Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΠΟΙΟΣ ΡΩΤΟΥΣΕ

 (…αν προβλέπεται ποινική παρακαμπτήριος

για αθλιότητες δεδοξασμένων…)  

Σου ’λαχε να δεις τέτοιαν απανεμιά πριν το χαμό;

όπως η γόμωση μες στην οβίδα;

Κάποιος ρωτούσε: για πού θα κινούσανε τα πλοία;

Γιατί κατάπεσε ο άνεμος;

Γιατί σα χίμηξε ο χαλκός ίσα στο λαιμό της τον είπαν πετεινό;

Πού τήνε σφάξανε;

 

Οι θάμνοι γύρω σαστισμένοι που

μέσα στη χούφτα νύχτωνε το κόλλυβο

Το σκυλί ακόμα καίγονταν αυτοπυρπολημένο

Στο γιαλό ακούστηκαν πατούσες, είπαν:

Η ψυχή της πού έφευγε;

Και τότες - χίλιοι ταύροι  -

από τον ανοιγμένο της λαιμό σηκώθηκε

ούριος άνεμος

-Αχαιοί στα πλοία…

Αν όχι τίποτα άλλο, κι αν σακατεύτηκαν

κι αν δεν έμεινε σανίδα απ’ τα καράβια

κι αν η Τροία

και Πρίαμος και λαός εϋμμελίω Πριάμοιο

αν πήγαν κατ’ ανέμου

τουλάχιστον αυτό: η σφαγή χρησίμεψε

να ’ναι αλάθητος ο λόγος σου

να ’σαι και λόγου σου για Νόμπελ Σταγειρίτη*  

[ΑΥΛΙΔΑ – ΣΧΟΛΙΟ από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987]

 

*έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας  (ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ)

 

…κι έγινε να ψάχνω για λέξεις άφοβες 

για λέξεις μάχιμες  κι  αθάνατες

για λέξεις παρατεταμένες   ανυπόμονες   πεισματικές

για λέξεις αμαζόνες απόκρημνες 

έψαχνα για τη λέξη που όλη απόγνωση

πηδάει στο κενό 

και που στην προσγείωση   χίλια κομμάτια…




 

ΦΡΕΝΟΤΕΚΤΩΝ ΠΡΟΛΟΓΟΣ  ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΑΧΥΤΗΤΑ

(κι άλλα ποιήματα από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987)

Δεν είναι γρύλος που ακούς κάθε που βουβαμός

και κάθε που πάει ν’ ανοίξει τοίχος

Είναι που η καστάνια της που μερεμετίζει η νύχτα

Υπάρχουν δύσκολα  περάσματα

όπως η παρθενία της αν έχεις ακουστά και η οσφύ της

Γι’ αυτό κουτάβι κυνηγάρικο ο λύχνος όλο στα σκιερά

κι όλο λαγνείες με τις κλειδωνιές ο νους του

 

Διόλου δεν άλλαξε γι’ αυτό το σχέδιο  Κ ρ ί τ ω ν*

Και βέβαια πεντάδραχμα και δαρεικούς ο μαθητής στους δεσμοφύλακες∙

όμως ετούτος πέρα βρέχει

Το στόμα σου αφύλαχτο λόγος αμάχητος περί ψυχής

Μην τον ακούτε

Πώς τον αντέχεις που είσαι καταπέτασμα και είναι να σχιστείς

Ο θρόμβος είναι κάπου στο αεί

Ιού ιού μην τον ακούτε μας παγιδεύει με το νυν

μην τον ακούτε

 

Δυο ώρες τώρα  η παλάμη του ορθή∙  στην κορυφή της

υπνοφόρος παπαρούνα η κοτύλη με το κώνειο

Φέγγει στο τσιγκέλι σφαγμένο δίχως την προβιά του

το σκοτάδι

Έτοιμη είναι να χτυπήσει η κόμπρα

Σ’ όλα τα μάτια χώθηκαν σφήκες

Φίλε παγετώνα που κατηφορίζεις το μηρό του Δία

βάλε καταγής αυτί στήσου ν’ ακούς

μην είναι καταδώ  «ν’αοιλλή εμάς βάι εμάς» το ποδοβολητό τους

μην είναι καταμάς τα πάθη της αβύσσου

 

Κι ω Διοτίμα οθωμανικό κιβώτιο ταχυτήτων

Πώς μεσολογγίτισσα εσύ κολλάς του βασιλιά Ριχάρδου;

Για ένα άλογο το βασίλειο του αυτός

Το κρεβάτι σου εσύ μιαν αντινομία.

Όσο είναι χαμός κορυδαλλών η σιέρα τα Κερδύλια

κανένα κατηγόρημα δεν καταδέχεται να το ριγώσεις.

Πάρε παράδειγμα  η σκούνα άγια Κυριακή – Στενήμαχος

που παρότι του άπατου βυθού είναι γραμμένη

άλλο ο Άγιονικόλας  και μεσοπέλαγα οι γλάστρες τους

κι άλλο τούτος εδώ ανάμεσό μας που

μπαλτάδες κι εικοσάεδρα βοσκάνε τα μυαλά του.

Η κοτύλη  και  το κώνειο άγγιζε πια την οροφή

Στο κελί πλημμύρα   τα γαρίφαλά του ο θάνατος

τις επωμίδες του εφόρειε πάλι κι έφεγγε ο οσποδάρος.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΚΡΙΤΩΝ: απέβλεπε στη φυγάδευση του δασκάλου μέσω γενναίας δωροδοκίας των δεσμοφυλάκων. Αλλά: πού φυγόποινος, θα κατέφευγε ο Σωκράτης; Μη και του προσφέρθηκε άσυλο σε καμιά ξένη Αυλή;  Τι;  Στα Σούσα;  Κι όχι πως θα ’χανε τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών, τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα  ΕΥΓΕ / την Αγορά, το  Θέατρο και τους στεφάνους… Ποιος Αρταξέρξης θα του ’δινε και γιατί, μια που δεν ήταν πολιτικός κατάδικος. Τι να τον κάνουνε τα Σούσα; Δεν ήταν ούτε καν σοφιστής (ίσα – ίσα μάλιστα) για να του δώσει άσυλο ο μαθητής του Γοργία, Θεσσαλοπατέρας και άρχων των Φερών, Ιάσονας… 

 

ΜΙΚΡΟ ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΜΑΦΡΟΔΙΤΟ ΣΟΦΙΣΤΗ ΦΑΒΩΡΙΝΟ

Θυμήσου οι σοφιστές

τα μεθύσια τους τα γέλια

Θυμήσου που η καρδιά τους μοσχομπίζελα

τα πέδιλά τους μπαμπακένια ελάφια

Θυμήσου πώς γελούσανε

μαχαιρωμένοι

 

ΔΟΘΙΗΝΑΣ

Είπανε ο Αριστογείτονας

-αυτός ο ανίδεος για τυραννοκτονίες –

μόνο την ομοφυλοφιλία του υπηρετούσε

Ότι πολλά γι’ αυτήν ήξερε ο Ίππαρχος

ότι τα ’παιζε στον τζόγο  κι  ότι

το πιο συχνά έχανε στις αλεκτρομαχίες

είπανε…

όμως τον τρυφερό μαστό του

πρησμένον στις δαγκωματιές τι τον υψώσανε

σολέα  ή παλινώριο

τι νεκρώσιμο γλωσσίδι;

τι σκασμό;

κι απερνώντας τον Μαλέα

τι ψευδονείρωξη να φωνάζουν:  επιλάθου!..

 

ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΞΗ ΚΕΛ[Τ]*

Ήταν που κινδύνευε βαθιά μες στις φοράδες

Για το μεγαλείο του λέω του ανέμου

Ήταν που κινδύνευε

Που παρακινούσε τα στάχυα ν’ αμαρτάνουν

Που όλος έπαρση για τη γενιά του – ότι υπεριώδης –

Έμπαινε αιρετικός ως προς τις μασχάλες  του

κι έβαζε φωτιά στα χελιδόνια

Σαν οξειδώθηκε για τα καλά μας ρίχτηκε

Όρτσα αλά μπάντα μας βρήκε το μπουρίνι

κι ήρθαμε καπάκι…

 

Σαράντα οργιές βαθιά κι ήταν κατάχρυση ακόμα η Τήνος

κι ήσουνα τόσο  αθάνατος Καλλίμαχε εκεί κάτω

που ούτε αχινό δε βρήκα να ’ναι ανέγγιχτο αγόρι…

Σαράντα οργιές βαθιά με κάρφωσε

Βόσκαε μόνη της πάνω σε λίθινη άγκυρα λέξη άφοβη

Μόλις που διαβάζω:  Κελ[τ].  Ποιος τάχα;  Πότε;

Άδικα ψάχνω για το  «χ ά ρ α ξ ε»

‘Η για κείνο το  «ηρχιτεκτόνει»

λες να ’ναι Νεαντερτάλιος;  λες να ’ναι γλώσσα;

Μη πάει να πει:  «ποτέ πια»  μη τ’ άλλο:

«μη μεπεριμένεις;»

 

Άι έρωτα είσαι αθεράπευτος

Είσαι η λέξη Κελ[τ] με τα ναυάγια…

Μεσουρανίς δυνάστευαν αχανή χταπόδια

Σαράντα οργιές του βάθους

η λέξη Κελ[τ] κι  εγώ να λυσσάω για κώδικα:

Τάχα «ποτέ πια»  ή  το άλλο  «μη με περιμένεις»;

 

Πάνω η θάλασσα στα νυφιάτικά της!..

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΞΗ ΚΕΛ[Τ], Celt: προϊστορικό λίθινο  ή και μεταλλικό εργαλείο… ΚΕΛΤΕΣ: προ-ινδοευρωπαϊκά φύλα της κεντροδυτική Ευρώπης που απωθήθηκαν προς την Γαλλία (Γαλάτες)… 

 

ΜΥΚΗΝΕΣ

Άλλαξε πάλι την αίρεση σου ο κόλπος σου

Δεν ήταν τα μαντεία που χλομιάζουν

Ούτε κι εσύ πολύ πιο πριν νεκρή

μια και δυο κι εφτά φορές σφαγμένη

μα το διπλό τσεκούρι που τώρα μόνο του

γκρέμιζε τις πύλες

κι όπως σκυλί ολόλυζε:  ολαγαμέμνονα

 

Ακράτητο χύνονταν το πάμφωτο χάος

ως αρμονική αιώρησις

ότι ακέφαλον τον ψηλαφούσες στο κρεβάτι σου

όταν αυτός πια σύννεφο

πανιά  που μίσευαν,

κατάρτια.

 

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ

Ο αστόχαστος∙ άφηνε λάσκα

να του περνά στο δάχτυλο τον αρραβώνα της

η νύχτα

 

Όλες οι φέτες του αγέρα είναι άσπρες

Κάτασπρα όλα∙  πώς τ’ αντέχεις;

 

Κι όταν τήνε σήκωσε ψηλά, τι άσπρη η τήβεννος

Κι όταν εσκέπασε μ’ αυτήν τα μάτια

να μην τα ιδεί που καταπάνω του χύνονταν στιλέτα

ποτές, θροΐζοντας, δεν σ’ αποσβόλωσε αφέντη αγέρα

πιο χυσοκόκκινη ούγια!..


ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΚΑΙΣΑΡΑ ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΥ ΤΟΥ ΜΟΜΦΕΡΑΤΙΚΟΥ

Καβάλα σε τζιτζίκια μηλίγγι ανοιγμένο ο Ιούλιος∙

ο αγέρας δεμένο παλαμάρι.

Μπαταρισμένος στο χαντάκι έχανε την κούρσα

και το στοίχημα ο  ήλιος.

Αιλουροειδή τετράγωνα γάβγιζαν στο μυαλό μου:

ότι σπιρούνια του Ταΰγετου μες στην αυλή της

ων τοις ωσί ηχηθείσα η Περίβλεπτος εξέστη.

Γλυκοχτυπούσε η φλέβα στο λαιμό

άχνιζαν οι πλεξούδες της μέσα της  γαλιάντρες

όμως αυτός φευγάτος.

 

Άχνα του ασημιού τα λιόδενδρα

Δικανικοί στις έδρες τους οι κάκτοι

κούρτη των αγέλαστων των υπερόντων.

Στη Λαίλια ντάπια ακουμπάει ο ουρανός

ανάστα ο λόγγος με τα βούκινα τις σαϊτιές

τ’ αγρίμι άπιαστο ξοπίσω τα σκυλιά

Γασμούλοι υπηρέτες χρυσολάβαρα

ντυμένοι σίδερο γυαλοκοπάνε οι Φράγκοι αφέντες.

 

Στη Βιθυνία δεν έχει ύπνο  ο Μιχαήλ.

Ούτε κι εγώ το όγδοο φωνήεν.

 

ΚΛΥΔΩΝΙΣΜΟΙ ΦΙΛΙΚΟΥ 

(…κάνε Θεέ να σηκώσεις πάλι ένα Μεγαλέξανδρο…)

Ώσπου να το πιάσει ο νους πρόφταινε η γραφή.

Μην πεις λοιπόν πως η τόση μάζα

πως η απώλειά της μην το πεις

δεν ομοιώνεται της σιωπής μου

κι ότι είναι άσχετοι,

κάτω για κάτω ως την άκρη του Ταινάρου,

του νεωκόρου οι δισταγμοί

και οι τύψεις…

 

Πες μου:

το’ ξερες πως ματώνει η στάχτη; 

 

ΑΥΤΑΣΦΑΛΙΣΗ

Μην τους ακούς που τάχα ολολύζουν

που παρότι

απολοφυράμενοι απέρχονται δακρύοντες

μην τους ακούς    που μυξοκλαίνε

Το ξέρουνε καλά που ο θάνατος

όπως το δάχτυλό τους

από την τρύπια κάλτσα∙

ένας τέτοιος θρίαμβος!..

[από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987]

 

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΜΩΜΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

(…άκουα εντός την ακοή μου  ασώπαστο εκείνο το  «ολώλη*…»)

Ο ναός κατάφραχτος.   Απέξω θίασος  ζόφου  κι όμως   απέρασε άφωνο το γλωσσικό ιδίωμα της λέξης αρμονίη    πήρε να μπαίνει από τον νάρθηκα.  Τότες έγινε και το θυμίαμα εστράφη οπίσω.   Αυτός που πήρε να σαλεύει ο πολυέλαιος   λυσιμέλης   Άνευ πτερύγων με δίχως τα αιμοπετάλια μου ποτέ πια αλαζόνας   εξόν ως λιμενοβραχίονας του Πόρτο Κάγιο   εξόν αμαξωτός τέσσερα μίλια δυτικά του Απρίλη   εξόν και η προτεραιότητά μου   που με θανάτωνε δεκαοκταετή  «όνομα μελλούμενο Ελπήνωρ»,  άκουα  κι  άκουα εντός την ακοή μου.   Ασώπαστο εκείνο  το  «ολώλη».   Ξάφνου φωνή από ηλιοδρόμιο   θηλή του Παγασητικού  ύαλος ευφυής  ο διάκονος:   Ανοίχτε, ιδού ο μέγας Γαβριήλ του κρίνου…  τόπο.   Ω τα μάτια σου τότες Παντάνασσα που τόνε κάρφωσες   Και ποιος να το ΄λεγε, ποιος λοβός του εγκεφάλου   πως θα λυγούσε  κι  ότι   μετά που θα ’παιρνε το μήνυμα, αυτός   αέρας…  Ω μνήσθητί του η χάρη σου   Είναι που άκουσε τα μάτια σου μέσα στα σωθικά του  και  βγήκε στους ανέμους  κι  άφαντος…  Άκουα εντός μου ασώπαστο εκείνο το  «ολώλη».  (από τη συλλογή του Έκτορα Κακναβάτου ΚΙΒΩΤΙΟ ΤΑΧΥΤΗΤΩΝ 1987)  ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο ρηματικό τύπος ΟΛΩΛΗ αντανακλά εδώ την καταστροφή κάθε ορθολογικής ερμηνείας της σύλληψης, σε αντιπαράθεση με την Άμωμη Σύλληψη και του κλίματος μέσα στο οποίο ανελίσσεται αυτή.  Η επανάληψη του ρήματος στο τέλος του ποιήματος αναφέρεται υπαινικτικά σε μια άλλη καταστροφή: της Υπερβατικότητας αυτή τη φορά, καθώς η γήινη παρθένος αντικρίζεται κατάματα με τον ουράνιο Αρχάγγελο  κι αυτουνού σαλεύει ο νους ν’ ακούει τα μάτια της μέσα στα σωθικά του (παραλλαγή υπερρεαλιστικού στίχου από τον Κρητικό του Σολωμού: «γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου»

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2026

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΠΟΙΟΣ ΡΩΤΟΥΣΕ

  (…αν προβλέπεται ποινική παρακαμπτήριος για αθλιότητες δεδοξασμένων…)   Σου ’λαχε να δεις τέτοιαν απανεμιά πριν το χαμό; όπως η ...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ