Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

ΕΜΕΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΣΗΜΑΣΙΕΣ

 (… κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα…)


Τα ονόματά μας πού  και  πού μας βλέπουν στο όνειρο τους

ψυχές περιπλανώμενες  δυστυχισμένες  

χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα  

Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν 

και έντρομα ξυπνούν  κι  ανάβουνε τα παγωμένα φώτα 

κι  αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται  και  να φωνάζονται  

να νιώσουν έτσι πως υπάρχουν  

 

Γιατί,  πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν

να τρέμουν οι ουρανόσκαλες  και να γεμίζει η γειτονιά  λουλούδια 

πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε 

στης νεραντζιάς τη φλούδα  

 

Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας  

δε θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους  

θα ζήσουν μια δική τους ζωή  με άλλες σημασίες

σε εξώθυρες  και  εξώφυλλα  

βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα  και  δε θα μας ξέρουν  

 

Εμείς χαμένες σημασίες 

κι  αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα    

[πρώτο απόσπασμα από τη  ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

στη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996]

 

 


Η ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΙΣΣΑ

-«Να μαζευτούμε πάλι ένα βράδυ…»

-«Παλι»…  Φάντασμα του τετελεσμένου 

ή συνέχεια που τινάζει στον αέρα την αρχή της;

Κοντά τέσσερα χρόνια  που είχαμε χαθεί

και να τώρα η πρόσκλησή της αναπάντεχη

όπως όλα τα αλλόκοτα φερσίματά της από τότε

που ξέκοψε από μας για άλλα μυστήρια στέκια

και άρχισε να στέλνει γράμματα στον πεθαμένο

 Έφριξαν οι δικοί του  και  της μήνυσαν να σταματήσει

αυτό το ανήκουστο 

κι εκείνη τους απάντησε μ’ ένα στεγνό   «καλά»

και τα ταχυδρομούσε πια από τότε στη δική της διεύθυνση

 

Σαν από στεναγμό κρυφό άνοιγε κι έκλεινε η πόρτα

και τρέμιζαν για λίγο τα ματόκλαδα των φώτων

έτσι όπως  ένας – ένας φτάναμε  

Και συναχθήκαμε στη σάλα τη μεσούρανη

δένδρα θροΐζοντα μέσα στο  βραδινό κοστούμι μας 

Όλα μετέωρα έμοιαζαν τίποτε να μην ακουμπάει πουθενά

κι αυτή στητή,  περήφανη   σαν ολοκαύτωμα!..

 

Κάτι  σταματημένο στη μορφή της

και στου κορμιού της τα σαλέματα

πίσω απ’ το πτυχωτό της φόρεμα

με τα μανίκια μακριά σφιγμένα κάτω

να κρύβουν τις ουλές της στους ξυραφισμένους της καρπούς

έχοντας τα βιβλία μας μπροστά της ανοιχτά

σε τσακισμένα φύλλα  και  σημαδεμένους στίχους

[Η ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΙΣΣΑ  στη ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ ΤΗΣ

Από τη  συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 

Συγκεντρωτικός τόμος ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ,

ποιήματα 1949-2006, εκδόσεις Ύψιλον 2017]

 

ΦΟΒΑΜΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΑΣ   ΠΟΣΟ ΘΑ ΒΑΣΤΑΞΕΙ

(…πότε συσφίγγεται  και  πότε χαλαρώνει…) 

Δεν παίζουμε την τελευταία πράξη

μα το προσωπικό μας χάος όλο μεγαλώνει

 

-Τα γεγονότα που μεσολαβήσαν  βγήκαν

στο τέλος άθλιοι μεσολαβητές  κακές μεσίτριες

 

Ποτέ ζωή  και  χρόνος δεν συμφιλιώθηκαν

ούτε  και  οι γέννες με τις μήτρες

 

…Της Κίρκης δεν μας έπιασαν να μάγια

Ξέμπαρκους τώρα από ιδανικά μας κυνηγούν οι μπάτσοι

Βάζουμε δυναμίτες στα ναυάγια

που στο βυθό μας έχουν κάτσει

 

…Για σκέψου,  αν παρατούσε κάποτε την   Ποίηση

κι ερχότανε να ψυχαναλυθεί ένα   Ποίημα…

Το μέσα του  έξω να γυρίσει

να δεις τι μακελειό που είναι η γραφή μας

 

«Το μέλλον των νεκρών μπορώ να λέω

Οι ζωντανοί δεν έχουν μέλλον

μόνο  μια ακολουθία  από επικείμενα

επόμενα  όχι  μελλούμενα

Αλλά γιατί δεν βλέπω τίποτα για σας;

Ποιο μίασμα ανεξιλέωτο  σέρνετε  και  σας σέρνει

και σκότος σιωπής απλώνει μέσα  μου;»

 

Και τότε κοιταχθήκαμε  μες στους τυφλούς καθρέφτες

και νιώσαμε κι εμείς κι αυτή το μίασμα μας

Δεν είμαστε ψυχές  είμαστε σώματα

«-Αχού,  δεν είστε πεθαμένοι…»   έσκουξε

«δεν είστε πεθαμένοι…»  κι άρχισε να αφρίζει να χτυπιέται

να ξεσκίζει τα γραφτά μας

κι η νύχτα γέμισε σπασμένα νύχια

 

Άπολλον,  Άπολλον   ποι ποτ’ ήγαγές με

Άπολλον,  Άπολλον   απόλλων εμός

 

ΑΓΡΙΟΜΥΡΙΚΗ ΕΝ ΤΗ ΕΡΗΜΩ

(…επικατάρατος εν γη αλμυρά…) 

Έτσι το θελησα και μη ρωτάς

Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

 

στους πέντε δρόμους δίχως να ’χω πει

για σένα όσα σου άξιζαν  και  δίχως

να σε δοξάσει ένας μου στίχος

Τόσο βαθιά  τόσο πολύ

 

σε σώπασα μες στη ζωή μου

Δεν ήτανε για να φανερωθεί

ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί

αυτό το μυστικό που ήσουν   κι  ήμουν

 

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν

τι θα ’χεις από μένα να τους δείξεις;

Μια τέτοια αγάπη…   δίχως αποδείξεις…

Και ποιος αυτός  ο Βέρνερ Λέιο  θα ρωτούν

 

Με τι καρδιά  με  τι πνοή  είχα πάρει

τη ζωή… Μα δεν την άλλαξα∙  ούτε εσύ

Γι’ αυτό λοιπόν   «χαμένη υπόθεση»

ο ποιητής  Βύρωνας Λεοντάρης

 

Μέσα στο ποίημα σε χάνω   Έξω από μένα

άλλη ομορφιά σε παίρνει,  αγαπημένη

Τι θα γίνω  και  τι με περιμένει

σε άδειες αισθήσεις  και  χωρίς εσένα

 

που είσαι για μένα  ό,τι είμαι  και που τώρα

δεν είσαι μυστικό  και πια δεν είμαι  ό,τι είμαι

Τι να μου κάνουν νοσταλγίες  και  μνήμες

Το απτό με αρνιέται  αυτή την άχρονη ώρα

 

το απτό που ήταν η τρέλα μου  και  το άγχος

α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι…

Τι άδοξα που έχασα το στοιχη-

μα ανάμεσα  στο «υπάρχω»  -  «δεν υπάρχω»

 

Να χάνω όσα είχα  το άντεχα·  μα εσύ ήσουν

 και όσα ποτέ δεν γίναν  και δεν είχα

Αυτά,  πώς να τα χάσω  αυτά που ματαιώθηκαν;

Σε άλλη ομορφιά θα αγιάζουνε μαζί σου

 

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε

αγγίγματα  που πήραν πίσω το άγγιγμά τους

σημάδια του έρωτα  και του θανάτου

γραφές που γράφτηκαν  για να σβηστούνε

 

Μέσα στο ποίημα σε χάνω  και  δεν ξέρω

εσύ μου φεύγεις  ή  εγώ σου φεύγω;

Πώς σκοτεινιάζω  απ’ το δικό σου φέγγος…

Και δε με θέλω πια  και  δε με ξέρω

 

Σε άλλη ομορφιά φριχτή  και  δίχως έλεος

θα ’σαι  για πάντα, έξω από μένα, ωραία – ωραία

τόσο άδικα  τόσο άσπλαχνα ωραία…

Και δε με ξέρω πια  και  δε με θέλω

(στροφές ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑΣ Βύρωνα Λεοντάρη

στη συλλογή του ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996)

 

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΣΟΥ ΜΕ ΣΕΡΝΟΥΝ ΜΕΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

(αποσπάσματα από τη ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ στη συλλογή του Βύρωνα Λεοντάρη  ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ 1996) 

Απ’ τα μαλλιά με σέρνουν απ’ τα μάτια

στον κουρνιαχτό  και  στην καταλαλιά του κόσμου

 

Πως εξαγνίζεσαι θαρρείς  με τα ερωτικά σου ποιήματα

μα άλλο δεν κάνεις   παρά να κρύβεσαι

απ’ αυτό που είμαστε

το που δε φανερώνεται  κι  ούτε σημαίνεται

γιατί αυτό δεν ξέρει από συμβολικά  φερσίματα…

 

ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝ  ΚΑΙ  ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΑΝ ΟΙ ΠΡΟΣΗΛΩΣΕΙΣ

(… ολόκληρες ζωές σα  δάκρυα κρεμάστηκαν από ερωτικά ενθύμια μιας στιγμής…)

…δεσμοί   εξαρτήσεις   καταπίεση   και  το κακό μια νύχτα ξαφνικά χτυπάει  τα μαραμένα σώματα…  Έτσι τη βρήκαν στο κατώφλι   μα τα σταχτιά μαλλιά της  να σφουγγίζει   τα αίματα  από το μπαλτά  που γυάλιζε στο φεγγαρόφωτο   δεν είχε καταλάβει τι έκανε στον άνδρα της  κι  άλλα των άλλων έλεγε… [αποσπάσματα από τη συλλογή  του Βύρωνα Λεοντάρη ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ  1996 – συγκεντρωτικός τόμος ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ Ποιήματα 1949 - 2006]

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2026

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΕΚΤΡΟΧΙΑΣΤΗΚΕ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ

 (…ενάμιση αιώνα πριν…)


 

Ο κόμης Βρόντσκι  δεν έφτασε ποτέ.

Ένα σώμα γυναίκας έπεσε στις ράγες.

Ελάφι,  ψιθύρισε ο μηχανοδηγός.

Φορούσε πολύχρωμες κάλτσες,

παράταιρες η μία με την άλλη.

Κάπνιζε ένα πούρο  και  γελούσε στραβά.

Με λένε Λέων!..  Φώναξε, 

καθώς το τρένο φιδογύριζε ανάμεσα στις σημύδες.

Λίγο πριν το σταθμό Λαρίσης   ανέπτυξε ταχύτητα.

Ξαφνικά σκόνταψε σε μία πελώρια φάλαινα – σκοτάδι.

Αυτό ονομάζεται σύγκρουση συμφερόντων,

σχολίασε ένας επιβάτης κριτικός

που καθόταν  δίπλα σ’ ένα κύριο που ροχάλιζε.

Συμφωνείς,  Μέλβιλ;   τον ρώτησε,

πριν όλα εξαφανιστούν μες στον λεπτό καπνό.

Τότε αυτή άνοιξε ξαφνικά τα μάτια,

στερέωσε τα γυαλιά στη μύτη  και  άρχισε να γράφει. 

Αγαπητέ κόμη, από τότε που,  δεν είμαι πια εδώ.

(ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ  στη συλλογή της Χλόης Κουτουμπέλη 

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ: 

 

Και τώρα;   τον ρώτησε  

Αυτός  καθόταν σε μια καρέκλα σκηνοθέτη

με την πλάτη γυρισμένη στα ερείπια.

Φορούσε μαύρα γυαλιά.

Τώρα,  της είπε με βραχνή φωνή, 

είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει




 

(σχόλιο)    Οπαδός της μετάπλασης του πραγματικού στην τέχνη

(και όχι της παθητικής του αναπαράστασης)

η Χλόη Κουτσουμπέλη, συνθέτει εικόνες ενός άλογου κόσμου

μέσα τον οποίο δεσπόζει το αίσθημα του αλλόκοτου.

Ένας κόσμος φαινομενικά παράλογος

που αναδύεται και κατακλύζει τη συμβατική πραγματικότητα.

Στο σημείο τούτο τέμνεται με το έργο του Σαχτούρη

που συγχωνεύει το παράδοξο στην ποίησή του  (Λϊλιαν Τσούβα)

 

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

(κι άλλες επιλογές από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Το ήξερα πως ήταν από τυρί. Μαλακό τυρί με τρύπες.

Βέβαια εγώ δεν ήμουν ποντίκι, αλλά όπως έλεγε η μητέρα,

φανατική τυροφάγος, έτσι σιγά - σιγά θα ροκάνιζα όλο το

παρελθόν μου.    Το πείραμα ήταν το εξής.

Έπαιρναν μία  παιδική φωτογραφία

για παράδειγμα μ΄ εμένα στην αγκαλιά του μπαμπά μου

και την τοποθετούσαν με  photoshop πάνω στο φεγγάρι,

στη συνέχεια σου την   έδειχναν  κι  εσύ υπέθετες

πρώτον ότι είχες έναν μπαμπά   που δεν φοβόταν τη σωματική επαφή,

δεύτερον ότι είχες   έναν μπαμπά  και  τρίτον

ότι εσύ με τον μπαμπά σου  αγκαλιά

είχατε βρεθεί κάποτε στο φεγγάρι.

Εγώ όπως   πάντα ανταποκρίθηκα θετικά στο πείραμα των ψυχολόγων,

ίσως γιατί είμαι ένα μαλακό τυρί με τρύπες

από τότε που  μας εγκατέλειψε η μητέρα.

Η μνήμη, όπως και το τυρί,   αλλοιώνεται εύκολα,   λένε οι ψυχολόγοι.

Μπορείς να  παραποιήσεις τις αναμνήσεις,

να ξαναγράψεις από την  αρχή τον ουρανό.

Έτσι θυμήθηκα με κάθε λεπτομέρεια.

Εμένα και τον μπαμπά μου στο φεγγάρι. Αγκαλιά.

Ο μπαμπάς μου μύριζε στρατιωτική στολή.

Βουλιάζαμε  συνέχεια και το σεληνιακό έδαφος μας απορροφούσε.

Τα δυο  σώματά μας αγκαλιά σχημάτιζαν ένα

ολοστρόγγυλο   φεγγάρι.

Είπαμε να παραποιήσεις τις αναμνήσεις,

είπε ο ψυχολόγος, όχι όμως και τόσο πολύ.

Εσύ προσποιείσαι αγάπη.

 

ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΣΙΜΟΝΟΦ

 

Για τη Βαλεντίνα έγραψε το ποίημα.

Περίμενέ  με,  έλεγε.

Πόσο δεν διευκρίνιζε.

Άλλοτε ζέστη,  άλλοτε κρύο στο στρατόπεδο.

Στην πατρίδα έχυναν κρασί στο χώμα,

ανάβανε γι’ αυτόν κεριά.

Κοντσαντίν Σιμόνοφ,  ήδη νεκρός.

Αψήφησέ τους,  της παράγγελνε.

Μην πιείς μαζί τους άσπρο πάτο.

Ήταν βέβαια παράλογο,

γιατί αυτή κοιμόταν μ’ άλλον κάθε βράδυ,

κάποιοι από τους εραστές  της, φίλοι του.

Δεν το ’κανε επίτηδες, φοβόταν,

τις νύχτες τα μαλλιά  της μεγάλωναν,

φύκια πυκνά την έπνιγαν.

Έβαζε το σαμοβάρι στη φωτιά.

Η πυροστιά έκαιγε σάρκα.

Είναι η σκέψη σου,   της έγραφε,

που με κρατάει ακόμα στον αφρό.

Ήταν το χίλια εννιακόσια σαράντα ένα.

Από τότε γράφτηκαν πολλά ποιήματα στον κόσμο.

Κανένα όμως πιο σπαρακτικά δεν παρακάλεσε.

Ούτε κανείς τόσο πολύ χρειάστηκε.

Όμως το κορμί δεν είναι κολυμβήθρα. 

Και κανένας πόλεμος δεν έχει ταχυδρόμους.

 

ΜΑΘΗΜΑ ΖΩΟΛΟΓΙΑΣ   Ornithorhynchus anatinus 

 

Ο ορνιθόρυγχος,  αυτό το εξελικτικό ατύχημα.

Μυθιστόρημα πλατυποδία

που κατεβαίνει σκάλες  που ανεβαίνουν

με τα στενά λουστρίνια   μιας πλοκής

που δεν προχώρησε ποτέ.

Ένα  Ποίημα   που απερίσκεπτα γεννά αυγά

με σταχτιά χηνόπουλα

χωρίς την ελπίδα κύκνου που θα γίνει.

Αδέξιο  δοκίμιο   που θηλάζει τα μικρά του,

άλλο με ράμφος πάπιας,   άλλο με σώμα κάστορα,

έχιδνας  ή  σκαντζόχοιρου.

που θα ενωθούν σε ένα  τελικά

με ευδιάκριτες όμως τις ραφές.

Θα σας τοποθετήσω αλλιώς:

Οι νηστικές μεμβράνες ανάμεσα στα δάχτυλα

δεν τον βοηθούνε καθόλου να πετάει.

Γι’ αυτό αν κάποιο βράδυ

εμπρός στη συνηθισμένη άβυσσο πολτού

από κομμένα  δένδρα

συναντήσετε  ορνιθόρυγχο,

αγκαλιάστε τον όσο πιο στοργικά μπορείτε.

Όπως θα διαβεβαίωνε ο Δαρβίνος

εκατοντάδες  ορνιθόρυγχοι  πρέπει να παρεμβληθούν

πριν η ιδέα επιτέλους γίνει πράξη.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ

(στη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη

ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Εκ των υστέρων σκέφτομαι

το τελευταίο βράδυ στην ταράτσα

που μια παρέα αγγέλων

πλαταγίζαμε δαιμονικά φτερά

και ξεπλέναμε τις πληγές με ουίσκι,

τα ντραμς των αστεριών   ηχούσαν ασταμάτητα

και γυμνό σαλιγκάρι   άφηνε κλωστές στον ουρανό,

ενώ την ίδια ώρα σ’ άλλη πόλη

σε κρεβάτι νοσοκομείου,

μια ποιήτρια ετοίμαζε την τελευταία πτήση.

Και θυμήθηκα πως ξαφνικά

το ποτήρι έσπασε μισοφέγγαρο

χωρίς να χυθεί το αλκοόλ.

Και νιώσαμε όλοι τη γεύση του αίματος στα χείλη.

Και κάποιος είπε

έναν μόνο στίχο να προλάβουμε ν’ αρθρώσουμε

πριν μας καταπιεί το σκοτάδι.

Και σιδερώσαμε κολλαριστή όλοι μαζί τη νύχτα.

Έτσι, φίλοι μου,  γράφονται τα ποιήματα

τις σκοτεινές νύχτες του καλοκαιριού στη Πήλιο.

 

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΧΟΘΟΡΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΕΝΑΕΡΙΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

 

Ο κύριος Χόθορν

μια μέρα που έψαλλε στην εκκλησία,

άρχισε ξαφνικά να αιωρείται

και πέταξε απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο.

Μπαμπά, μη φεύγεις!

φώναξε η μικρή Γουέντυ,

αυτός όμως μετεωριζόταν

ψάρι με πτερύγια στο ποτάμι.

Μικρή Γουέντυ, φάε την μπουκιά,

αλλιώς θα’ σαι τόσο ελαφριά,

μια μέρα θ’ αγοράσεις μπαλόνι

θα σε παρασύρει μακριά

απ’ αυτούς π’ αγαπάς.

Μπαμπά, γιατί δεν μου μιλάς;

Ο κύριος Χόθορν λικνιζόταν επικίνδυνα

και συγκρουόταν με πουλιά.

Υπάρχει ζωή μετά θάνατο;

ρώτησε η κυρία Στίβενς τον Τροχονόμο.

Υπάρχει σίγουρα μεγάλη κίνηση

στην εναέρια κυκλοφορία,   απάντησε αυτός

κι έβγαλε το κεφάλι με το κράνος του.

Στο μεταξύ η μικρή Γουέντυ

έτρωγε, έτρωγε ασταμάτητα.

Για να μην μπορεί

να την παρασύρει κάποιο μπαλόνι.

Μακριά απ’ αυτούς που αγαπάει.

 

Η ποιητική συλλογή αποτελεί παράλληλα και έναν διάλογο με την ίδια την ποίηση, καθώς η Χλόη Κουτσουμπέλη αρέσκεται στο να παρουσιάζει μέσω των ποιημάτων της τους τρόπους με τους οποίους έρχεται η έμπνευση, να εξετάζει την έννοια της ίδιας της γραφής και να κλείνει τελικά τη συλλογή με τους στίχους  «Τώρα, της είπε με βραχνή φωνή, /είσαι απλώς μία συλλογή ποιημάτων που τελειώνει».

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΕΝΤΟΟΥΖ

 

Κοιτάμε και οι τρεις μας τον φακό.

Ο ανεμοστρόβιλος αργεί.

Τα κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.

Η μαμά με μία ρόμπα

και σταγόνες ιδρώτα   στο πανωχείλι της,

έφυγε μ’ έναν πλασιέ,

μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού

που αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.

Δεν αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα

γι’ αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.

Σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει,

τα ρακούν θα μας περικυκλώσουν,

τα σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,

μαύρη σκιά θα βάψει

τα σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.

Κάπου κοντά στο βενζινάδικο

ένα ξανθό αγόρι χωρίς μάτια   σ’ ένα φτηνό μοτέλ.

θα γυαλίζει ένα πιστόλι.

Αύριο το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει   απ’ το σπίτι μας.

Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.

Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα.

Θα μας κοιτάξει παράξενα.

Θα μας φωτογραφίσει.

Από τη φωτογραφία θα λείπουμε κι οι τρεις

-αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

Η ΚΥΡΙΑ ΓΟΥΟΤΕΡΜΠΡΙΤΖ ΔΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ

 

Η κυρία Γουότερμπριτζ ήτο αριστοκρατικής καταγωγής.

Απόδειξη τα πορτρέτα των προγόνων στο σαλόνι,

που ίδρωναν κάτω από τις περούκες,

κανένα όμως δεν διανοήθηκε

να ξύσει δημόσια το κεφάλι.

Η κυρία Γουότερμπριτζ είχε πάντα καλούς τρόπους

και έδινε μεγάλο φιλοδώρημα στον ταχυδρόμο.

Όταν διάβασε το τηλεγράφημα,

έσπασε όλα τα βάζα στο σαλόνι.

Οι πρόγονοι άνοιξαν όλοι μαζί

σε όμικρον το στόμα τους,

ενώ η γαμψή τους μύτη γύπας

ετοιμάστηκε να επιτεθεί.

Σσσς, ούτε λέξη! τους φώναξε αυστηρά.

Σοκαρισμένοι απ’ την αυθάδεια άρχισαν

να πέφτουν ένας - ένας με το κάδρο του.

Καρφιά εκσφενδονίζονταν,

έχασκαν τρύπες

τυφλά μάτια στο ντουβάρι.

Όταν έμεινε μόνο ο υπαινιγμός στους τοίχους,

η κυρία Γουότερμπριτζ

διέσχισε την άβυσσό του δωματίου

και μόνη σέρβιρε τσάι για έναν στο μπαλκόνι

 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΥΨΙΛΟΝ

(…πόσες καρδιές έχει μια Ντάμα Κούπα όταν κλαίει…)

 

Το σώμα της είχε πολλά μάτια

-ένα μισόκλειστο κάτω απ’ την μασχάλη

και δυο ορθάνοιχτα χωρίς βλεφαρίδες στις πατούσες –

κι ελάχιστα χείλη,

που σημαίνει ότι κατασκόπευε συνέχεια

και φιλούσε με το σταγονόμετρο.

Παρ΄όλα αυτά, θα ήταν φυσιολογικό,

αν δεν είχε μνήμη προβοσκίδα.

[Ως γνωστό κάθε σώμα έχει μνήμη.]

Το δικό της θυμόταν το ανέγγιχτο.

Τις ημερομηνίες θανάτου, ενώ ξεχνούσε τα γενέθλια.

Τους φίλους που έχασε,

και όχι τους εραστές που κέρδισε.

Αναμφίβολα είχε ύπουλο σώμα.

Κρυβόταν τις νύχτες

κάτω απ’ τα χρυσάνθεμα,

κυνηγούσε βατράχους με κορώνα στη λιμνούλα,

γρύλιζε μες τα νούφαρα.

Το κλείδωνε συνέχεια στην ντουλάπα

τόσο που ξεθώριασε απελπιστικά.

Στο τέλος το φορούσε μόνο Κυριακές.

Μια μέρα το είδε να γεμίζει στόματα.

Έτρωγαν με βουλιμία τον χρόνο.

Ασύμφορο, γιατί θα τον κατάπιναν ολόκληρο.

Όταν έγινε πενήντα εφτά το αντάλλαξε.

Μ’ ένα ζευγάρι κόκκινες γαλότσες.

Για να γράφει ζεστά ποιήματα.

(από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2018)

 

ΞΕΡΩ ΤΙ ΚΑΝΑΤΕ ΠΕΡΣΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 

(…μη το αρνείστε.  Δεν ωφελεί να υπεκφεύγετε…)

 

Νομίσατε ότι η ξαφνική εξαφάνιση των στρουθοκαμήλων   θα περνούσε απαρατήρητη;   Τα παρατημένα φτυάρια στην παραλία;   Τα αφύσικα εξογκώματα στην άμμο;   Ναι, σύμφωνοι.   Δεν υπήρξε ποτέ αυτόπτης μάρτυς  να βεβαιώσει ότι εσείς ακονίσατε τα μαχαίρια στην κουζίνα.   Το μητρώο σας πλύθηκε πολλές φορές  και  κάποιος  το είδε να στεγνώνει στο μπαλκόνι.  Επιπλέον όταν ερωτευτήκατε πώς νιώθετε,  απαντήσατε είμαι καλά ευχαριστώ,   εμένα όμως δεν με κοροϊδέψατε.   Βλέπετε,  εγώ ήμουν το πτώμα.   Υποθετικά πάμτα φυσικά.   Λογοτεχνία είπαμε ότι κάνουμε,  ποτέ δεν ερωτευόμαστε στ’ αλήθεια.   Που φυσικά σημαίνει πως,  όχι, δεν υπήρξε κουφάρι από σάρκα.   Αν υπήρξε έγκλημα  δεν είμαι εγώ αυτός που θ’ αποφανθεί.   Υπήρξε όμως συγκάλυψη.   Σαν να μην έγινε.   Σαν να μην.   Και τελικά  τι έγινε  πραγματικά;   Φτερά ήταν πεταλούδας.   Κάτι καθαρό.  Τρυφερό όπως μάτι ελαφιού.   Κάτι σπάραξε.   Κάτι τρέχει ακόμα.   Ίσως νερό.  Και τελικά τι συνέβη πέρσι το καλοκαίρι;   Τι παραπάνω από ό,τι φέτος  ή  του χρόνου;   Αγαπητέ μου, πάρτε το απόφαση.   Όσο κι αν προσπαθήσετε,  ποτέ δεν θα διαπράξετε τον φόνο της ανίας σας!..  (από τη συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη ΤΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΕ, ΠΟΛΙΣ 2018)

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2026

ΕΜΕΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΣΗΜΑΣΙΕΣ

  (… κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα…) Τα ονόματά μας πού   και   πού μας βλέπουν στο όνειρο τους ψυχές περιπλανώμενες   δυστυχισμένες  ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ