Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΕΙ ΜΕΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΛΥΚΟ ΤΟΥ

 (3η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ  20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026)

Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς

βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο

να στεγνώνει (Νίκος Γκάτσος, Αμοργός)

 

Αυτό που θυμάμαι είναι οι ξάστερες νύχτες με παγωνιά

και τα ρούχα που ξύλιαζαν κρεμασμένα στο σύρμα,

η μυρωδιά τους κι ο ήχος τους όταν τα ’πιανες κι έκαναν κρακ!..

 

Τότε δεν ήταν λέξεις για να τα πεις αυτά,

για ήχους και μυρωδιές και για τ’ άλλα που ένιωθες,

για τις γωνιές του υπογείου όπου έβρισκε τόπο και τρόπο η φύση σου∙

τότε δεν ήταν έγνοια γι’ αυτά.

Άκουγες μόνο και οσφραινόσουν  και  λαχτάριζες

κι ούτε που σου ’φτανε ο νους ν’ απορήσεις από τι είναι φτιαγμένες

αυτές οι στιγμές

να λογιάσεις τα σημάδια που θ’ άφηναν μέσα σου.

 

Σε αγρύπνιες αφώτιστες περιμένοντας τον πατέρα να έρθει – από πού;

Απ’ το ’47,  απ’ το ’48,  απ’ το ’49 πολύς ο δρόμος∙

ο πατέρας όμως ήταν εκεί με τη γκρίζα τραγιάσκα  στα εξόριστα χέρια του,

άνοιγε η πόρτα  και  ήταν εκεί,  μα εμείς περιμέναμε όλο να έρθει.

 

«Κοίτα μην πάθεις τα ίδια κι εσύ»,  μου ΄λεγε η μάνα μου χρόνια μετά.

Δεν έπαθα τα ίδια.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μες τον καθένα υπάρχει και μια άλλη ζωή,

εκείνη που αλλιώς αφηγείται,

σαν για ν’ αρνείται αυτή την οποία ομολόγησε πατώντας στη γη

ή, σαν για να βρίσκει μισοσβησμένο στα τείχη

το αμνημόνευτο όνομα του βασιλιά της Ασίνης,

ψηλαφώντας στην πέτρα ό,τι δεν χάθηκε απ’ ό,τι έχει χαθεί.

 

Επειδή έτσι γίνεται και απόψε που τόσο γαλήνια δύει ο ήλιος

και αφήνει το φως του στα μαλλιά των ωραίων παιδιών,

κάπου στο ανάμεσα της χαράς  και  της ήρεμης λύπης, απόψε

ποια ζωή αφηγείσαι;

 

Ήμουν παιδί όταν άκουγα εμβατήρια στο ραδιόφωνο,

διαγγέλματα για ιδανικά και για την αναγέννηση του έθνους.

 

Κι ήμουν ο έφηβος που κλωθογύριζε άπραγος έξω

απ’ το ημιυπόγειο της Φωφώς,

όπου μετριόνταν ανδρισμοί  και  ριμαδόροι μαθητές  θα το πω,

θα το πω στην πουτάνα τη Φωφώ,

παραφονούσαν.

 

Ήμουν ο νέος που βάδιζε αστοίχιστος μες στους σχηματισμούς της ιστορίας,

Κι ας βάραινε στον δρόμο η ψυχή μου κι έπαιρνε ν’ αποκάμνει.

Κι ας έβλεπα να πέφτουν απ’ τα ύψη τους των επιθυμιών μου τα πουλιά.

 

Αυτό που θυμάμαι είναι το Τμήμα Μεταγωγών

με το ατσάλινο πλέγμα στα χαμηλά του παράθυρα,

τη μάνα να σταλιάζει μπροστά στο φυλάκιο με το ψωμί και τ’ αυγά

τυλιγμένα στην άσπρη πετσέτα,

τις λέξεις που απόμειναν για να μας πεις αυτά.

[δέκατη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, 

με εικόνες μεικτής τεχνικής και βινιέτες του Σταύρου Παναγιωτάκη

εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 2026]

 


ΑΝ ΕΣΤΩ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΚΡΑΤΟΥΣΕΣ ΠΑΛΙ ΣΤΗ ΧΟΥΦΤΑ ΣΟΥ ΤΟ ΚΑΝΑΡΙΝΙ ΕΚΕΙΝΟ…

(ενδέκατη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

…προτού του σφίξεις λίγο παραπάνω το λαιμό∙

αν γύριζες πίσω έστω και μία απ’ τις πέτρες που έριξες  έως θανάτου

σ’ εκείνη τη χελώνα στον θαμνότοπο, καταμεσήμερο μιας άρρωστης σκοπιάς∙

αν έμενες πλάι της  εκείνο το βράδυ, έστω και που δεν το’νιωθε

πως είσαι κοντά της, 

 

τότε δεν θα σε τρόμαζε η σκέψη ότι αυτό που τώρα θυμάσαι

είναι σαν το γρατσουνισμένο σημείο όπου πηδάει πάντα η βελόνα

σε έναν δίσκο βινυλίου τριάντα τριών στροφών

ή σαν το μονόλογο του ηθοποιού που γυροφέρνει πάνω στη σκηνή,

παγιδευμένος στο σκηνικό ενός  δάσους που δεν ξέρει πώς να διασχίσει.

 

Επειδή έτσι γίνεται  και οι τοίχοι σου ολοένα στενεύουν

και ολοένα βαραίνουν στο στήθος σου όσα έργα σου αλάφραινε ο νους,

και μέσα σε τούτο το δάσος ακούγονται οι ψίθυροι

που ξεκολλούν απ’ τις φτέρες:

 

«Πέρασε τόσος καιρός και δεν έμαθες ακόμη τα λόγια σου,

μπήκες σε τόσα μονοπάτια  και  ξέφωτο ακόμη δεν βρήκες».

 

Επειδή έτσι γίνεται και κάτω από τούτα τα δένδρα

που σκιάζουν τη γλώσσα σου,

πώς να μπορέσεις να μιλήσεις για τα κομμάτια του σπασμένου σου αγγέλου,

που δεν κατάφερες να ενώσεις ξανά,

 

για μια θητεία που σε ακολούθησε,  απεκδυμένη τη στολή του εαυτού σου,

τότε που μέτραγες τη γύμνια για στολή,

για το στόμα που έμεινε ορθάνοιχτο,  σαν ένα στρογγυλό μικρό παράθυρο,

ίσα – ίσα, λες, για να φωτίζεται ο δρόμος του θανάτου.

 

Αν έστω για μία φορά ξόδευες την ψυχή σου στην πίστη

πως το ποτάμι δεν κυλάει μονάχα προς τη θάλασσα

κι ότι μπορείς να πιείς νερό από το διάτρητο πιθάρι των Δαναΐδων,

αν έστω για μία φορά σκόρπιζες την ψυχή σου κατά τους δαίμονές της,

 

τότε πώς θα σου έμοιαζε δικό σου εκείνο το παιχνίδι της Ναστάσιας Φιλίπποβνα,

να ομολογήσει ο καθείς μες στο σαλόνι της  την πιο ένοχη πράξη της ζωής του!..

Πώς θα σε σπάραζε, σαν να ’τανε δική σου,

η απροστάτευτη αλήθεια του άδολου πρίγκιπα Λέοντα Νικολάγιεβιτς!..

Τότε πώς θ’ άφηνες να γίνουνε στο τζάκι πυρκαγιά

τα εκατό χιλιάδες ρούβλια του Ραγκόζιν!..

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  όποιος μπει στο δάσος  δεν φοβάται το λύκο του,

κι όποιος μείνει στο δάσος γίνεται ο λύκος που γερνάει κυνηγώντας τον φόβο.

 

ΓΙΑ ΘΥΜΗΣΟΥ ΤΟ ΒΡΑΔΥ,  ΛΙΓΟ ΜΕΤΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ…

καθισμένοι με τα πόδια να κρέμονται στο ακαγκέλωτο ακόμη μπαλκόνι

του πλαϊνού γιαπιού,

πόσο σπουδαίο ήταν που στο τζαμπαντάν  χαζεύαμε

τους Γενναίους του Μπρανκαλεόνε 

στο θερινό  Σινέ «Άλεξ» της γειτονιάς!..

 

Για θυμήσου τα γιούργια μας στ’ οχυρωμένο ύψωμα του Βουλγαρικού,

που πάντοτε επιστρέφαμε μες τα αίματα,

με ρημαγμένα τα σπαθιά και τις ασπίδες∙

για θυμήσου Μιχάλη!..

 

Κι αν τότε δεν ξέραμε ποιος είναι ο Βιτόριο Γκάσμαν

κι ο αστείος Τζιάν Μαρία Βολοντέ

κι ότι οι γενναίοι του Μπρανκαλεόνε είμαστε εμείς

στις στιγμές της δικής μας επικής εκστρατείας,

ξέραμε όμως  πως ο τυφλός με το ακορντεόν στην Εγνατία

δεν είχε δει, και δεν θα έβλεπε ποτέ του, τ’ αστικά  λεωφορεία

που έκαναν στάση δυο βήματα μόλις μπροστά του,

ούτε το θρυλικό «Μαγαλέξανδρο»  του ΠΑΟΚ Γιώργο Κούδα

που στεκότανε δίπλα του

στην είσοδο του προποτζίδικού του .

 

Κι αν γυρέψαμε περισσότερα παραμύθια απ’ όσα μπορέσαμε να πιστέψουμε,

είναι που ο χωματόδρομος της Στρατηγού Μακρυγιάννη στρώθηκε με άσφαλτο

κι η υδροφόρα του Δήμου  δεν κατάβρεχε πια

και το παλιό διώροφο του Σωτήρη δόθηκε αντιπαροχή∙

 

είναι που ο θυρωρός μας ο κυρ-Θόδωρος

πιάστηκε κλέβοντας βαλίτσες στον Σταθμό

κι ο Στέλιος με τον Άκη γύρισαν το πρωί απ’ την Ασφάλεια

με σκισμένα τα χείλη  και  πρησμένα τα πρόσωπα.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι ενώ τώρα γύρω μας πυκνώνει το πένθος

κι οι στρατιώτες του κόσμου σημαδεύουν με τα όπλα τους τα παιδιά

που δεν έχουνε ακόμη γεννηθεί,

κι ενώ η ιστορία του κόσμου σβήνει ένα – ένα τα παλιά  της φαντάσματα

για να γραφτεί απ’ τα καινούργια της φαντάσματα ξανά,

 

έρχεται από ψηλά ένα αεράκι που φέρνει μαζί του

τις μυρωδιές του ανθόκηπου απ’ την αυλή του σχολείου μας,

το χειροκρότημα στη γιορτή της 25ης Μαρτίου,

τότε που εσύ έπαιζες τον ήρωα Οδυσσέα Ανδρούτσο στο Χάνι της Γραβιάς

κι εγώ – για θυμήσου Μιχάλη –

όχι, δεν ήμουν ο «Ωραίος ως Έλλην» στρατηγός Σιμόν Μπολιβάρ

μα ο βοηθός που ανοιγόκλεινε την αυλαία,

τραβώντας πίσω απ’ τις κουΐντες τα σχοινιά.

 

Για θυμήσου Μιχάλη τους ιππότες που θέλαμε να ’μαστε.

Κι ας μη φτάναμε ποτέ,

ας μην κινούσαμε ποτέ για τους Αγίους Τόπους.

[δωδέκατη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα]

 

ΕΣΥ ΟΜΩΣ ΕΧΕΙΣ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ ΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ…

(δέκατη τρίτη παραλλαγή ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ σε ένα θέμα) 

…αυτή την αθέατη αλήθεια  του τίποτε απ’ τα γκρεμοτόπια των ανθρώπων

και πάντα θυμάσαι εκείνη την ηλιόλουστη Δεκεμβριάτικη μέρα

του χίλια εννιακόσια ογδόντα,

όταν φαντάρο στον Έβρο σε ρώτησαν:  «Για πες μας ρε μαλαγχολία,

αφού δεν είναι ο σταυρός  και  το γαλάζιο της πατρίδας,

ποια είναι η πίστη σου;»

 

Κι εσύ, φαντάρος στον Έβρο αποκρίθηκες:

«Ο λογισμός και τ’ όνειρο είναι η πίστη μου,

οι ανάκουστοι κελαϊδισμοί   κι  οι λιποθυσμένοι».

 

Επειδή έτσι γίνεται και βρίσκεσαι ακόμη σε τούτο το αλωνάκι

αντικρινά απ’ το λόφο του Στράνη,

ατενίζοντας στην κορφή του τις δυο ρίζες του κόσμου,

φυλάγοντας τις δυο ανηφόρες του κόσμου στην ίδια από τότε σκοπιά.

 

Επειδή έτσι γίνεται και μέσα στου λόγου σου το άκουσμα

γυρεύεις του λόγου το ανήκουστο,

και μέσα στην κήτη της τέχνης σου ασκείται στου ονείρου το διαρκώς.

 

Κι αν υμνείς την πνοή που σηκώνει τη λύπη σου,

κι αν το πνεύμα σου ψάχνει  το φύλλο που αντιστέκεται πριν πέσει στη γη,

κι αν αυτό που ραγίζει και σπάει τ’ ονομάζεις  και πάλι ζωή,

 

είναι που στην παρτίδα σκάκι του ιππότη με τον θάνατο

δεν βλέπεις τις κινήσεις των λευκών

-που όσο κι αν αναβάλλονται, στο τέλος πάντα χάνουν απ’ τα μαύρα –

μα το απέραντο τοπίο πλάι στη θάλασσα,

τα κύματα που σκάζουνε στα βράχια κι επιστρέφουν∙

 

είναι που όταν σε επισκέπτεται ο φόβος

κι αντικρίζεις τη μορφή του στον καθρέφτη σου,

δεν σε κοιτάζει το είδωλο του φόβου σου

μα εσύ κοιτάζεις του καθρέφτη το κενό∙

 

μες στου καθρέφτη σου το εύθραυστο κενό

εσύ κολλάς τα θρύψαλα του ανθρώπου.

 

Επειδή έτσι γίνεται και βρίσκεσαι τώρα μπροστά σ’ αυτή την οθόνη,

αντικρινά απ’ τον λόφο του αματαίωτου χρόνου,

αντικρίζοντας στην κορφή του τον μακάβριο χορό

λίγο πριν σπάσει η Έβδομη Σφραγίδα,

λίγο πριν ησυχάσει από το Dies Irae  ο ουρανός.

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  εκείνοι που αφήνονται

να τους σέρνει ξοπίσω του ο θάνατος,

κι εκείνοι που δείχνουν στον θάνατο τα βήματα του δικού τους χορού,

είναι το ίδιο απαράλλαχτο ερώτημα:  «Ποιος είναι μέσα μου ο Θεός;

Ποια είναι η πίστη που νικήθηκε απ’ τη γνώση;»

 

Κι αν σου αρκεί στη λιακάδα μια γουλιά φρέσκο γάλα

και μια χούφτα άγριες φράουλες,

είναι που χύνεται η ψυχή σου και κυλά

και ξεγλιστρά  απαλά από τον εαυτό της.

 

ΣΕ ΕΙΔΑ ΚΑΙ ΧΘΕΣ ΜΑΝΑ, ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΗ ΝΑ ΚΑΘΕΣΑΙ…

(…στο κρεβάτι του αξονικού,  με την καινούρια σου νυχτικιά…) 

με το νου σου λίγο - λίγο  να χάνεται στις λευκές φυλλωσιές του,

σε είδα και χθες.

Μια ανάσταση ακόμη  κι  έπειτα πάλι το σκήνωμα το γυμνό στον νεκροθάλαμο.

Μια ανάσταση ακόμη κι έπειτα πάλι του θανάτου ο κάματος.

 

Τώρα δεν ξέρω σε ποιον απευθύνονται τούτα τα λόγια,

αφήνοντας πίσω τους στάχτη, σαν από αναμμένο τσιγάρο

παρατημένο άρον – άρον στο τασάκι  -  ήτανε, βλέπεις,

και που δεν κάπνισα μπροστά σου ποτέ.

 

Και είναι, βλέπεις, που κάποτε περνάει ανάμεσα στις λέξεις καπνός,

όπως περνάει ανάμεσα στα κλειστά παραθυρόφυλλα το φεγγάρι

ή όπως τρυπώνουν τα πουλιά μέσα απ’ τα δάχτυλα,

καθώς σκεπάζεις με την παλάμη σου τα μάτια.

 

Είναι που κάποτε ξυπνάς και τα πουλιά

έχουν κάνει τη φωλιά τους στα μάτια σου

και το φεγγάρι υπάρχει παντού μέσα στο ποίημα  και  τότε

καταλαβαίνεις πως τίποτε από αυτά δεν είναι όνειρο

κι ότι η λιμνούλα με τα χρυσόψαρα  και  τον μικρό καταρράκτη

είναι η ίδια ξενιτειά απ’  όπου επέστρεφε,

όπου όλο αποδημούσε η ψυχή σου.

 

Επειδή έτσι γίνεται  κι  ό,τι σου κρύβει η ψυχή σου απ’ το σώμα σου

είναι αυτό που το σώμα σου δεν μπορεί να το αντέξει,

κι ό,τι σου φανερώνει, το δοσμένο από εκείνο που σ’ έχει κυριεύσει,

σου το κλέβει αυτό που σου μένει αφανέρωτο,

αυτό το αφανέρωτο,  που σ’ έχει κυριεύσει πιο πολύ.

 

Επειδή έτσι γίνεται κι όσο καιρό μένεις στη γη μετρώντας τον χρόνο,

για όσο καιρό, θρηνώντας το χρόνο, μαθαίνεις τα μέτρα της γης,

είναι το κόκκινο κρασί της μακαριάς  και  ο ανάρτυτος δείπνος

η θύμηση για εκείνους που έφυγαν,

για εκείνους που έρχονται , που ρίχνουν στην παραστιά  ένα κούτσουρο

πριν φύγουνε πάλι, εκείνοι,

που ρίχνουνε ένα δεμάτι γυρισμού, να μη χαθεί η φωτιά.

 

Είναι, βλέπεις, που κάποτε η θράκα μπορεί να κρατήσει όλη τη νύχτα

και τα πουλιά τρομαγμένα να χτυπιούνται στα μάτια σου

και το φεγγάρι να φωτίζει το χνούδι  της καινούριας σου νυχτικιάς.

Και τότε καταλαβαίνεις πως όλα αυτά είναι ένα όνειρο,

όπου δεν βρίσκει τόπο η ξενιτειά σου.

 

Κι είναι που κάποτε βρίσκεσαι αιχμάλωτος μιας τελευταίας φράσης,

της τελευταίας φράσης που ακούστηκε

με το βλέμμα της στυλωμένο στην άλλη μεριά της αβύσσου,

να ψάχνει στις φυλλωσιές της αβύσσου τον άσπρο της νου∙

το τελευταίο άρθρο της που άκουσες, το τελευταίο της ουσιαστικό,

κανένα ρήμα,

οι τελευταίες λέξεις σου μάνα, που ακόμη

δεν έχω βρει κάπου να τις χωρέσω!..

[δέκατη τέταρτη παραλλαγή από τη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου

ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ, 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα]

 

ΟΥΤΕ ΠΟΥ ΣΟΥ ’ΦΤΑΝΕ Ο ΝΟΥΣ Ν’ ΑΠΟΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΤΙΑΓΜΕΝΕΣ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ…

(αφορισμοί  ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ από τη 3η ενότητα  της συλλογής Σταύρου Ζαφειρίου με 20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα) 

Επειδή έτσι γίνεται και μες τον καθένα υπάρχει και μια άλλη ζωή, εκείνη που αλλιώς αφηγείται…  (σελ. 38)   Κι ας έβλεπα να πέφτουν απ’ τα ύψη τους των επιθυμιών μου τα πουλιά…   Αυτό που θυμάμαι είναι…  οι λέξεις που απόμεναν, για να τα πεις αυτά…  (σελ. 38)   Πέρασε τόσος καιρός και δεν έμαθες ακόμη τα λόγια σου,  μπήκες σε τόσα μονοπάτια και ξέφωτο ακόμη δε βρήκες…  (σελ. 39)   Επειδή έτσι γίνεται κι όποιος μπει μες το δάσος δεν φοβάται το λύκο του,  κι  όποιος μείνει στο δάσος γίνεται ο λύκος που γερνάει κυνηγώντας το φόβο…  (σελ.40)   η ιστορία του κόσμου σβήνει ένα – ένα τα παλιά της φαντάσματα  για να γραφτεί απ’ τα καινούρια της φαντάσματα ξανά…  (σελ. 41)  Εσύ όμως πάντα έχεις στο μυαλό σου την ουτοπία,  αυτή την αθέατη αλήθεια του τίποτε απ’ τα γκρεμοτόπια των ανθρώπων…  (σελ.42)  Επειδή έτσι γίνεται και μέσα στου λόγου σου το άκουσμα γυρεύεις του λόγου το ανήκουστο  και  μέσα στην σκήτη της τέχνης σου ασκείται στου ονείρου το διαρκώς.   (σελ.43)   …όταν σ’ επισκέπτεται ο φόβος  και  αντικρίζεις τη μορφή του στον καθρέφτη σου,  δεν σε κοιτάζει το είδωλο του φόβου σου  μα  εσύ κοιτάζεις του καθρέφτη το κενό…  (σελ.43)  «Ποιος είναι μέσα μου ο  θεός;   Ποια είναι η πίστη που νικήθηκε απ’ τη γνώση;»  (σελ. 44)  …κάποτε περνάει ανάμεσα στις λέξεις ο καπνός,  όπως περνάει ανάμεσα στα κλειστά  παραθυρόφυλλα το φεγγάρι…  (σελ.44)   Είναι που κάποτε ξυπνάς και τα πουλιά έχουν κάνει τη φωλιά τους στα μάτια σου  και  το φεγγάρι υπάρχει παντού μέσα στο ποίημα  και  τότε  καταλαβαίνεις πως τίποτα απ’ αυτά δεν είναι όνειρο…  (σελ.45)  Επειδή έτσι γίνεται κι ό,τι σου κρύβει η ψυχή σου απ’ το σώμα σου  είναι αυτό που το σώμα σου δεν μπορεί να το αντέξει…  (σελ. 45)  Κι είναι που κάποτε βρίσκεσαι αιχμάλωτος μιας τελευταίας φράσης,  που ακούστηκε… να ψάχνει στις φυλλωσιές  της αβύσσου τον άσπρο της νου… (σελ. 45)  Και τότε καταλαβαίνεις πως όλα αυτά είναι ένα όνειρο,  όπου δεν βρίσκει τόπο η ξενιτειά σου…  (σελ.45)

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΜΠΕΙ ΜΕΣ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΝ ΛΥΚΟ ΤΟΥ

  (3 η ενότητα στη συλλογή του Σταύρου Ζαφειρίου ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΓΙΝΕΤΑΙ   20 + 1 παραλλαγές σε ένα θέμα, ΝΕΦΕΛΗ 2026) Μέσα στους κλώνους...

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΕΤΟΥΣ