Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

ΧΛΩΜΟΙ ΚΑΙ ΑΔΥΝΑΜΟΙ

 (… σαν τον Ελπίνορα, λίγο πριν πέσει να τσακιστεί μέσα στο σπίτι, ήτοι από αγιάτρευτον ασκίτη…)


Χλωμοί  κι  αδύναμοι.

Μες στους  καπνούς δες φτάνει  

μας πλευρίζει κιόλας σκοτεινός μαγνήτης,

του θανάτου το οτομοτρίς – μας ρουφάει δυο και  τρεις…

Τζακ το ξέρεις είμαι ολόκληρος οι φλέβες μου.

Πρόσεξε Τζακ,  Τζακ είναι η ζωή μου

αυτό θρομβωμένο δίχτυ.

Κι όχι άλλες νοθείες  σκύλας γιε,

σου μιλάω, πρόστυχο πρεζόνι.

(Κυθέρεια – αιθέρια.  Ο δικός μου Παν:

σε μια σύριγγα χώρεσε το  συν-παν)

Κι η μικρή Φλέρυ…  κολικοί, κράμπες και τα ρέστα…

Ούρλιαξε  και  ούρλιαξε!.. Ούγιες

ούγιες σα χασές η μαρμάρινη σάρκα.

Ώσπου η Φλέρυ ξεψύχησε.  

Κι όλη νύχτα έπεφτε μια βουβή βροχή μέσα στο λούκι

που μας έστυβε τα κόκαλα. 

Οκέ οκέι Τζακ σ’ αυτή τη ξεχαρβαλωμένη στιγμή∙

φχαριστώ ήταν μια καλούτσικη δόση 

στα μέτρα μου για τώρα.

Αλλά Τζο  Τζακ αιχμάλωτες φωνές αρρωστημένης σάρκας

μυρίζουν  έναν έρωτα σε μακελειό.

Στην έπαυλη της Κίρκης, πόσα μιλιγράμ…

Μέσα στην νυχτωμένη πάχνη…

δες φτάνει του ερέβους το οτομοτρίς.

Κι είμαστε νέοι, Τζακ, νέοι

ως τη σκοτεινή λάμψη του πόνου μας.

Ως την άβυσσο των στιγμών μας…

Κι η Φλέρυ   Φλέρυ  

Φλέρυ φλας… οβερντόζ  καληνύχτα οβερντόζ…

θαμπωμένο αγρίμι στα κλαδάκια.

Κάποτε… την…  σαν…

άγγελος με τα καμένα της φτερά.

Οκέ  Οκέι Τζακ – Φλέρυ,

γουί γουίλ  τολ  τολκ, α – α γκεν γκεν  μπάι μπάι

γεια… γεια…

[επιλογή στίχων από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006

Κι άλλες επιλογές  απ’  αυτή τη συλλογή

μ’ αντιγραφή και επικόλληση από την ανθολογία

ΕΚΛΟΓΗ από το ΕΡΓΟ του Ποιητή, εκδόσεις Καλέντης 2014]

 


ΑΚΟΥΩ ΤΙΣ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΕΣ ΦΩΝΕΣ ΤΟΥΣ

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006)

και τι πιστά που παίζουνε μέσα στην κίνηση τους ζωντανούς.

Πηδώντας βιαστικά Κουκάκι, Μετς στα τρόλεϊ ταυτόχρονα

προς την Ερμού και την Φορμίωνος.

Γωνία Τσακάλωφ δυο τρεις λέξεις ξαφνικά μου μένουνε

άφωνες  κι αφήνουν έναν εκκωφαντικό  και  κούφιο κρότο

στο μυαλό  μας σαν αφλογιστία…

Κάτι για Μάνα, για ύποπτη σκιά στον… του λέει ο αδελφός

(οι αφορισμοί στροφόμετρο  αφηνιασμένο

φιλμ τύπου  φλας - μπακ∙ φωνητικά σαρδάμ και κόλλημα

κόλλημα, σα βραχυκύκλωμα τριζόνιπρεζόνισεζώνει.

Μια τυποποίηση.  Από την ίδια πρέσα η σκέψη σου μετρέσα).

Κι ένα πρωί, μέσα στο φως, καθώς κατέβαινε Αντίκλειας,

τον πιάνω απ’ το μανίκι  (ο αφομοιωμένος τρόμος του,

τικ ανεπαίσθητο στο βλέφαρο  -  σαν τσιγαρόβηχας).

Τον ακουμπάω απαλά,   παλιέ συμμαθητή του λέω.

Μένει έντρομος.  Δεν σε ξέρω απαντά κοφτά

και δύσθυμα  (ίσως κάποιος , λέει μασημένα, από τους βάλτους).

Γυμνάσιο Ιεράπετρας τον σκουντώ, τρίτη τάξη, τέταρτο κύμα αριστερά

με τη Φωφώ  (κάτι σαν ν’ άστραψε).

Τι λες άνθρωπέ μου   ψελλίζει,

σαράντα χρόνια τώρα στον πνιγμό…

παρά νηυσίν ταμίας,  σίτοιο δοτήρ,

ένας αποθηκάριος , ολεσθείς τηλόθεν οίνοπα πόντον.

Δεν έχω όνομα   ούτε παρελθόν…

Κι ούτε κατάγομαι… ως αυτήν εδώ την ξέρα έσυρα

το ναυάγιο μου – αυτό είναι το σπίτι μου∙

ο Κανένας με τον Πουθενά.

Δεν έχω μνήμη  και  δεν είμαι… Νύχτα στην πρύμνη

σπρώχνοντας με ένας άλλος  πέρασε στο πόδι μου…

και στο δικό σου.

Κοίτα το αφανισμένο πλήθος.

Ένα πλήθος φλύαρα βαμπίρ   μέσα στα φώτα,

χωρισμένα από τους ίσκιους τους…

 

ΕΞΑΒΑΛΒΙΔΟΣ Ο ΦΟΒΟΣ ΣΕ ΞΕΦΡΕΝΗ ΑΔΡΑΝΕΙΑ

(…η συνείδηση – μινιατούρα – ενέχει πλέον θέση κοπρόμυγας…)

Ρωτά.   Πλανιέται. 

Οι μέρες της νάιλον σακούλες με σκουπίδια ριγμένες σε κοντέινερς.

Ξυπνά στην κάμαρα του πανικού.

Στου τρόμου τη σουίτα.

Κόβει τη σάρκα που γερνά σαν ξινισμένη πίτα.

Σπαρταρά στο δίχτυ.

Σκοτεινός κισσός αναρριχάται

στο πρωί της η θρομβοφλεβίτιδα.

Ληξιπρόθεσμα και τα ρέστα.

Το μαύρο δεσπόζει πίσω από τη φιέστα.

Ρευστοποιεί  κι  εκταμιεύει το πιο ακριβό της ορυχείο.

Ώσπου στην άμπωτη, έντρομη, βλέπει

και βακχεύεται με το κενό της.

Σε κακόφημη ώρα γυρεύει πίστωση απ’ το θάνατο.

Κυματόφερτη κάποτε  (στάζοντας ταξίδι)

Στολισμένη τους ωκεανούς – πέντε γάγγραινες ο νους.

Της πετά ο εραστής:  σκατόγρια,  σβήσε τα φώτα.

Παρά τα τόσα λίφτινγκ σου δε βλέπεσαι.

Οι μαστοί σου σαν του γέρου Τειρεσία – σου πουλώ υπηρεσία –

τα βυζιά.   Κρέμονται σαν καπνοσακούλες 

- μου την πέφτουν τρεις μικρούλες.

Πλήττω στο αρχαίο σου ερείπιο.

Μυρίζει χώμα  και σκουριά.

Και πού ’σαι, πες στην ανηψιά:

Καν’ του γέρου κόλπα

στο φεγγάρι  -  θέλει τάλιρα  η Φεράρι.

Με άυλους τίτλους χρεωμένη.

Της ψυχής τα όσια σε προσημείωση

έως πέμπτη γενιά!..

 

Μηρυκάζει το πράσινο στο πάρκο.

Το μαύρο γαβγίζει στο σαλόνι

Σαν κωφάλαλο μάτι.

Σα δένδρο που του φύγανε οι κλώνοι.

 

Ακούω την ηχώ από ένα ζοφερό φαγοπότι.

Δεν ξέρω πια πού μένω.

Καθένας ξεκληρίζει τον τόπο του.

Καθένας αμαυρώνει αυτό που αγάπησε.

Των ρημάτων η ψυχή σε διαπόμπευση, δεν θάλλει

-μπροστά μου ένας μαυροπίνακας από αιθάλη.

Ακούω του δασκάλου τη φωνή. 

Πίσω από την πόρτα του γέρου χρόνου το τραύλισμα.

Ακούω του παιδιού που υπήρξα τα αναφιλητά

που τώρα αδιάφορο με προσπερνάει.

 

Καθένας λεηλατεί αυτό που κυριεύει.

Καθένας  διαφθείρει εκείνο που του εμπιστεύτηκαν.

 

Μέχρι το ύστατο καρφί στο φέρετρό μου

των παιδιών που υπήρξα τα φαντάσματα

θα με τρελαίνουν

(ό,τι είναι σίγουρο έχει κιόλας ταφεί)

 

Τραβάτε μπρος, ταξιδιώτες στης πληροφόρησης τις λεωφόρους.

Σε τροπικούς  και  σε πόλους

ξαπλωτοί στις πολυθρόνες σας!..

 

Πίσω από κάθε γυαλιστερή Μερσεντές ακολουθεί μια αόρατη

εκφορά!..  Μια θλιμμένη πομπή φαντασμάτων

Η φήμη άλλο δεν είναι από ένας πολλαπλασιαστής

πένθους.  Ένας προαγωγός προόδου

που γυαλίζει τη θλίψη μας με μηχανέλαια!..


ΜΙΚΡΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ  Σ’ ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΑΛΤΕΡ ΜΠΕΝΖΑΜΙΝ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΠΙΝΑΚΑ ΤΟΥ ΚΛΕΕ «ANGELUS NOVUS»

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη   Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006)

Θέλει να απομακρυνθεί  από κάτι που κοιτάζει επίμονα.

Τα μάτια κοιτάζουν ορθάνοιχτα.

Το στόμα ανοιχτό.  Τα φτερά του ανοιγμένα.

Το πρόσωπό του στρέφεται στο παρελθόν.

Το παρελθόν πιστό σκυλί ακολουθεί

Εκεί που εμείς βλέπουμε μιαν αλληλουχία γεγονότων

αυτός βλέπει μια και  μόνη καταστροφή που στοιβάζει

συντρίμμια πάνω σε συντρίμμια  και τα σαρώνει στα πόδια του.

Βλέπει την αιώνια κατάρρευση σε μια συμπυκνωμένη στιγμή.

Θα ήθελε να παραμείνει να ξυπνήσει τους νεκρούς.

Να ενώσει τα θρύψαλα σε ακέραιο αγγείο.

Να συγκολλήσει τα γρέζια του χρόνου στον αστραφτερό τους άξονα.

Όμως η ορμή μιας θύελλας που φυσά   έχει πιαστεί

μες στα φτερά του  και  ο  Άγγελος δεν μπορεί πια να τα κλείσει.

Η θύελλα τον σπρώχνει με ορμή προς το μέλλον

στο οποίο έχει στραμμένη την πλάτη του

όπου άθελά του οπισθοχωρεί!..

Δεν μπορεί να κλείσει τα φτερά  και  οπισθοχωρεί.

Ενώ τα συντρίμμια μπρος στα πόδια στοιβάζονται ως τον ουρανό.

Αυτή την ανυπόφορη θύελλα της καταστροφής ονομάζουμε Πρόοδο!..

Των ονείρων την ονείρωξη   Εξέλιξη!..

 

ΠΕΡΠΑΤΑ ΠΙΟ ΑΡΓΑ… ΚΑΝΕ ΕΡΩΤΑ…  ΣΤΟΧΑΣΟΥ ΠΙΟ ΑΡΓΑ…

(…αργοπόρησε στις αργόσυρτες οδοιπορίες… πατώντας φρένο )

Σπρώξε στο χώρο των αχρήστων το επάρατο στεφάνι της πρωτιάς.

Βράδυνε λίγο τα γρανάζια που μασάνε της ύπαρξης τη φόδρα

πριν μείνει βρόμικο κουρέλι στα χέρια σου  (γρασάροντας τις μηχανές).

Είν’ εκεί το πλήθος που έχασε το τρένο,

μυξοκλαίγοντας  πώς κλαψουρίζει!..

Όμως ολοένα κάτι τρέμει σα λάμψη ανέμελων πανσέδων

στη χρονοτριβή!..

Μες στη βραδύτητα.   Είναι ένα ξέφωτο.  Ένας καρπός.

Σαν ζώα κουρασμένα που πίνουνε στο ασήμισμα του απογεύμαος.

Περπάτα πιο αργά.   Βράδυνε,  βράδυνε…

Και κόψε ταχύτητα σαν πλοίο που πλευρίζει ήσυχα στο μόλο.

Η βιασύνη πάντοτε νηστεύει την απόλαυση.

Πολύ συχνά ψευδίζει.

Πολύ συχνά την πιάνει συχνουρία!..

Μπερδεύει τα ρούχα με τα λόγια.

Τις δικές σου εφευρέσεις με τα κλοπιμαία.

Κατεβάζει αναφομοίωτα ολόκληρα καρβέλια ξένων ιδεών.

Και να, σου κάθεται μια πέτρα στο στομάχι.

Και να,  η μαύρη τρύπα σαν αλληγορία πλοίου

που κιόλας αρχίζει να βυθίζεται…

Όχι θραύσματα θεάς , θρύψαλα εικόνων στου βίου το ταξίδι.

Όχι στη ρύπανση του κάθε φυσικού από την επιτάχυνση.

Η ταχύτης:  η ακαριαία εκλογή.

Ως συρρίκνωση της βούλησης αγεληδόν!..

Ως χύτρα ταχύτητος που κάνει τη σκέψη μας παστίτσιο!..

Ως αμετακίνητο κινούν στη στείρα ξενοδόχηση.

Απόλαυσε το χρόνο που κοιμάται ξαπλωτός

στα αμέριμνα βαμβακάκια του!..

Περπάτα στην ήρεμη συμπόρευση  με δροσερά τρεχαλητά

στις ολάξαφνες καταιγίδες!..

Μιμήσου την ακίνητη δράση μπαίνοντας

«στο όχημα του παντός»!..

Φεύγεις  «ανέμελος»  στη σέλα μεγάλου κυβισμού.

Κρύβεσαι στον ίλιγγο.

Μα ο ίλιγγος είναι ο διάβολος του καβαλάρη.

Το ξέφρενο μέλισμα  στου γκρεμού το ακούραστο κρεοπωλείο.

 

Στάσου για λίγο, εκεί που βιαστικός βαδίζεις  με το ένα πόδι μετέωρο

κι αφουγκράσου της σιγής τα εξόριστα ειωθότα

(υπαινίσσομαι ανακατάληψη της χαμένης άγνωστης πατρίδας∙

δηλονότι όλα όσα έχουμε αποχωριστεί)

Ακινήτησε το σώμα  σου στην κρέμαση∙

ως του γκρεμού τ’ ανώφυλλο  που δίκταμος φυτρώνει.

Ως να νιώσεις  της αν – άπηρης  παύσης το απρόβλεπτο φέγγος,

με ατραπές  α – συνέχειας υφασμένο ,  στου μεγάλου

Τε  τον αργαλειό.

Επιτέλους κλείσε για σήμερα τις βρύσες.

Περισσεύουν τα πένθη!..  

(από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006)

 

 

ΣΠΑΕΙ ΤΩΡΑ ΤΟ ΦΤΕΡΟ. ΧΑΛΑΕΙ ΤΟ ΦΡΕΝΟ…

(… Γεμίζει σίδερα ο χρόνος!..  Γίνεται βίδες η αιωνιότητα!..)

Μετρητές όπως όλα τα δόντια στη σάρκα.  Όπως όλα τα βγαλμένα φτερά των αγγέλων στην καρδιά.   Οπιομανή μυαλά  γέρνουνε σαν ιτιές στα χαμαιτυπεία της δόσης τους.   (Μυρίζει η σκέψη χαλασμένη κονσέρβα)   Είδα τα σαστισμένα πλήθη σε πανικούς – περίπατους.   Κονσερβηδόν στα καταφύγια με προβοσκίδες.   Ολόκληρες αγέλες πολεμικά Λαντ – Ρόβερ, έξω από στρατόπεδα εργασίας προσμένουν τους Κυρίους τους.  Ταχύπλοα μεγάλου κυβισμού στης Στυγός τις επαύλεις.   Είναι όλοι βιαστικοί    σα γορίλες νηστικοί.   Σα δρομείς ντροπιασμένοι κάνουν κύκλους κουρδισμένοι.   Μια χαώδης απληστία -  για δυο χάπια μια ληστεία.   Χρόνος   χρήμα   ευκαιρίες -  πώς τσιμπάνε οι κυρίες!..  με χειλάκια ευπρεπή  και λαρύγγια χαμερπή!..  Υπνωτίζοντας το νου με την ξελογιάστρα σκόνη  θα σε δω σα χιμπατζή  στου θανάτου το μπαλκόνι!..  Οβερντόζ υλοφροσύνης  στο μυαλό της αφροσύνης!..  Το σόπινγκ ως επιτομή μιας εφήμερης δόσης  ως το ωστικό κύμα της επόμενης ώσης…   Προμηθεύεσαι τη δόση απ’ την τράπεζα  η καημένη ξελαιμιάστηκε να μας δανείσει!..  Αχ  να βρούμε τη συναίνεση με μιαν ωραία ένεση!..  Όταν έμποροι  και χρήστες έχουν όλοι τους φτιαχτεί  κάνοντας την αρπαχτή!..     (ΕΠΙΛΟΓΕΣ από τη συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΞΕΝΩΝΑΣ 2006 – συγκεντρωτική έκδοση: ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ ΕΚΛΟΓΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, Καλέντης 2014)

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2026

Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

ΑΝΑΔΥΕΤΑΙ ΕΝΑΣ ΨΑΛΜΟΣ ΜΙΑ ΣΙΓΗ ΑΠΟ ΥΛΗ

 (… μυρίζει αγιόκλημα  και  βόθρος  και  ρακί

τι ζέστη...)


Στη μέση τ’ ουρανού,  η ημισέληνος,

τουρκεμένο φεγγάρι,  κι όλα είναι καημός

και πνιγμένο πάθος  -  ο Έρωτας

να κάνει βάρδια σ’ ένα γραφείο τελετών… 

(ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ)

 

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ

Πήρα στα χέρια μου ό,τι είχα πιο σπαραχτικά

αγαπήσει  και  βγήκα έξω την αυγή,

Μήδεια αρσενική με άλλοθι ουράνιο,

να πάω για χάρη Του να το σφάξω

 

έπρεπε, λέει, να μάθω τι σημαίνει θυσία

γι’ αυτό γεννήθηκα

για να  μου αρπάξουν,  λέει,  ακόμη και το ανύπαρκτο

μεσ’  απ’ τα χέρια,  όμως εγώ να υμνώ αιώνια

τη γενναιοδωρία Του

 

αλλ’ όπως  βγήκα  και  ανέβαινα

το αρχέτυπο του Γολγοθά,

κι όλη η ζωή,  παιδί ανίδεο,  πλάι μου γελούσε,

βρέθηκα να κρατώ την ώρα που σήκωσα το μαχαίρι

ένα κριάρι  (κατ’ άλλους μύθους πιο λαμπρούς  ένα ελάφι)

 

και τότε φώναξα:  «Θε μου, γιατί επιτέλους∙

κι αν σώθηκε ό,τι αγαπώ,  και σου είμαι ευγνώμων,

τούτο τ’ αθώο το ζωντανό,

δεν είναι, αλίμονο, κι αυτό σπλάχνο δικό σου,

Παιδοκτόνε;»

 

ΔΙΔΥΜΟΙ

Να μας νεκρώνει  ο ύπνος

να μας ναρκώνει ο θάνατος

 

κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]




 

Η ΒΑΠΤΙΣΗ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ  ΔΑΣΗ 2002)

Πώς βρέθηκα σ’ αυτά τα δάση   

με τις σκιές   ανθρώπινες απουσίες,  

δεν υπακούν στην αδήριτη ακινησία

περιπλανιούνται μαζί μου – είναι ό,τι μένει

αφού παρέλθει ακόμα και ο θάνατος

- όχι φαντάσματα, χοροί πνευμάτων,

ίσκιοι μονάχα ίσκιοι μ’ ακολουθούν

παράδοξα βουκολικός διασχίζω τ’ ονειροπόλημα

λογής τερτίπια φυτικά γύρω μου διακλαδώνονται

ρίγη,  θεότητες της ερημιάς,  κι οι δρόμοι

σβήνουνε  χάνονται   καταλήγουν

προς τα νερά  που φεύγουν μ’ ορμή απόκρημνη

 

και στέκομαι στην όχθη του ποταμού

τοπίο  Βάπτισης

όλα υπάρχουν  (σαν απεικόνιση)

μαύροι μεγάλοι θάμνοι, φώτα εξ ουρανού,

βράχοι  και  καταρράκτες,  πέστροφες  και  γυρίνοι,

ακόμα  και  το περιστέρι  (απ’ τα λευκά)

ένα μοναδικό πεταρίζει 

ακόμα  και  η φωνή  (του δικού μου πατέρα)

θαρρείς  είν’ έτοιμη ν’ ακουστεί  και  δεν γνωρίζω

αν είμαι ο υποψήφιος αναδεκτός,  για να γδυθώ,

 ή ο ανάδοχος  και  πρέπει να περιμένω

τότε γίνομαι βαπτιστής του εαυτού μου

δίχως τα ρούχα μου βουτώ,  αναδύομαι

στο κέντρο της  «κολυμβήθρας»,

παγώνω, ανατριχιάζω  κι  αμέσως βγαίνω

μονήρης μες στα ξέφωτα

όπου νιώθω να μην έχω πια όνομα

τη μοίρα ενός  που οφείλει  να σταυρωθεί

και λέω, επιτέλους είμαι φωνή βοώντος

μα κανείς δεν έρχεται πίσω μου

άρα γιατί να μ’ αποκεφαλίσουν

 

πάω ανάλαφρος για την ανάβαση

προσηλωμένος στο νόημα του βουνού

αφανής,  αδιόρατος  

σαν λουλούδι,  σαν πέτρα

 ή σαν το καθετί  που δεν χρειάζεται πια να το ονομάζω

  

ΤΟ ΠΕΤΡΟΒΟΛΗΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Είναι η σκηνή σε χωματόδρομο

και γύρω σπίτια

 

ο Νεαρός γονατισμένος,  στ’ άσπρα

δυο έφηβοι του ρίχνουν πέτρες

 

ο ένας στα ολοκόκκινα

ο άλλος στα ολοπράσινα

 

κι απ’ το παράθυρο στο βάθος

μια μορφή,  το μάγουλο στο χέρι

ακουμπισμένο τους κοιτάζει

 

δεν είναι αυτό μαρτύριο

μα φτωχογειτονιά του κάποτε

όπου αγόρια πετροβολιούνται  το απόγεμα

κι άλλα  πιο κει,  κρυμμένα

από το πλαίσιο,   γελούν

 

παίζοντας βόλους

κυλώντας το τσέρκι

 

ΧΤΙΣΜΕΝΗ ΦΩΝΗ

Στον τοίχο  έχουν χτίσει μια φωνή

πίσω από  τη βιβλιοθήκη

τη νύχτα ψιθυρίζει όσα λένε

οι γκρίζοι ποιητές, οι μελαγχολικοί,

αφού από τα ίδια τα γραμμένα θα βγαίνει

ο αχός  -  τα κείμενα ζωντάνεψαν

και  μουρμουρίζουν ό,τι αποτύπωσαν

βαθύπνοοι αισθητές -  ή  μήπως κάτι

ενδόμυχο σαλεύει,  ψυχή του κτίσματος,

ανάσα πέτρας,  θρόισμα του Λαζάρου

πριν πέσει ο λίθος ο έγκλειστος

του «Μοντεχρήστο», φύλακάς άγγελός μου,

που σκάβει,  κρούει  και  με καλεί,

βούισμα κοσμοσυρροής κάτω απ’  τα τείχη  -  εδώ

που κάθομαι πικρός αυτοκράτορας

στην ουράνια πόλη, την απαγορευμένη,

κι απέξω βράζει η απαίτηση της εισβολής,

η κατεδάφιση του κόσμου,  στοιχείο

εντοιχισμένο σε καθετί χτιστό

ερχόμενο εξάπαντος να με συλλάβει

για κει όπου όλα  φεγγάρι γίνονται!,,

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

ΕΝΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ

(από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη  ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ  ΔΑΣΗ 2002)

Όταν μιλούν γ’ ασκητική σ’  ένα σαλόνι

-στη  Rue de Rennes   στο  Montparnasse –

τα δένδρα και τα κτίρια είναι παλιές  νταντέλες

ενώ η δροσιά ραντίζει αόρατη το  μόνο πεύκο

στον κήπο του Κεραμεικού με τις κρωξιές των γλάρων

(παραίσθηση μιας κουπαστής απ’ το Αιγαίο)

Άθωνας, λέξη μαγική

σαλός, λέξη μυστήριο

 

κι εγώ που είδα μοναστήρια,  εκκλησιές

βασιλικά στους άσπρους ντενεκέδες

και φίλησα παιδί, το χέρι ενός καλόγερου

που μύριζε ανθόνερο  και  ταπεινό σαπούνι

από αγνό λάδι ελιάς

μαθαίνω τώρα πως είχα τότε αγγίξει

αμέριμνα τη μυστική σαγήνη

 

είναι πρωί,  στον Σηκουάνα

και χαράζει πάνω απ’ τα πέτρινα σκοτάδια

της Δέσποινας του Παρισιού

 

ανατολή που μοιάζει δύση – όχι αυτό δεν είναι φως

είναι τα πράσινα,  τα κόκκινα,  τα πορφυρά,

το ατόφιο μάλαμα παλαιολόγειας Εικόνας!..

 

ΚΑΡΙΕΡΑ

Στον σταυρό θα κρεμιέμαι παράξενο

αναρριχητικό από σάρκα

κι οι πόλεις απέναντί μου θα θεωρούν

-φουγάρα,  μέγαρα, λιμάνια,  πλήθη –

 

(κάργιες και σύννεφα κερένια

και μια ουλή βαθιά ο ήλιος,

το σκηνικό του πάθους μου θα βρέχει

αίμα – νερό να το ξεβάφει)

 

κυλιόμενες σκάλες όπου θ’ αναδυθώ

από τα έγκατα υπόγειων σταθμών,

αιφνιδίως ο νεκρός του εφήμερου

αναστάς εκ του τάφου

 

μεσημέρι θα βρεθώ με τα στίγματα

εκεί, στον ανελκυστήρα που θα με πάει

ψηλά  -  η ανάληψη εβδόμου ορόφου,

γραφείο του υπουργού

 

πτεροφόρος θα έρθει ο γραμματέας

παγερά να με οδηγήσει στο θάλαμο

τον αεροστεγή  όπου  ο πατέρας μου

θα στέκει κρατώντας ένα οφίκιο

 

(προσφορά επαίνου για όσα τράβηξα

επί ξύλου)  κι απ’ την έξοδο βγαίνοντας

μικρόφωνα θα με αναμένουν, βουρκωμένος

μπροστά τους να πω:  «Αγαπάτε αλλήλους»!..

 

ΑΓΓΕΛΟΙ  ΚΑΙ ΖΗΤΙΑΝΟΙ

Πρωινό Κυριακής με βροχή διέσχιζα την πλατεία

όπου για χίλια χρόνια στέκει η Καπνικαρέα

(στην Τουρκοκρατία εκκλησιά της Βασιλοπούλας  ή  του Πρέντζα)

φτιαγμένη σαν από κόκαλα  και  κάρβουνο χρυσαφένιο∙

είχε τελειώσει η λειτουργία

έβγαιναν οι πιστοί μασουλώντας αντίδωρο,

μπρος απ’ την είσοδο να κάθεται,

ψωμοζητώντας γριά μαυροφορούσα,

ένας νέος πιο πέρα,

γύρευε ελεημοσύνη   (για τη δόση)

τραυλίζοντας ελληνικά

 

έπεφτε η ψιχάλα

τα γύρω κάνοντας λεπρά,

μια αιωνιότητα καρφωμένη εκεί για πάντα,

στο μαύρο μαλαματένιο εν σπέρματι θαμμένα

ονειρώδη  βαρβαρικά  τεχνουργήματα,

η γριά, φιγούρα απροκάλυπτα θρυλική, χωρίς ηλικία,

στο πεζούλι – επί τάφου – με ζητιάνου επισημότητα

έτσι δίχως προσχήματα τέλεια ιερατική

(Βαρβάρα  ή  Μαύρα)

π νεαρός, κουρέλι  (Φτωχοπρόδρομος, Φρανσουά Βιγιόν)

απ’ τα σκουπίδια της Ιστορίας

έβγαινε φάντασμα εποχής

να υπάρξει και πάλι, επαιτώντας τη λύπηση απ’ τους αστούς

που θεοφοβούμενοι, πρακτικοί, τακτοποιημένοι,

μην πιστεύοντας αιωνόβιες οπτασίες

ζητούν υγεία, τύχη, προκοπή, ευμάρεια,  στο Τώρα,

ελεώντας κάποτε τους τιποτένιους με συγκατάβαση

-αυτός, ο κόσμος

 

όλα ήταν ένα, το κατόρθωνε η μπόρα

κι εγώ δεν ήξερα πού ανοιγόμουν

τι μου ’παιζε ξανά  η ζωή πίσω από την πλάτη

πώς μετέχει στα εφήμερα ο Θεός

με ποιου το μέρος πάει

τι ’ναι οι δρόμοι που με καλούν να τους  προσκυνήσω

ποιος έχει δίκιο,  ποιος έχει άδικο –

 

και βιαστικά προσπέρασα σα να μην ήμουν

 

ΔΥΟ ΚΟΡΙΤΣΙΑ   (στις δυο μου κόρες)

Στον κήπο άνοιξε μια πόρτα  και μπήκαν δυο κορίτσια

λες κι έφταναν απ’ το σχολείο

μα ήταν ξωτικά, πούπουλα ολόξανθα

που σεμνά καταδέχθηκαν να’ ρθουν μες στους ανθρώπους

 

πίσω τους έσερναν κλωστές

είχαν στις άκρες τους δεμένα  αγόρια

φτερωτά  και  πολύχρωμα,  τις έδεσαν στα κλαριά,

τις άφησαν στον αέρα  κι  οι έφηβοι ανέβηκαν

ανέβηκαν ψηλά -  χαρταϊτοί,  μπαλόνια αερόστατα

 

ύστερα εκείνες κάθισαν στη χλόη,  έγινε η αυλή μου

δωμάτιο παιδικό,  τα φυτά

ζωγραφιές σε υφάσματα είχαν πάνω τους ζώα

που δεν είχα ποτέ ξαναδεί

λειτούργησαν μηχανισμοί νερών, υδάτινες βεντάλιες

σκαρφάλωσαν στα σύννεφα   πουλιά – ορειβάτες

ο ήλιος ήταν επιτέλους στ’ αλήθεια σχέδιο μαργαρίτας

ανοίξανε τσάντες μαθητικές

 

έβγαλαν από μέσα βιβλία  και  τετράδια βαμμένα

με χρυσή μπογιά

μου ζήτησαν μαζί τους να μελετήσσω

τα ’ξεραν όλα, όμως με τρόπο ανάποδο

τα γράμματά τους,  αριθμοί

κι οι αριθμοί τους γράμματα

με μπέρδεψαν σ’ απίθανες αντιστροφές

μόλις κουράστηκαν,  βουλώσανε τ’ αυτιά τους με κεράσια

κι άρχισαν να χορεύουν στους ειρμούς της σιωπής

 

όταν το φως βασίλεψε

λύσανε τις κλωστές,  τις τράβηξαν,  κατέβασαν τ’ αγόρια

από ψηλά – πήγαιναν,  λέει,  αλλού

όπου είναι τώρα μέρα

πάντα κάπου είναι μέρα,  μου είπαν

κι  έφυγαν!..

 

ΛΑΣΠΗ

Βρεγμένη γη να λάμπει στο  λυκόφως

ήσουν γυναίκα


Η ΜΥΡΤΙΔΙΩΤΙΣΣΑ

Απ’ τη μυρτιά το ρόδο βγαίνει

-ακατανόητο – γέρνοντας το κεφάλι,

όταν η φύση ωριμάζει απότομα, παραβαίνοντας τον κανόνα

μητέρα αρχέτυπης φαντασίας,  κι εγώ ένα βρέφος

που το βράδυ ζητά θηλή για να κουρνιάσει

μέσα στην καταπράσινη βασιλεία

όπου ελάφια με φινέτσα κι ακατάδεχτη αγνότητα

βόσκουν  ( ή προσκυνούν; )

 

τι κι αν πέρασα χρόνια της ψυχής μου κατάδικος,

γεύση μυρσίνης τώρα, φαρμάκι άδολο, σμίγει το άρωμα

του εκατόφυλλου,  σ’ αυτό το σούρουπο  και  με υπνωτίζει

ο ουρανός σιγά – σιγά  θα μπουμπουκιάσει μ΄ άστρα,

οι ευχές  που θα ’θελα να ψελλίσω

εξορκίζοντας τη μελαγχολία

για να δω πάλι δένδρα να γεμίζουν μυστήριο

τους ανθρώπους να παιδεύονται στο μόχθο νόησης

και καρδιάς

μα τον κόπο της εξοχής ν’ ανταμείβεται άκοπα με το θαύμα

 

κάτι απόρθητο απ’ τη βουή του νότου

ενεδρεύει εδώ πέρα,  που ακόμα κι ένα φύλλο τετράδιου

αν γυρίσεις, τα φαντάσματα ανησυχούν,

και το πάτημα ενός αγγέλου στη χλόη ταράζει

στωικά κοιμητήρια

ποιος ξέρει αν στο μέρος αυτό σε γνωρίζουν

οι κάτοικοι, όμως εσύ

εδώ βρήκες να καρφωθείς στη σκέψη μου,

σ’ αυτή τη γη της υγρασίας  και των βρύων

και της χρυσόμαλλής νεράιδας,

τη φυτεμένη με γοτθικά λιθόκτιστα

τη στερημένη από φως

(πόσο παράξενο)  κι  ας ταιριάζει

ένα ξωκλήσι μ’ αγκάθια ξερά,  με καυτό μεσημέρι,

εσύ προτίμησες την πολυτέλεια των κήπων της σοφίας

έτσι απλά να ξεφυτρώσεις,  αλλού,

κι ας καταργείς τη γνώση, φυτικό παράδοξο,

που δεν είσαι θρύλος αλλά πραγματικότητα

όπως σε είδε μισότρελος ο ποιητής

εν ετέρα μορφή να κρέμεσαι

-αχλαδιές φορτωμένες με σγουρά τριαντάφυλλα –

πάνω απ’ τη λίμνη

 

τώρα η νύχτα με κυκλώνει

τα κεριά δεν σου πρέπουν  ούτε  και  οι ψαλμοί

γι’ αυτό  κι εγώ δεν θα σου γράψω ύμνο,

θα πλάσω μόνο την ιδέα σου

γυμνή στο νου όπως την ερωτεύτηκα

σ’ αυτούς  τους ξένους τόπους,  γιατί και τα στολίδια

κρίνονται περιττά, αφού και μόνο τ’ όνομά σου είναι

ονείρου οικόσημο!..

 

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ

Λίγο πριν τη σελήνη

χαλάσματα στέκουν επίσημοι παραστάτες

ενώ περνώ σε μια ζωή ερειπωμένη

όπου η ασυνέχεια μ’ επιβολή

και τάξη νέκρας γίνεται μέτρο

 

-το Τέλειο  (ύβρις κατά τα άλλα)

μόνο ανάπηρο υπάρχει

όπως τα όνειρα των ανθρώπων

κάτω από κείνο το βλέμμα που κοιτά

βγαίνει ολοστρόγγυλο

[από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002

Αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο:

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις Μεταίχμιο 2013]

 

ΑΓΡΙΛΙΕΣ  ΜΙΚΡΕΣ,  ΜΑΣ ΤΙΜΗΣΑΝ… 

(…κρυφές,  μας έψαξαν  πικρές, μας διάλεξαν γι’ αρραβώνα δόξας …)

Άσπρο διπρόσωπο, στην κόψη της αμαρτίας   πάνω απ’ τη ράχη με τα πετρώματα ένα στίγμα   λαπρό απόσταγμα σκοτεινού θράσους   κι αν τρέμεις απατηλό στο  γαλάζιο μου τζάμι   πάντα εκεί κάτω σου ανοίγεται βάραθρο,  κυκεώνας   λαμπηδόνα τόσο ευάλωτη που καταντάς σκληρή   κερί αναμμένο στη χάρη του παραβάτη   σπίθα ανεξίτηλου βεγγαλικού   άλλοτε είσαι κόσμημα  κι  άλλοτε είσαι θηρίο   σήμερα πάλι περιμένω να ’ρθουν δυο πλάσματα   να πλέξουν μυστικά μαζί μου μια σχέση αστέρινη   (το ’να θα ’ναι τελώνιο, τ’ άλλο γυνάικα)   μα εσένα ξαναβρίσκω επίμονο, νευρικό,   αστραπή σε λουστρίνι  κι αναρωτιέμαι   πώς γίνεται ποτέ να κολαστεί ένα φως   πώς γίνεται  το κρύσταλλο καμίνι ζόφου   και να  -  ήρθαν όλα  και  εξηγήθηκαν μέσα μου,   είδα ως πέρα την εποχή μου   χωρίς θεό  ή  δαίμονα  (μηχανή που δουλεύει από μόνη της)   και  σε λυπήθηκα   τόσο μονάχο να φέγγεις πάνω από τον άθλο σου   πρώτη φορά τόσο γλυκά ευσυγκίνητο   να κοιτάζεις πικρά το στυγνό σου κατόρθωμα και  σκέφτηκα   τι άλλο μπορεί να είναι η ταπείνωση   ίσως απλά και μόνο,  φτωχό μου άσπρο, εσύ   λεπτομέρεια που κανείς δεν προσέχει  κι  ας είναι υπαίτια   μια κουκίδα στης σελίδας το περιθώριο   πυγμαλίωνας που τον ξέχασε ο μαθητής του  κι  είναι πια η μαγεία του άχρηστη!..          [ΛΟΥΣΙΦΕΡ από τη συλλογή του Στρατή Πασχάλη ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ 2002, εδώ αντιγραφή και επικόλληση από το συγκεντρωτικό τόμο ΣΤΙΧΟΙ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ, Ποιήματα 1977 – 2013, εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ 2003]

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2026

ΧΛΩΜΟΙ ΚΑΙ ΑΔΥΝΑΜΟΙ

  (… σαν τον Ελπίνορα, λίγο πριν πέσει να τσακιστεί μέσα στο σπίτι, ήτοι από αγιάτρευτον ασκίτη…) Χλωμοί   κι   αδύναμοι. Μες στους   κα...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ