Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ (δαιμονίων;)

 

Φυσάει ο άνεμος του φθινοπώρου

και σαρώνει πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής

 τα ξερά φύλλα που έπεσαν απ’ τα δένδρα

σκισμένες επιστολές,

κουρέλια   πόθους   ελπίδες    όνειρα

 

άλλοτε ο άνεμος φυσά κι ανοίγει τρύπες στο νερό

απ’ όπου αναβλύζουν τα δάκρυα των ψαριών

λουλούδια  φραντζόλες

πόθοι   ελπίδες    όνειρα

 

κι άλλοτε ο άνεμος φυσά

και σε όχι πολύ παρωχημένες εποχές

«μούντερνε» κάτω από τις μακριές τις φούστες

των ωραίων γυναικών

κι έφτανε μέχρι τα ευγενικά τους κάλη

τα μυστικά

 


ΠΕΡΙ ΑΜΑΔΡΥΑΔΩΝ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου

ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ 1978)

τη λεύκα που αντικρύζω

από το παρεθύρι μου

την αγαπώ

 

χρόνια τώρα  – χειμώνα καλοκαίρι - την παρακολουθώ

από του σύνεγγυς

άλλοτε με τις φουντωτές τις φυλλωσιές

άλλοτε με τα ξερά της τα κλαριά

μεσ’ στους βοριάδες

 

όμως ποτέ μου δεν την είδα την αμαδρυάδα

της

που πρέπει να την κατοικεί

όσο κι αν επρόσεξα

όσο κι αν ώρες ατέλειωτες

δεν έπαψα κρυφά

να τηνε παρακολουθώ

 

ίσως να μην υπήρξαν οι αμαδρυάδες;

αυτό όμως

δεν το ’πε ποτέ κανείς!..

 

λέω μήπως απόθανε από καιρό

η δικιά μου η αμαδρυάδα

και μήπως  – από χρόνια τώρα -

να προστέθηκε κι αυτή

στις τόσο αμείλικτες

και τόσο αφόρητα βασανιστικές γύρω μας

απουσίες;

 

ΕΝΑ ΟΡΓΙΣΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

Οι Κούροι που ορθώνονταν στα ελληνικά ακρογιάλια

Μην πείτε πως αφήσανε τούτο τον έρμο τόπο.

Αυτή η γης, η μαύρη γης, η χιλιοπικραμένη,

Ποτέ της δεν σταμάτησε να βγάζει παλληκάρια.

Κι αν χύνουμε τα δάκρυα, κλαίγουμε το χαμό τους,

Και η χαρά μας είν’ τρανή που είχαμε τέτοι’ αδέλφια.

Ποιος θε να κλάψει το χαμό τόσων παλληκαριώνε;

Εγώ θα κλάψω και θα πω το τι άξιζε ο καθένας.

Αλλά όμως τώρα τραγουδώ το Μήτσο Αστερίου,

Που ήταν αϊτός της Ρούμελης, πύργος στην Αταλάντη,

Στην αντρειά, στη λεβεντιά, πρώτος μέσα στους πρώτους,

Του Δίκιου και της Λευτεριάς τ’ άξιο το παλληκάρι.

Μεγάλη ωσάν τα βουνά είτανε η καρδιά του,

Κι η σκέψη του ήταν ψηλή ωσάν τα κυπαρίσσια.

Εργάτες ρίχτε τα σφυριά, ρίχτε τα εργαλεία,

Και με τα χέρια λεύτερα μουντζώστε τους φασίστες.

Οι άτιμοι ωμόσανε, στη νύχτα που τους ζώνει,

Τον Κόσμο να σκλαβώσουνε, ν’ απλώσουν τα σκοτάδια.

Και τώρα σφίχτε τις γροθιές, ψηλά σηκώσετέ τες,

Όλοι μαζί να ψάλλουμε της Εργατιάς τη Νίκη:

Και να ο Μήτσος έρχεται, πάνω στη γης βαδίζει.

Το πρόσωπό του είναι χλωμό, έχει πικρό τ’ αχείλι,

Όμως πάντα στα μάτια του η καλοσύνη λάμπει.

Αυτός που μόνο Πίστεψε, που ήταν όλος Αγάπη,

Για δέστε πώς μας έτεινε τα ματωμένα χέρια,

Στα ξεσκισμένα στήθια του απάνω να μας σφίξει.

 

Στον τοίχο που τον έσερναν, τυφλό ναν τον σκοτώσουν,

Στο μέρος όπου ακούμπησε το ευγενικό κορμί του,

Οι πέτρες δάκρυα στάζουνε και σκούζουν στοιχεωμένες.

Κι ένας αετός, ρωμηός αετός, όλο εκεί πετάει,

Και των φτερών του τη σκιά ρίχνει στο μαύρο τόπο,

Κι όλο βογγά, ξερνά χολή και όλο βλαστημάει.

 

ΠΕΡΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΥ ΚΛΑΔΑ

ποιος ήταν ο Κροκόδειλος Κλαδάς;

ήταν πραγματικά κορκόδειλος

και ψεύτικα κι απατηλά

τα κλάυματά του   μεσ’ τη νύχτα;

όχι: πραγματικά ήταν αητός

που έκλαιγε αληθινά

τη νύχτα

 

(δηλαδή κατά της νύχτας τη διάρκεια

και για τη νύχτα της σκλαβιάς

που έπνιγε άσπλαχνα  – βαρειά -

ολόκληρη τη χώρα)

 

αλλά τα κλάυματα γι’ αυτόν ήταν εκτόνωση

κάποτε τα δάκρυα στέρευαν

και μέσα του ξύπναγε ο πόθος κι η ελπίδα της αυγής

όλα να τα βαρέσει χάμου

και ν’ ανοίξει τα φτερά του

 

και μεσ’ τη χαρά του ήλιου μεγαλόπρεπα αργοπέταγε

ετιμωρούσε τους δειλούς τους άναντρους

κι έσπερνε της λευτεριάς μηνύματα

στις ψυχές τις καλογεννημένες

 

με τις φωνάρες του δεν εξεστόμιζε κοτσάνες  – ωσάν άλλους -

αλλά μόνε τη λέξη την ιερή βροντολαλούσε:

Ελευθερία!

 

και δεν τον έγνοιαζε αν στο βασίλεμα

ψόφιο ή ζωντανό ο ήλιος

τον πετύχαινε:

πάντως θε να τον έβρισκε οπωσδήποτε   αετό

μέσα στα δένδρα

χωρίς δεσμά

κι ελεύθερο για πάντα!..

 

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΕΣΘΗΡ ΜΠΕΣΣΑΛΕΛ

(Και η Εσθήρ;

 - Τώρα έρχεται… η δύστυχη…

Alberto Savinio Ο Λορέντζος Μαβίλης)

 

σαν ξαναεπιστρέψω

στη Θεσσαλονίκη

από την κόλαση

δεν θε ν’ αφήσω τους αγαπητούς μου

τους Οβραίους πάλι να με ζουρλάνουνε

με τα   «είδες Σολομωνίκο – τάδε σύνταγμα -

είδες Μωϋση  – στον τάδε λόχο   τάδε διμοιρία – ή

ίσως να εσυνάντησες τον Αβραμίκο…»

και άλλα…

 

θα τους αρπάξω απ’ τα μούτρα

τους αγαθούς τους πονεμένους ανθρώπους

και με φωνές και με σκουξίματα

θα επιμείνω να μου πουν

αν συναντήσαν πουθενά   ποτέ

-και τώρα πού να βρίσκεται; -

την Εστερίκα   τη Ρίκα

τ’ αστέρι το λαμπερό

στα πρώτα ερωτικά μου χρόνια τα νεανικά

τα μικράτα μου!

 

ω! το κελεπούρι του μεγάλου παρισινού βιβλιοπωλείου!

η χαριτωμένη γαλλιδούλα!

(με βαθιές ρίζες  - όμως -   εις γην Χαναάν)

ω! η υπέροχη μαγνόλια!

η κατάλευκη γαρδένια

τ’ άσπρο μου γιασεμί

με τα μαύρα βελούδινα

σπανιόλικά της   μάτια

 

ω! ο ποιητικός απόηχος

των γιοφυριών πάνω στο Σηκουάνα

η φουντωτή ανθισμένη καστανιά

των μακρυών λεωφόρων

η μαγευτική γλυσίνα

των ανακτορικών πάρκων

η άκρως δονούμενη

θεσπέσια άρπα του Δαυίδ!

 

μα πώς έχασα

την άφατη   την ευτυχία

απ’ τα χέρια μου!

οι δίνες της ζωής υπήρξαν η αιτία…

 

παντού και πάντα την αναπολώ

πάντα τη σκέφτομαι

κι ο νους μου τώρα και πάντα είναι

κοντά της

 

μήπως να μεταστρέψετε  – ως ποθούσε -

στο    «Ερέτζ Ισραέλ»;

μήπως μου την έκαμαν   λουλουδάκι

οι απαίσιοι Νατσήδες;

ή μήπως τώρα νάναι κάπου να μαραίνεται

και να μη με θυμάται;

(από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ 1978)

 

ΔΙΩΝΗ  

(από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ 1978)

οι άνδρες ποθούν το κάλλος

οι γυναίκες αφειδώς το προσφέρουνε

αυτό το παραδεχόμαστε

κι εμείς

οι απόγονοι των Μαραθωνομάχων

 

γι’ αυτό δεν έχουν λόγο

το έτος της γυναίκας

κι οι άλλες ανόητες φασαρίες

και τα μασκαραλίκια

των σουφραζεττών

 

από το «τη Υπερμάχω Στρατηγώ»

τις κρητικές μαντινάδες

τον «Αρφάβητο της Αγάπης»

 

από τους ιθυφαλλικούς χορούς των προγόνων

ίσαμε το

«αυτά τα μαύρα μάτια

που με κοιτάζουνε

χαμήλωσέ τα φως μου…»

πείθουν τους πάντας

για της προτάσεως

το ακριβές

 

με λόγο και με έργο

όλοι συνθέτουμε λαμπρές ανθοδέσμες

και αέναα

τις προσφέρουμε των γυναικών

 

ΜΑΛΛΟΝ  ή  ΗΤΤΟΝ

ε! όχι και να λογίζεται

καλός ορύκτης

κειος που καταχωνιάζει

βαθιά στα έγκατα της γης

την πάσα αλήθεια

το κάθε μυστικό

την όποια λύση!

 

πρέπει όλα να ειπωθούν

πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως

για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια

τις δυο ασήμαντες

άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις:

το «πάντοτε» και το «ποτές»

 

και ναν το πάρουμε τελειωτικά

απόφαση:

η σάρκα  – ναι - είναι πρόθυμη

όμως το πνεύμα

φορές – φορές  - ωιμέ -

είν’ ασθενές

 

νεράιδες

και τα δένδρα   

στην αμφιλύκη

και στις άγκυρες

του    σαλπιγκτού

 

ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ

«Μιλέν Ντεμοντζο! Μηδέν Λεμοντζόγλου!» Αυτό είτανε το σύνθημα και το παρασύνθημα εκείνης της χρονιάς. Ας δεν είτανε, και θάβλεπαν οι παραχαράκτες, μαστροποί κι αρχοντοχωριάτες νέο-Βαβυλώνιοι, ξανά στη ζωή τους, τσακίρικα ματάκια. Μαστούς κοριτσιών ανθισμένους κάτω από παραδοσιακά πετραχήλια (etoles), θύμησες αλλόκοτες δακρύων και σπαραγμών, αλαβάστρινα μανουάλια, αλλοτινούς καταρράκτες λουλουδιών (ναρκίσσων), κρυστάλλινες καράφες, πολύ ωραίες, άλλες με μανόγαλα, άλλες με σπέρμα, ή αίμα, αφιερώματα στη μνήμη των παλαιών, αλλά και των νέων, υπερρεαλιστών. Κι ο σεβντάς, σεβντάς. Κι ο ποιητής πάντα έτοιμος, το όπλον παρά πόδας, να πη την αλήθεια και να παρηγορήσει. Κι οι Μανιάτες εκεί, εκεί και τα παλιά λιθάρια, και οι κιθάρες και τα γιοφύρια, και τα ποτήρια κι οι ποταμοί, μέχρι το τέλος, μέχρι τη στιγμή που θα τελείωναν τα πάντα. Η μπαντα.

 

ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝΔΡΑ ΣΤΗΝ ΑΜΦΙΛΥΚΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΑΓΚΥΡΕΣ ΤΟΥ ΣΑΛΠΙΚΤΟΥ 

(…η Αγάπη σαν τη ζωή είναι ένα όνειρο  κι ο σεβντάς, σεβντάς,  κατά το μάλλον  ή  ήττον…)

μια φούχτα άμμο όσο σφιχτά – γερά - κι αν την κρατάς    σου ξεγλιστρά από τα δάχτυλα, ξεφεύγει και πέφτει καταγής    το μόνο σταθερό: το υπέροχο, το θαυμαστό, το φευγαλέο όραμα του ρόδινου δικτυωτού και τα ολόμαυρα μαλλάκια   το αίμα;    κι ο ποιητής πάντα έτοιμος, το όπλον παρά πόδας, να πει την αλήθεια και να παρηγορήσει…   γιατί πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως,   για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια τις δύο ασήμαντες, άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις:  το «πάντοτε» και το «ποτές»    και ναν το πάρουμε απόφαση:   η σάρκα – να ι- είναι πρόθυμη    όμως το πνεύμα   φορές - φορές – ωιμέ - είναι ασθενές…   [ΤΟ ΞΑΦΝΙΑΣΜΑ  κι άλλα σκόρπια στιχάκια από τη συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ, εκδόσεις Ίκαρος 1978]

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2026

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

ΔΑΠΑΝΗΡΗ ΙΔΕΑ Ο ΒΙΟΣ

 (… ναυλώνεις έναν κόσμο  

για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας…)


Φεγγάρι ρυμουλκεί κρουαζιερόπλοιο  

κάτασπρο  φουσκωτό,   δαντελωτά παραθυράκια

κεντημένο σα νυφικό φυγής γεροντοκόρης  

με ρυμουλκούμενο νυμφίο.

 

Με την ευκαιρία

ανασηκώνομαι στις μύτες των καιρών

εδώ,  στις  επιχωματώσεις των κυμάτων

να ανελκύσω όλα εκείνα τα ταξίδια    τα επιβατηγά

που φόρτωσα  με θέλω  και  με κάρβουνο!..

 

Ταξίδια επιβατηγά   με σένα  

με σένα  μαζί σου με σας

ανάλογα πού  φύσαγε ούριος αχυρώνας.

 

Με σένα  ευγενέστατε ιππότη, αντικατοπτρισμέ!..

Μαζί σου επιθυμία παράνομη – λαθροκυνηγός  

του άγριου εαυτού σου!..

 

Αν και θεαματικά εξοπλισμένη

με τα πιο τέλεια περισκόπια αιθρίας

θέλησα να φύγω και μαζί σας,   σύννεφα

-είσαστε τότε μόνο πειραχτήρια  της μορφής σας -

φοβέρες   για να τρώνε το φαϊ τους   

οι ανόρεχτες ελπίδες – όλο κρυφοτρώνε -

περαστικές φωλιές  

για να κλωσσάει η βροχή τη μουσική της.

 

Και με σένα Ευρυδίκη.

Αλλά τι λογικός εκείνος ο Ορφέας.

Ούτε μια φορά δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω

η ανυπομονησία του.

 

Ω μύθοι,  περούκες τόσο φυσικές 

για φαλακρούς ανέμους.

 

Και μαζί σου απόβροχο, αλητάκι όσφρησης.

Όλο να ετοιμάζει η μυρωδιά σου τις βαλίτσες μου

κι εσύ να ερωτοτροπείς με την απόσβεσή σου.

 

Α!.. Τι ταξίδι φόρτωσα

γεμάτο περιπέτεια μαζί σου   Ελευθερία!..

Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου,  βαθιά

να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες.

Όμως εσύ μακρύτερα από το θρύλο σου δεν πας!..

Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό και μέθη

-γιαλό - γιαλό  η υπενθύμισή σου!..

 

Ωραία που θα φεύγαμε  φοβητσιάρες άγκυρες!..

Τελικά μαζί σου!..

Το πιο ανεμπόδιστο,  φιλαπόδημο

αποθησαυριστικό ταξίδι αφοσιωμένο

μαζί σου το αποτόλμησα   Ακατόρθωτο

κι ακόμα να τελειώσει…

 

Δαπανηρή ιδέα ο βίος!..

Ναυλώνεις έναν κόσμο  

για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας!..

 [ΓΙΑΛΟ – ΓΙΑΛΟ από τη συλλογή της Κικής Δημουλά

ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ1988 ]

 



ΘΕΕ ΜΟΥ ΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΑΚΟΜΑ  (ΑΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ 1988)

Κάθομαι εδώ και βρέχομαι.

Βρέχει χωρίς να βρέχει

όπως όταν σκιά    μας επιστρέφει σώμα.

 

Κάθομαι εδώ και κάθομαι!..

Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου

και πιο μακριά   η κουρασμένη σχέση μου μαζί της.

Έτσι, για να φαινόμαστε πολλοί

κάθε που μας μετράει το άδειο.

 

Φυσάει άδειο δωμάτιο.

Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου

που έχω να σαρώνομαι!..

 

Νέα σου δεν έχω!..

Η φωτογραφία σου στάσιμη.

Κοιτάζεις σαν ερχόμενος

χαμογελάς σαν όχι.

Άνθη αποξηραμένα στο πλάι

σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα

το άκρατο όνομά τους  semprevives

semprevives  -  αιώνιες, αιώνιες

μην τύχει  και ξεχάσεις  τι δεν είναι!,,

 

Με ρωτάει ο καιρός   από πού θέλω να περάσει

πού ακριβώς τονίζομαι

στο γέρνω  ή  στο γερνώ.

Αστειότητες!..

Κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία!..

 

Νέα σου δεν έχω.

Η φωτογραφία σου στάσιμη.

Όπως βρέχει χωρίς να βρέχει.

 

Όπως σκιά μου επιστρέφει σώμα.

Κι όπως θα συναντηθούμε μια μέρα   εκεί πάνω!..

Σε κάποιαν αραιότητα κατάφυτη

με σκιερές απροσδοκίες   και  αειθαλείς περιστροφές,

Τον διερμηνέα της σφοδρής   σιωπής που θα αισθανθούμε

-μορφή εξελιγμένη της σφοδρής   μέθης

που προκαλεί μία συνάντηση   εδώ κάτω

-θα ’ρθει να κάνει ένα κενό.

Και θα μας συνεπάρει τότε   μια αγνωρισιά παράφορη

-μορφή εξελιγμένη του αγκαλιάσματος

που εφαρμόζει η συνάντηση εδώ κάτω.

 

Ναι θα συναντηθούμε.  Ευανάπνευστα, κρυφά   από την έλξη!..

Κάτω από δυνατή βροχή   ραγδαίας έλλειψης βαρύτητας.

Σε κάποιαν   ίσως εκδρομή του απείρου στο επ’ άπειρον·

στην τελετή απονομής  απωλειών στο γνωστό,

για τη μεγάλη προσφορά του στο άγνωστο·

καλεσμένοι σε αστροφεγγιά προορισμού,

σε διασκεδάσεις παύσεων για φιλευδιάλυτους

σκοπούς  και  αποχαιρετιστήριες ουρανών

πρώην μεγάλες σημασίες!..

Μόνο που ετούτη η συντροφιά των αποστάσεων

θα είναι κάπως άκεφη,  ανεύθυνη

κι ας ευθυμεί  εκ του μηδενός η ανυπαρξία!..

Ίσως γιατί θα λείπει η ψυχή της παρέας.   Η σάρκα!..

 

Φωνάζω τη στάχτη   να με ξαρματώσει!..

Καλώ τη στάχτη   με το συνθηματικό της όνομα:   Όλα!..

 

Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά

εσύ κι ο θάνατος εκείνου του ονείρου.

Το στερνοπαίδι όνειρο.

 

Απ’ όσα είχα το πιο φρόνιμο.

Ξεθολωμένο,  πράο,  συνεννοητικό.

Όχι και τόσο βέβαια ονειροπόλο

αλλά ούτε και φτηνά χαμηλωμένο,

όχι σουδάριο κάθε γης.

 

Πολύ οικονόμο όνειρο   σε ένταση και λάθη.

Από τα όνειρα που ανάθρεψα

το πιο πονετικό μου:   να μη γερνάω  μόνη!..

 

Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά

εσύ και ο θάνατός του!..

Δίνε του χαιρετίσματα, πες του να ’ρθει

κι αυτό μαζί εξάπαντος όταν συναντηθούμε

εκεί,  στην τελετή απονομής απωλειών.

 

Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.

Ναι,  ναι  μου φτάνει το αδύνατον.

Κι άλλοτε αγαπήθηκα απ’ αυτό.

Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.

Διότι νέα σου δε έχω

Και αλίμονο αν δε δώσει   σημεία ζωής

το παράλογο!..


ΜΙΚΡΟΠΩΛΗΤΕΣ ΜΥΡΩΝ 

Ακόμα νύχτα λέγεται εκτός εάν

εν λευκώ αισιοδοξείς.  Από παντού

με χαιρετούν σκούρα μαντίλια  ακυμαντότητας

χαμομηλιών αναπνοές κλεφτοφάναρες  καθώς

κατευθύνονται προς την ευωδιά της ενορίας τους

 

Ψιλόλιγνες χρυσαφιές βελόνες

μπηγμένες κατακόρυφα

στο τρεμουλιάρικο κορμί της αντανάκλασης

από αναμμένα ακόμα φώτα σπιτιών  και  καϊκιών

μοιάζουν στραβά κεράκια αναλωμένα

στα χέρια αμαρτωλά επιφανειακών νερών.

 

Ταξιδεύω.  Συγκρούσεις σταυρών·  παρακάμπτω

διασχίζω το Μεγάλο Σάββατο

και τη μικρή μου χρήση ολοταχώς

για να προφτάσει ο πιστός προορισμός μου

κάποιαν ανάσταση ληστών προσδοκόμενων.

 

Θα σε υποστηρίξω.

 

ΓΕΝΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΠΟΡΣΕΛΑΝΗΣ 

Όσην ώρα ψάχνει να βρει το μεσημέρι

ακριβώς τη μέση, δίκαια να πριονίσει

το διεκδικούμενο κορμάκι της ημέρας,

μισό να πάρει το αδιάφορο  και  μισό

το άλλο αδιάφορο  κι όσο το απομεσήμερο

προσφέρεται να συγκρατεί ακίνητον

το διαμελισμό που σπαρταράει,

γίνεται ένα θόρυβος μελαγχολικός·

σαν αυτόν που κάνει η σιελώδης χάραξη

πορείας των σαλιγκαριών μετά τη βροχή

στο χώμα  στα φύλλα   στους κήπους

κυρίως όταν   απότομα διακόπτεται στους τάφους.

 

Σαλιγκάρια μετά τη βροχή

όπως  οι λύπες μας μετά τη λύπη.

 

Για να σκεπάσω αυτόν το θόρυβο

καλώ τη μικρή ορχήστρα:

Μια συντροφιά από κοριτσάκια σκορπισμένα

σε ανέμελα αναχώματα φιλόμουσου αγρού.

Ιδιοκτησία πορσελάνης.  Επίχρυσα

καπέλα,  όργανα μουσικά,  χρυσά ηνία

-κορδέλες στων μαλλιών τον καλπασμό

προς τον επίχρυσο αέρα.  Αγριολούλουδα

κρατούν το αναλόγιο, γυρίζουν τις σελίδες

αν και ξέρει απ’ έξω τις νότες

η τραγουδίστρια φυσικότης.

Ένα κοριτσάκι παίζει βιολί

άλλο φλογέρα  φυσαρμόνικα  και άλλα

σκυμμένα πλησιάζουν το αυτί τους

στο στόμα της καλλίφωνης σκηνής.

 

Έχουν χαθεί.  Προχώρησαν βαθιά

στην έντεχνη πυκνή της παιδικότητα

και πια δεν ξέρουν πώς να βγουν

δεν ξέρουν από πού να μεγαλώσουν.

 

Ιδιοκτησία πορσελάνης αυτή   η χρυσή στασιμότητα.

Πρόσεξε θα το σπάσεις, μου φώναξε   η μάνα μου

τότε που ακόμα διηύθυνα εγώ

την ηλικία της ορχήστρας.

 

Αυτή την ορχήστρα καλώ τα μεσημέρια.

Τη βάζω να μου παίξει τη μάνα μου.

 

Δυνατά,  πιο δυνατά παρακαλώ

απ’ την αρχή, πιο ζωντανά τη μάνα μου.

 

Τη δυναμώνουν κι άλλο, χαλασμός

πάλλονται δάκρυα,  τρίζουν τζάμια

αλλόφρονα οστά αγάλλονται,  σπάζουν

(από τη συλλογή της Κικής Δημουλα ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ 1988)

 

ΚΑΡΥΟΘΡΑΥΣΤΗΣ  ή  ΩΡΙΜΟΤΗΣ   

(από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ 1988)

Είμαι το χείλος της θεάς

Δρέπω την εύφορη γοργότητα τριγύρω.

 

Τι γοργά  που διαβαίνουν οι φλογέρες

μέρες βοσκοπούλες ρέμβες τ’ αρνάκια

ξεκινήματα  οι αυλές·  όσο κοντοστεκόμαστε

δειλά,  πριν μπούμε μέσα

τι γοργά   που διαβαίνει η άγνοια.

 

Εύφορη διαβατικότης.

Ηλιοτρόπιες έλξεις,  επιτραπέζια άστρα

-γιασεμιά -  το οξύθυμο χρώμα της νύχτας

που μόλις το αγγίζει τριζόνι

αλλάζει φύλο   γίνεται φύλλο.

 

Οι προτιμήσεις μας οι άκαμπτες

από ουράνια τόξα  ευκολολύγιστα

το ωραιοπαθές   φαντάζομαι

η σκανδαλώδης  ομοιότης της αγάπης

με κάτι φτηνοχωρισμούς για πέταμα·

εκείνη η άλλη,  η κοντοπίθαρη  σπιθαμιαία

έννοια,  μέχρι αηδίας φορτική επίμονη

πως μας χωράει όλους η ένωση.

Για χάρη της   είδαμε φεγγάρια, άμέμπτου κορυφής

πίσω από ισόγειον άνθρωπο να ξεπροβάλλουν

πάνω στις χειροκίνητες τροχιές των ασιθημάτων.

 

Διέπω την εύφορη αδράνεια τριγύρω.

 

Τι χαμηλά πετούν οι τάσεις  τα σύμβολα   η υψιπετής

εκθάμβωση με το παραμικρό ζουζούνι φωσάκι.

Τώρα σχεδόν περπατούν,  κάθονται να τα πιάσεις.

 

Τίποτα δεν αδημονεί.  Όλα ξεχνούν ν’ αρέσουν

και ν’ απειλούν ακόμα.  Ως και το φθινόπωρο

στη μνήμη αναθέτει  να του θυμίσει να ’ρθει

 

Ακούγονται ακόμα τα βότσαλα  αλλά όχι

σείστρα λείου χορού με στίλβη.

Θαρρείς τα περπατάει εκείνο το εργαλείο

που σπάζουμε σκληρούς καρπούς.

 

Δειγματοληπτικά  ανασηκώνω καμιά πέτρα

σαν παλιός συλλέκτης κρυμμένων κινδύνων

που ήμουν  κι  ούτε σκορπιός  ούτε άλλο

πολυπράγμον δηλητήριο.  Βρίσκω μόνο

της απειλής το ναρκωμένο αποτύπωμα.

 

Τίποτα δεν αδημονεί!..

Με ξυπνητήρια σηκώνεται ο αέρας

να ρίξει κάποια φύλλα από τη συνήθεια.

Μόνο μια ηλίθια σαύρα τρέχει να περάσει το δρόμο.

Βιάζεται να σωθεί.

Πίσω από το θάμνο την περιμένει

με ανοιχτή στομάρα να τη χάψει η προσαρμογή της.

 

Μοχθηρό ερπετό η προσαρμογή.

Στην προστασία της κατέφυγαν και τα όνειρα

και τα κατάντησε φυτά – δεν είναι να τα βλέπεις

 

Άντε, σε συγχωρώ στιγμή που ήμουν!..

 

Η ΓΛΥΚΥΤΑΤΗ ΑΒΕΒΑΙΟΤΗΣ 

Τρισάγια κάθε τόσο

για να δοθεί η υπηκοότητα νεκρού

στον κεκοιμημένον δούλον σου

 

Ύψιστε, τι εννοείς

άλλο νεκρός  κι  άλλο δούλος.

Κι από πότε επιτρέπεται

να κοιμούνται έτσι βαθιά

ατιμώρητοι οι δούλοι.

 

Τον κεκοιμημένον δούλον σου.

Θε μου, αν απελευθερώσει ο θάνατος

όπως μας το υπόσχεται παρήγορη

η γλυκυτάτη αβεβαιότης,  εσύ

γιατί το θέλεις ντε και καλά δουλέμπορο;

 

Τον κεκοιμημένον.

Περί ύπνου πρόκειται, Κύριε;

Μα πού κολλάει ύπνος του νεκρού

έτσι εύκολα νυστάζει η απώλεια της ζωής;

Εδώ εμείς, δούλοι του επάνω κόσμου ακόμα

κι όμως ποιος κλείνει μάτι

αν δεν τον νανουρίσει όπως ξέρει

μόνο η γιαγιά του η βεβαιότης

με τη γλυκιά της ρόδινη αφύπνιση.

 

Κύριε,  μήπως όταν ενέκρινες

αυτούς τους ανελέητους ανταγωνιστικούς ψαλμούς

ήσουν ακόμη άνθρωπος;

 

ΦΤΕΡΑ ΜΕ ΣΥΝΟΙΚΕΣΙΟ 

Την γκρέμισα του σπουργίτη τη φωλιά.

Είναι δικά μου τα ξερόχορτα

Βρήκε ο μάγκας έτοιμη θέση

-μια εγκαταλειμμένη δική μου επώαση φτερών

που είχα κάποτε ωραία διαμορφώσει

κουβαλώντας με το ράμφος της αλκής

ξερόχορτα μαξιλαράκια λάσπης στρωσίδια

ξεσκούφωτη η στέγη.

 

Κατέβα να σου πω,  μου φώναξε μια μέρα

η λογική μου από κάτω,

σου βρήκα μόνιμη δουλίτσα πλακουτσή

ύπνος τροφή  κοινόχρηστο ωράριο  συνεχές

στέγη με καπέλο  όλα πληρωμένα

συν τα έχτρα   συν τα τυχερά

σπάνια να βρεθεί κανένα κλούβιο.

 

Τα θέλω τα ξερόχορτα

είναι προικιά μου ολοκέντητα

-με το μονόγραμμά μου κάθε ύψος

 

Ίσως ξαναχτίσω την ιδέα.

Δεν είναι μείζον πρόβλημα η έλλειψη ωαρίου.

Μπορώ να πετάξω και με εξωσωματική.

Κάποιος παλιόφιλος αέρας θα βοηθήσει.

 

Είμαι και γερά οικονομημένη.

Κεντημένα τα προικιά μου

αξόδευτο ακόμα το κομπόδεμα

απ’ τη δουλίτσα που με βρήκε η λογική μου

-συν τα έχτρα  συν τα τυχερά   μείον τα κλούβια.

 

Μπορεί να τύχει κανένα συνοικέσιο

είναι τα φτερά συμφεροντολόγα.

Όλα δεν είναι χρόνος.

Υπάρχουν και καθρέφτες προικοθήρες!..

 (από τη συλλογή της Κικής Δημουλα ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ 1988)


ΕΧΘΡΙΚΗ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ 

(από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ 1988)   

Μου φαίνονται απόψε πιο γκρίζα τα μαλλιά σου

μπερδεμένη καθώς τα χτενίζω με σκέψεις

 

Τι έπαθες;  Σε γέρασε πολύ η φωτογραφία

ή μη σου είπε τίποτα εναντίον μου

η φαρμακόγλωσσα ενοχή μου!..

 

Ο μανιακός κατήγορος.

Εκείνη μ’ έμαθε να φταίω τόσο σπάταλα.

Φταίω ακόμα και γιατί πιάνει φωτιά το ξύλο

σβήνει η φωτιά με το νερό  ή  με τη χορτασιά της,

φταίω εγώ που ζει  μόνο μια μέρα η μέρα

που είναι μόνο των πουλιών οι κελαηδισμοί

γιατί δεν έρχεται στο τέλος η νεότης

κι έρχεται τότε στην αρχή

τότε που από μόνοι μας είμαστε τόσο νέοι!..

 

Μην την ακούς, δεν ζω, πηγαινοφέρομαι

τα κύματά μου με πετούν πάνω στα κύματα μου.

Δεν ζω, ξεχορταριάζω·  τη δίνη από δίνες.

Να την αφήσω καθαρή  έτοιμη στους επόμενους.

 

Συμπληρώνω ένσημα, τυφλά υπηρετώ τον σκοτεινό

εκείνο λόγο – μάγο αλχημιστή – ανακατεύω

το βρασμό της δύναμής του.

 

Φτιάχνει ματζούνια από βαθιές

ρίζες ζωής  με ρίζες του αβίωτου.

Βιταμίνες της τυφλής συνέχειας.

 

Καρτερία γράφουν στα μπουκαλάκια  οι ετικέτες.

Δεν είναι καρτερία.  Είναι μια συμφιλίωση

εχθρική ανάμεσα ζωής  και  αβίωτου.

 

Είμαι ο τυφλός βοηθός του μάγου λόγου.

Υπνωτίζει πόνον αβάσταχτο σε πόνο

περιπατητικόν.   Τι άλλο θες  τι άλλο θες

είναι αυτός που πείθει

εκείνες τις ολόμαυρες μητέρες να ζουν

να ζουν  να ζουν  ως τα βαθιά γεράματα

του τάφου των παιδιών τους.

 

Ο ίδιος που υπνώτισε και μένα

πρώτη βραδιά που γνώριζα

άδικο το μαξιλάρι σου

να κοιμηθώ μαζί του.

Κι όμως κοιμήθηκα βαθιά

γαλήνια κάθε τόσο ενοχλούμενη γνώριμα

σα να συνεχιζόταν δίπλα μου ολονύκτιος

ο νανουριστής ψιλοκαβγας

που έστηνε γκρινιάρα η ακοή μου

στο λεπτόκλωστο ελαφρύ ροχαλητό σου

-δεν ήταν έχανες αέρα.

 

Κοιμήθηκα.

 

Σίγουρα θα στο πρόφτασε κι αυτό

η φαρμακόγλωσσα ενοχή μου!.. 


ΥΠΕΡ  ΑΣΩΤΕΙΑΣ 

Είμαι ανεβασμένη με τα κιάλια μου

στο κατάρτι ενός αγκαθιού εξασκούμαι

στους φυσικούς πόνους τους φέρνω πιο πλησίον.

 

Δειλινά λέγονται εκείνα τα χωνάκια

που γουρλώνουν τα φύλλα τους βραδάκι στις αυλές

-τι μαζοχιστικό όνομα που διάλεξαν.

 

Αραιώνουν οι εκρήξεις των κουκουναριών

προσέχει πια η ζέστη δεν πετάει

σπίρτα αναμμένα.

 

Θεληματίας η πρόνοια.  Έζεψε τα μερμήγκια

από νωρίς  και  σπρώξε – σπρώξε έχουν σύρει

αρκετό χειμώνα κιόλας στη φωλιά τους.

 

Αποταμίευση.  Μια σεβαστή ομολογώ

μορφή χορτάτη ευθανασίας.

 

Εν μέρει καλά τα λέει ο μύθος.

Έπρεπε να λογικευτούν λίγο τα τζιτζίκια

να βάζουν στην μπάντα μισό τραγούδι για το κρύο

να εξοικονομούν ολίγην

της ύπαρξής τους ασωτεία.

 

Έξω απ’ το χορό καλά τα πάει μύθος.

Πώς αλλιώς να κάνουν τα τζιτζίκια.

Δεν αποταμιεύεται η ένταση.

Δεν θα ’θελε κι αυτή να ζει περισσότερο;

Όμως δεν αποταμιεύεται.

Μια μέρα να τη φυλάξεις χαλάει.

 

Κι είπα, έτσι που τη βλέπω

σωρηδόν να κείται  άταφη  άψαλτη

να της ρίξω ένα ολάνθιστο  Αμήν

πριν τη διαμελίσει  η κατακραυγή

πριν τη σύρουν τροφή στη φωλιά τους

κάτι τομάρια εαυτούλικα μερμήγκια. 


ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ 

Διαβάζω συχνά τηλεφωνικούς καταλόγους.

Αισθάνομαι ασφαλής που περιβρέχομαι

από τόσους γείτονες αριθμούς.

 

Η αλφαβητική σειρά μας

ευοίωνα ρυμοτομεί εκ νέου τις αποστάσεις.

Μετακινεί τις περιοχές

ανάλογα που πέφτει τ’ όνομά μας.

Κερδίζει ύψος η Κυψέλη απ’ το Λυκαβηττό

χύνεται στη Ζέα το Γαλάτσι,  οι κατωγειτονιές

μετακομίζουν στα προάστια,  ο Διόνυσος

αρχίζει απ’ την Ομόνοια,  η Δροσιά

Βάθη αναπνέει στο μεγάλο της μπαλκόνι

κι η Ξενοκράτους έμβολο,

κάθετο βλέμμα σε κλειστά παραθυρόφυλλα

μνήμης  -  κάτω από δω που σκέπτομαι

είναι ένα πάρκινγκ χρόνου.

 

Φίλη μας η αλφαβητική σειρά.  Πολύτιμα

εξυπηρετική. Σου βρίσκει αυτόματες λύσεις:

αν δεν απαντάει ο κύριος Χι Κονφούζης

ευθύς εκείνη σε συνδέει με τον αμέσως

επόμενο συνονόματο κύριον Χι Κονφούζη.

Αρκέσου. Αυτά που ψάχνεις

διαφέρουν μόνο μεταξύ τους.

Αυτά που βρίσκεις είναι ίδια.

 

Κλείνω τους αριθμούς συνεννοήθηκα

με την πολυκοσμία  κι ανοίγω Χρυσό Οδηγό.

Να μπω λίγο στα πράγματα στις τελειοποιήσεις.

Να βγήκε εν τω μεταξύ κανένας ασφαλέστερος

χρονοδιακόπτης από κείνον  τον πρωτόπλαστο

με τους αυτορυθμιζόμενους θανάτους.

 

Καφετιέρες, σκουπιδοφάγοι, πλαστικές αναπνοές

για αθάνατες βεράντες, θεριστικά μηχανήματα

(αν έχεις σπείρει κάτι κι αν έχεις προφτάσει

να το μεγαλώσεις)  προμηθευτές ζεστού νερού

-αστραφτερά ανάκλιντρα του ήλιου στις ταράτσες

και γελωτοποιοί της συννεφιάς.

 

Ώσπου, ζαλισμένη  από το γκάζι

που άφησε ανοιχτό μια συσκευή παλιού

μοντέλου στεναχώριας

γλαρώνω ευδαιμονικά

πάνω σε μια ολοσέλιδη διαφήμιση

θερμαντικών σωμάτων νέου τύπου

με τριετή εγγύηση.

 

Θερμαντικά σώματα με εγγύηση;

Κυκλοφορούν τέτοια σώματα;

Ας τα επιχειρήσω.

Και μετά από τρία χρόνια

ποιος ζει ποιος ονειρεύεται!.. 

 

 

ΔΙΑΡΡΗΞΗ ΑΥΤΑΠΑΤΗΣ

Και κάπου εν τω μέσω της νυκτός

έλαμψε    ένα διανυκτερεύον φαρμακείο!..

 

Κύριε,  δώστε μου ένα υπνωτικό

να κοιμηθεί λίγο η έρημος έξω.

 

Κι ως να ξεδιπλωθεί από τη νύστα του   ο φαρμακοποιός,

θαυμάζω εγώ   την ισότητα των πόνων στα ράφια

ανίατοι  και  ιάσιμοι,

όλοι   σε ζωηρόχρωμα χαρούμενα κουτάκια!..

 

Κι αίφνης σε αναγνώρισα.   Στην απομόνωση.

Ψηλά·   μόνο μάτι φόβου να σε φτάνει.

Χαρογραφία σ’ ετικέτα μπουκαλιού με δηλητήριο.

 

Αγνώριστη θανατηφόρα γεγυμνωμένη η μορφή σου.

Τα χέρια σου φιγούρα φοβέρας χιαστί

εκεί στην αθώα θέση

που χάζευε άλλοτε αμέριμνα ο λαιμός σου.

 

Κύριε, ξεφώνισα

ταρακουνώντας τους πόνους στα ράφια,

τι αποτρόπαια λάθη είν’ αυτά

πώς χορηγείτε στους νεκρούς κι άλλο

παραπανίσιο δηλητήριο χωρίς καινούργια

συνταγή  και  θέληση θεού;   Πώς τολμάτε, 

για να διαφημίσετε δραστικά προϊόντα χάρου,

να ξεκοκαλίζετε μορφές που εμείς δεινοπαθούμε

να  τις διατηρήσετε δραστικά ολόκληρες

μέσα σε φιαλίδια σφραγισμένης αυταπάτης;

Να μου επιστρέψετε αμέσως το πρωτότυπο.

 

Σας πιστεύω, είπε ο φαρμακοποιός, αλλά 

μετά την απομάκρυνσιν εκ του ταμείου

ουδέν λάθος αναγνωρίζεται!..

[από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988] 

 

ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΝ  ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΙΚΡΑΙΝΟΥΝ  ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΕΝΑΧΩΡΙΟΥΝΤΑΙ  ΣΥΝΤΟΜΟΤΕΡΕΣ

(…  ανάμεσα σε όλα τα προς διάσωση  και  αναπαραγωγή ήταν κι η ουτοπία…)

Σημάδι για να φύγετε πουλιά.  Ετοιμάζεστε.   Μ’ εξαίσιους σχηματισμούς ομαδικότητας   απλώνετε στον ουρανό  και  ζωγραφίζετε   τον τεράστιο χάρτη της αυτοσυντήρησης   που τυφλά θα σας πάει σε ηπιότερο κλίμα της!..   Δεν σας ακολουθώ, το ξανασκέφτηκα.   Είναι πολύ μακρινό για μένα ταξίδι   το σωτήριο παράδειγμα·  κουραστικό.   Δεν είναι στον καθένα εύκολη η αναζήτηση   μιας ασφαλέστερης φωλίτσας ενστίκτου!..   Θα μείνω εδώ,  κλαδί υποδοχής   της απογύμνωσης που έρχεται.   Βέβαια ίσως μ’ εκδιώξει ο παράδεισος   που παρακούω επιβίωση.   Όμως την παρακούω;   Συλλογίζομαι, για να ’χει δώσει τότε εντολή   στον Νώε ο Θεός να μπει στην Κιβωτό   και το δικό μου είδος μαζί με τα ωφέλιμα   για αναπαραγωγή και να ’χει γλιτώσει,   κάποιου σκοπού ερωμένη θα είναι  και η στάση μου   ρόλος μπατίρης αφανής θα την έχει σπιτώσει   χωρίς τις ευλογίες του θεαματικού.   Πήλινος κουμπαράς μπορεί να είμαι   χαρτζιλίκι κρυφό της οικονομίας   ό,τι κερδίζει από τα κέφια και τα βίτσια της   - μέθυση τυφλή ισορροπία νύχτα μέρα.   Να μην ξεχάσω πουλιά,   σ’ εκείνο το πλωτό μαντρί του Νώε   που τόσο μερακλίδικα σε όλα τα προς διάσωση  και αναπαραγωγή  ήταν η ουτοπία!..  Μάλιστα, η μόνη που ταξίδεψε   πρώτη θέση και παράθυρο.   Αχ φυγή  ωχ  σωτηρία!..  [VIP από τη συλλογή της Κικής Δημουλά ΧΑΙΡΕ ΠΟΤέ 1988]

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΝΕΜΩΝ ΥΔΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ (δαιμονίων;)

  Φυσάει ο άνεμος του φθινοπώρου και σαρώνει πάνω στο πλακόστρωτο της αυλής   τα ξερά φύλλα που έπεσαν απ’ τα δένδρα σκισμένες επιστ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ