδοξο μάταιο,

απ’ τον κόκκο αυτόν που κρύβει την ασκήμια του πεπρωμένου;

Τι άλλο μένει, για ν’ αφήσεις ελεύθερους τους νεκρούς 

που συντρίβουν το μέσα σου,

από τούτο το αλώνι που λιχνίζει τη σοδειά του ο θάνατος;

 

Επειδή έτσι γίνεται κι εκεί όπου μεστώνει το στάχυ,

φουντώνει και το αγριόχορτο,

το δώρο που έλαβες   και  το δώρο που κάνεις.

 

Επειδή έτσι γίνεται   και  στον βλαστό όπου βγαίνει το ρόδο,

βγαίνει και το αγκάθι του

η τέχνη του ρόδου που ανοίγει ως το αίμα του το άνθος

[πρώτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΕΙΜΑΣΤΕ ΦΤΙΑΓΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΙΑΣ ΕΞΩΣΗΣ 

(…είμαστε η μνήμη της πρώτης κοσμικής ελευθερίας…)

…εκείνης που σε καιρούς μακρυσμένους την είπαν κατάρα 

και δορά  της νεκρώσεως

εκείνης που δεν κερδήθηκε σε κανένα καιρό.

 

Είμαστε η παύση του Λόγου  και ό,τι απ’ το  Λόγο διασώθηκε.

Και τώρα ξανά,  στις αποστάσεις της ζωής πεζοπορώντας,

όχι για να φτάσουμε κάπου αλλά για να  μη σταθούμε πουθενά,

έχοντας μάθει ότι το βέβαιο είναι μια διαδρομή που διαρκώς μεταβάλλεται

ότι το μόνο που μένει αμετάβλητο είναι το Μέγα Δάσος με τη γαλάζια αχλύ του.

 

Α Μέγα  Δάσος,  ρόμπολα και πυκνόφυτες οξιές της Βάλια Κάλντα,

δένδρα μαρτυρημένα  από τα κύματα του χρόνου στη φλούδα σας,

δένδρα στο γνέμα του ανέμου  που ξέρει  πώς να ησυχάζει τη μοίρα

-vimtu!.. vimtu,  άνεμε εσύ!.. πώς γαληνεύεις την αντάρα της μοίρας!

 

Α νούφαρα εξεδίψαστα,  έτσι καθώς γεννηθήκατε

τη στιγμή που είχαν στρέψει αλλού τη ματιά τους οι νύμφες,

κι εσείς μικροί καταρράκτες με το άφρισμα του ήχου σας,

με το ρο σας που ξέρει πώς να ρομβίζει τις βάθρες,

ρέμα που σκύβει η αρκούδα τ’ όμορφο πρόσωπό της,

το χρησμό των υδάτων στη γλώσσα της γης ερμηνεύοντας.

 

Α  υψηλή φωνή της πρωθιέρειας που προσεύχεται

να επιστρέψει η αγνή θεά στο ιερό της.

 

Και τώρα ξανά, σαν η επανάληψη ενός  μελοδράματος,

ανεβαίνοντας  πάλι στην πυρά του ενεστώτα,

όχι για να μας κάψουν οι λέξεις  αλλά για να μας κάψει ο Ιούλιος,

για να γίνει στάχτη η σκιά μας στην κατακόρυφο του ήλιου,

γέρνοντας την ανάσα μας στη δρόγη του ανθισμένου σπαθόχορτου,

στις βραγιές της λεβάντας.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και είναι άλλη η θέα  και είναι άλλη η όψη της.

 

Επειδή έτσι γίνεται και όπου υπάρχει ιερό, υπάρχει μαζί και θυσία.

 

Είμαστε η μνήμη μακρυσμένων καιρών.

Και πέρα μας, σαν λαφιάτες ακίνητοι οι αιμασιές της Οφιούσας,

οι φλογισμένες πέτρες όπου καθίσαμε κάποτε

να συντροφέψουμε το φως την ώρα που σβήνει.

 

Και πέρα μας η μεριά όπου κραυγάσαμε κάποτε:

-Πάτερ,  πάτερ ημών,  ποιο είναι το όνομά σου;

[δεύτερη παραλλαγή στην πρώτη ενότητα της συλλογής:

Σταύρος Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΕΓΩ ΕΙΜΙ,  ΕΓΩ ΕΙΜΙ, ΟΔ’ ΕΚΕΙΝΟΣ ΕΓΩ!..

(…ακολούθησέ με αυτή τη μουντή Κυριακή

σε αυτή τη θνητότητα που κρατάει για πάντα…)

Κι ούτε που ξέρω τι σημαίνει είμαι εκείνος εγώ,

πλάνητας ξένος  ή  έγχωρος∙  κι ούτε που ξέρω

αν είμαι εγώ ο καθ’ οδόν

ή εγώ η οδός όπου πλανιέται ο ξένος.

Όταν σκοντάφτει το αλέτρι στο χώμα που οργώνει,

ούτε που ξέρω τι σημαίνει το επάνω  και  το μέσα της γης.

 

Ψυχή, ψυχή μου, με όλο το ρίγος σου  και  το ανέμισμά σου,

με όλο τον πόνο του σώματος, που τον κάνεις και πόνο δικό σου,

ψυχή μου γυμνή,

φορώντας μονάχα το κόκκινο μαντήλι του κλήδονα

στη μεγάλη νύχτα του θέρους,

ψυχή μου σιωπή,

ποιος θα φωνάξει ότι το φως των αστεριών δεν είναι τ’ άστρα;

 

Κι όταν έρθει η στιγμή οι φωτιές του Άι – Γιαννιού θα γίνουν η απάντηση,

ποιος θα ανοίξει το αγγειό με το αμίλητο νερό που θα σε ορίσει;

 

Και οι άγγελοι όλοι μακριά,

σαν με ανήμπορα φτερά  σε ανάποδο αέρα.

 

Ακούσατε οι καταλελειμμένοι  κι  οι οδυρόμενοι,

εσείς που εκδιωχθήκατε  κι οδοιπορείτε μαζί μου, εσείς,

με την έγνοια για εκείνους που ακόμη απορούν  πότε νυξ,  πότε ημέρα.

με τον Λόγο γι’ αυτόν που καθαίρεσε τον φράχτη του Κήπου 

και που τώρα καλεί:

Ακολούθησέ με εσύ,

 

ο απομένων στη δούλεψη ενός αδειανού παραδείσου, εσύ,

ο φύλακας που δεν έχει πια τι να φυάξει

πέρα από τα αποφάγια ενός μήλου που πέταξε χάμου ο άνθρωπος,

πέρα από ένα ξεραμένο φιδίσιο πουκάμισο

-το ρούχο που άφησε πίσω του ο άνθρωπος στην πανάρχαιά του πτώση.

 

Επειδή έτσι γίνεται και η πτώση δεν είναι  παρά το φρόνημα

της σάρκας προς τα έξω,

η νίκη του ανθρώπου στη μάχη του με την υπακοή.

Κι αν δεν μπορείς να πιστέψεις στην πτώση του ανθρώπου,

δεν μπορείς να πιστέψεις στη νίκη του.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και  μένει άπαρτη η μέσα σου όχθη

και η ζωή είναι ακόμη ζωή.

 

Ακολούθησέ με αυτή τη μουντή Κυριακή,

σε αυτή τη θνητότητα που κρατάει για πάντα!..

[τρίτη παραλλαγή στην πρώτη ενότητα της συλλογής:

Σταύρος Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΤΩΡΑ, ΚΑΤΗΦΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΡΟΣ ΤΩΝ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ΤΗ ΒΡΥΣΗ,

(…με τις βελόνες των πεύκων να τρίζουν κάτω απ’ τα πόδια μου…)

…σε τόπο όπου δεν πάει χαμένη ούτε μια ανάσα ζωής,

ακούγοντας στο ζευγάρωμα της χελώνας τη θέληση κάποιου ουρανού

ν’ ανεβαίνει ψηλά σερνάμενο,

να ηχήσει ψηλά η εκπλήρωση,  σαν το μαρς της Ενάτης,

 

τώρα ζητώ να κρατήσω στα μάτια τούτο το φως,

τη λυρική αλληγορία που μας ενώνει

με τον τρόπο που είδε τη θάλασσα ο Όμηρος   ως οίνοπα πόντον,

με τον τρόπο που είδε ισόθεο της Ελένης το κάλλος

αυτός ο τυφλός!..

 

Τούτο το φως

 

Και να το αγόρι ξυπόλητο,  κάνοντας συμφωνία με την άγρια μέντα,

με την ανάλαφρη σκέπη του αμανίτη στο χώμα,

με της τσουκνίδας το κέντημα να το δροσίζει η μολόχα.

 

Να οι κωλοφωτιές, νύχτα παραμονή του Αγίου Πνεύματος

-σβήνουν – ανάβουν,  σβήνουν – ανάβουν στο μεταξύ του ορατού

και της πιο πάνω πλάνης,

στου τέμπλου το ανάμεσα και της επιχρισμένης Πλατυτέρας.

 

Κι  οι πετράδες της Βούρμπιανης  κι  οι χτιστάδες της Άρτας,

οι μαστόροι που ιστόρησαν  την ανήμπορη γη,

σαν για να γεύονταν ψωμί στων μαρτύρων το ξυλόγλυπτο δείπνο.

 

Και να η μητέρα στο φευγαλέο της πέρασμα,

πάλι αυτό το κορίτσι ντυμένο στα μαύρα,

ακόμη κρατώντας στον κόρφο της τον σωσμό που δεν ξοδεψε,

την αμάραντη πίκρα.

 

Και τα δόντια του αδέσποτου,  να,  τη στιγμή που δαγκώνουνε

ό,τι  του πέταξαν απ’ την επαγγελία.

 

Τούτο το φως.

 

Επειδή έτσι γίνεται και τώρα που τ’ αγριμάκια περισσεύουν στον Λύγκο

και σκιρτούν μες στις φλέβες μου, σαν να ’ναι οι φλέβες μου τα περάσματά τους,

 

τώρα, κατηφορίζοντας, το μονοπάτι προς των γερόντων τη βρύση,

άφησέ με να νιώσω πόσο άφθαρτο είναι αυτό το φθαρτό

ή δος μου έναν στίχο, σαν εκείνους του ποιητή Ηλία Λάγιου,

έναν στίχο μικρό μπορντέλο πλάι στον Άραχθο.

Κι ας μη μοσκοβολάνε γλάστρες με γεράνια στα γαλάζια παράθυρα,

κι ας μην είναι χωματένια η αυλή του πλυμένη απ’ τη βροχή.

 

Ένα μικρό μπορντέλο πλάι στον Άραχθο.

 

Επειδή έτσι γίνεται και όποιος γυρεύει το φως   φτιάχνει το φως.

Και όποιος γυρεύει να φτάσει ως τη στάχτη

βάζει φωτιά στην ψυχή του και καίγεται!..

[4η   παραλλαγή στην πρώτη ενότητα της συλλογής:

Σταύρος Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 

ΚΑΘΕ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ Η ΣΤΑΧΤΗ ΤΗΣ

(…κάθε εποχή κι όπου σκορπάει τη στάχτη της ο αέρας…)

Δεν είναι μόνο ο Απρίλης ο μήνας ο σκληρός.   Δεν είναι μόνο η Άνοιξη που διαμελίζεται το σώμα των θεών.   Ό,τι καίγεται κάτω απ’ τον ήλιο,  καίγεται και κάτω απ’ το σύννεφο.   Ό,τι μετριέται στο άπειρο, μετριέται στη στιγμή.   Κι αν αγριεύεσαι στον ύπνο σου τις νύχτες,  είναι που ακούς   το ψεύτικο ποδάρι του κάπταιν  Έιχαμπ,    καθώς το σέρνει πάνω – κάτω στην κουβέρτα   κι αν καρδιώνεσαι,  είναι που οι αμετάνιωτες βλαστήμιες του   μοιάζουν ευχή για τη μεγάλη μάχη με τη μοίρα.   Επειδή έτσι γίνεται  και αυτό που βαραίνει ολοένα   είναι το άδειο κοχύλι,  καλώντας της νιότης σου το μακρινό πανί,   είναι οι φτερούγες του γλάρου  που αντρειεύουν στη θύελλα,   το καμένο απ’ το αλάτι βυζί  της γοργόνας στο ακρόπρωρο.   Κάθε αλυσίδα κι ο σκλάβος της.  Κάθε πραιτώριο  κι  ο άνθρωπος που πάνω από τον άνθρωπο γίνεται εκείνο που είναι.   Και ας, εμπαίζοντας  αυτόν ως βασιλιά, γονυπετούν και του φορούν την πορφυρή χλαμύδα.   Και του Ακάκιου  Ακακίεβιτς ας του αρπάζουν κάθε βράδυ το καινούριο του παλτό.   Ό,τι αφαιρείται απ’ τη γη,  αφαιρείται κι από τα ύψη της.   Ό,τι προσθέτει κορυφές,  προσθέτει κι αβύσσους.   Κι αν πηδάς στα γκρεμνά,  για να φτάσεις στ’ αμπόρετα,   στις μεριές του ουρανού όπου τίποτε τ’ ουρανού δεν υπάρχει,   κι αν θερίζεις αυτά που οι εμφύλιοι εμφύλια έσπειραν,   φλάμπουρα και πομπές, λιτανεύοντας τα χρυσοκέντητα τσαγγία του αυτοκράτορα,   των αλώσεων τα λείψανα και  των αλώσεων τους θρήνους,   είναι που παίρνει όψη το κακό   πίσω από την κερκόπορτα που ξεχασαν να κλείσουν,   είναι που όλα τα σήμαντρα ηχούν   ν’ αϊλί εμάς και βάι εμάς στο «πάρθεν» των πραγμάτων.   Επειδή έτσι γίνεται και κάθε φορά που παραπλέεις τις ακτές   βγαίνουν στα βράχια η άμια Ελένη  και  ο Χούλος  κι  ο Ζίζης,   ο Χαϊβασίλ, η Τουρβαντά και  η Κιμπάρα,   βγαίνουν από το θάνατο με το άσπρο μαντίλι στους ώμους,   άλλοι με  μάτι απετάριστο,  σαν να γυρεύουν ακόμη πατρίδα  κι  άλλοι εξορκίζοντας:  «γιαβρουμ, γιαβρούμ,   μονάχους μη μας αφήνεις».   Κι αν θυμάσαι τ’ αλώνια που παιδί ξεχυνόσουνα,   είναι που εκείνο το αχυράκι σου έχει μείνει από τότε στα δόντια!..   (5η ΠΑΡΑΛΑΓΗ από την πρώτη ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ , 20 +1 παραλλαγές σε ένα θέμα)

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2026

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ

 (…Τόλης Νικηφόρου,  Ποιήματα για τη Σοφία 1,   2  και  3 

με  ΕΠΙΜΥΘΙΟ εφτά ερωτήσεις στη στάχτη…)

 

ίχνη αγάπης θα ψηλαφήσω μέσα μου

όντας το κλάμα αδύνατο

των φωτεινών επιγραφών   τα δάκρυα θα μαζέψω

τις νύχτες που βρέχει   στα έρημα σοκάκια θα πλανηθώ

δίχως πουκάμισο  και  χίμαιρες

κατάμονος  και  ταπεινός

ποτάμια να οργώσουν τα στήθη μου

με το πικρό μαστίγιο του ανέμου

εξαγνισμένος την αυγή   να κινήσω για σένα  

 

είναι καιρός  που ανέλπιδα σε αποζητώ

κι απόψε

με κεραύνωσε το όραμα της αγάπης σου

και μέθυσα

 

ποια γαλάζια σημαία ονείρου

φτεροκοπάει στη σκέψη μας

ποια ελπίδα

ποιες πασχαλιές λησμονημένες

ανθίσανε πέρα απ’ τη θάλασσα  και μυρώσανε

και στην άκρη μας καλούν του κόσμου

 

ένα σιδερένιο καράβι

στην πλατεία μας περιμένει   καρφωμένο

με λεπρούς ναύτες χωρίς μάτια

αμίλητοι θα ταξιδέψουμε

η ζωή μας θα γλιστράει δίπλα

αφήνοντας την ψευδαίσθηση της κίνησης 

(ΟΙ ΑΤΑΦΟΙ, ΙV   το πρώτο ποίημα στον πρώτο τόμο με

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ που κυκλοφόρησε ο Τόλης Νικηφόρου

από τις εκδόσεις ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ το 2024.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά  στη συλλογή του ποιητή ΟΙ ΑΤΑΦΟΙ 1966)

 


ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ:

«Η Σοφία είναι ο πολυτιμότερος  άνθρωπος της ζωής μου.  Πενήντα οκτώ χρόνια στη λογοτεχνία σημαίνουν 58  χρόνια με τη Σοφία.   Τη Σοφία που μεγάλωσε και σπούδασε εργαζόμενη και χωρίς γονείς.  Την καταξιωμένη δικηγόρο  και  ακτιβίστρια της Αριστεράς που κέρδισε την εκτίμηση εκπροσώπων όλου του πολιτικού φάσματος.  Εκείνη που στάθηκε δίπλα μου μια ολόκληρη ζωή, με έσωσε στο χείλος του γκρεμού, μου χάρισε τον ανεκτίμητο γιο μας Νίκο  και  βέβαια διαβάζει πρώτη κάθε βιβλίο μου  και μου έχει εμπνεύσει πολλά ποιήματα. Χωρίς το Σοφία είναι αμφίβολο αν θα είχα γράψει τα βιβλία μου,  αν θα είχα καν επιβιώσει.  Το ποιητικό αυτό βιβλίο είναι ένα ιστορικό ισόβιας αγάπης  και  δημιουργίας  κι ένα ευχαριστώ στη σύντροφο της ζωής μου

 

ΣΤΙΣ ΠΡΑΣΙΝΕΣ  ΚΕΡΚΙΔΕΣ  Τ' ΟΥΡΑΝΟΥ 

(κι άλλα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ του Τόλη Νικηφόρου

από τον πρώτο τόμο μ’ αυτό τον τίτλο Μανδραγόρας 2024)

Το βλέμμα μου κι η καλοκαιρινή σιωπή

Το απομεσήμερο κάτω απ' τις λεύκες

Ήχος ξερός των φύλλων στην πνοή του ανέμου

Σαν αραιά χειροκροτήματα

Στις πράσινες κερκίδες του ουρανού

Κι έπειτα, ξαφνικά, το κόκκινο σου φόρεμα

Σημαία και λάμψη,

Εμβατήριο

Συμπυκνωμένο φως

Και η στιγμή με την κομμένη ανάσα της...

(δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου

ΜΥΣΤΙΚΑ και ΘΑΥΜΑΤΑ, Ο ΑΝΕΞΕΡΕΥΝΗΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ 2007)

 

ΝΑ ΜΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΤΟ ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ

Σ’ ένα δωμάτιο παλιό, μοναχικό

σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο

να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο

και το κόκκινο,

να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές,

να μου διαβάζεις ποιήματα

 

στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν

να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου

να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές

που αχνίζουν  και  θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια

 

στα χείλη σου να ανθίζει

ένα χαμόγελο κρυφό

όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε

σε ερειπωμένο σπίτι

ή  ο  ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε

στη μία και μοναδική πατρίδα του

 

να μου διαβάζεις ποιήματα

και να μ’ αγγίζεις με το φως

μ’ εκείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο

(δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ 2010)

 

 

ΟΥΡΑΝΟΣ

χάραμα

πράσινο φύλλο εσύ   μέσα στη νύχτα

και την έρημο του κόσμου

αγάπησέ με

 

αγάπησέ με

μ’ όλα τα πάθη  και  τα λάθη μου

με της ψυχής το κόκκινο

και το βαθύ γαλάζιο

 

άνοιξε τους κρουνούς

για να λουστείς

στις λέξεις  και  το βλέμμα

στις άκρες των δαχτύλων μου

νίκησε τη φθορά

το καθημερινό μας  γκρίζο

μετάγγισε στις φλέβες μας πνοή

 

αγάπησέ με

δεν έχω άλλο κλαδί να κρατηθώ

άλλο ουρανό

(δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στη συλλογή του Τόλη Νικηφόρου

ΦΩΤΕΙΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ, Μανδραγόρας 2014)

 

Σ’ ΑΓΑΠΩ:  ΜΙΑΜΙΣΗ ΛΕΞΗ  ΑΚΕΡΑΙΟΣ ΕΝΑΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

(«…μαζί σου και στο πουθενά»,  δεύτερη συλλογή   με ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ  του Τόλη Νικηφόρου, Μανδραγόρας 2026)

χίλιες φορές την έχω γράψει

κι άλλες τόσες την έχω πει

μα όταν σε βλέπει εκείνη επιμένει 

ότι είναι πάντα νέα 

όπως το πρώτο φως

 

ΟΛΑ ΣΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

η λάμψη των ματιών  

και το χαμόγελό σου

το άγγιγμα με τα ακροδάχτυλα

και το φιλί σου

 

τελικό σου και κορυφαίο

η αγκαλιά σου

 

Η ΚΑΡΔΙΑ  και  ο  ΩΚΕΑΝΟΣ

σε κοίταξα  κι  εσύ μου χαμογέλασες

με το φωτεινό δικό σου τρόπο

 

τι μέγεθος να έχει μια καρδιά

και πώς μπορεί αυτή η καρδιά

η μικρή καρδιά

να χωράει έναν ωκεανό αγάπης!..

[ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ, δεύτερη συλλογή με ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ του Τόλη Νικηφόρου, εκδόσεις Μανδραγόρας 2026)

 

ΕΦΤΑ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ

(τρίτη συλλογή   με ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΦΙΑ  του Τόλη Νικηφόρου, Μανδραγόρας 2026)

το ποίημα δεν είναι λέξεις  με το μολύβι στο χαρτί   είναι μια απόπειρα να αιχμαλωτίσεις  το στιγμιαίο  κι ανέγγιχτο   τη λάμψη στα μάτια  ή το χαμόγελό της   ένα φτερούγισμα στον ουρανό   ένα παιδικό όνειρο  πριν το χάραμα   κάτι από το  ΑΡΩΜΑ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ    ΗΤΑΝ  τα μάτια σου  και  τ’ ακροδάχτυλα  ζεστά,  απαλά,  ηδονικά,   οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου    ΚΑΘΕ ΧΤΥΠΟΣ ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΔΙ   σε είδα ακίνητη  μες στα λουλούδια   με μάτια κλειστά   το πρόσωπό σου παγωμένο    σε φίλησα  κι έκλαψα σπαραχτικά  σαν μικρό παιδί  ενώ στο στήθος μου   χτυπούσε ένα ταμπούρλο   εσύ χτυπούσες ζωντανή   αφού  ήσουν πάντα η καρδιά μου  ο  ΚΑΘΕ ΧΤΥΠΟΣ  ΚΙ ΕΝΑ ΧΑΔΙ  πέρα απ’ τον θάνατο    ΕΦΤΑ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ:  γιατί, καρδιά μου, έφυγες μόνη;    δεν είχαμε πει ότι θα φύγουμε μαζί;   μαζί στη ζωή,  μαζί  και  στο θάνατο;   πώς θα ζήσω τώρα εγώ χωρίς εσένα;   χωρίς ένα χαμόγελο,  ένα χάδι σου;   μάταια να σε ψάχνω στο άδειο σπίτι;   να χαϊδεύω τα ρούχα σου και να κλαίω;    περίμενέ με όμως, δεν θ’ αργήσω   στάχτη εσύ,  στάχτη κι εγώ   μαζί στη θάλασσα να σκορπιστούμε   και κάποτε να ξαναγεννηθούμε  στην άβυσσο του χρόνου αγάπη ατέλειωτη…

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2026

Ο,ΤΙ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ, ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΤΙΓΜΗ

  (…τι άλλο μένει για μια θέση στο ένδοξο μάταιο   σ. 16) Είμαστε η   μνήμη της πρώτης κοσμικής ελευθερίας… εκείνης που δεν κερδήθηκε ολ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ