Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ ΠΟΛΥ ΠΙΚΡΟ ΠΟΛΥ ΛΑΜΠΕΡΟ ΠΟΛΥ ΦΟΒΙΣΜΕΝΟ

Κάποτε μεσ’ απ’ το σύννεφο βγαίνει ένα πουλί

περνάει πάνω απ’ τα σπίτια και κατεβαίνει στην πόλη

άλλοτε χρόνια έμεινε φυλακισμένο μεσ’ στο φεγγάρι

γι’ αυτό κι είναι πολύ πικραμένο πολύ λαμπερό

μ’ ένα μεγάλο μονάχα όμορφο γυναικείο μάτι.

 

Μεσ’ απ’ το σύννεφο κατεβαίνει μεσ’ στη βροχή

περνάει σα φάντασμα πάνω απ’ τα σπίτια

στους δρόμους το κράζουν πουλί - πουλί της βροχής

δεν στέκεται πουθενά γιατί αν σταθεί

χιλιάδες σκορπισμένα δάχτυλα το δείχνουν

γιατί είναι ένα πουλί σκληρό που βάφτηκε με αίμα

π’ αγριεμένο στην πόλη κατεβαίνει με τη βροχή

κι ένα πανέμορφο έχει γυναικείο μάτι

 

Γι’ αυτό και οι γυναίκες ταράζονται μόλις το δουν

άλλες όμως το κρύβουν μεσ’ στους καθρέφτες τους

άλλες το κρύβουν σε βαθιά συρτάρια

κι άλλες βαθιά μες στο σώμα τους

έτσι δε φαίνεται

δεν το βλέπουν οι άνδρες που τις χαϊδεύουν το βράδυ

ούτε το πρωί σαν ντύνονται μπροστά στον καθρέφτη

δεν το βλέπουν

γιατί είναι ένα πουλί πολύ πικρό πολύ λαμπερό πολύ φοβισμένο

 [ΚΑΠΟΤΕ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948]

 

Κι άλλα ποιήματα απ’ αυτή τη συλλογή αντιγραφή κι επικόλληση

από τη συγκεντρωτική έκδοση:

ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ  ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1945  -  1871, ΚΕΔΡΟΣ 1977]:

 

Η ΜΑΧΗ,  Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου στα μπαλκόνια…

Ο ΛΗΣΤΗΣ,  Ο κρότος των άστρων ψηλά  και  κάτω η πράσινη χλόη κι ένας ηλεκτρικός πετεινός σιδερένιος βγάζει φλόγες…

ΛΑΖΑΡΟΣ,  Είναι όλα νέα σήμερον  έτος  δωρήματα  ελπίδες…

ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ,  Νύχτας  και  φωτιάς με ήλιους μεγάλους από τριαντάφυλλα…

ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ,  Στο σκοτεινό λιμάνι μονάχος τη νύχτα…

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ,  Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια

Η ΤΡΙΤΗ και η ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΡΑ,  Το πρωί έφεγγε ο ήλιος…

ΠΑΣΙΦΑΗ, Τα παγωμένα χέρια ψάχνουν τα σύννεφα  βρίσκουν το μύλο μέσα στα σύννεφα…

ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ,  Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε  η κόρη με τα φίδια της  με τα ωραία λουλούδια της   και

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥ,  Ρίχνανε πρώτα τα σκοινιά στις τέσσερις γωνίες  και   ασπρίζανε  τα τέσσερα πρόσωπα…



Η ΜΑΧΗ

(κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)

Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου

στα μπαλκόνια βοηθούσες τους αρρώστους

να κατεβαίνουν

με τα μεγάλα μάτια τα λιγνά τους πόδια τα λουλούδια τους

ενώ τριγύρω από τα σκοτεινά παράθυρα

όλοι   πυροβολούσαν

 

Άπλωνες όλο άπλωνες το βήμα σου

όπου ψηλά βουνά κι όπου μεγάλοι δρόμοι

μεγάλοι δρόμοι με φωτιές και με περίστροφα

μ’ ένα φτωχό που μοίραζε βίους αγίων

με μια τσιγγάνα που ’θελε παράφορα ένα αυγό

να κάνει μέσα του την πλάση να στενάζει

 

Άπλωνες όλο άπλωνες το βήμα σου

και μέσα στη βροχή στεκόταν   Προσοχή

ο κρεμασμένος

με τα χρυσά σιρίτια το βιολί και το μαντίλι του

με δέκα σύννεφα από λάσπη στην καρδιά του

κι από τη λάσπη παίρναν τα μικρά παιδιά

και χτίζαν δέκα πολιτείες ονείρου

 

Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου

κι οι άρρωστοι τώρα είχαν χαθεί κάτω στους δρόμους

με τα μεγάλα μάτια τα λιγνά τους πόδια τα τραγούδια τους

ενώ τριγύρω από τα σκοτεινά παράθυρα

όλοι   πυροβολούσαν.

 

Ο ΛΗΣΤΗΣ

Ο κρότος των άστρων ψηλά

και κάτω η πράσινη χλόη

κι ένας ηλεκτρικός πετεινός σιδερένιος

βγάζει φλόγες

το ρολόι σταματάει μεσ’ στα σύννεφα

στην πόρτα ο ληστής

ο πάνθηρ

με το μακρύ κοντάρι

με τα μακριά μαλλιά

σαν αρχαία γυναίκα

μ’ ένα αυγό ματωμένο στο χέρι

γύρω - γύρω τα κάγκελα το γιασεμί

η σκιά του φεγγαριού

η σκιά των δοντιών μέσα στο αίμα

η λάσπη

ο σταυρός

το ρολόγι μετράει

το ρολόγι δεν ζει

κι η φωνή της ακούγεται σκοτεινή

η καρδιά της κοχλάζει

σαν παλιό κρασί ξεχασμένο

βαθιά

σαράντα σκάλες

το ρολόγι μετράει

σαράντα σκάλες

σαράντα ημέρες

και σαράντα χρόνια

το ρολόγι δεν ζει

 

ΛΑΖΑΡΟΣ

«Είναι όλα νέα σήμερον

έτος  δωρήματα   ελπίδες

και μόνον την καρδίαν μου

αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

 

Βροχή μεσ’ στις στοές βροχή

χαλάζι μέσα στ’ αυτοκίνητα

με παγωμένα πόδια

για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός

φωτογραφίες  θάνατοι   ελπίδες

 

Κάρβουνα μέσα στην καρδιά του Λάζαρου

 

Σήκω από το κρεβάτι Λάζαρε

σου κάνουν έναν τόπο μακρινό

ένα λιβάδι τρυφερό με ανεμώνες

ένα λιβάδι τρομερό

σήκω απ’ το κρεβάτι Λάζαρε

Λάζαρε εργοστασιάρχη Λάζαρε κακέ

Λάζαρε γίνε ποταμός της άνοιξης

γίνε σκουλαρίκι   γίνε σίφουνας

αγάπησε τη ζωή.

 

«Είναι όλα νέα σήμερον»

για δες πώς σε κοιτάζει ο φρουρός

φωτογραφίες  θάνατοι   ελπίδες

«και μόνον την καρδίαν μου

αρχαίαι δέρουν καταιγίδες»

[από τη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948]

 

ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ  (στις ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ του Μίλτου Σαχτούρη)

Εργοστάσιο - εργοστάσιο

νύχτας και φωτιάς

με ήλιους μεγάλους από τριαντάφυλλα

πυροσβεστικές σκάλες

λεύκες - φαντάσματα με κόκκινα φύλλα

πουλιά απελπισμένα δεμένα με σκληρές

άσπρες κλωστές

φριχτά παιχνίδια.

 

Η νύφη

χαμογελάει

με λεκιασμένο μπράτσο

με ραγισμένο χέρι

με τα βαμμένα νύχια

στην προκυμαία πλάι - πλάι το βαπόρι

και παρακάτω η τρικυμία

και παρακάτω ο πνιγμένος

 

Αυτός   Εκείνη

 

Τα κουρασμένα τ’ άλογα πλάι στη βρύση

η δίψα

κι ακόμα παραπάνω από τη δίψα

 

Ο Ποιητής

 

Είχε  τους κήπους του κρυμμένους μεσ’ στο στόμα του

που κάηκε και γέμισε καπνούς τη χώρα

 

Εργοστάσιο - εργοστάσιο

φρίκης και φωτιάς

 

ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ

Στο σκοτεινό λιμάνι

μονάχος τη νύχτα

στην προκυμαία

μαζεύω τα ψάρια

τα ψάρια που αστράφτουν

τα ψάρια που έρχονται

κοπάδια - κοπάδια

από τη μαύρη θάλασσα

 

Έρχονται μόνο σε μένα

με τα πονηρά τους μάτια

γιομάτα ασήμι

έρχονται και ξαπλώνουν

πάνω στην απαλάμη μου

τα ερωτικά ψάρια

τα ζαλισμένα ψάρια

κι άλλοι γύρω τους ρίχνουν

δίχτυα και αγκίστρια

με λάδι και φώτα

για να τα πιάσουν

 

Όμως το μεγάλο ψάρι

που χρόνια ξέρει

αυτό το παιχνίδι

απλώνει τα χέρια του

βάζει τις φωνές

παίρνει πίσω τα ψάρια μου

στη βαθιά θάλασσα

 

Και μ’ αφήνει πάλι μόνο

μες στο έρμο λιμάνι

με τ’ άδεια μου χέρια

με τ’ άδειο καλάθι μου

 

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΙΔΙΠΟΔΑΣ

Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια

τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες

τα πεινασμένα τα φαντάσματα

καθισμένα σε καρέκλες στις γωνίες να κλαίνε

τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά

ο Αίγισθος  το δίχτυ   ο Κώστας

ο Κώστας   ο ψαράς   ο πονεμένος

ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε

νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα

και μπαίνουν μέσα

ο Κώστας  σκοτωμένος

ο Ορέστης σκοτωμένος

ο Αλέξης σκοτωμένος

σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα

και μπαίνουν μέσα

ο Κώστας   ο Ορέστης   ο Αλέξης

άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι

με φώτα   με σημαίες   με δένδρα

φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει κάτω

φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει από τον Ουρανό,

τ’ άλογα του Αχιλλέα πετούν στον ουρανό

βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους

ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο

και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι

γεμάτο οινόπνευμα

τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους

και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του

παιδιά τον ακλουθούνε στις μύτες των ποδιών

δεν είναι ο Οιδίποδας

είναι ο Ηλίας της λαχαναγοράς

παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα

είναι ο νεκρός Ηλίας της λαχαναγοράς

[στη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948]

 

Η ΤΡΙΤΗ  και η ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΡΑ

(στη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948)

Το πρωί έφεγγε ο ήλιος

τα δυο της στρογγυλά άσπρα γόνατα

σαν ήλιος

 μέσα σε πηγάδι

καφτός

άναβε τις κουρτίνες

 

Ο βραδινός μονόφθαλμος

άναψε τις κουρτίνες

κι ήταν μόνος

με το μαύρο πανί στο τρύπιο μάτι

μ’ αυτό που έβλεπε τον κόσμο

ροζ

τις νύχτες

 

Κι οι νύχτες

ήταν άγριες για όλους

κανείς δεν ξέχναγε το αίμα

περνούσαν έρχονταν

κάπνιζαν τα φουγάρα

κανείς δεν ξέχναγε το αίμα

έβγαινε ο παπάς

έβγαινε ο στρατιώτης

κι ήταν πάντα νύχτα

νύχτα μεγάλη

νύχτα

νύχτα

 

ΠΑΣΙΦΑΗ

Τα παγωμένα χέρια

ψάχνουν τα σύννεφα

βρίσκουν το μύλο

μέσα στα σύννεφα

να γυρίζει δίχως φτερά

βρίσκουν το φάντασμα

της καμινάδας δίχως κεφάλι

βρίσκουν το σταυρό

της άγριας φοβέρας

το τρύπιο πιθάρι

της βροχής

βρίσκουν ακόμα

το φεγγάρι της άνοιξης

σβησμένο

να καπνίζει

με γύρω γύρω του

πασχαλιές

τα παγωμένα χέρια

πιάνουν το νήμα

της Αριάδνης

και τότε βρίσκουν

τσακισμένη

κομματιασμένη

την ξύλινη αγελάδα

της βασίλισσας

κι ακόμα βρίσκουν

μέσα στα σύννεφα

πώς να το πω

 

τα ίδια της μάτια

άγρια τρελά

και διψασμένα

 

σαν αστραπές

 

ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ

Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε

η κόρη με τα φίδια της

με τα ωραία λουλούδια της

 

Όμορφα που μυρίζαν τα λουλούδια

 

Τα χέρια του έδενε

ο ληστής

που μούγκριζε

στα πόδια της

το αίμα

το κεφάλι του

η γλώσσα

η ρίζα

το φιλί

γιομάτοι οι κήποι

αίμα

μη μιλάς

 

Κανένας δεν μιλούσε

 

Η κόρη πήγαινε και τραγουδούσε

η κόρη με τα φίδια της

με τα ωραία λουλούδια της

[στη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948]

 

ΡΙΧΝΑΝΕ ΠΡΩΤΑ ΤΑ ΣΚΟΙΝΙΑ ΣΤΙΣ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΓΩΝΙΕΣ…

(…που ασπρίζανε τα τέσσερα τα πρόσωπα…)

…χτυπούσανε τα χέρια  και  προχωρούσαν απ’ τις τέσσερις γωνιές  και  μάζευαν τα σύννεφα  έτσι έμενε το δάπεδο γυμνό  έπειτα άρχιζαν να περνούν οι μαύροι πετεινοί   ένας – ένας   αφήνοντας ένα ρυάκι αίμα κόκκινο   σαν χάνονταν  ρολόγια άρχιζαν να πυροβολούνε άδικα  και  σκότωναν στην τύχη   φεγγάρια ούρλιαζαν   προσφέρανε κι εκρηκτικά τριαντάφυλλα   που σκάζαν και ματώνανε τα χέρια   η αγωνία   τα πρόσωπα σιγά-σιγά χάναν τα μάτια τους   τα φρύδια  κι  έπειτα το στόμα   τα δόντια και τα τσίνορα   γίνονταν κάτασπρα όπως και τα ρούχα τους   όπως και τ’ άσπρα δένδρα   όπως και το λιβάδι  όπως όλα   Άσπρα.   [Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥ, τελευταίο ποίημα στη συλλογή του Μίλτου Σαχτούρη ΠΑΡΑΛΟΓΑΙΣ 1948  με στίχους  λέξεις  εικόνες, για να κριθεί κάθε ΑΝΟΙΞΗ από τη χαρά της,  από το χρώμα του το κάθε λουλούδι, απ’ το ανατρίχιασμα  της τα κάθε φιλί  και η Ποίηση απ’ τον πρωτογενή της λυρισμό  καθώς  είναι ο μαγικός εκείνος χώρος στον οποίο αποτυπώνεται η λανθάνουσα έστω, κοινή όμως ανθρώπινη ανάγκη για  ΟΥΡΑΝΟ!.. Όπου όμως  μια υποψία θάλασσας θα υπάρχει  κι  ένα άσπρο πουλί,  από πάνω, θ’ απαγγέλει μέσα σ’ ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια του ΠΟΙΗΤΗ, που ως κληρονόμος πουλιών   πρέπει και πάλι να ελέγξει τ’ αστέρια   ΠΡΕΠΕΙ, έστω και με σπασμένα φτερά να πετάει,  Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ  στον άλλο δρόμο της ΧΑΡΑΣ!..]

Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2021


Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

ΘΑ ’ΜΑΙ ΤΟ ΓΛΥΚΟ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΧΑΜΟΓΕΛΑΕΙ ΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΧΩΡΙΣ ΔΙΣΤΑΓΜΟ ΚΑΙ ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ

 Θ’ αφήσω   τη λευκή χιονισμένη κορυφή

που ζέσταινε μ’ ένα γυμνό χαμόγελο   την απέραντη μόνωσή μου


Θα  τινάξω  απ’ τους  ώμους  μου     τη χρυσή   τέφρα  των  άστρων

καθώς  τα  σπουργίτια   τινάζουν  το  χιόνι    απ’ τα φτερά τους.


Έτσι σεμνός άνθρωπος  ακέριος 

 έτσι   πασίχαρος  κι  αθώος   θα   περάσω   

κάτω   απ'  τις ανθισμένες  ακακίες    των  χαδιών  σου

και  θα   ραμφίσω    το  πάμφωτο  τζάμι  του έαρος.


Θα 'μαι το γλυκό παιδί   που  χαμογελάει   στα πράγματα και στον  εαυτό του
χωρίς  δισταγμό  και  προφύλαξη.

Σαν να μην γνώρισα    τα  χλωμά  μέτωπα     των χειμωνιάτικων δειλινών

τις  λάμπες  των  άδειων σπιτιών

και   τους    μοναχικούς   διαβάτες   κάτω  απ’ τη σελήνη  του Αυγούστου.

 

 Ένα παιδί.

 [πρώτο απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ 1937-1938, που είναι η πρώτη εκτενής ποιητική σύνθεσή του με βασικό θεματικό μοτίβο την ερωτική αγάπη, τόσο συνυφασμένη με την άνοιξη και τη μουσική – εξ ου κι ο τίτλος ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ]

 


ΕΙΧΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΓΙΑ Ν’ ΑΤΕΝΙΖΩ ΤΟ ΦΩΣ  (αποσπάσματα από την ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ του Γιάννη Ρίτσου 1937-38)

ΙΙ

Είχα κλείσει τα μάτια   για ν' ατενίζω το φως.

 

Τυφλός.

Είχα κάψει τη φλόγα

για ν' αναπνέω.

 

Τις νύχτες

αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής

κι η ανάσα του χαμόγελου

δε γνώριζε τη μετάνοια.

 

Να δακρύζω

πάνω στα διάφανα χέρια μου

από μια διάφανη χαρά

που δεν επιθυμεί.

 

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.

Πιο πέρα.

Εκεί που καταλύεται τ' όνειρο

κι η φθορά έχει φθαρεί.

 

Κ' ήρθες εσύ.

ΙΙΙ

Κοίταξε αγαπημένη

πώς σε κοιτάζουν

τα λυπημένα χέρια μου.

 

Σα δυο παιδιά ορφανά

που κλαίγαν μες στο βράδυ

χωρίς ψωμί

και κοιμηθήκαν τρέμοντας

πάνω στο χιόνι.

Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.

 

Κρατούσαν

ένα λουλούδι σιωπηλό

και παίζαν τρυφερά κι αδέξια

στους ραγισμένους δρόμους.

 

Αγαπημένη

κοίταξε πώς διστάζουν

τα νυχτωμένα χέρια μου.

 

Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί

αυτή η θύρα του φωτός

για μένα που δε γνώρισα

μήτε τον ίσκιο μιας μαρμαρυγής;

 

Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός

και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα

τα φωτισμένα ρόδα

και τα κρύσταλλα

κι όλο λέω να κινήσω να φύγω

προς τη γνώριμη νύχτα

κι όλο λέω να' ρθω

κι όλο στέκω

έξω απ' τη θύρα σου.

 

Μη με καλέσεις ακόμη.

Ας παρατείνουμε

αυτές τις ώρες τις θαμπές

τις υπερπληρωμένες

που δυο κόσμοι

ανταμώνονται

που δυο βαθιές φωνές

ζυγιάζονται

πάνω σε μια χορδή αργυρή

και μια σταγόνα δρόσου

σκιρτά και ταλαντεύεται

στ' άνθος της νύχτας.

 

Εδώ θα μείνει

εκεί θα πέσει.

 

Αγαπημένη

τι προετοιμάζεται για μας

μέσα στο βλέμμα των θεών

πίσω απ' αυτή τη φωταψία;

V

Η κωδωνοκρουσία του φωτός

μας υποδέχεται στο ξανθό ακροθαλάσσι.

 

Η αυγή περνάει στην αμμουδιά

βρέχοντας μόλις τα γυμνά της πέλματα

στο χρυσό κύμα.

 

Μια νέα κοπέλα

άνοιξε το παράθυρο και χαμογέλασε στη θάλασσα.

Έκλεισε τα μάτια της στο φως

για ν’ ατενίσει βαθιά της

την υπόκωφη λάμψη του χαμογέλιου της

……………………………..

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου  ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ 1937-38]

 

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ, ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΜΙΑΣ ΣΤΙΓΜΗΣ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑ, (VI απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ 1937-38)

Δε βλέπεις

πάνω στο δέρμα μου

το πρωτάνοιχτο θάμβος;

 

Δεν ακούς

μες στις ίνες μου

μύρια φτερά μικρών κορυδαλλών

που μόλις τ’ άγγιξε

η πρώτη ακτίνα

της αυγής;

 

Πόσο είμαι νέος.

Πόσο είμαι νέος

κάτω απ’ τα βλέφαρά σου.

 

Τα πολυτρίχια

των αρχαίων πηγών

που συναθροίζουν τ’ αργυρά τους δάκρυα

σε γαλανούς καθρέφτες ουρανού

κοιμούνται πίσω απ’ τα μάτια μου

που σε βλέπουν.

 

Καμιά διάσπαση.

Η μνήμη των αποχαιρετισμών

δε ρυτιδώνει τα χέρια μου

που όρθρισαν μέσα στα χέρια σου.

 

Γεύομαι στα χείλη σου

την πρασινάδα της εξοχής

και τους θρύλους της θάλασσας.

Η ζέστα του κορμιού σου

με ντύνει τον ήλιο.

 

Σφράγισε τις χαραματιές

των παραθύρων.

 

Οι στοχασμοί και οι στίχοι

μακραίνουν μες τη νύχτα

κ' εμείς απ' την κλίνη μας

μόλις ακούμε τις φωνές τους

σαν ομιλίες μεθυσμένων

που αποτείνονται στη σκιά τους

και στη λυμφατική σελήνη.

 

Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου

σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

 

Βυθίζονται τ' άστρα

στους βυθούς των ματιών σου

κι ανθίζουμε εμείς

έμπιστοι κι ωραίοι

καθώς τα πλάσματα

την πρώτη μέρα του Θεού

που δεν είχαν ρωτήσει κι' απορήσει.

Χ

 Αγάπη, Αγάπη,

δε μου 'χες φέρει εμένα

μήτ'  ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

 

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος

περιφερόμουν στα όρη

και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα

στους ουρανούς

γυρεύοντας την αμοιβή μου

απ' τη σιωπή και το τραγούδι.

 

Τα τρυφερά λυκόφωτα

οι πράες καμπύλες των βουνών

και τα λαμπρά βράδια του θέρους

με ρωτούσανε πού είσαι ω Αγάπη.

 

Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ

κι έφευγα σιωπηλός

ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου

για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

 

Οι ωχρές αυγές

ακουμπούσαν στο περβάζι μου

το διάφανο πηγούνι τους

κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο

τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια

και με κοιτούσαν με πικρία

ζητώντας ν' απολογηθώ.

 

Τι ν' απαντήσω, Αγάπη;

Και δρασκελούσα το κατώφλι

τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως

και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους

το τραγούδι του «αδέσμευτου».

 

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος

κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:

«Δεν έχω τίποτα

δικά μου είναι τα πάντα».

 

Κι όμως μια παιδική φωνή

επίμονα έκλαιγε βαθιά μου

γιατί δεν είχες έλθει, Αγάπη.

 

Τις νύχτες του έαρος

που η γύρη των άστρων

και των λουλουδιών

αγρυπνούσε στο δέρμα μου

μια λυπημένη ανταύγεια

σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου

γιατί αργούσες να 'ρθεις, Αγάπη.

 

Γι' αυτό κι' οι πιο λαμπροί μου στίχοι

είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους

ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα

γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, Αγάπη.

 

Όταν περιπλανιόμουν

στην ερημία του φθινοπώρου

στα γυμνά δάση

ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα

τον ήλιο που έφευγε χλωμός

πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες

εσένα ζητούσα, ω Αγάπη.

 

Κι όταν ακόμη επέστρεφα

την όψη μου απ' τη γη

και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα

τα τείχη της νύχτας

ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω

που δε με συλλογίστηκες, Αγάπη.

 

Ζητώντας το θεό

ζητούσα εσένα.

 

Εσένα περιμένοντας

γέμισα τους κήπους μου

με λευκούς κρίνους

για να βυθίζεις τις κνήμες σου

αυτά τα βράδια τ' αργυρά

που η σελήνη ραντίζει με δρόσο

τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

 

Για σένα, Αγάπη, ετοίμασα τα πάντα

κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά

ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου

ζητούσα να 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου

ζητούσα να φιλήσω

μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου

ω Αγάπη.

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου  ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ 1937-38]

 

ΧΑΡΑ-ΧΑΡΑ ΔΕ ΜΑΣ ΝΟΙΑΖΕΙ ΤΙ Θ’ ΑΦΗΣΕΙ ΤΟ ΦΙΛΙ ΜΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (XVI απόσπασμα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ 1937-1938)

 

Αγγίξαμε

το μέγα άσκοπο

που δε ζητά το σκοπό του.

 

Ο Θεός

πραγματοποιεί τον εαυτό του

στο φιλί μας.

Περήφανοι εκτελούμε

την εντολή τού απείρου.

 

Ένα μικρό παράθυρο

βλέπει τον κόσμο.

Ένα σπουργίτι λέει

τον ουρανό.

Σώπα.

 

Στην κόγχη των χειλιών μας

εδρεύει το απόλυτο.

 

Σωπαίνουμε κι ακούμε

μες στο γαλάζιο βράδυ

την ανάσα της θάλασσας

καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου

που δε μπορεί να χωρέσει

την ευτυχία του.

 

Ένα άστρο έπεσε.

Είδες;

Σιωπή.

Κλείσε τα μάτια.

XVIΙΙ

Κλείνω τα βλέφαρα

κάτω απ’ την ήρεμη νύχτα

κι ακούω να κελαηδούν μυριάδες άστρα

εκεί όπου σύρθηκαν τα δάχτυλά σου

πάνω στη σάρκα μου

 

Είμαι ο έναστρος ουρανός

του θέρους

 

Τόσο βαθύς και ωραίος

τόσο μεγάλος έγινα

απ’ την αγάπη σου

που δε δύνεσαι πια

να μ’ αγκαλιάσεις.

 

Αγαπημένη

έλα να μοιραστούμε

τα δώρα που μου ’φερες.

 

Ιδού το δάσος λυγίζει

απ’ το βάρος των ανθών και των φύλλων του

[αποσπάσματα από τη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου  ΕΑΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ 1937-38]

Αν κάποιος θα ’θελε να διαβάσει την ιστορία του αιώνα, θα την έβρισκε ακέραια στην ποίηση του Ρίτσου: στα ποιήματα που την κατέγραψαν σαν χρονικό, στα εγερτήρια άσματα, σε ύμνους ηρώων και ελεγεία… Κι ακόμα, πιο βαθιά, στο εσωτερικό οδοιπορικό του ποιητή, που το αποτύπωσε μέρα τη μέρα με σαφήνεια ή υπαινικτικά. Κι αυτό το «υπαινικτικά» λέει περισσότερα για τη βία του καθεστώτος, τις νοοτροπίες και τη συμβατική ηθική, τους ιδεολογικούς πειθαναγκασμούς. Με προσωπεία και δάνειες φωνές αρθρώνει την αλήθεια του. Οι αμφισημίες, οι αντιφάσεις, οι παλινωδίες μαρτυρούν τη σκληρή πάλη του στοχαστή που δέχεται τα δυσοίωνα μηνύματα των καιρών, ενώ έχει συνδέσει το πεπρωμένο του με το υψηλότερο όραμα της ανθρωπότητας

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2021

Η ΝΕΑΝΙΣ ΑΥΤΗ ΗΤΟ ΕΥΕΙΔΗΣ ΚΑΙ ΧΑΡΙΕΣΣΑ…

  (Ανδρέας Εμπειρίκος, Αργώ ή Πλους Αεροστάτου  - τρίτο μέρος) Η νεάνις αυτή ήτο ευειδής και χαρίεσσα. Εις μίαν στιγμήν που περιεστρέφετ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ