(… ναυλώνεις έναν κόσμο
για να κάνεις το γύρο
μιας βάρκας…)
Φεγγάρι ρυμουλκεί
κρουαζιερόπλοιο
κάτασπρο φουσκωτό,
δαντελωτά παραθυράκια
κεντημένο σα νυφικό φυγής
γεροντοκόρης
με ρυμουλκούμενο νυμφίο.
Με την ευκαιρία
ανασηκώνομαι στις μύτες των καιρών
εδώ,
στις επιχωματώσεις των κυμάτων
να ανελκύσω όλα εκείνα τα
ταξίδια τα
επιβατηγά
που φόρτωσα με θέλω
και με κάρβουνο!..
Ταξίδια επιβατηγά με σένα
με σένα μαζί σου με σας
ανάλογα πού φύσαγε ούριος αχυρώνας.
Με σένα ευγενέστατε ιππότη, αντικατοπτρισμέ!..
Μαζί σου επιθυμία παράνομη – λαθροκυνηγός
του άγριου εαυτού σου!..
Αν και θεαματικά εξοπλισμένη
με τα πιο τέλεια περισκόπια αιθρίας
θέλησα να φύγω και μαζί σας, σύννεφα
-είσαστε τότε μόνο πειραχτήρια της μορφής σας -
φοβέρες για να τρώνε το φαϊ τους
οι ανόρεχτες ελπίδες – όλο κρυφοτρώνε
-
περαστικές φωλιές
για να κλωσσάει η βροχή τη μουσική της.
Και με σένα Ευρυδίκη.
Αλλά τι λογικός εκείνος ο Ορφέας.
Ούτε μια φορά δεν γύρισε να κοιτάξει
πίσω
η ανυπομονησία του.
Ω μύθοι, περούκες τόσο φυσικές
για φαλακρούς ανέμους.
Και μαζί σου απόβροχο, αλητάκι
όσφρησης.
Όλο να ετοιμάζει η μυρωδιά σου τις
βαλίτσες μου
κι εσύ να ερωτοτροπείς με την
απόσβεσή σου.
Α!.. Τι ταξίδι φόρτωσα
γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ελευθερία!..
Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου, βαθιά
να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες.
Όμως εσύ μακρύτερα από το θρύλο σου
δεν πας!..
Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό
και μέθη
-γιαλό - γιαλό η υπενθύμισή σου!..
Ωραία που θα φεύγαμε φοβητσιάρες άγκυρες!..
Τελικά μαζί σου!..
Το πιο ανεμπόδιστο, φιλαπόδημο
αποθησαυριστικό ταξίδι αφοσιωμένο
μαζί σου το αποτόλμησα Ακατόρθωτο
κι ακόμα να τελειώσει…
Δαπανηρή ιδέα ο βίος!..
Ναυλώνεις έναν κόσμο
για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας!..
[ΓΙΑΛΟ – ΓΙΑΛΟ από τη συλλογή της Κικής
Δημουλά
ΧΑΙΡΕ
ΠΟΤέ1988 ]
ΘΕΕ ΜΟΥ ΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΑΚΟΜΑ (ΑΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ
1988)
Κάθομαι
εδώ και βρέχομαι.
Βρέχει χωρίς να βρέχει
όπως όταν σκιά μας
επιστρέφει σώμα.
Κάθομαι εδώ και κάθομαι!..
Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου
και πιο μακριά η
κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Έτσι, για να φαινόμαστε πολλοί
κάθε που μας μετράει το άδειο.
Φυσάει άδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου
που έχω να σαρώνομαι!..
Νέα σου δεν έχω!..
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
χαμογελάς σαν όχι.
Άνθη αποξηραμένα στο πλάι
σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα
το άκρατο όνομά τους
semprevives
semprevives -
αιώνιες, αιώνιες
μην τύχει και
ξεχάσεις τι δεν είναι!,,
Με ρωτάει ο καιρός
από πού θέλω να περάσει
πού ακριβώς τονίζομαι
στο γέρνω ή στο γερνώ.
Αστειότητες!..
Κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία!..
Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Όπως βρέχει χωρίς να βρέχει.
Όπως σκιά μου επιστρέφει σώμα.
Κι όπως θα συναντηθούμε μια μέρα εκεί πάνω!..
Σε κάποιαν αραιότητα κατάφυτη
με σκιερές απροσδοκίες
και αειθαλείς περιστροφές,
Τον διερμηνέα της σφοδρής
σιωπής που θα αισθανθούμε
-μορφή εξελιγμένη της σφοδρής μέθης
που προκαλεί μία συνάντηση
εδώ κάτω
-θα ’ρθει να κάνει ένα κενό.
Και θα μας συνεπάρει τότε
μια αγνωρισιά παράφορη
-μορφή εξελιγμένη του αγκαλιάσματος
που εφαρμόζει η συνάντηση εδώ κάτω.
Ναι θα συναντηθούμε.
Ευανάπνευστα, κρυφά από την
έλξη!..
Κάτω από δυνατή βροχή
ραγδαίας έλλειψης βαρύτητας.
Σε κάποιαν ίσως
εκδρομή του απείρου στο επ’ άπειρον·
στην τελετή απονομής
απωλειών στο γνωστό,
για τη μεγάλη προσφορά του στο άγνωστο·
καλεσμένοι σε αστροφεγγιά προορισμού,
σε διασκεδάσεις παύσεων για φιλευδιάλυτους
σκοπούς και αποχαιρετιστήριες ουρανών
πρώην μεγάλες σημασίες!..
Μόνο που ετούτη η συντροφιά των αποστάσεων
θα είναι κάπως άκεφη,
ανεύθυνη
κι ας ευθυμεί εκ του
μηδενός η ανυπαρξία!..
Ίσως γιατί θα λείπει η ψυχή της παρέας. Η σάρκα!..
Φωνάζω τη στάχτη να
με ξαρματώσει!..
Καλώ τη στάχτη με
το συνθηματικό της όνομα: Όλα!..
Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά
εσύ κι ο θάνατος εκείνου του ονείρου.
Το στερνοπαίδι όνειρο.
Απ’ όσα είχα το πιο φρόνιμο.
Ξεθολωμένο,
πράο, συνεννοητικό.
Όχι και τόσο βέβαια ονειροπόλο
αλλά ούτε και φτηνά χαμηλωμένο,
όχι σουδάριο κάθε γης.
Πολύ οικονόμο όνειρο
σε ένταση και λάθη.
Από τα όνειρα που ανάθρεψα
το πιο πονετικό μου:
να μη γερνάω μόνη!..
Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά
εσύ και ο θάνατός του!..
Δίνε του χαιρετίσματα, πες του να ’ρθει
κι αυτό μαζί εξάπαντος όταν συναντηθούμε
εκεί, στην τελετή
απονομής απωλειών.
Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.
Ναι, ναι μου φτάνει το αδύνατον.
Κι άλλοτε αγαπήθηκα απ’ αυτό.
Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.
Διότι νέα σου δε έχω
Και αλίμονο αν δε δώσει
σημεία ζωής
το παράλογο!..
ΜΙΚΡΟΠΩΛΗΤΕΣ ΜΥΡΩΝ
Ακόμα
νύχτα λέγεται εκτός εάν
εν λευκώ αισιοδοξείς.
Από παντού
με χαιρετούν σκούρα μαντίλια ακυμαντότητας
χαμομηλιών αναπνοές κλεφτοφάναρες καθώς
κατευθύνονται προς την ευωδιά της ενορίας τους
Ψιλόλιγνες χρυσαφιές βελόνες
μπηγμένες κατακόρυφα
στο τρεμουλιάρικο κορμί της αντανάκλασης
από αναμμένα ακόμα φώτα σπιτιών και καϊκιών
μοιάζουν στραβά κεράκια αναλωμένα
στα χέρια αμαρτωλά επιφανειακών νερών.
Ταξιδεύω.
Συγκρούσεις σταυρών· παρακάμπτω
διασχίζω το Μεγάλο Σάββατο
και τη μικρή μου χρήση ολοταχώς
για να προφτάσει ο πιστός προορισμός μου
κάποιαν ανάσταση ληστών προσδοκόμενων.
Θα σε υποστηρίξω.
ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΠΟΡΣΕΛΑΝΗΣ
Όσην
ώρα ψάχνει να βρει το μεσημέρι
ακριβώς τη μέση, δίκαια να πριονίσει
το διεκδικούμενο κορμάκι της ημέρας,
μισό να πάρει το αδιάφορο
και μισό
το άλλο αδιάφορο κι
όσο το απομεσήμερο
προσφέρεται να συγκρατεί ακίνητον
το διαμελισμό που σπαρταράει,
γίνεται ένα θόρυβος μελαγχολικός·
σαν αυτόν που κάνει η σιελώδης χάραξη
πορείας των σαλιγκαριών μετά τη βροχή
στο χώμα στα
φύλλα στους κήπους
κυρίως όταν απότομα
διακόπτεται στους τάφους.
Σαλιγκάρια μετά τη βροχή
όπως οι λύπες μας
μετά τη λύπη.
Για να σκεπάσω αυτόν το θόρυβο
καλώ τη μικρή ορχήστρα:
Μια συντροφιά από κοριτσάκια σκορπισμένα
σε ανέμελα αναχώματα φιλόμουσου αγρού.
Ιδιοκτησία πορσελάνης.
Επίχρυσα
καπέλα, όργανα
μουσικά, χρυσά ηνία
-κορδέλες στων μαλλιών τον καλπασμό
προς τον επίχρυσο αέρα.
Αγριολούλουδα
κρατούν το αναλόγιο, γυρίζουν τις σελίδες
αν και ξέρει απ’ έξω τις νότες
η τραγουδίστρια φυσικότης.
Ένα κοριτσάκι παίζει βιολί
άλλο φλογέρα
φυσαρμόνικα και άλλα
σκυμμένα πλησιάζουν το αυτί τους
στο στόμα της καλλίφωνης σκηνής.
Έχουν χαθεί.
Προχώρησαν βαθιά
στην έντεχνη πυκνή της παιδικότητα
και πια δεν ξέρουν πώς να βγουν
δεν ξέρουν από πού να μεγαλώσουν.
Ιδιοκτησία πορσελάνης αυτή
η χρυσή στασιμότητα.
Πρόσεξε θα το σπάσεις, μου φώναξε η μάνα μου
τότε που ακόμα διηύθυνα εγώ
την ηλικία της ορχήστρας.
Αυτή την ορχήστρα καλώ τα μεσημέρια.
Τη βάζω να μου παίξει τη μάνα μου.
Δυνατά, πιο δυνατά
παρακαλώ
απ’ την αρχή, πιο ζωντανά τη μάνα μου.
Τη δυναμώνουν κι άλλο, χαλασμός
πάλλονται δάκρυα,
τρίζουν τζάμια
αλλόφρονα οστά αγάλλονται,
σπάζουν
(από τη συλλογή της Κικής Δημουλα
ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ 1988)
ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΗΣ ή
ΩΡΙΜΟΤΗΣ
(από τη συλλογή της Κικής Δημουλά
ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ 1988)
Είμαι
το χείλος της θεάς
Δρέπω την εύφορη γοργότητα τριγύρω.
Τι γοργά που
διαβαίνουν οι φλογέρες
μέρες βοσκοπούλες ρέμβες τ’ αρνάκια
ξεκινήματα οι
αυλές· όσο κοντοστεκόμαστε
δειλά, πριν μπούμε
μέσα
τι γοργά που
διαβαίνει η άγνοια.
Εύφορη διαβατικότης.
Ηλιοτρόπιες έλξεις,
επιτραπέζια άστρα
-γιασεμιά - το
οξύθυμο χρώμα της νύχτας
που μόλις το αγγίζει τριζόνι
αλλάζει φύλο
γίνεται φύλλο.
Οι προτιμήσεις μας οι άκαμπτες
από ουράνια τόξα
ευκολολύγιστα
το ωραιοπαθές
φαντάζομαι
η σκανδαλώδης
ομοιότης της αγάπης
με κάτι φτηνοχωρισμούς για πέταμα·
εκείνη η άλλη, η
κοντοπίθαρη σπιθαμιαία
έννοια, μέχρι αηδίας
φορτική επίμονη
πως μας χωράει όλους η ένωση.
Για χάρη της είδαμε
φεγγάρια, άμέμπτου κορυφής
πίσω από ισόγειον άνθρωπο να ξεπροβάλλουν
πάνω στις χειροκίνητες τροχιές των ασιθημάτων.
Διέπω την εύφορη αδράνεια τριγύρω.
Τι χαμηλά πετούν οι τάσεις
τα σύμβολα η υψιπετής
εκθάμβωση με το παραμικρό ζουζούνι φωσάκι.
Τώρα σχεδόν περπατούν,
κάθονται να τα πιάσεις.
Τίποτα δεν αδημονεί.
Όλα ξεχνούν ν’ αρέσουν
και ν’ απειλούν ακόμα.
Ως και το φθινόπωρο
στη μνήμη αναθέτει
να του θυμίσει να ’ρθει
Ακούγονται ακόμα τα βότσαλα
αλλά όχι
σείστρα λείου χορού με στίλβη.
Θαρρείς τα περπατάει εκείνο το εργαλείο
που σπάζουμε σκληρούς καρπούς.
Δειγματοληπτικά
ανασηκώνω καμιά πέτρα
σαν παλιός συλλέκτης κρυμμένων κινδύνων
που ήμουν κι ούτε σκορπιός
ούτε άλλο
πολυπράγμον δηλητήριο.
Βρίσκω μόνο
της απειλής το ναρκωμένο αποτύπωμα.
Τίποτα δεν αδημονεί!..
Με ξυπνητήρια σηκώνεται ο αέρας
να ρίξει κάποια φύλλα από τη συνήθεια.
Μόνο μια ηλίθια σαύρα τρέχει να περάσει το δρόμο.
Βιάζεται να σωθεί.
Πίσω από το θάμνο την περιμένει
με ανοιχτή στομάρα να τη χάψει η προσαρμογή της.
Μοχθηρό ερπετό η προσαρμογή.
Στην προστασία της κατέφυγαν και τα όνειρα
και τα κατάντησε φυτά – δεν είναι να τα βλέπεις
Άντε, σε συγχωρώ στιγμή που ήσουν!..
Η ΓΛΥΚΥΤΑΤΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΣ
Τρισάγια
κάθε τόσο
για να δοθεί η υπηκοότητα νεκρού
στον κεκοιμημένον δούλον σου
Ύψιστε, τι εννοείς
άλλο νεκρός κι άλλο δούλος.
Κι από πότε επιτρέπεται
να κοιμούνται έτσι βαθιά
ατιμώρητοι οι δούλοι.
Τον κεκοιμημένον δούλον σου.
Θε μου, αν απελευθερώσει ο θάνατος
όπως μας το υπόσχεται παρήγορη
η γλυκυτάτη αβεβαιότης,
εσύ
γιατί το θέλεις ντε και καλά δουλέμπορο;
Τον κεκοιμημένον.
Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;
Μα πού κολλάει ύπνος του νεκρού
έτσι εύκολα νυστάζει η απώλεια της ζωής;
Εδώ εμείς, δούλοι του επάνω κόσμου ακόμα
κι όμως ποιος κλείνει μάτι
αν δεν τον νανουρίσει όπως ξέρει
μόνο η γιαγιά του η βεβαιότης
με τη γλυκιά της ρόδινη αφύπνιση.
Κύριε, μήπως όταν
ενέκρινες
αυτούς τους ανελέητους ανταγωνιστικούς ψαλμούς
ήσουν ακόμη άνθρωπος;
ΦΤΕΡΑ ΜΕ ΣΥΝΟΙΚΕΣΙΟ
Την
γκρέμισα του σπουργίτη τη φωλιά.
Είναι δικά μου τα ξερόχορτα
Βρήκε ο μάγκας έτοιμη θέση
-μια εγκαταλειμμένη δική μου επώαση φτερών
που είχα κάποτε ωραία διαμορφώσει
κουβαλώντας με το ράμφος της αλκής
ξερόχορτα μαξιλαράκια λάσπης στρωσίδια
ξεσκούφωτη η στέγη.
Κατέβα να σου πω,
μου φώναξε μια μέρα
η λογική μου από κάτω,
σου βρήκα μόνιμη δουλίτσα πλακουτσή
ύπνος τροφή
κοινόχρηστο ωράριο συνεχές
στέγη με καπέλο όλα
πληρωμένα
συν τα έχτρα συν τα
τυχερά
σπάνια να βρεθεί κανένα κλούβιο.
Τα θέλω τα ξερόχορτα
είναι προικιά μου ολοκέντητα
-με το μονόγραμμά μου κάθε ύψος
Ίσως ξαναχτίσω την ιδέα.
Δεν είναι μείζον πρόβλημα η έλλειψη ωαρίου.
Μπορώ να πετάξω και με εξωσωματική.
Κάποιος παλιόφιλος αέρας θα βοηθήσει.
Είμαι και γερά οικονομημένη.
Κεντημένα τα προικιά μου
αξόδευτο ακόμα το κομπόδεμα
απ’ τη δουλίτσα που με βρήκε η λογική μου
-συν τα έχτρα συν τα
τυχερά μείον τα κλούβια.
Μπορεί να τύχει κανένα συνοικέσιο
είναι τα φτερά συμφεροντολόγα.
Όλα δεν είναι χρόνος.
Υπάρχουν και καθρέφτες προικοθήρες!..
(από τη συλλογή της Κικής Δημουλα ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ
1988)
ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ
Και κάπου εν τω μέσω της νυκτός
έλαμψε ένα
διανυκτερεύον φαρμακείο!..
Κύριε, δώστε μου ένα
υπνωτικό
να κοιμηθεί λίγο η έρημος έξω.
Κι ως να ξεδιπλωθεί από τη νύστα του ο φαρμακοποιός,
θαυμάζω εγώ την
ισότητα των πόνων στα ράφια
ανίατοι και ιάσιμοι,
όλοι σε ζωηρόχρωμα
χαρούμενα κουτάκια!..
Κι αίφνης σε αναγνώρισα.
Στην απομόνωση.
Ψηλά· μόνο μάτι
φόβου να σε φτάνει.
Χαρογραφία σ’ ετικέτα μπουκαλιού με δηλητήριο.
Αγνώριστη θανατηφόρα γεγυμνωμένη η μορφή σου.
Τα χέρια σου φιγούρα φοβέρας χιαστί
εκεί στην αθώα θέση
που χάζευε άλλοτε αμέριμνα ο λαιμός σου.
Κύριε, ξεφώνισα
ταρακουνώντας τους πόνους στα ράφια,
τι αποτρόπαια λάθη είν’ αυτά
πώς χορηγείτε στους νεκρούς κι άλλο
παραπανίσιο δηλητήριο χωρίς καινούργια
συνταγή και θέληση θεού;
Πώς τολμάτε,
για να διαφημίσετε δραστικά προϊόντα χάρου,
να ξεκοκαλίζετε μορφές που εμείς δεινοπαθούμε
να τις διατηρήσετε
δραστικά ολόκληρες
μέσα σε φιαλίδια σφραγισμένης αυταπάτης;
Να μου επιστρέψετε αμέσως το πρωτότυπο.
Σας πιστεύω, είπε ο φαρμακοποιός, αλλά
μετά την απομάκρυνσιν εκ του ταμείου
ουδέν λάθος αναγνωρίζεται!..
[από τη συλλογή της Κικής Δημουλά
ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988]
ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΟΥΝΤΑΙ ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΕΣ
(… ανάμεσα σε όλα τα προς διάσωση και αναπαραγωγή
ήταν κι η ουτοπία…)
Σημάδι για να φύγετε πουλιά. Ετοιμάζεστε.
Μ’ εξαίσιους σχηματισμούς ομαδικότητας
απλώνετε στον ουρανό και ζωγραφίζετε
τον τεράστιο χάρτη της αυτοσυντήρησης
που τυφλά θα σας πάει σε ηπιότερο κλίμα της!.. Δεν σας ακολουθώ, το ξανασκέφτηκα. Είναι πολύ μακρινό για μένα ταξίδι το σωτήριο παράδειγμα· κουραστικό.
Δεν είναι στον καθένα εύκολη η αναζήτηση μιας ασφαλέστερης φωλίτσας ενστίκτου!.. Θα μείνω εδώ, κλαδί υποδοχής της απογύμνωσης που έρχεται. Βέβαια ίσως μ’ εκδιώξει ο παράδεισος που παρακούω επιβίωση. Όμως την παρακούω; Συλλογίζομαι, για να ’χει δώσει τότε
εντολή στον Νώε ο Θεός να μπει στην
Κιβωτό και το δικό μου είδος μαζί με τα
ωφέλιμα για αναπαραγωγή και να ’χει
γλιτώσει, κάποιου σκοπού ερωμένη θα είναι και η στάση μου ρόλος μπατίρης αφανής θα την έχει
σπιτώσει χωρίς τις ευλογίες του
θεαματικού. Πήλινος κουμπαράς μπορεί να
είμαι χαρτζιλίκι κρυφό της
οικονομίας ό,τι κερδίζει από τα κέφια
και τα βίτσια της - μέθυση τυφλή
ισορροπία νύχτα μέρα. Να μην ξεχάσω
πουλιά, σ’ εκείνο το πλωτό μαντρί του
Νώε που τόσο μερακλίδικα σε όλα τα προς
διάσωση και αναπαραγωγή ήταν η ουτοπία!.. Μάλιστα, η μόνη που ταξίδεψε πρώτη θέση και παράθυρο. Αχ φυγή
ωχ σωτηρία!.. [VIP από τη
συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988]
Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2026

